Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χριστόδουλος Χαραλάμπους, Αρ. Υπόθεσης: 8983/12, 16/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B129 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8983/12 Μεταξύ Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου -ν- Χριστόδουλος Χαραλάμπους Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 16 Ιουλίου 2014 Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Νεοκλέους Για Κατηγορούμενη: κα. Μιτσίδου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο Κατηγορούμενος την 13.11.11 στη Λεωφόρο Μεσόγης στην Πάφο οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής KΒΥ385 χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα και προκάλεσε δυστύχημα. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε δύο μάρτυρες, ήτοι τον Αστ.1169 Άριστο Αριστοδήμου (ΜΚ1) και την Μυροφόρα Πετρίδου (ΜΚ2). Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Πέραν της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου δεν προσκομίστηκε άλλη μαρτυρία από μέρους της Υπεράσπισης. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάχθηκε με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v.Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447, και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ σε εκείνα τα μέρη της τα οποία σχετίζονται με το επίδικο θέμα και είναι απαραίτητα για την αξιολόγηση της και την εξαγωγή των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Ο ΜΚ1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, δυνάμει του άρθρου 25 του περί απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, την κατάθεση του (Τεκμήριο 1). Σε αυτήν ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι την 13.11.11 και ώρα 22.20 επισκέφθηκε μαζί με τον Αστ. 2641 σκηνή τροχαίου δυστυχήματος το οποίο συνέβη στη Λεωφόρο Μεσόγης την ίδια μέρα και περί ώρα 22.10 με ενεχόμενο το όχημα με αρ. εγγραφής ΚΒΥ385 (στο εξής το «όχημα του Κατηγορούμενου») το οποίο οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο και τον πεζό Ανδρέα Πετρίδη. Ο ΜΚ1 με την βοήθεια του Αστ. 2641 ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 2) στο οποίο σημείωσε , μεταξύ άλλων, με το γράμμα Χ το σημείο σύγκρουσης το οποίο του το υπέδειξε ο Κατηγορούμενος. Ο ΜΚ1 διενήργησε αλκοτέστ στον Κατηγορούμενο με ένδειξη «15». Στις 15.11.11 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο (Τεκμήριο 4) και στις 22.1.12 τον κατηγόρησε γραπτώς (Τεκμήριο 5) και ο Κατηγορούμενος απάντησε «παραδέχομαι». Το δυστύχημα έγινε κατά την διάρκεια της νύχτας, ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος στεγνή και καθαρή. Η περιοχή όπου έλαβε χώρα το δυστύχημα είναι κατοικημένη και το όριο ταχύτητας σε αυτήν είναι 50 ΧΑΩ. Στο σημείο που έγινε το δυστύχημα δεν υπήρχε επαρκής οδικός φωτισμός, αφού ο ηλεκτρικός λαμπτήρας που βρίσκεται στον χώρο δεν ήταν σε συνεχή λειτουργία. Ο ΜΚ1 έλεγξε μετά το δυστύχημα τα φώτα του οχήματος του Κατηγορούμενου και διαπίστωσε ότι ήταν σε λειτουργίσιμη κατάσταση. Στην προφορική του μαρτυρία ο ΜΚ1 ανέφερε ότι ετοίμασε και συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Περιγράφοντας τον δρόμο στο οποίο συνέβη το επίδικο δυστύχημα, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι είναι λεωφόρος, η οποία αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας πλάτους 3.10μ έκαστη. Αριστερά του δρόμου, σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε ο Κατηγορούμενος, υπάρχει ασφάλτινο παγκέττο και ο δρόμος είναι ευθύς και ανηφορικός. Σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ο ΜΚ1 απάντησε ότι υπό κανονικές συνθήκες η ορατότητα είναι απεριόριστη ενώ διευκρίνισε ότι δεν προέβη σε οποιεσδήποτε μετρήσεις σε σχέση με την ορατότητα του Κατηγορούμενου αναλόγως της στάσης (ψηλής ή χαμηλής) στην οποία ήταν ρυθμισμένα τα φώτα του οχήματος του. Αναφορικά με την πορεία του πεζού, ο ΜΚ1 είπε ότι κινήθηκε από τα αριστερά προς τα δεξιά, σύμφωνα με την πορεία του Κατηγορούμενου, και ότι διένυσε απόσταση 1.10μ από την αριστερή άκρη του πεζοδρομίου μέχρι το σημείο Χ. Περαιτέρω, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι εντόπισε ίχνη τροχοπέδησης στην σκηνή του δυστυχήματος, τα οποία τοποθέτησε στο σχέδιο (Τεκμήρια 2 και 3), έχουν κλίση προς τα αριστερά και προσδιόρισε το μήκος τους στα 6μ. Επίσης, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι η αναγραφή στο Τεκμήριο 3 της ονομασίας «ΜΟΝΤΕ ΛΙΖΑ» παραπέμπει στο κέντρο με την εν λόγω επωνυμία (στο εξής το «κέντρο») στο οποίο γίνονται γάμοι και κατά τον επίδικο χρόνο υπήρχε δεξίωση γάμου. Επιπρόσθετα, ο ΜΚ1 είπε ότι την ώρα που έφθασε στη σκηνή του δυστυχήματος δεν υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα στην αριστερή πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του Κατηγορούμενου. Αναφορικά με την ταχύτητα που κινείτο το όχημα του Κατηγορούμενου, ο ΜΚ1 είπε ότι δεν μπορεί να την καθορίσει καθώς δεν προέβη στις αναγκαίες μετρήσεις αλλά φαίνεται ότι ήταν αυξημένη λαμβάνοντας υπόψη τα ίχνη τροχοπέδησης και το ότι ο δρόμος είναι ανηφορικός. Τέλος, σε σχετική ερώτηση του κ. Νεοκλέους ο ΜΚ1 απάντησε ότι αποφάσισε να προσάψει κατηγορία στον Κατηγορούμενο, διότι ο τελευταίος γνώριζε την κατάσταση που επικρατεί στον δρόμο όταν υπάρχει γάμος και ως εκ τούτου έπρεπε να οδηγεί με περισσότερη προσοχή. Περαιτέρω, τα ίχνη τροχοπέδησης που εντοπίστηκαν υποδηλώνουν ότι ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε από πριν τον πεζό που επιχείρησε να διασταυρώσει τον δρόμο. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν μπορεί να προσδιορίσει την ορατότητα που είχε ο Κατηγορούμενος ενόψει του ανεπαρκούς φωτισμού. Συγκεκριμένα, δήλωσε ότι δεν προέβη σε οποιεσδήποτε μετρήσεις, διότι στον χώρο που έλαβε χώρα το δυστύχημα υπήρχε ένας ηλεκτρικός λαμπτήρας ο οποίος αναβόσβηνε και η ορατότητα διαφοροποιείτο ανάλογα με την στιγμή που άναβε και έσβηνε ο λαμπτήρας. Ο ΜΚ1 διευκρίνισε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο ο λαμπτήρας ήταν αναμμένος την ώρα του επίδικου δυστυχήματος. Σε σχετική ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Κατηγορούμενου, ο ΜΚ1 απάντησε ότι δεν μέτρησε την κλίση που παρουσίαζε ο δρόμος. Ο ΜΚ1 διόρθωσε την θέση που εξέφρασε στην κυρίως εξέταση σε σχέση με το μήκος των ιχνών τροχοπέδησης και ανέφερε ότι το μήκος τους είναι 8μ και όχι 6μ. Ο ΜΚ1 σε σχετική ερώτηση της κας. Μιτσίδου απάντησε ότι δεν διερεύνησε κατά πόσο ο πεζός κρατούσε μπαστούνι, ούτε επίσης διερεύνησε τι ρούχα φορούσε, παραπέμποντας σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα στην ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 4). Ο ΜΚ1 μου προξένησε θετική εντύπωση. Κατέθεσε για τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως εξεταστής της υπόθεσης και θεωρώ ότι απάντησε με ευθύτητα και ειλικρίνεια τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, χωρίς σε οποιαδήποτε στιγμή να διακρίνω οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια του να παραποιήσει την αλήθεια. Περαιτέρω, δεν διαπίστωσα ότι ο ΜΚ1 είχε οποιοδήποτε λόγο για να πει ψέματα ή να συμπεριφερθεί εκδικητικά έναντι του Κατηγορούμενου. Μέσα από την μαρτυρία του ΜΚ1 δεν διέκρινα οποιαδήποτε αλλότρια κίνητρα στις ενέργειες του. Ωστόσο, από την μαρτυρία του υπάρχουν σημεία τα οποία δεν μπορώ να αποδεχθώ. Καταρχάς δεν μπορώ να αποδεχθώ όσα ο ΜΚ1 ανέφερε σε σχέση με τους λόγους που τον οδήγησαν να προσάψει κατηγορία εναντίον του Κατηγορούμενου. Ο ΜΚ1 δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας του επίδικου δυστυχήματος και όσα ανέφερε επί του ζητήματος αυτού αποτελούν ουσιαστικά την προσωπική του εκτίμηση και τα συμπεράσματα του για το πώς επεσυνέβη το δυστύχημα. Η κρίση για το ποιος ευθύνεται για το δυστύχημα αποτελεί έργο του Δικαστηρίου. Επίσης, δεν μπορώ να αποδεχθώ την θέση του ΜΚ1 ότι η ταχύτητα του οχήματος του Κατηγορούμενου φαίνεται να ήταν «αυξημένη». Και αυτό το ζήτημα αποτελεί την προσωπική εκτίμηση του ΜΚ1 και όχι αποτέλεσμα έρευνας και μετρήσεων που διενήργησε. Τέλος, ένα ακόμη μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ1 το οποίο δεν μπορώ να αποδεχθώ, είναι εκείνο που αφορά την ορατότητα του Κατηγορούμενου. Ο ΜΚ1 ανέφερε μεν στην κυρίως εξέταση του ότι η ορατότητα υπό κανονικές συνθήκες είναι απεριόριστη. Ωστόσο στην αντεξέταση του διευκρίνισε ότι δεν μπορούσε να προσδιορίσει την ορατότητα του Κατηγορούμενου, καθώς αυτή διαφοροποιείτο αναλόγως του κατά πόσο ο ηλεκτρικός λαμπτήρας που βρισκόταν στην σκηνή του δυστυχήματος ήταν αναμμένος ή όχι. Διευκρίνισε επίσης ότι η ορατότητα είναι απεριόριστη υπό κανονικές συνθήκες κατά την διάρκεια της ημέρας. Με εξαίρεση, επομένως τα σημεία που αναφέρω πιο πάνω, αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ
- Αποτελεί δε σταθερή θέση της νομολογίας μας ότι το Δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα ως αξιόπιστο και άλλο ως αναξιόπιστο. (βλ. υπόθεση Mustafa ανωτέρω). Η ΜΚ2 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, δυνάμει του άρθρου 25 του περί απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, την κατάθεση της (Τεκμήριο 6). Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι στις 13.11.11 ήταν με τον σύζυγο της σε γάμο στο κέντρο. Περί ώρα 22.00 εξήλθαν του κέντρου και περπατήσαν στο αριστερό παγκέτο του δρόμου με κατεύθυνση προς Τσάδα. Ο δρόμος ήταν σκοτεινός. Ο σύζυγος της ΜΚ2 εισήλθε στο δρόμο για να διασταυρώσει ενώ η ίδια στεκόταν στο παγκέτο. Όταν ο σύζυγος της πέρασε περίπου την πρώτη λωρίδα, η ΜΚ2 είδε ένα διπλοκάμπινο όχημα (προφανώς το όχημα του Κατηγορούμενου) να έρχεται από την Πάφο. Το όχημα του Κατηγορούμενου είχε αναμμένα τα φώτα του και η ΜΚ2 το είδε από αρκετή απόσταση, δεν μπορούσε ωστόσο να υπολογίσει ακριβώς τα μέτρα. Η ΜΚ2 φώναξε στον σύζυγο της να βιαστεί γιατί ερχόταν αυτοκίνητο και μέχρι να τελειώσει την κουβέντα της αυτή, το όχημα του Κατηγορούμενου, το οποίο έτρεχε, κτύπησε τον σύζυγο της. Σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής η ΜΚ2 απάντησε ότι ο σύζυγος της κτύπησε στο κεφάλι και του έμεινε βλάβη με αποτέλεσμα, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε η ΜΚ2, ο σύζυγος της να «ξεχάνει». Στην αντεξέταση της η ΜΚ2 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι είχε πρόθεση και η ίδια να διασταυρώσει αλλά δεν εισήλθε στον δρόμο διότι είδε φώτα στο βάθος και για αυτό φώναξε και του συζύγου της να βιαστεί. Ο σύζυγος της δεν μπορούσε να τρέξει και τον κτύπησε το όχημα του Κατηγορούμενου. Ο σύζυγος της κατά την ώρα του επίδικου δυστυχήματος κρατούσε μπαστούνι και περπατούσε με κανονικό βηματισμό. Στην ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Κατηγορούμενου τι εννοεί όταν λέει στην κατάθεση της (Τεκμήριο 6) «αφού πέρασε την πρώτη λωρίδα..», η ΜΚ2 απάντησε ότι δεν θυμάται. Η ΜΚ2 ανέφερε ότι ο σύζυγος της φορούσε γκρίζο σακάκι και καφέ παντελόνι και διευκρίνισε ότι το σακάκι δεν ήταν σκούρο γκρίζο. Σε σχετικές ερωτήσεις της κας. Μιτσίδου, η ΜΚ2 ανέφερε ότι δεν μπορούσε να υπολογίσει κατά πόσο έτρεχε το όχημα του Κατηγορούμενου, δεν ήξερε αν έκαμε οποιαδήποτε αποφευκτική κίνηση και δεν θυμόταν επίσης κατά πόσο εφάρμοσε τα φρένα του οχήματος του. Τέλος, η ΜΚ2 απάντησε ότι δεν θυμάται κατά πόσο λειτουργούσε ο οδικός φωτισμός. Από την όλη παρουσία της ΜΚ2 στο εδώλιο του μάρτυρα θεωρώ ότι δεν μπορώ να προσδώσω σε αυτήν οποιαδήποτε βαρύτητα. Από τον τρόπο που απαντούσε η ΜΚ2, αλλά και από το περιεχόμενο των απαντήσεων της ήταν εμφανές ότι δεν ήταν σε θέση να περιγράψει επαρκώς τις συνθήκες υπό τις οποίες επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα. Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι ενώ στην κατάθεση της (Τεκμήριο 6) αναφέρει ότι ο σύζυγος της πέρασε περίπου την πρώτη λωρίδα, όταν κλήθηκε κατά την αντεξέταση της να διευκρινίσει τι εννοεί απάντησε ότι δεν θυμάται. Θεωρώ σημαντικό το σημείο αυτό, αφού όπως προκύπτει από την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΚ1 και το συμμετρικό σχέδιο (Τεκμήριο 3) ο δρόμος διαχωρίζεται σε δύο λωρίδες κυκλοφορίας και το σημείο σύγκρουσης Χ τοποθετήθηκε εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας σύμφωνα με την κατεύθυνση του οχήματος του Κατηγορούμενου και μάλιστα σε απόσταση 1.10μ από την άκρη του αριστερού πεζοδρομίου. Επίσης, η ΜΚ2 ενώ στην κατάθεση της (Τεκμήριο 4) ανέφερε ότι το όχημα του Κατηγορούμενου έτρεχε, στην αντεξέτασης είπε ότι δεν μπορούσε να υπολογίσει κατά πόσο έτρεχε. Τα ίδια ισχύουν και για τον οδικό φωτισμό. Δηλαδή στην μεν κατάθεση της δήλωσε ότι ο δρόμος ήταν σκοτεινός, στην δε αντεξέταση της ανέφερε ότι δεν θυμάται αν λειτουργούσε ο οδικός φωτισμός. Περαιτέρω, η ΜΚ2 δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί και άλλα σημαντικά, κατά την άποψη μου γεγονότα, όπως για παράδειγμα κατά πόσο ο Κατηγορούμενος εφάρμοσε τα φρένα του οχήματος του ή αν έκανε οποιαδήποτε άλλη αποφευκτική κίνηση. Επίσης, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει, έστω και κατά προσέγγιση, την απόσταση που χώριζε το όχημα του Κατηγορούμενου από τον σύζυγο της όταν ο τελευταίος εισήλθε στον δρόμο για να τον διασταυρώσει. Ενόψει των πιο πάνω, θεωρώ ότι θα ήταν επισφαλές το Δικαστήριο να αποδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στην μαρτυρία της ΜΚ2 η οποία και δεν γίνεται αποδεκτή. Ο Κατηγορούμενος επίσης υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, δυνάμει του άρθρου 25 του περί απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης (Τεκμήριο 4). Σε αυτήν ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι στις 13.11.11 οδηγούσε το όχημα του με κατεύθυνση προς Τσάδα. Τα φώτα του οχήματος του ήταν αναμμένα και κινείτο με ταχύτητα περί τα 40 - 50 ΧΑΩ. Όταν πλησίασε το κέντρο ελάττωσε ταχύτητα διότι γνωρίζει ότι στο κέντρο γίνονται δεξιώσεις γάμων και πράγματι την συγκεκριμένη ημέρα και ώρα υπήρχε δεξίωση. Όταν πέρασε το κέντρο, ερχόταν από την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας ένα αυτοκίνητο και μόλις τον πέρασε είδε στο αριστερό παγκέτο, σύμφωνα με την πορεία του, ένα πρόσωπο με σκούρα ρούχα να περπατά με κατεύθυνση προς Τσάδα, δηλαδή προς την πορεία που ακολουθούσε ο Κατηγορούμενος. Αμέσως μετά είδε ένα άλλο πρόσωπο να διασταυρώνει τον δρόμο από τα αριστερά προς τα δεξιά σύμφωνα με την πορεία του και το οποίο πρόσωπο επίσης φορούσε σκούρα ρούχα. Αμέσως εφάρμοσε τα φρένα του οχήματος του και έστριψε το τιμόνι του προς τα αριστερά. Δεν μπορούσε να στρίψει περισσότερο αριστερά διότι στο αριστερό παγκέτο βρισκόταν το άλλο πρόσωπο (προφανώς εννοεί την ΜΚ2). Ο Κατηγορούμενος δεν κατάφερε να αποφύγει την σύγκρουση με τον πεζό, ο οποίος κτύπησε στο μπροστινό μέρος του οχήματος του και έπεσε στην άσφαλτο. Ο Κατηγορούμενος μετά την σύγκρουση εξήλθε του οχήματος του και κατευθύνθηκε προς τον πεζό, οποίος ήταν ηλικιωμένος άνδρας και φορούσε σκούρα καφέ ρούχα. Ο δρόμος στο σημείο που επεσυνέβη το δυστύχημα ήταν σκοτεινός, καθώς δεν υπήρχε οδικός φωτισμός. Ο Κατηγορούμενος συμφώνησε με το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος που ετοίμασε ο ΜΚ1 και το υπέγραψε ως ορθό. Κατά την παραμονή του στη σκηνή του δυστυχήματος, παρατήρησε ότι υπήρχε ηλεκτρικός λαμπτήρας ο οποίος αναβόσβηνε. Επίσης, ο Κατηγορούμενος διευκρίνισε ότι τον πεζό τον είδε για πρώτη φορά εντός του δρόμου. Σε ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου του, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι είδε τον πεζό όταν ήταν ένα με ενάμιση μέτρο εντός της λωρίδας που κινείτο το όχημα του. Ακολούθως στη διευκρινιστική ερώτηση της κας. Μιτσίδου κατά πόσο αυτή ήταν η πρώτη φορά που τον είδε, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι την πρώτη φορά που τον είδε περπατούσε μαζί με ένα άλλο πρόσωπο στο αριστερό παγκέτο του δρόμου. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι ο πεζός χωρίς να σταματήσει ή να ελέγξει τον δρόμο εισήλθε σε αυτόν για να διασταυρώσει. Τέλος, ανέφερε ότι ο πεζός κινείτο με μπαστούνι και κουτσαίνοντας. Στην αντεξέταση του και όταν υποδείχθηκε στον Κατηγορούμενο από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, ότι στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 4) ανέφερε ότι τον πεζό τον είδε για πρώτη φορά όταν ήταν εντός του δρόμου και διασταύρωνε, ενώ στην προφορική του μαρτυρία είπε ότι τον είδε για πρώτη φορά όταν περπατούσε με άλλο πρόσωπο στο αριστερό παγκέτο, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι για πρώτη φορά είδε τα δύο πρόσωπα όταν περπατούσαν και μάλιστα ο ένας ήταν μπροστά και ο άλλος πίσω. Στις δε επίμονες ερωτήσεις του κ. Νεοκλέους, ο Κατηγορούμενος επέμεινε ότι η πρώτη φορά που είδε τον πεζό ήταν στο παγκέτο. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι η ταχύτητα με την οποία κινείτο το όχημα του δεν ξεπερνούσε τα 50 ΧΑΩ και πρόσθεσε ότι όταν πλησίασε στο κέντρο πιθανόν να ελάττωσε την ταχύτητα του. Στις ερωτήσεις του κ. Νεοκλέους γιατί δεν εντόπισε τον πεζό στα 20 μέτρα, εφόσον η ακτίνα των φώτων του οχήματος του κάλυπτε απόσταση 20 μέτρων, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν μπορούσε να υπολογίσει την ακριβή απόσταση στην οποία εντόπισε τον πεζό αναφέροντας ότι μπορεί να ήταν και 15 μέτρα και διευκρίνισε ότι η αναφορά στην κατάθεση του (Τεκμήριο 4) σε 10 μέτρα, έγινε σε σχέση με την απόσταση την στιγμή που είδε τον πεζό να βρίσκεται στην μέση του δρόμου. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι γνωρίζει την περιοχή στην οποία έγινε το δυστύχημα και για αυτόν τον λόγο κινείτο με χαμηλή ταχύτητα. Περαιτέρω, δήλωσε ότι δεν ήταν σε θέση να διακρίνει κατά πόσο τα πρόσωπα που εντόπισε να κινούνται στο αριστερό παγκέτο ήταν ηλικιωμένα. Τέλος, στην υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι από την στιγμή που εντόπισε δύο πρόσωπα να κινούνται στο αριστερό παγκέτο θα έπρεπε να αυξηθεί ακόμη περισσότερο η προσοχή του και να ελαττώσει την ταχύτητα του, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει τον τρόπο με το οποίο θα ενεργούσαν οι πεζοί, ιδιαίτερα από την στιγμή που κινούνταν σε ευθεία πορεία δεν μπορούσε να αναμένει ότι ο πεζός χωρίς να σταματήσει ή να ελέγξει το δρόμο θα εισερχόταν σε αυτόν. Αυτό το οποίο συνάγεται από την μαρτυρία του Κατηγορούμενου είναι η διάσταση μεταξύ της προφορικής του μαρτυρίας και της ανακριτικής του κατάθεσης (Τεκμήριο 4) αναφορικά με ένα καίριο, κατά την άποψη μου, σημείο όπως είναι το πότε εντόπισε τον πεζό. Στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 4) ο Κατηγορούμενος αναφέρει ότι πρώτα είδε ένα πρόσωπο να περπατά στο αριστερό παγκέτο του δρόμου και αμέσως είδε και ένα άλλο πρόσωπο να διασταυρώνει τον δρόμο. Μάλιστα στην σελίδα 3 του Τεκμηρίου 4 ο Κατηγορούμενος επανέρχεται στο εν λόγω ζήτημα και αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «.τον πεζό που διασταύρωνε τον είδα πρώτη φορά εντός του δρόμου». Στην προφορική του μαρτυρία όμως και συγκεκριμένα στην κυρίως εξέταση, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι εντόπισε τον πεζό για πρώτη φορά όταν περπατούσε με άλλο πρόσωπο στο αριστερό παγκέτο. Στην αντεξέταση του, όταν του υποδείχθηκε η εν λόγω αντίφαση, ο Κατηγορούμενος επέμεινε ότι είδε τον πεζό στο παγκέτο και όχι εντός του δρόμου. Δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση από τον Κατηγορούμενο για την συγκεκριμένη ουσιώδη αντίφαση. Ούτε και μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο Κατηγορούμενος δεν αντιλήφθηκε το τι δήλωνε στην κατάθεση του (Τεκμήριο 4). Όπως ανέφερα και πιο πάνω η δήλωση του ότι η πρώτη φορά που είδε τον πεζό ήταν όταν αυτός διασταύρωνε τον δρόμο και επομένως βρισκόταν εντός του δρόμου είναι διατυπωμένη με σαφή και ξεκάθαρο τρόπο και περιλαμβάνεται δύο φορές σε ξεχωριστά σημεία στην κατάθεση του. Όπως επίσης ξεκάθαρη είναι και η αναφορά του στην κατάθεση του (Τεκμήριο 4) ότι είναι ένα πρόσωπο που είδε να περπατά στο αριστερό παγκέτο και όχι δύο, όπως δήλωσε στην προφορική του μαρτυρία. Η διάσταση αυτή συμπαρασύρει και άλλα σημεία της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου, όπως για παράδειγμα ότι ο πεζός εισήλθε στον δρόμο χωρίς να σταματήσει και να ελέγξει την τροχαία κίνηση. Ο εν λόγω ισχυρισμός δεν υπάρχει στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 4) και προβλήθηκε επίσης για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του. Άλλωστε πως θα ήταν σε θέση να εκφέρει άποψη επί του εν λόγω σημείου ο Κατηγορούμενος, από την στιγμή που, σύμφωνα με τον αρχικό ισχυρισμό του, εντόπισε τον πεζό όταν βρισκόταν ήδη εντός του δρόμου. Ενόψει των πιο πάνω θεωρώ ότι δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην μαρτυρία του Κατηγορούμενου η οποία και απορρίπτεται. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 13.11.11 και περί ώρα 22.10 το όχημα με αρ. εγγραφής ΚΒΥ385 οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο στην Λεωφόρο Μεσόγης με κατεύθυνση προς Τσάδα. Την ίδια ώρα ο Ανδρέας Πετρίδης κινείτο πεζός μαζί με την σύζυγο του (ΜΥ1) στο αριστερό παγκέτο του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του οχήματος του Κατηγορούμενου. Ο πεζός Ανδρέας Πετρίδης εισήλθε στο δρόμο για να τον διασταυρώσει από τα αριστερά προς τα δεξιά, σύμφωνα με την πορεία του οχήματος του Κατηγορούμενου. Ο Κατηγορούμενος εφάρμοσε τα φρένα του οχήματος του και έστριψε το τιμόνι του προς τα αριστερά, πλην όμως κτύπησε και τραυμάτισε τον πεζό. Το σημείο σύγκρουσης του οχήματος του Κατηγορούμενου με τον πεζό απέχει 1.10μ από την άκρη του αριστερού πεζοδρομίου από το οποίο επιχείρησε ο πεζός να διασταυρώσει τον δρόμο. Τα δε ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος του Κατηγορούμενου καλύπτουν απόσταση 8μ. Ο δρόμος στο σημείο όπου έλαβε χώρα το επίδικο δυστύχημα είναι ευθύς και ανηφορικός. Ο καιρός κατά τον επίδικο χρόνο ήταν αίθριος και η άσφαλτος στεγνή και καθαρή. Η Λεωφόρος Μεσόγης αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας, πλάτους 6.10μ έκαστη. Το ανώτατο όριο ταχύτητας είναι 50 ΧΑΩ και στο σημείο που έγινε το δυστύχημα δεν υπήρχε επαρκής οδικός φωτισμός, καθώς υπήρχε μεν ένας ηλεκτρικός λαμπτήρας ο οποίος όμως δεν βρισκόταν σε συνεχή λειτουργία και αναβόσβηνε. Τέλος, πριν το σημείο που έγινε το δυστύχημα ευρίσκεται το κέντρο με την επωνυμία «ΜΟΝΤΕ ΛΙΖΑ» και κατά τον επίδικο χρόνο γινόταν στο εν λόγω κέντρο δεξίωση γαμου. Νομική Πτυχή Το αδίκημα της αμελούς οδήγησης έχει τύχει πλούσιας και εκτεταμένης ανάλυσης από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σε μια κατηγορία για αμελές οδήγημα η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος δεν ενήργησε ως συνετός και προσεκτικός οδηγός και όχι ως ένας τέλειος οδηγός. Στην Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 202 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την αμέλεια (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπληρώσεως του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, τον γείτονα, όπως επιγραμματικά αναφέρεται στην απόφαση του Λόρδου Atkin στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson
(1932)A.C. 562. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί- α) η φύση του καθήκοντος, και β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Είναι νομολογημένο ότι για τον καθορισμό της αμέλειας, το μέτρο με το οποίο κρίνονται οι πράξεις προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο, είναι εκείνο του μέσου συνετού ανθρώπου, και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ενός εκάστου ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 68 ειπώθηκαν τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παραβίαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/1972, είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι τέλειου οδηγού.» Όπως προκύπτει και από τη σχετική Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου v. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R 188). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Αργυρού v.Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ 378). Ειδικότερα όσον αφορά το καθήκον επιμέλειας έναντι πεζού σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Paul Lesley Murrel v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ 217 (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Το καθήκον για επιμέλεια συναρτάται με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Είναι θεμελιωμένο ότι το καθήκον για τη λήψη εξαιρετικά αποτρεπτικών μέτρων γεννάται αφού εκδηλωθεί κίνδυνος στο δρόμο για την αποφυγή του οποίου ο συνετός οδηγός πρέπει να δράσει. Η παρουσία ενήλικου πεζού στο κράσπεδο του δρόμου δεν υποδηλώνει αφεαυτής την ύπαρξη κινδύνου έναντι του οποίου πρέπει να ληφθούν προφυλακτικά μέτρα.» Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι ( Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, δηλαδή την μαρτυρία που έχω κρίνει ως αποδεκτή, την νομική πτυχή, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του Κατηγορούμενου. Στην υπόθεση Murrel (ανωτέρω) τονίστηκαν τα ακόλουθα, τα οποία θεωρώ ότι τυγχάνουν εφαρμογής και στην παρούσα υπόθεση: «Κίνδυνος μπορεί να προκύψει, όπως προέκυψε και σ' αυτή την υπόθεση, αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει το δρόμο. Όταν εκδηλώθηκε ο κίνδυνος η απόσταση του αυτοκινήτου από τον πεζό και η ταχύτητα με την οποία το όχημα σύννομα διακινείτο (60 χιλιόμετρα την ώρα) δεν παρείχε εξ αντικειμένου τη δυνατότητα αποτροπής της σύγκρουσης.» Εν προκειμένω, δεν τέθηκε ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με την απόσταση που χώριζε τον πεζό από το όχημα του Κατηγορούμενου, όταν ο πρώτος εισήλθε στον δρόμο και επιχείρησε να τον διασταυρώσει. Επίσης δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με την ταχύτητα που κινείτο το όχημα του Κατηγορούμενου. Περαιτέρω, σημειώνω ότι, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία, ο φωτισμός στο σημείο που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα ήταν ανεπαρκής και ο δρόμος ανηφορικός. Ο δε ΜΚ1 δεν ερεύνησε κατά πόσο και σε ποια έκταση τα πιο πάνω γεγονότα, ήτοι ο ανεπαρκής οδικός φωτισμός και η ανηφορική κλίση του δρόμου, επηρέαζαν την ορατότητα του Κατηγορούμενου. Υπάρχει επομένως κενό σε σχέση με την ορατότητα του Κατηγορούμενου και κατ' επέκταση την απόσταση που θα μπορούσε ο Κατηγορούμενος να εντοπίσει τον πεζό. Ενόψει των πιο πάνω δημιουργούνται σοβαρές αμφιβολίες κατά πόσο ο Κατηγορούμενος μπορούσε να λάβει πιο έγκαιρα τα αποφευκτικά μέτρα που ήδη έλαβε προκειμένου να αποφύγει την σύγκρουση με τον πεζό. Τέλος, σημειώνω ότι το γεγονός πως ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε την γραπτή κατηγορία (Τεκμήριο 5) που διατυπώθηκε εναντίον του από τον ΜΚ1 δεν οδηγεί αφ' εαυτής σε συμπέρασμα ενοχής του Κατηγορούμενου. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Ανδρέου
(2010)1Β Α.Α.Δ 1210 αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Με συντομία παρατηρούμε ότι η παραδοχή της εφεσίβλητης στη γραπτή κατηγορία που διατυπώθηκε εναντίον της από αστυνομικό στα πλαίσια της διερεύνησης του τροχαίου δυστυχήματος δεν αποδεικνύει από μόνη της κανένα στοιχείο αμέλειας.» Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο