Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΛΙΟΥΠΟΜΙΡ ΜΑΡΓΑΡΙΤΟΒ, Αρ. Υπόθεσης: 5661/2011, 13/8/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B148 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5661/2011 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΛΙΟΥΠΟΜΙΡ ΜΑΡΓΑΡΙΤΟΒ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 13.08.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (ο κος Σ. Συμεού για ν' ακούσει ποινή) Για Κατηγορούμενο: κος Σ. Σάββα Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, στην κατηγορία κλοπής υλικού που διαβιβάζεται ταχυδρομικώς κατά παράβαση των άρθρων 255 και 264 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων που είναι η πρώτη κατηγορία στο κατηγορητήριο. Αντίθετα με βάση ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 08.05.14 ο κατηγορούμενος αθωώθηκε στις κατηγορίες πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 331, 334, 339, 297 και 298 του Κεφ.154 (δεύτερη, τρίτη και τέταρτη κατηγορία) που επίσης αντιμετώπιζε μέσα από το παρόν κατηγορητήριο. Τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής εκτίθενται αναλυτικά στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 07.07.14, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους για σκοπούς μετριασμού της ποινής και δεν χρειάζονται να επαναδιατυπωθούν. Η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε στο Δικαστήριο πως ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου ενώ δήλωσε πως έχουν δημιουργηθεί έξοδα ύψους €240,00 αναφορικά με την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής. Λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 54 ετών, νυμφευμένος, πατέρας μίας θυγατέρας ηλικίας 28 ετών, η οποία είναι πτυχιούχος αρχιτεκτονικής και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος και πρόσφατα άρχισε να εργάζεται ως συνεργάτης σε αρχιτεκτονικό γραφείο. Ο κατηγορούμενος ασκεί το επάγγελμα του υδραυλικού ενώ κατά τους καλοκαιρινούς μήνες εργάζεται ως μάγειρας υπό το καθεστώς μερικής απασχόλησης (part-time) με συνολικές μηνιαίες απολαβές από τα επαγγέλματα του €850,00-€950,
- Παράλληλα, επιβαρύνεται με υπόλοιπο οικιστικού δανείου ύψους €111.000,00 που σύναψε με την Ελληνική Τράπεζα για το οποίο η μηνιαία δόση ανέρχεται στα €865,00 αλλά δεν καταβάλλεται τον τελευταίο χρόνο καθώς επιβαρύνεται με υπόλοιπο φοιτητικού και προσωπικού δανείου ύψους €60.000,00 που επίσης σύναψε με την Ελληνική Τράπεζα για το οποίο η μηνιαία δόση ανέρχεται στα €480,00 αλλά ούτε αυτή καταβάλλεται τον τελευταίο χρόνο Η σύζυγος του εργάζεται σε λογιστικό γραφείο ως λογίστρια με μηνιαίο μισθό ύψους €1.000,
- Ο κατηγορούμενος είναι απόφοιτος Ναυτικής Σχολής και εργάστηκε σε εμπορικά πλοία για 10 χρόνια περίπου στη θέση του μηχανικού. Μαζί με τη σύζυγο του ήλθαν στην Κύπρο και εγκαταστάθηκαν στην Πάφο το 1994 όπου και εργάστηκε στις οικοδομές για 2 χρόνια. Ακολούθως εργοδοτήθηκε ως μάγειρας σε ξενοδοχείο μέχρι το έτος 2004 όταν ο κατηγορούμενος ίδρυσε εταιρεία υδραυλικών εγκαταστάσεων στην οποία εργάστηκε μέχρι τον Φεβρουάριο 2014 όπου η εν λόγω εταιρεία ως οργανισμός διαλύθηκε αλλά η επιχείρηση παρέμεινε με τον ίδιο ν εργάζεται μερικώς με μειωμένα εισοδήματα. Ο κατηγορούμενος θεωρείται δραστήριος κοινωνικά και μαζί με τη σύζυγο του περιγράφονται ως συνεργάσιμα και κοινωνικά άτομα. Κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης αφού επισήμανε πως ο πελάτης του είναι λευκού ποινικού μητρώου, ανάφερε ότι είναι η πρώτη φορά στα 20 χρόνια της παρουσίας του στην Κύπρο που ο κατηγορούμενος έρχεται αντιμέτωπος με τη δικαιοσύνη. Επιπλέον, ο εν λόγω συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα. Ως περαιτέρω μετριαστικούς παράγοντες ο κύριος Σάββα επικαλέστηκε τον ερασιτεχνικό κατά την άποψη του τρόπο με τον οποίο ο πελάτης του έδρασε καθώς και το γεγονός της επιστροφής του ποσού της κλαπείσας επιταγής πριν από την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης. Ερχόμενος στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου, ο συνήγορος υπεράσπισης υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας με την προσθήκη ότι ο κατηγορούμενος μαζί με τη σύζυγο του υποστηρίζουν οικονομικά και ψυχολογικά τις μητέρες τους επειδή και οι δύο που βρίσκονται στην Βουλγαρία είναι ηλικιωμένες και αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας. Καταλήγοντας, ο εν λόγω συνήγορος ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του να την αναστείλει καθότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αδίκημα για το οποίο κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος είναι πολύ σοβαρό. Η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος φαίνεται, κατ' αρχήν, από την προβλεπόμενη στη σχετική νομοθεσία ποινή. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, το αδίκημα κλοπής υλικού που διαβιβάζεται ταχυδρομικώς επισύρει, με βάση το άρθρο 264 του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης 7 ετών, γεγονός που δείχνει ότι πρόκειται για σοβαρό αδίκημα. Ταυτόχρονα δείχνει την πρόθεση του νομοθέτη να το κατατάξει στην ομάδα των σοβαρών αδικημάτων. Η κλοπή υλικού που διαβιβάζεται ταχυδρομικώς εντάσσεται στην μεγάλη κατηγορία του αδικήματος της κλοπής, η διάπραξη του οποίου σήμερα παρουσιάζει ιδιαίτερα ανησυχητική έξαρση στο νησί, πράγμα που λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Ειδικότερα πρόσφατα στην επαρχία Πάφου η ραγδαία αύξηση της συχνότητας των κλοπών καθώς και άλλων ομοειδών αδικημάτων έλαβε πολύ ανησυχητικές διαστάσεις (Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος v. Ασυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565 και Gheorghe και άλλοι v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 18/20013, 19/2013 και 20/2013, ημερομηνίας 23.12.13). Η σοβαρότητα του αδικήματος αυτού έγκειται επιπλέον στο γεγονός ότι πρόκειται για αδίκημα που ενέχει στοιχεία θρασύτητας και ανηθικότητας από το άτομο που το διαπράττει ενώ παράλληλα η διάπραξη του φανερώνει ασέβεια και κατάφωρη καταπάτηση των συνταγματικών δικαιωμάτων κατοχής και απόλαυσης περιουσίας. Γι' αυτό άλλωστε ο νομοθέτης προνόησε ώστε ειδικά η διάπραξη του να επισύρει ποινή μεγαλύτερη από αυτή που γενικά προβλέπεται για το αδίκημα της κλοπής αλλά και από άλλα είδη κλοπών που η ποινή τους καθορίζεται συγκεκριμένα μέσα από το Κεφ.154. Επίσης, το υπό κρίση είναι αδίκημα που η διάπραξη του προκαλεί αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους πολίτες για επικράτηση της παρανομίας. Είναι γεγονός ότι τέτοιου είδους αδικήματα επιφέρουν ρήξη στον κοινωνικό ιστό και ταυτόχρονα προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη διαβρώνοντας συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη (Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104 και Bezanidis και άλλος v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 57/2013 και 58/2013, ημερομηνίας 05.12.13). Στην υπόθεση Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381 παρατίθενται προγενέστερες αποφάσεις που αντικατοπτρίζουν την ανησυχητικά αυξητική τάση και έκταση κλοπών και άλλων ομοειδών αδικημάτων στον τόπο μας: "Στη Γ. Εισαγγελέας v. Cham & άλλων
(1993)2 Α.Α.Δ. 129, αδικήματα διάρρηξης και κλοπής κατέστησαν, ως χαρακτηρίζεται, 'μάστιγα για την κυπριακή κοινωνία.', η οποία δεν μπορεί να αφεθεί ανέλεγκτη. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου Παναγίδη v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104 συνοψίζει την κρατούσα κατάσταση, όπως και το καθήκον της Δικαιοσύνης προς διαφύλαξη της έννομης τάξης (σελ. 105-106): Η θλιβερή διαπίστωση είναι πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται, αντίθετα, έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφαλείας του πολίτη." Βέβαια για να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς ευτυχώς λόγω της ανάπτυξης της τεχνολογίας και του εκσυγχρονισμού των μεθόδων συναλλαγών οι οποίες πλέον διεξάγονται μέσα σε ασφαλέστερο πλαίσιο, η διάπραξη του αδικήματος κλοπής υλικού που διαβιβάζεται ταχυδρομικώς έχει ευτυχώς σήμερα περιοριστεί, χωρίς αυτό να υποβαθμίζει το σοβαρό στοιχείο που χαρακτηρίζει την αξιόποινη πράξη του κατηγορουμένου. Προηγουμένως όμως θα έλεγα ότι τέτοια κρούσματα ανθούσαν με δυσμενείς συνέπειες τόσο για τον δικαιούχο όσο και για το πρόσωπο που πλήρωνε και απέστελλε την πληρωμή μέσω ταχυδρομείου. Τα Δικαστήρια, μέσα από επισημάνσεις και υποδείξεις της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αντιμετωπίζουν τέτοιας φύσης αδικήματα με αυστηρότητα μέσω της επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε μια προσπάθεια αναχαίτισης τους και προστασίας της κοινωνίας (Παναγιώτου (Αντάρτης) v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ. 194, Dirazo ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 113, AI - Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 160 και Lungu κ.α. v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 545). Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Φραντζίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 77 είναι επιτακτική ανάγκη αυτού του είδους η εγκληματικότητα να ανακοπεί γιατί έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Θεώρηση της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου επισημαίνει ότι για το αδίκημα της κλοπής η συνήθης ποινή που επιβάλλεται είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Η επιβολή αποτρεπτικής ποινής και συνήθως στερητικής της ελευθερίας στο αδίκημα της κλοπής είναι ένας τρόπος πάταξης του φαινομένου (Lungu κ.α. v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 545, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστάκη Αναστασίου
(2005)2 Α.Α.Δ. 125, Francis Kenneth Smith and another v. The Police
(1969)2 C.L.R. 189, Yiannakou v. The Police
(1982)2 C.L.R. 37, Nicolaou and another v. The Republic
(1982)2 C.L.R. 156. Charitou v. The Republic
(1987)2 C.L.R. 170, Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας
(1993)2 C.L.R. 158 και Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381). Παρόλο που οι πιο πάνω υποθέσεις δεν αφορούν ειδικά το αδίκημα κλοπής υλικού που διαβιβάζεται ταχυδρομικώς, εντούτοις το σκεπτικό προσέγγισης τους εφαρμόζεται και στη δική μας περίπτωση. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Χατζημιτσή
(2005)2 Α.Α.Δ. 101, όπου ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ενοχή σε 12 κατηγορίες πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, απόσπασης εμπορευμάτων και χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και κλοπής από τα γραμματοκιβώτια επιταγών ατόμων που λάμβαναν συντάξεις ή δημόσια βοηθήματα τις οποίες αφού πλαστογραφούσε τις χρησιμοποιούσε για να αγοράσει διάφορα εμπορεύματα αξίας Λ.Κ.£2.422,00 (ισοδύναμο σε €4.138,23), ο πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κύριος Αρτεμίδης υπέδειξε, μεταξύ άλλων, ότι αυτής της φύσεως αδικήματα και σε τέτοιους αριθμούς αντιμετωπίζονται με ποινές φυλάκισης μεταξύ 3 και 5 ετών όταν αυτά εκδικάζονται συνοπτικά. Επίσης, στην ίδια υπόθεση τονίστηκαν τα εξής: "Αδικήματα αυτής της φύσης, και επαναλαμβάνουμε κατά συρροή σε μικρό μάλιστα χρονικό διάστημα, δεν μπορεί παρά να αντιμετωπίζονται με τον ανάλογο κολασμό. Άλλως πως το αίσθημα ευνομίας και ευταξίας στον κοινό πολίτη θα πλήττεται, με ολέθρια αποτελέσματα για την κοινωνική συνοχή του τόπου μας." Στην υπόθεση αυτή όπου λήφθηκαν υπόψη άλλες 21 παρόμοιας φύσεως υποθέσεις που εκκρεμούσαν σε βάρος του κατηγορουμένου και αφορούσαν ποσό Λ.Κ.£5.000,00 (ισοδύναμο σε €8.543,01), η ποινή φυλάκισης 10 μηνών του πρωτόδικου δικαστηρίου αντικαταστάθηκαν με συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 2 και 3 ετών αντίστοιχα. Περαιτέρω, στην υπόθεση Μακρή v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 42, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3 ετών και ενεργοποίηση 6 μηνών φυλάκισης από ανασταλείσες ποινές φυλάκισης 9 και 2 μηνών η οποία να εκτελεστεί μετά την συμπλήρωση των συντρέχουσων ποινών φυλάκισης 3 ετών σε άτομο ηλικίας 55 ετών που έκλεβε επιταγές που αποστέλλονταν ταχυδρομικώς σε δικαιούχους δημοσίου βοηθήματος και αφού τις πλαστογραφούσε υπογράφοντας το όνομα των δικαιούχων τις εξαργύρωνε εισπράττοντας το ποσό των επιταγών ύψους Λ.Κ.£1.585,54 (ισοδύναμο σε €2.709,06) με δύσκολα και προβληματικά παιδικά χρόνια, ανικανότητα για εργασία, σοβαρά οικονομικά προβλήματα, με δύο προηγούμενες καταδίκες και αφού λήφθηκαν υπόψη 3 υποθέσεις καθώς και μία μη καταχωρηθείσα υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου, επικυρώθηκαν κατ' έφεση. Δεν παραγνωρίζω ότι οι προαναφερόμενες υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας v. Χατζημιτσή
(2005)2 Α.Α.Δ. 101 και Μακρή v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 42 αφορούν συνδυασμένη διάπραξη περισσότερων σοβαρών αδικημάτων από ότι η δική μας περίπτωση με περισσότερα επιβαρυντικά στοιχεία αλλά με χειρότερες προσωπικές συνθήκες από ότι εδώ, πλην όμως το σκεπτικό σοβαρότητας που χαρακτηρίζει την προσέγγιση τους καλύπτει και την παρούσα υπόθεση. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι υπάρχει υπό εκδίκαση αδίκημα που είναι σοβαρό δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι τα γεγονότα που την περιβάλλουν καθώς και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχτηκε το αδίκημα για το οποίο ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, την καθιστούν σοβαρή. Σαφώς και η κλοπή επιταγής που εκδόθηκε και αποστάληκε ταχυδρομικώς από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων και αφορούσε απολαβές ετήσιας άδειας άλλου ατόμου για περίοδο ενός έτους ως κεκτημένο δικαίωμα του μέσα από τους κόπους και τις προσπάθειες που αυτό κατέβαλλε σε μία ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο οικονομικής κρίσης για τους περισσότερους από τους κατοίκους του νησιού, είναι παράγοντας επιβαρυντικός για τον κατηγορούμενο. Το ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος προχώρησε την κατάθεση της επίδικης επιταγής σε προσωπικό του τραπεζικό λογαριασμό που μόνο ο ίδιος είχε πρόσβαση και χειριζόταν είναι ενδεικτικό κάποιας μορφής σχεδίου που εφάρμοσε προκειμένου να υλοποιήσει με επιτυχία τον παράνομο στόχο του. Αυτό σίγουρα είναι στοιχείο που επιβαρύνει τη θέση του. Επιπλέον, δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου το ύψος του ποσού που αναγραφόταν στην επιταγή που κλάπηκε και εξαργυρώθηκε (ήτοι €887,04), γεγονός που βεβαίως δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Ούτε επίσης μπορεί να αγνοηθεί η ταλαιπωρία και η ζημιά ύψους του ποσού της επίδικης επιταγής στα οποία ο κατηγορούμενος εξέθεσε την δικαιούχο της εν λόγω επιταγής καθώς και την ταλαιπωρία που με την πράξη του αυτός προκάλεσε στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων τουλάχιστο μέχρι την από μέρους του εκ των υστέρων επιστροφής του ποσού. Από την άλλη, προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής λαμβάνω υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο του. Ένας άλλος μετριαστικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη είναι το γεγονός ότι περί τις 20.05.10, δηλαδή 1,5 μήνα περίπου μετά που έδωσε ανακριτική κατάθεση στην αστυνομία και κατηγορήθηκε γραπτώς αλλά 1 χρόνο περίπου πριν από την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης στο Δικαστήριο, ο κατηγορούμενος πλήρωσε όλο το ποσό της κλαπείσας επιταγής στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, το οποίο με τη σειρά του έκδωσε και ακολούθως απέστειλε στη δικαιούχο νέα επιταγή εις αντικατάσταση της επίδικης για το ίδιο ποσό. Συνεπώς, το ότι η δικαιούχος της επίδικης επιταγής τελικά παρέλαβε το ποσό που αρχικά αποστερήθηκε σε συνδυασμό με το ότι ο κατηγορούμενος τελικά δεν διατήρησε το οικονομικό όφελος που προσωρινά αποκόμισε από την παράνομη πράξη του καθώς και το ότι δεν χρειάστηκε το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων να πληρώσει δύο φορές για τον ίδιο σκοπό, είναι κάτι που λαμβάνεται υπόψη προς όφελος του κατηγορουμένου. Ένα ζήτημα που χρήζει εξέτασης για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής είναι ο χρόνος που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης με την καταχώρηση της υπόθεσης λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής. Ο λόγος για τον οποίο προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του παραβάτη. Η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την ημερομηνία επιβολής ποινής, είναι ένας παράγοντας που από μόνος του λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην επιβολή της ποινής, ιδιαίτερα αν η σοβαρότητα του αδικήματος δικαιολογεί την επιβολή ποινής φυλάκισης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. 358 και Μυροφόρα ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84). Όπου όμως ο κατηγορούμενος ευθύνεται για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (Γεώργιος Τσιόλης v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 154, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Πεγειώτη και άλλης (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 και Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223). Στην προκειμένη περίπτωση παρατηρώ ότι το υπό κρίση αδίκημα διαπράχτηκε μεταξύ των ημερομηνιών 21.07.09 και 30.10.09 ενώ σχετική καταγγελία φαίνεται να υποβλήθηκε χωρίς μεγάλη καθυστέρηση στην αστυνομία περί τις αρχές του έτους
- Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι η αστυνομία είχε να διερευνήσει άλλα 3 αδικήματα εκτός από αυτό που ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος των οποίων η διερεύνηση ενείχε βαθμό δυσκολίας ενώ το στοιχείο της εξειδίκευσης ήταν έκδηλο. Παρόλο όμως ότι οι ουσιαστικές καταθέσεις μαρτύρων της υπόθεσης καθώς και όλες οι σημαντικές ενέργειες της αστυνομίας λήφθηκαν μεταξύ Απριλίου 2010 και Ιουνίου 2010, παρά το ότι ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε στις 14.04.10 και παρά το ότι η έκθεση του πραγματογνώμονα-γραφολόγου φέρει ημερομηνία σύνταξης 30.08.10, εντούτοις η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 11.05.11 και τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον Δικαστηρίου στις 16.05.
- Η κατηγορούσα αρχή δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση για την ολιγωρία των 9 μηνών περίπου που προέκυψε στην προώθηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου. Αυτό είναι κάτι που υπολογίζεται προς όφελος του κατηγορουμένου. Μετά την καταχώρηση της υπόθεσης και την πρώτη φορά που αυτή τέθηκε ενώπιον Δικαστηρίου για πρώτη φορά ο κατηγορούμενος ζήτησε χρόνο για να απαντήσει αν και εκπροσωπείτο από δικηγόρο. Έκτοτε η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε συνολικά 6 φορές από τις οποίες 2 φορές λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου, μία φορά προφανώς μετά από αίτημα της κατηγορούσας αρχής επειδή δεν υπήρχαν διαθέσιμοι μάρτυρες κατηγορίας και 3 φορές κατόπιν αιτημάτων της υπεράσπισης που εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης αυτής άρχισε την πρώτη φορά που αυτή ήταν ορισμένη για εκδίκαση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Κατά την διάρκεια της εκδίκασης της υπόθεσης, ζητήθηκε μία φορά αναβολή από μέρους της κατηγορούσας αρχής λόγω του ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμοι μάρτυρες, αίτημα που υπό τις περιστάσεις εγκρίθηκε και μία φορά αναβλήθηκε υποχρεωτικά από το Δικαστήριο λόγω έκτακτης κήρυξης της συγκεκριμένης εκείνης ημερομηνίας ακρόασης σε δημόσια αργία λόγω του θανάτου του πρώην Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Γλαύκου Κληρίδη. Επίσης η υπόθεση αυτή αναβλήθηκε άλλες 4 φορές μετά από αιτήματα της υπεράσπισης που εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο για λόγους που αφορούσαν προσωπικά κωλύματα, ασθένεια και μη ετοιμότητας τη δεδομένη στιγμή από μέρους του συνηγόρου υπεράσπισης. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, για τους λόγους που έχουν προαναφερθεί, θεωρείται συνυπεύθυνος για την απόρροια του χρόνου από της καταχώρησης της υπόθεσης μέχρι την ολοκλήρωση της εκδίκασης της υπόθεσης και ως εκ τούτου δεν δικαιούται να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα. Παρά ταύτα, το Δικαστήριο δεν αγνοεί το συνολικό χρόνο των 4 ετών και 10 μηνών περίπου που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος στην πρώτη κατηγορία μέχρι σήμερα που καλείται να επιβάλει ποινή, τον οποίο και λαμβάνει υπόψη χωρίς όμως, με βάση το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, να παρατηρείται μεταβολή στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου. Εξάλλου ούτε και ο συνήγορος υπεράσπισης έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε αλλαγή στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα τν αδικημάτων, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα του αδικήματος όπως αυτή πηγάζει μέσα από τις συνθήκες διάπραξης του και γενικότερα τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο στην πρώτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 7 μηνών. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν η ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/
- Εξάλλου αυτό ήταν και αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος είναι άτομο λευκού ποινικού μητρώου. Παρόλο ότι έχουν περάσει περίπου 4 χρόνια και 10 μήνες περίπου από τότε που διέπραξε το αδίκημα για το οποίο κρίθηκε ένοχος στην παρούσα υπόθεση εντούτοις δεν απασχόλησε ξανά την δικαιοσύνη. Το δε προαναφερόμενο χρονικό διάστημα δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου. Δεν παραγνωρίζω ακόμη το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος βρίσκεται εγκατεστημένος στην Κύπρο από το έτος 1994 και ουδέποτε στα 20 χρόνια της παραμονής του στο νησί βρέθηκε αντιμέτωπος με τη δικαιοσύνη. Ένα άλλο πολύ σημαντικό στοιχείο είναι η ενέργεια του κατηγορουμένου να επιστρέψει ολόκληρο το ποσό της κλαπείσας επιταγής πολύ πριν από την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης αυτής στο Δικαστήριο και εν πάσει περιπτώσει χωρίς να χρειαστεί το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων να πληρώσει δύο φορές για τον ίδιο σκοπό. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου σε συνδυασμό με την επιστροφή όλης της κλαπείσας περιουσίας στην δικαιούχο καθώς και το ότι έκτοτε ο κατηγορούμενος δε απασχόλησε ξανά τη δικαιοσύνη επιτρέπει στο Δικαστήριο να εκλάβει το συγκεκριμένο περιστατικό ως μεμονωμένο και για το οποίο ο κατηγορούμενος επέδειξε έμπρακτη μεταμέλεια. Σαφώς ο κατηγορούμενος προέβηκε σε μία απερίσκεπτη πλην όμως καταδικαστέα ενέργεια. Κάτω από αυτές τις συνθήκες και εξαντλώντας κάθε δυνατή επιείκεια, κρίνω, κατόπιν μεγάλου προβληματισμού, ότι ο κατηγορούμενος δικαιούται να έχει μία δεύτερη ευκαιρία ελπίζοντας ότι έχει παραδειγματιστεί από το λάθος του αυτό. Με βάση τα πιο πάνω θεωρώ ότι συντρέχουν τέτοιες προϋποθέσεις που συνηγορούν στην αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου, διατάσσεται όπως η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ανασταλεί για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Όπως έχει ήδη καταστεί αντιληπτό, βαρύνουσα σημασία στο να κλείνει η πλάστιγγα υπέρ της αναστολής ποινής φυλάκισης αποδόθηκε στην συνεργασία του κατηγορούμενου να εξοφλήσει το ποσό της κλαπείσας επιταγής στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα αφότου κλήθηκε από την αστυνομία να δώσει εξηγήσεις αναφορικά με την υπόθεση αυτή και ένα χρόνο περίπου πριν από την καταχώρηση της υπόθεσης στο Δικαστήριο και εν πάση περιπτώσει χωρίς να χρειαστεί το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων να πληρώσει δύο φορές για τον ίδιο σκοπό. Η πράξη αυτή του κατηγορούμενου δείχνει έμπρακτη μεταμέλεια από μέρους του σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας, ενδεικτικό της θετικής διαγωγής του μετά τη διάπραξη του αδικήματος. Η συμπεριφορά του αυτή μαζί με το λευκό ποινικό μητρώο του που στην Κύπρο έχει ιστορία 20 ετών επιτρέπει στο Δικαστήριο να το εκλάβει ως ένα στιγμιαίο λάθος και έτσι να του δώσει μια δεύτερη ευκαιρία. Έπεται ότι το αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης εγκρίνεται. (Εξηγείται στον κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής της ποινής φυλάκισης). Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος να καταβάλει αυθημερόν έξοδα ύψους €240,00. Επιπλέον, τα έξοδα μεταφραστή που ανέρχονται στο ποσό των €40,00 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Κλοπή υλικού που διαβιβάζεται ταχυδρομικώς/ Άρθρα 255 και 264 του Κεφ.154/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο