← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. IVAYLO STOILKOV, Αρ. Υπόθεσης: 3627/2014, 21/8/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. IVAYLO STOILKOV, Αρ. Υπόθεσης: 3627/2014, 21/8/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B151 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3627/2014 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. IVAYLO STOILKOV Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 21.08.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορούμενο: κος Θ. Καραμανής Κατηγορούμενος: παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 3 κατηγορίες διάρρηξης κατοικίας κατά παράβαση των άρθρων 291 και 292(α) του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων καθώς επίσης 2 κατηγορίες κλοπής από κατοικία κατά παράβαση των άρθρων 255 και 266(β) του Κεφ.154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι: (α) στις 31.12.13 στην Πάφο διέρρηξε και εισήλθε στην κατοικία του Πανίκου Πικρίδη από την Πάφο που βρίσκεται στην οδό Μεσσηνίας αρ.1 Melis Court, διαμέρισμα 202 από την οποία έκλεψε το χρηματικό ποσό των €5.200,00 καθώς και 4 συλλεκτικά νομίσματα συνολικής αξίας €200,00, όλα περιουσία του πιο πάνω προσώπου (πρώτη και δεύτερη κατηγορία), (β) στις 15.04.14 στην Πάφο διέρρηξε και εισήλθε στην κατοικία της Ελίνας Κιουρτζίδου από την Πάφο που βρίσκεται στην οδό Αδαμάντιου Κοραή, Anemoni Court, διαμέρισμα 208 από την οποία έκλεψε ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας Samsung Galaxy S2 αξίας €200,00 και διάφορα κοσμήματα συνολικής αξίας €7.760,00, όλα περιουσία του προαναφερόμενου ατόμου (τρίτη και τέταρτη κατηγορία), (γ) στις 02.12.13 στην Πάφο διέρρηξε και εισήλθε στην κατοικία της Mariam Tumasyan από την Πάφο που βρίσκεται στην οδό Ελευθερίου Βενιζέλου αρ.73, Κατσούρας Κωρτ, διαμέρισμα 202 με σκοπό να διαπράξει μέσα σ' αυτή κακούργημα. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από 5 μάρτυρες ενώ παράλληλα προσκομίστηκαν 34 τεκμήρια, από τα οποία τα Τεκμήρια 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 17 και 25, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου, κατατέθηκαν από κοινού με τα μέρη να αποδέχονται το περιεχόμενο τους ως αληθές. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε, με βάση το άρθρο 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και ότι το Δικαστήριο πρέπει να τον αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Σε σχέση με την πρώτη και δεύτερη κατηγορία είναι η θέση του εν λόγω συνηγόρου ότι η επιστημονική σύνδεση του κατηγορουμένου με ένα ρολόι χειρός (Τεκμήριο 15) που βρέθηκε στην σκηνή δεν είναι μαρτυρία τέτοιας μορφής που να οδηγεί στο μοναδικό λογικό συμπέρασμα ενοχής του, δεδομένης, όπως είπε, της απουσίας άλλης ανεξάρτητης μαρτυρίας που να ενισχύει τέτοια σύνδεση του. Σύμφωνα με τον συνήγορο υπεράσπισης τα πιο πάνω δεν ικανοποιούν τον κανόνα Hodge σχετικά με περιστατική μαρτυρία. Αναφορικά με την τρίτη, τέταρτη και πέμπτη κατηγορία, ο κύριος Καραμανής ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι παρόλο που ο κατηγορούμενος δεν συγκατατέθηκε στις αναγνωρίσεις, εντούτοις η μαρτυρία αναγνώρισης του κατηγορουμένου που προσκομίστηκε είναι τέτοια που δεν μπορεί να θεμελιώσει εύρημα ενοχής του καθότι αφήνει κενά στις συνθήκες και στην ποιότητα των παρατηρήσεων και αναγνωρίσεων με αποτέλεσμα κανένα λογικό Δικαστήριο να είναι σε θέση να κρίνει κατά πόσο ικανοποιούνται τα εχέγγυα που θέτει η κατευθυντήρια υπόθεση Turnbull. Όπως ο εν λόγω συνήγορος είπε, η μαρτυρία που υπάρχει για τις συνθήκες παρατήρησης είναι εξ' ολοκλήρου εξ' ακοής αλλά και χαμηλής ποιότητας σε βαθμό ανεπάρκειας. Παράλληλα, ο συνήγορος υπεράσπισης εντοπίζει λάθος στην διαδικασία αναγνωρίσεων που ακολουθήθηκε ισχυριζόμενος ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να φανερώνει ότι ο κατηγορούμενος προειδοποιήθηκε προφορικά πως η αστυνομία προτίθετο να διοργανώσει αναγνωριστική παράταξη σύμφωνα με την αστυνομική διάταξη 8 καθώς και ούτε ικανοποιητική μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι εξασφαλίστηκε η συγκατάθεση του κατηγορουμένου για τη διεξαγωγή διαδικασίας αναγνώρισης του. Από την άλλη η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι μέσα από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε έχουν αποδειχτεί τα συστατικά στοιχεία όλων των αδικημάτων του κατηγορητηρίου και γι' αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία. Μέσα από τη δική της νομική επιχειρηματολογία η κυρία Παπαλαζάρου ευσεβάστως επισήμανε ότι η υπάρχουσα μαρτυρία είναι τέτοια που δικαιολογεί την κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία. Παραπέμποντας στο γενετικό υλικό του κατηγορουμένου που εντοπίστηκε σε ρολόι χειρός που ανευρέθηκε στην σκηνή μία εκ των διαρρήξεων καθώς επίσης με αναφορά σε μαρτυρίες αναγνώρισης του κατηγορουμένου, οι οποίες τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήρια και αφού αμφισβήτησε την μη εξασφάλιση συγκατάθεσης από τον κατηγορούμενο σε σχέση με τη διαδικασία αναγνώρισης, η κυρία Παπαλαζάρου ευσεβάστως σημείωσε ότι το ζήτημα κατά πόσο η αναγνώριση είναι τόσο ισχυρή που να καταλήγει σε ζήτημα ενοχής είναι κάτι που θα κριθεί μέσα από αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Πλήρης έκταση των όσο ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση επειδή κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί κανένα πρακτικό σκοπό. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Παναγιώτη και άλλος ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό ακόμη είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α., Ποινικές Εφέσεις 5-9/2012 ημερομηνίας 11.12.12 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Μία από τις υποθέσεις στην οποία γίνεται αναφορά είναι η αγγλική υπόθεση R v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060 στην οποία με το πιο κάτω απόσπασμα καταγράφεται η προσέγγιση που καλείται το Δικαστήριο να υιοθετήσει στο στάδιο ολοκλήρωσης της παρουσίασης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής: "How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
  1. a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
  2. b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury." Η υιοθέτηση της πιο πάνω αγγλικής υπόθεσης στην κυπριακή νομολογία (Azinas et al v. Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191) την κατέστησε καθοδηγητική αυθεντία. Ειδικότερα στην υπόθεση Παναγιώτου κ.α ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί." Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω και μέσα από αντικειμενική θεώρηση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας, χωρίς να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής και δίχως να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα και αφού έλαβα υπόψη τις νομικές επιχειρηματολογίες των ευπαιδεύτων συνηγόρων, κρίνω ότι δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία αναφορικά με όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Όλα τα σημεία που ο συνήγορος υπεράσπισης έθιξε στην αγόρευση του και έχουν σημειωθεί πιο πάνω αποτελούν ζητήματα που θα επιλυθούν όχι σ' αυτό το προκαταρκτικό στάδιο αλλά μεταγενέστερα στη βάση αξιολόγησης όλης της μαρτυρίας που πλέον θα τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος δεν προειδοποιήθηκε προφορικά για τον σκοπό της αστυνομίας να διεξάγει διαδικασία αναγνώρισης του καθώς και ότι δεν υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία που να δικαιολογεί ότι εξασφαλίστηκε η συγκατάθεση του κατηγορουμένου για μια τέτοια διοργάνωση προσκρούει στις περί του αντιθέτου τοποθετήσεις της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους αμφότερες οι πλευρές προώθησαν διαφορετικές υποβολές και θέσεις και ως εκ τούτου πρόκειται για επίδικα θέματα που θα κριθούν μέσα από αξιολόγηση της μαρτυρίας. Περαιτέρω αν η μαρτυρία επιστημονικής σύνδεσης του κατηγορουμένου με ένα αντικείμενο που βρέθηκε στην σκηνή μίας εκ των τριών διαρρήξεων κατοικίας που η κατηγορούσα αρχή προσκόμισε δικαιολογεί ή όχι την ενοχή δεν είναι κάτι το εξόφθαλμο ή γεγονός αυτονόητο αλλά ένα συμπέρασμα στο οποίο το Δικαστήριο καλείται να καταλήξει κατόπιν εξέτασης και αξιολόγησης όλης της μαρτυρίας που θα τεθεί ενώπιον του και περιστρέφεται γύρω από το θέμα αυτό. Το ίδιο ισχύει για την αποδεικτική δύναμη των συνθηκών αλλά και της ποιότητας των παρατηρήσεων που έγιναν καθώς και αναγνωρίσεων του κατηγορουμένου. Αν η μαρτυρία που παρουσιάστηκε σε σχέση με την αναγνώριση του κατηγορουμένου είναι τέτοιας μορφής, βαθμού, έκτασης και επάρκειας που μπορεί να τον συνδέσει με τη διάπραξη των κατ' ισχυρισμό αδικημάτων είναι κάτι που μπορεί να αποφασιστεί μόνο κατόπιν ενδελεχούς αξιολόγησης της μαρτυρίας οδηγούμενος σε σχετικό συμπέρασμα και αφού πρώτα ξεκαθαρίσει το πραγματικό υπόβαθρο που το στηρίζει καταλήγοντας σε ευρήματα, μετά την ολοκλήρωση της εκδίκασης της υπόθεσης. Παράλληλα, το Δικαστήριο δεν θεωρεί πως η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, εξ' όψεως και αντικειμενικά εξεταζόμενη, στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή. Εν πάσει περιπτώσει, η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής καθώς και όλη η προσαχθείσα μαρτυρία θα τύχουν σε βάθος λεπτομερούς αξιολόγησης από το Δικαστήριο στο στάδιο που η μαρτυρία αξιολογείται και συγκεκριμένα με την ολοκλήρωση της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης. Εν κατακλείδι, το Δικαστήριο, στη βάση των πιο πάνω, κρίνει ότι από τη μέχρι τώρα δοθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση για όλες τις κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μέσα από το παρόν κατηγορητήριο και ως εκ τούτου τον καλεί σε απολογία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/Διάρρηξη και κλοπή κατοικίας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.