← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Νεοπτόλεμου Ματθαίου, Αρ.Υπόθεσης: 5659/12, 25/7/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Νεοπτόλεμου Ματθαίου, Αρ.Υπόθεσης: 5659/12, 25/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B132 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 5659/12 Μεταξύ Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου -ν- Νεοπτόλεμου Ματθαίου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 25 Ιουλίου, 2014 Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Νεοκλέους Για Κατηγορούμενο: κ. Νικολάου Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της αμελούς οδήγησης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο Κατηγορούμενος την 2.5.10 σε αγροτικό δρόμο στο χωριό Γιαλιά της Επαρχίας Πάφου οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής UU311 χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα και προκάλεσε δυστύχημα. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε δύο μάρτυρες, ήτοι τον Αστ.779 Α. Ιωάννου (ΜΚ1) και τον Παραπονούμενο Γαβρίλη Ηλία Χαραλάμπους (ΜΚ2). Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Επίσης, για λογαριασμό της Υπεράσπισης κλήθηκε και κατέθεσε ο Ροδοσθένης Ροδοσθένους (ΜΥ1). Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάχθηκε με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v.Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447, και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ σε εκείνα τα μέρη της τα οποία σχετίζονται με το επίδικο θέμα και είναι απαραίτητα για την εξαγωγή των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Ο ΜΚ1 υιοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση του (Τεκμήριο 1). Συνοπτικά αναφέρει σε αυτήν , μεταξύ άλλων, ότι την 2.5.10 και περί ώρα 09.43 μετέβη στη σκηνή του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος όπου βρήκε στην τελική τους θέση τα ενεχόμενα οχήματα, ήτοι το όχημα με αρ. εγγραφής UU311 το οποίο οδηγούσε ο Κατηγορούμενος (στο εξής «το όχημα του Κατηγορούμενου») και την τετράτροχη μοτοσυκλέτα με αρ. πλαισίου JKVFDA 136 B 524544 η οποία οδηγείτο από τον Παραπονούμενο (στο εξής η «μοτοσυκλέτα»). Τα ενεχόμενα οχήματα υπέστησαν εκτεταμένες ζημιές στο μπροστινό τους μέρος. Ο ΜΚ1 στην παρουσία του Κατηγορούμενου ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 2) και αργότερα με βάση αυτό, ετοίμασε συμμετρικό σχεδιαγράφημα (Τεκμήριο 3). Ο Παραπονούμενος ήταν απών, καθώς είχε ήδη μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Το επίδικο δυστύχημα έγινε κατά την διάρκεια της ημέρας, ο καιρός ήταν αίθριος και ο δρόμος στεγνός. Ο ΜΚ1 κατέθεσε την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον Κατηγορούμενο (Τεκμήριο 4), την γραπτή κατηγορία που διατύπωσε εναντίον του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 5), καθώς και την κατάθεση που έλαβε από τον Παραπονούμενο (Τεκμήριο 6). Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι ο δρόμος στον οποίο επεσυνέβη το δυστύχημα είναι αγροτικός χωμάτινος δρόμος εντός του χωριού Γιαλλιά. Αναφορικά με τις διαστάσεις των οχημάτων, ο ΜΚ.1 ανέφερε ότι το πλάτος του οχήματος του Κατηγορούμενου είναι 1.60 μ. και της μοτοσικλέτας 1.10 μ. Σε σχέση με τις ζημιές στα ενεχόμενα οχήματα, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι αυτές εντοπίζονται στην δεξιά μπροστινή γωνία του οχήματος του Κατηγορούμενου και στη δεξιά μπροστινή πλευρά της μοτοσυκλέτας. Περαιτέρω, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι το όχημα του Κατηγορούμενου εντοπίστηκε σε διαγώνια θέση, με το πίσω αριστερό του μέρος να εφάπτεται στα ξηρά χόρτα και την άγρια βλάστηση και το μπροστινό αριστερό μέρος απείχε 0,70 εκ. από την αριστερή άκρη του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του Κατηγορούμενου. Τέλος, σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης (Χ) είπε ότι βρίσκεται στην πλευρά του δρόμου που κινείτο η μοτοσικλέτα. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 αρνήθηκε ότι γνώριζε τον Παραπονούμενο πριν το επίδικο δυστύχημα. Ανέφερε ότι δεν θυμόταν κατά πόσο στα αριστερά της πορείας του Κατηγορούμενου, εκεί δηλαδή που κατέγραψε επί των Τεκμηρίων 2 και 3 ότι υπήρχε άγρια βλάστηση και ξηρά χόρτα, υπήρχε και γκρεμός και δεν θυμόταν επίσης κατά πόσο στα αριστερά της πορείας του Παραπονούμενου υπήρχε «όχτος». Αναφορικά με τις ζημιές στο όχημα του Κατηγορούμενου, ο ΜΚ1 είπε ότι αυτές εντοπίζονται στο μπροστινό δεξιό μέρος και συγκεκριμένα στη δεξιά άκρη και αρνήθηκε την υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου ότι οι ζημιές ήταν από την μπροστινή δεξιά πλευρά προς την μέση. Σε σχετικές ερωτήσεις του κ. Νικολάου αναφορικά με το σημείο σύγκρουσης, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι τα ενεχόμενα οχήματα συγκρούστηκαν με το μπροστινό δεξί μέρος τους και στο σημείο αυτό δεν υπάρχουν λάδια και δεν θυμόταν αν εντόπισε οποιαδήποτε σπασμένα μέρη των οχημάτων στο εν λόγω σημείο. Περαιτέρω, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι, αφού υπέδειξε στον Κατηγορούμενο το πρόχειρο σχεδιάγραμμα (Τεκμήριο 2), ο τελευταίος το υπέγραψε ως ορθό. Ανέφερε επίσης ότι ο Κατηγορούμενος υπέγραψε το Τεκμήριο 2 όταν το ετοίμασε, δηλαδή λίγη ώρα αφότου αφίχθηκε στην σκηνή του δυστυχήματος. Τέλος, ο ΜΚ1 είπε ότι δεν μπορούσε να υπολογίσει την ταχύτητα με την οποία κινείτο η μοτοσυκλέτα και δεν θυμόταν κατά πόσο πριν το σημείο σύγκρουσης ο δρόμος, σε σχέση με την πορεία του Κατηγορούμενου, ήταν ευθύς. Ο ΜΚ1 κατέθεσε για τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως εξεταστής της υπόθεσης. Θεωρώ ότι απάντησε με ευθύτητα και ειλικρίνεια τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, χωρίς σε οποιαδήποτε στιγμή να διακρίνω οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια του να παραποιήσει την αλήθεια. Κατά την αντεξέταση του δεν κλονίστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο η αξιοπιστία του. Περαιτέρω, δεν διαπίστωσα ότι ο ΜΚ1 είχε οποιοδήποτε λόγο για να πει ψέματα ή να συμπεριφερθεί εκδικητικά έναντι του Κατηγορούμενου. Μέσα από την μαρτυρία του ΜΚ1 δεν διέκρινα οποιαδήποτε αλλότρια κίνητρα στις ενέργειες του. Σημειώνω, ωστόσο ότι υπήρξαν ορισμένα σημεία για τα οποία ερωτήθηκε ο ΜΚ1 σε σχέση με την σκηνή του δυστυχήματος, όπως για παράδειγμα για το αν υπήρχε γκρεμός στα αριστερά της πορείας του Κατηγορούμενου ή κατά πόσο ο δρόμος ήταν ευθύς πριν το σημείο σύγκρουσης, για τα οποία ο ΜΚ1 δεν ήταν σε θέση να απαντήσει, ενώ θα αναμένετο από τον εξεταστή της υπόθεσης να είναι σε θέση να απαντήσει τις εν λόγω ερωτήσεις. Τα εν λόγω σημεία, που ο ΜΚ1 δεν ήταν σε θέση να απαντήσει, θεωρώ, λαμβάνοντας υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας, ότι δεν δημιουργούν οποιοδήποτε ρήγμα και δεν αφήνουν ουσιώδη κενά στην μαρτυρία του. Κατά συνέπεια η μαρτυρία του ΜΚ1 γίνεται αποδεκτή. Ο Παραπονούμενος υιοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση του (Τεκμήριο 6). Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε την μοτοσυκλέτα σε αγροτικό δρόμο και κατευθυνόταν προς την Πάνω Γιαλλιά. Ξαφνικά είδε ένα διπλοκάμπινο (ενν. προφανώς το όχημα του Κατηγορούμενου) να έρχεται προς το μέρος του και κινήθηκε όσο πιο αριστερά μπορούσε, σταμάτησε την μοτοσυκλέτα του, αλλά το όχημα του Κατηγορούμενου συγκρούστηκε μαζί του. Ο Παραπονούμενος τραυματίστηκε από την σύγκρουση και μεταφέρθηκε στο Γ.Ν. Πάφου όπου παρέμεινε για νοσηλεία. Στις 23.6.10 ο ΜΚ1 του υπέδειξε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 2), το οποίο και υπέγραψε ως ορθό. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ο Παραπονούμενος απάντησε ότι στα αριστερά του, σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε, υπήρχε «όχτος» κοφτός, κάθετος και επανέλαβε ότι στην προσπάθεια του να αποφύγει την σύγκρουση κινήθηκε αριστερά και σταμάτησε την μοτοσυκλέτα του. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι όταν συγκρούστηκε με το όχημα του Κατηγορούμενου βρισκόταν στα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του. Αντιλήφθηκε το όχημα του Κατηγορούμενου περίπου σε απόσταση 5-10 μέτρων και χρησιμοποίησε την κόρνα της μοτοσυκλέτας. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου απάντησε ότι στα αριστερά της πορείας του Κατηγορούμενου υπήρχαν θάμνοι («ρασιά»), αρνήθηκε όμως πως μετά τους θάμνους υπήρχε γκρεμός αναφέροντας ότι απλά υπήρχε κάποια υψομετρική διαφορά, όχι όμως γκρεμός. Στην ερώτηση του κ. Νικολάου αν αντιλήφθηκε τον Κατηγορούμενο να γυρίζει το όχημα του προς την μεριά του, ο Παραπονούμενος απάντησε ότι είδε πως το όχημα του Κατηγορούμενου κινείτο προς τα πάνω του. Αναφορικά με τις ζημιές στη μοτοσυκλέτα, είπε ότι αυτές ήταν στα «μούτρα» της μοτοσυκλέτας, στη μέση και λίγο προς τα δεξιά και αρνήθηκε την υποβολή του κ. Νικολάου ότι το όχημα του Κατηγορούμενου συγκρούστηκε με το πλαϊνό μέρος της μοτοσυκλέτας. Ο Παραπονούμενος αρνήθηκε ότι μπορούσε να ανέβει με την μοτοσικλέτα στον όχτο που βρισκόταν στα αριστερά του σύμφωνα με την πορεία του, λέγοντας ότι ήταν αρκετά ψηλός και αρνήθηκε επίσης την υποβολή του κ. Νικολάου ότι στην περίπτωση που η μοτοσυκλέτα ήταν σταματημένη τότε θα εγκλωβιζόταν σε αυτήν. Ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι εκτινάχθηκε στον αέρα όταν το όχημα του Κατηγορούμενου κτύπησε στην μοτοσικλέτα. Ο Παραπονούμενος μου έκανε καλή εντύπωση. Από το περιεχόμενο των απαντήσεων του και την όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα σχημάτισα την εντύπωση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια. Κατά την αντεξέταση του δεν κλονίστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο η αξιοπιστία του, ούτε και υπέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση. Η δε εκδοχή του Παραπονούμενου ότι η σύγκρουση επεσυνέβη εντός της δικής του λωρίδας (αν και ο δρόμος στον οποίο επεσυνέβη το δυστύχημα δεν χωρίζεται σε λωρίδες κυκλοφορίας) επιβεβαιώνεται και από την πραγματική μαρτυρία. Ο Κατηγορούμενος στην κυρίως εξέταση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι καθώς οδηγούσε το όχημα του στην αριστερή πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του είδε την μοτοσυκλέτα του Παραπονούμενου η οποία ερχόταν εξ αντιθέτου και κινείτο στην δική του πλευρά. Ο Κατηγορούμενος όταν είδε τον Παραπονούμενο, σταμάτησε σχεδόν τελείως το όχημα του, αλλά ο Παραπονούμενος καθυστέρησε να τον αντιληφθεί και στην προσπάθεια του τελευταίου να αποφύγει το δυστύχημα συγκρούστηκαν. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι ο Παραπονούμενος είχε γυρισμένο το κεφάλι του στα δεξιά, σύμφωνα με την πορεία του, βλέποντας προς ένα χωράφι το οποίο ήταν φυτεμένο με καρπούζια. Με την σύγκρουση το όχημα του κινήθηκε προς την δεξιά πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του. Ανέφερε ότι δεξιά και αριστερά του δρόμου υπήρχαν θάμνοι («ρασιά») ύψους περί τα 1-2 μέτρα τα οποία εμπόδιζαν την ορατότητα και την δυνατότητα να κινηθεί το όχημα του αριστερότερα σύμφωνα με την πορεία του. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι είδε την μοτοσυκλέτα για πρώτη φορά σε απόσταση περί τα 2-3 μέτρα. Ο Κατηγορούμενος κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 δέσμη αποτελούμενη από 8 φωτογραφίες στις οποίες απεικονίζεται η σκηνή του δυστυχήματος και ως Τεκμήριο 8 δέσμη αποτελούμενη από 4 φωτογραφίες που απεικονίζουν το όχημα του. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι φωτογράφισε την σκηνή του δυστυχήματος (Τεκμήριο 7) 3 μέρες μετά το επίδικο δυστύχημα με την φωτογραφική του μηχανή και τις εμφάνισε αργότερα στον φωτογράφο Ροδοσθένη Ροδοσθένους (ΜΥ1). Αναφορικά με τις ζημιές στο όχημα του, ο Κατηγορούμενος είπε ότι το όχημα υπέστη ζημιές στο μπροστινό μέρος από την μέση προς την δεξιά πλευρά. Περαιτέρω, ανέφερε ότι υπέγραψε το πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 2) «πάνω στη σύγχυση του» καθώς ήταν η πρώτη φορά που είχε δυστύχημα και όταν είδε τον Παραπονούμενο μετά την σύγκρουση νόμισε ότι είχε προκληθεί ο θάνατος του. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του απάντησε ότι το όχημα του κινήθηκε δεξιότερα μετά την σύγκρουση και για αυτό απεικονίζεται σε διαγώνια θέση. Πριν τη σύγκρουση το όχημα του κινείτο στην εντελώς αριστερή πλευρά και ακουμπούσε στην άγρια βλάστηση. Κατά την αντεξέταση του, ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 4) δεν κάνει λόγο για τις φωτογραφίες που έλαβε στην σκηνή του δυστυχήματος. Ανέφερε επίσης ότι στα αριστερά του, σύμφωνα με την πορεία του, υπάρχει γκρεμός βάθους περί τα 3 μέτρα και παρέπεμψε στις φωτογραφίες υπ' αρ. 5 και 8 του Τεκμηρίου 7. Στην επισήμανση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι στις εν λόγω φωτογραφίες δεν φαίνεται οποιοσδήποτε γκρεμός, ο Κατηγορούμενος κάλεσε τον συνήγορο να επισκεφθεί τον χώρο για να το διαπιστώσει. Στην υποβολή του κ. Νεοκλέους ότι αν υπήρχε γκρεμός θα φρόντιζε να τον φωτογραφίσει ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν φαίνεται ο γκρεμός λόγω της άγριας βλάστησης. Ο Κατηγορούμενος επανέλαβε ότι ο Παραπονούμενος κινείτο στην δική του πλευρά, δηλαδή στη δεξιά μεριά σύμφωνα με την πορεία του Παραπονούμενου, και ότι το κεφάλι του ήταν στραμμένο στα δεξιά του. Ερωτηθείς για τον λόγο που δεν ανέφερε το εν λόγω γεγονός στην ανακριτική κατάθεση του (Τεκμήριο 4), ο Κατηγορούμενος αρχικά απάντησε ότι το ανέφερε και στην συνέχεια είπε ότι νομίζει πως τελικά δεν το κατέγραψε. Στην ερώτηση του κ. Νεοκλέους κατά πόσο η μοτοσυκλέτα είχε κλίση, ο Κατηγορούμενος είπε ότι όταν τον αντιλήφθηκε ο Παραπονούμενος την τελευταία στιγμή προσπάθησε να αποφύγει το όχημα και του κτύπησε στο κέντρο του οχήματος προς την δεξιά πλευρά. Τέλος, ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε υποβολές του κ. Νεοκλέους ότι ο Παραπονούμενος κρατούσε την αριστερή πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του και ότι ο ίδιος ευθύνεται για την πρόκληση του δυστυχήματος. Ο Κατηγορούμενος δεν μου προξένησε θετική εικόνα. Οι απαντήσεις του δεν ήταν πηγαίες και θεωρώ ότι δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια. Κατά την αντεξέταση του σε αρκετές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν απαντούσε με υπεκφυγές. Παρατηρώ επίσης ότι μεταξύ της ανακριτικής του κατάθεσης (Τεκμήριο 4) και της προφορικής του μαρτυρίας υπάρχουν διαφοροποιήσεις σε ουσιώδη σημεία. Πιο συγκεκριμένα: (α) Στην κατάθεση του αναφέρει ότι είδε την μοτοσυκλέτα να έρχεται από την εξ αντιθέτου πλευρά σύμφωνα με την πορεία του, ο ίδιος όμως συνέχισε να προχωρά κανονικά και όταν πλησίασε τον Παραπονούμενο περί τα 2-3 μέτρα κατάλαβε ότι δεν τον είδε ο τελευταίος. Στην προφορική του μαρτυρία διαφοροποιήθηκε και είπε ότι η πρώτη φορά που είδε την μοτοσυκλέτα ήταν σε απόσταση περί τα 2-3 μέτρα. Από την κατάθεση του όμως (Τεκμήριο 4) συνάγεται ότι είχε αντιληφθεί ενωρίτερα την μοτοσυκλέτα και ότι σε απόσταση περί τα 2-3 μέτρα αντιλήφθηκε ότι ο Παραπονούμενος δεν τον είχε δει. (β) Στην κατάθεση του (Τεκμήριο 4) ουδέν αναφέρει περί περιορισμένης ορατότητας. Το εν λόγω ζήτημα το ήγειρε για πρώτη φορά κατά την προφορική του μαρτυρία. Σημειώνω δε ότι ούτε και κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 τέθηκε ευθέως ζήτημα ορατότητας, έτσι ώστε να κληθεί να τοποθετηθεί ο εξεταστής της υπόθεσης. (γ) Επίσης στην προφορική του μαρτυρία για πρώτη φορά προέβαλε τον ισχυρισμό ότι το κεφάλι του Παραπονούμενου όταν οδηγούσε την μοτοσικλέτα ήταν στραμμένο προς τα δεξιά σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε. Μάλιστα ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το ότι ο Παραπονούμενος κινείτο, σύμφωνα με την πορεία του, στη δεξιά πλευρά του δρόμου ήταν η αιτία πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος. Στην κατάθεση του (Τεκμήριο 4) και πάλι δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο ότι ο Παραπονούμενος οδηγούσε με το κεφάλι στραμμένο προς τα δεξιά με αποτέλεσμα να μην ελέγχει τον δρόμο. Όταν δε κλήθηκε κατά την αντεξέταση του να εξηγήσει τον λόγο για τον οποίο παρέλειψε να αναφερθεί στην κατάθεση του στο εν λόγω γεγονός, ο Κατηγορούμενος αρχικά είπε ότι το ανέφερε, στην συνέχεια είπε ότι νομίζει πως δεν το ανέφερε, αλλά επί της ουσίας απέφυγε να απαντήσει για τον λόγο που δεν ανέφερε το γεγονός αυτό στην κατάθεση του. Αναφορικά τώρα με το σημείο σύγκρουσης, ο Κατηγορούμενος είπε κατά την προφορική του μαρτυρία ότι η σύγκρουση έγινε στην δική του πλευρά του δρόμου, δηλαδή στην αριστερή πλευρά σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε. Ο εν λόγω ισχυρισμός βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με την πραγματική μαρτυρία (Τεκμήρια 2 και 3) αλλά και με την κατάθεση του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 4) στην οποία αναφέρει ότι το σχέδιο του δυστυχήματος (Τεκμήριο 2) του το επεξήγησαν και το υπέγραψε ως ορθό. Σημειώνω ότι το γεγονός αυτό, δηλαδή ότι του επεξηγήθηκε το σχέδιο (Τεκμήριο 2) πριν την υπογραφή, επιβεβαιώνεται και από την μαρτυρία του ΜΚ1 ο οποίος δεν αντεξετάστηκε επί του σημείου τούτου. Ο Κατηγορούμενος στην προσπάθεια του να αιτιολογήσει την υπογραφή του Τεκμηρίου 2, στο οποίο ειρήσθω εν παρόδω το σημείο σύγκρουσης τοποθετήθηκε στην αριστερή πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του Παραπονούμενου και συγκεκριμένα σε απόσταση 1,10μ από την αριστερή άκρη του δρόμου, ανέφερε ότι τελούσε υπό σύγχυση όταν υπέγραφε το Τεκμήριο 2. Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος είπε ότι ήταν η πρώτη φορά που είχε ατύχημα και όταν είδε τον Παραπονούμενο νόμισε ότι προκλήθηκε ο θάνατος του. Η εν λόγω εξήγηση όμως δεν μπορεί να γίνει δεκτή, καθώς αποτελεί, όπως θα φανεί αμέσως πιο κάτω, εκ των υστέρων σκέψη του Κατηγορούμενου στην προσπάθεια του να αιτιολογήσει την υπογραφή του σχεδίου (Τεκμήριο 2). Όπως προκύπτει από την κατάθεση του (Τεκμήριο 4) ο Κατηγορούμενος κάλεσε ασθενοφόρο διότι ο Παραπονούμενος του ανέφερε ότι πονούσε πολύ το πόδι του. Τα ίδια ανέφερε και κατά την αντεξέταση του όπου σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής απάντησε ότι αγόρασε «πατερίτσες» του Παραπονούμενου, διότι μετά την σύγκρουση του ανέφερε ότι πονούσε το πόδι του. Επομένως, πως νόμισε ο Κατηγορούμενος ότι προκλήθηκε ο θάνατος του Παραπονούμενου με αποτέλεσμα να του προκληθεί τόσο μεγάλη σύγχυση, αφ' στιγμής ο ίδιος, μετά την σύγκρουση και πριν φθάσει στην σκηνή του δυστυχήματος ο ΜΚ.1, μίλησε με τον Παραπονούμενο και ο τελευταίος του ανέφερε ότι πονούσε το πόδι του. Σημειώνω επίσης ότι ο Κατηγορούμενος δεν υπέγραψε το σχέδιο αμέσως μετά την σύγκρουση, αλλά αφού παρήλθε κάποιο χρονικό διάστημα μέχρι την άφιξη του ΜΚ1 στην σκηνή και την ετοιμασία από αυτόν του σχεδίου (Τεκμήριο 2). Σύμφωνα δε με την μαρτυρία του τελευταίου, όταν ετοίμασε το σχέδιο ο Παραπονούμενος ήταν απών καθώς είχε ήδη μεταφερθεί στο Γ.Ν. Πάφου. Επομένως, όταν ο Κατηγορούμενος υπέγραφε το σχέδιο είχε παρέλθει και κάποια ώρα από το δυστύχημα και ασφαλώς είχε βεβαιωθεί ότι η ζωή του Παραπονούμενου δεν διέτρεχε κίνδυνο αφού μίλησε μαζί του (άρα ο Παραπονούμενος είχε τις αισθήσεις του) και του ανέφερε ότι πονούσε το πόδι του. Περαιτέρω, σημειώνω ότι ο Κατηγορούμενος έδωσε την κατάθεση του (Τεκμήριο 4) στις 10.5.10, ήτοι 8 μέρες μετά το επίδικο δυστύχημα και εκεί επανέλαβε ότι υπέγραψε το σχέδιο ως ορθό αφού του επεξηγήθηκε. Ουδέν ανέφερε περί λανθασμένης τοποθέτησης του σημείου σύγκρουσης και ασφαλώς 8 μέρες μετά το δυστύχημα δεν δικαιολογείτο ο Κατηγορούμενος να τελεί σε τέτοια σύγχυση που να μην του επιτρέπει να κατανοήσει το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 2). Τα Τεκμήρια 2 και 3 αποτελούν την πραγματική μαρτυρία η σημασία της οποίας είναι ιδιαίτερα σημαντική στη διακρίβωση των περιστάσεων του οδικού δυστυχήματος. Σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στην υπόθεση Γιαννάκης Σοφοκλέους ν Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 218: «Η πραγματική μαρτυρία σε υποθέσεις τροχαίων δυστυχημάτων συνιστά χρήσιμο υλικό για τον έλεγχο της αξιοπιστίας της μαρτυρίας και τον έλεγχο της ακρίβειας αντίθετων ισχυρισμών.» Ενόψει των πιο πάνω θεωρώ ότι δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην μαρτυρία του Κατηγορούμενου, η οποία και απορρίπτεται. Ως ΜΥ1 κατέθεσε ο Ροδοσθένης Ροδοσθένους. Ο ΜΥ1 κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι είναι επαγγελματίας φωτογράφος από το 2001 και διατηρεί κατάστημα στην Πόλη Χρυσοχούς. Ο Κατηγορούμενος είναι πελάτης του και του παρέδωσε προς εκτύπωση τις φωτογραφίες που περιλαμβάνονται στα Τεκμήρια 7 και
  1. Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος προσήλθε στο κατάστημα του ΜΥ1, αφαίρεσε την κάρτα μνήμης από την φωτογραφική του μηχανή και ο ΜΥ1 «πέρασε» τις φωτογραφίες στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του και ακολούθως τις εμφάνισε και τις εκτύπωσε. Σε σχέση με τις φωτογραφίες που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 7, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι εξ' όσων θυμάται τις εμφάνισε πριν 2 περίπου χρόνια. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι στις φωτογραφίες (Τεκμήρια 7 και 8) δεν εκτυπώθηκε η ημερομηνία λήψης τους, καθώς η φωτογραφική μηχανή του Κατηγορούμενου δεν είχε ρυθμιστεί με τέτοιον τρόπο ώστε στις φωτογραφίες να παρουσιάζεται και η ημερομηνία λήψης τους. Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι γνωρίζει τόσο τον Παραπονούμενο όσο και τον Κατηγορούμενο και σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι διατηρεί φιλικές σχέσεις με τον Κατηγορούμενο και δεν έχει οποιαδήποτε ιδιαίτερη σχέση με τον Παραπονούμενο. Σε σχετικές ερωτήσεις του κ. Νεοκλέους, ο ΜΥ1 απάντησε ότι είναι σε θέση να γνωρίζει ότι το τοπίο που απεικονίζεται στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 7 είναι σε συγκεκριμένη περιοχή στην Αγία Μαρίνα, καθώς ο ίδιος κατοικεί στην Αγία Μαρίνα εδώ και 37 χρόνια και γνωρίζει την περιοχή. Ξεκαθάρισε ωστόσο ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο στο τοπίο που απεικονίζεται στις φωτογραφίες επεσυνέβη οποιοδήποτε δυστύχημα, ούτε και γνωρίζει την ημερομηνία λήψης των φωτογραφιών των Τεκμηρίων 7 και
  2. Ο ΜΥ1 μου προξένησε θετική εντύπωση. Απαντούσε με ευθύτητα, αμεσότητα και ειλικρίνεια στις ερωτήσεις που του τέθηκαν και είμαι ικανοποιημένος από την όλη του παρουσία στο εδώλιο του μάρτυρα ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια. Η μαρτυρία του περιορίστηκε σε γεγονότα για τα οποία ήταν σε θέση να εκφέρει θετική μαρτυρία και δεν επεκτάθηκε σε ζητήματα που δεν ενέπιπταν στην προσωπική του γνώση προκειμένου να βοηθήσει τον Κατηγορούμενο. Ενόψει των πιο πάνω αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Ο Κατηγορούμενος στις 2.5.10 και περί ώρα 09.30 οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής UU311 σε αγροτικό χωμάτινο δρόμο στο χωριό Γιαλλιά. Κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο ο Παραπονούμενος οδηγούσε την μοτοσυκλέτα με αρ. πλαισίου JKVFDA 136B 524544 ακολουθώντας την αντίθετη πορεία από αυτήν που κατευθυνόταν ο Κατηγορούμενος και τηρώντας την αριστερή πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε. Τα δύο πιο πάνω αναφερόμενα οχήματα συγκρούστηκαν με αποτέλεσμα ο Παραπονούμενος να τραυματιστεί και τα οχήματα να υποστούν ζημιές. Συγκεκριμένα το όχημα με αρ. εγγραφής UU311 υπέστη ζημιές στη δεξιά μπροστινή γωνιά και η μοτοσυκλέτα στην δεξιά πλευρά της. Το πλάτος του δρόμου στο σημείο που έλαβε χώρα το δυστύχημα είναι 3,40μ και το σημείο σύγκρουσης απέχει 1,10μ από την αριστερή άκρη του δρόμου σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε ο Παραπονούμενος. Το πλάτος του οχήματος με αρ. εγγραφής UU311είναι 1,60μ και το πλάτος της μοτοσυκλέτας είναι 1,10μ. Στα αριστερά της πορείας που ακολουθούσε ο Κατηγορούμενος υπήρχε άγρια βλάστηση και ξηρά χόρτα. Κατά τον χρόνο του δυστυχήματος ο καιρός ήταν αίθριος και ο δρόμος στεγνός. Νομική Πτυχή Το αδίκημα της αμελούς οδήγησης έχει τύχει πλούσιας και εκτεταμένης ανάλυσης από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σε μια κατηγορία για αμελές οδήγημα η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος δεν ενήργησε ως συνετός και προσεκτικός οδηγός και όχι ως ένας τέλειος οδηγός. Στην Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 202 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την αμέλεια (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπληρώσεως του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, τον γείτονα, όπως επιγραμματικά αναφέρεται στην απόφαση του Λόρδου Atkin στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson
(1932)A.C. 562. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί- α) η φύση του καθήκοντος, και β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Είναι νομολογημένο ότι για τον καθορισμό της αμέλειας, το μέτρο με το οποίο κρίνονται οι πράξεις προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο, είναι εκείνο του μέσου συνετού ανθρώπου, και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ενός εκάστου ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 68 ειπώθηκαν τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παραβίαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/1972, είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι τέλειου οδηγού.» Όπως προκύπτει και από τη σχετική Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου v. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R 188). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Αργυρού v.Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ 378). Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι ( Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, δηλαδή την μαρτυρία που έχω κρίνει ως αποδεκτή, την νομική πτυχή, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να τηρήσει το καθήκον επιμέλειας που όφειλε προς τον Παραπονούμενο, καθώς δεν κινείτο στην αριστερή πλευρά της δικής του πορείας, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με την μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο Παραπονούμενος, ο οποίος κινείτο νόμιμα στην αριστερή πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος δεν οδήγησε έγκαιρα το όχημα του στην αριστερή πλευρά του δρόμου, έτσι ώστε να αποφύγει την σύγκρουση με την μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο Παραπονούμενος. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 178, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά (η υπογράμμιση είναι δική μου): «Υποχρέωση για τήρηση της αριστερής πλευράς του δρόμου ενυπάρχει μόνο όταν το επιβάλλουν τα δικαιώματα άλλου προσώπου για την χρήση του ιδίου δρόμου όπως εκείνων που έρχονται από αντίθετη κατεύθυνση ή που επιθυμούν να προσπεράσουν το προπορευόμενο όχημα.» Η πιο πάνω γενική αρχή αναφορικά με την τήρηση της αριστερής πλευράς του δρόμου συναντάται και στον κανονισμό 58
(5)(α) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών του 1984, ως έχουν μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Συγκεκριμένα ο πιο πάνω αναφερόμενος κανονισμός διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
(5)(α) Ο οδηγός κάθε μηχανοκίνητου οχήματος οφείλει να διατηρεί το όχημα κατά το δυνατό πλησιέστερα προς την αριστερή άκρη του οδοστρώματος του δρόμου και για το σκοπό αυτό- (i) σε δρόμους χαραγμένους με μια λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση, να το διατηρεί κοντά στην αριστερή άκρη της λωρίδας, ανάλογα με την κατεύθυνση στην οποία κινείται το όχημα, εκτός αν προτίθεται να στρίψει δεξιά ή να αποφύγει πεζό ή σταθμευμένο όχημα, οπότε μπορεί να το οδηγεί δεξιότερα·» Εν προκειμένω, ο Παραπονούμενος ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση και κινείτο στην αριστερή πλευρά του δρόμου, σύμφωνα με την πορεία του. Επομένως, υποχρεούτο και ο Κατηγορούμενος να οδηγεί το όχημα του στην δική του αριστερή πλευρά για να μην παρεμβληθεί στην πορεία του Παραπονούμενου. Με βάση την πραγματική μαρτυρία, το συνολικό πλάτος του δρόμου είναι 3,40μ, το πλάτος του οχήματος του Κατηγορούμενου 1,60μ και το πλάτος της μοτοσυκλέτας του Παραπονούμενου 1,10μ. Το δε πλάτος που αντιστοιχεί στην κάθε λωρίδα (αν και ο συγκεκριμένος δρόμος δεν χωρίζεται σε λωρίδες κυκλοφορίας), είναι 1,70μ. Το σημείο σύγκρουσης τοποθετήθηκε σε απόσταση 1,10μ από την αριστερή άκρη του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του Παραπονούμενου. Στην βάση επομένως των πιο πάνω, η σύγκρουση έλαβε χώρα εντός της πλευράς του δρόμου που είχε δικαίωμα να χρησιμοποιεί ο Παραπονούμενος. Σημειώνω επίσης ότι σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία δεν υπήρχε οτιδήποτε στο δρόμο που να εμπόδιζε τον Κατηγορούμενο να κινείτο στην αριστερή πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε, καθώς η άγρια βλάστηση και τα ξηρά χόρτα ήταν εκτός του δρόμου ή εν πάσει περιπτώσει εφάπτονταν επί της αριστερής άκρης του δρόμου και δεν εμπόδιζαν την κίνηση εντός αυτού. Περαιτέρω, το πλάτος του οχήματος του Κατηγορουμένου (1,60μ) του επέτρεπε να κινείται εντός της δικής του πλευράς χωρίς να καθίσταται αναγκαίο να καταλαμβάνει μέρος της αντίθετης λωρίδας. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το αδίκημα της αμελούς οδήγησης που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, ο οποίος και κρίνεται ένοχος. (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.