Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΧΑΡΗΣ ΦΩΤΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 6372/2010, 12/8/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B147 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6372/2010 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΧΑΡΗΣ ΦΩΤΙΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 12.08.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού Για Κατηγορούμενο: κος Α. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, σε δύο κατηγορίες επίθεσης που προκάλεσαν πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ.154 (πρώτη και δεύτερη κατηγορία), σε δύο κατηγορίες επίθεσης κατά αστυνομικού οργάνου τηρήσεως της τάξης κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του Κεφ.154 (τρίτη και τέταρτη κατηγορία), στην κατηγορία ανησυχίας κατά παράβαση του άρθρου 95 του Κεφ.154 (έκτη κατηγορία), στην κατηγορία δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του Κεφ.154 (έβδομη κατηγορία), στην κατηγορία αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 7 του Ν.86/72 (όγδοη κατηγορία), στην κατηγορία οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών κατά παράβαση του άρθρου 9 του Ν.86/72 (ένατη κατηγορία) και στην κατηγορία άρνησης παροχής δείγματος εκπνοής για τελική εξέταση κατά παράβαση του άρθρου 7 του Ν.174/86 (δέκατη κατηγορία). Αντίθετα ο κατηγορούμενος αθωώθηκε στην κατηγορία αντίστασης κατά της νομίμου συλλήψεως κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του Κεφ.154 (πέμπτη κατηγορία) που επίσης αντιμετώπιζε μέσα από το παρόν κατηγορητήριο. Τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής εκτίθενται αναλυτικά στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 30.06.14, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους για σκοπούς μετριασμού της ποινής και δεν χρειάζονται να επαναδιατυπωθούν. Ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε στο Δικαστήριο πως ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου ενώ δήλωσε πως η άδεια οδηγήσεως του δεν βαρύνεται με βαθμούς ποινής. Παράλληλα, ο κύριος Συμεού σημείωσε ότι έχουν δημιουργηθεί έξοδα ύψους €145,00 αναφορικά με την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής. Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 42 ετών, νυμφευμένος, πτυχιούχος νομικής και ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου με μηνιαία εισοδήματα €1.500,00 περίπου από την εργασία του. Ο ίδιος διαμένει μαζί με τη σύζυγο του, η οποία είναι άνεργη τα τελευταία 3 χρόνια, σε ενοικιαζόμενη κατοικία δύο υπνοδωματίων στη Χλώρακα της επαρχίας Πάφου με τις συνθήκες διαβίωσης να είναι ικανοποιητικές. Ο κατηγορούμενος διαθέτει εις το όνομα του ακαλλιέργητη γη αξίας €2.000,00 στο χωριό Τραχυπέδουλα της επαρχίας Πάφου και ένα αυτοκίνητο μάρκας Saab σημερινής αξίας €10.000,
- Ο ίδιος δεν έχει αποταμιεύσεις ενώ βαρύνεται με το ποσό των €2.000,00 ως υπόλοιπο δανείου που σύναψε το έτος 2004 με την τράπεζα USB για την αγορά του πιο πάνω αυτοκινήτου όπου γι' αυτό καταβάλλεται κανονικά μηνιαία δόση ύψους €250,00, καθώς και με το ποσό των €500.000,00 περίπου ως υπόλοιπο επαγγελματικού δανείου που ο ίδιος μαζί με τον αδελφό του σύναψαν το έτος 2006 στην Ελληνική Τράπεζα για το οποίο οι δόσεις δεν καταβάλλονται από το έτος
- Ο πατέρας του κατηγορουμένου είναι συνταξιούχος και διατηρεί καφενείο στο χωριό Τραχυπέδουλα ενώ η μητέρα του είναι οικοκυρά. Όπως περαιτέρω αναφέρεται στην εν λόγω έκθεση, λόγω της οικονομικής κρίσης στην Κύπρο τα επαγγελματικά εισοδήματα του τα τελευταία χρόνια σημείωσαν σημαντική μείωση αφού μεγάλος αριθμός των πελατών του αδυνατούν να πληρώσουν οφειλόμενα προς αυτόν δικηγορικά έξοδα. Με βάση το περιεχόμενο της έκθεσης, ο κατηγορούμενος αδυνατεί να αντεπεξέλθει στα τρέχοντα έξοδα συμπεριλαμβανομένου και της καταβολής μηνιαίας δόσης δανείου που σύναψε για δημιουργία επιχείρησης μαζί με τον αδελφό του. Επίσης, μέσα από την έκθεση δηλώνεται ότι ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και συγκεκριμένα νεφρική ανεπάρκεια και για το λόγο αυτό ακολουθεί ιατροφαρμακευτική αγωγή. Κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως επισήμανε ότι γενεσιουργός αιτία των μη τροχαίων αδικημάτων ήταν η παράνομη σύλληψη του κατηγορουμένου. Με αναφορά σε αποσπάσματα από τη δικαστική απόφαση ο εν λόγω συνήγορος σημείωσε ότι αν δεν προηγείτο η παράνομη σύλληψη του κατηγορουμένου δεν θα υπήρχε διάπραξη των αδικημάτων. Είναι η θέση του κυρίου Αλεξάνδρου ότι ο κατηγορούμενος προέβηκε στις ενέργειες που η δικαστική απόφαση περιγράφει προασπιζόμενος το συνταγματικό δικαίωμα της ελευθερίας. Είναι γι' αυτό τον λόγο που, κατά την γνώμη του συνηγόρου υπεράσπισης, η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται από άλλες κλασσικές περιπτώσεις επίθεσης κατά αστυνομικών και αντίστασης σε νόμιμη σύλληψη. Ακολούθως, ο κύριος Αλεξάνδρου ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι η παράνομη σύλληψη του κατηγορουμένου αποτελεί πρόκληση από τα αστυνομικά όργανα και κατ' επέκταση ισχυρό μετριαστικό παράγοντα που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Όπως ο συνήγορος υπεράσπισης είπε, παρά την επιμονή του κατηγορουμένου να πληροφορηθεί το λόγο κράτησης του κάτι τέτοιο δεν κατέστη δυνατό. Χωρίς να επεκταθεί, παρά τις υποδείξεις του Δικαστηρίου, ο εν λόγω συνήγορος, εμμέσως πλην σαφώς, επικαλέστηκε τη χρήση αυτοάμυνας από μέρους του πελάτη του εντάσσοντας τις πράξεις του κατηγορουμένου στα πλαίσια προάσπισης του δικαιώματος της ελευθερίας του. Περαιτέρω, είναι η νομική θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι υπήρξε από μέρους μελών της αστυνομίας που έχουν ταχθεί να υπηρετούν το νόμο παραβίαση του νόμου και των συνταγματικών δικαιωμάτων ελευθερίας και του απορρήτου επικοινωνίας για το οποίο βέβαια, όπως ο εν λόγω συνήγορος είπε, ορθά το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του δεν επέτρεψε την κατάθεση οπτικού υλικού, χωρίς να έχει σχηματιστεί είτε πειθαρχική είτε ποινική υπόθεση εναντίον των εμπλεκομένων αστυνομικών. Σύμφωνα με τον κύριο Αλεξάνδρου, η παράλειψη αυτή οδηγεί σε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης παραβατών. Επιπλέον, ο συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα. Ερχόμενος στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, ο εν λόγω συνήγορος υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας. Στη βάση των πιο πάνω ο κύριος Αλεξάνδρου ευσεβάστως εισηγήθηκε να μην επιβληθεί οποιαδήποτε ποινή σε σχέση με τα μη τροχαία αδικήματα. Εάν όμως το Δικαστήριο προσανατολίζεται σε επιβολή ποινής φυλάκισης τότε κατά την γνώμη του εν λόγω συνηγόρου συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την αναστολή της έχοντας υπόψη και τις ενδεχόμενες αρνητικές συνέπειες που ο κατηγορούμενος θα υποστεί αναφορικά με την άσκηση του επαγγέλματος του. Καταλήγοντας, ο συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε όπως το Δικαστήριο μην προχωρήσει σε στέρηση της άδειας οδήγησης του πελάτη του σε περίπτωση που προσανατολιζόταν λόγω της αναγκαιότητας που αυτή έχει στην άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου σε συνδυασμό με τις αρνητικές επαγγελματικές συνέπειες που δυνατό να επιφέρει στον κατηγορούμενο μέσα από ένα τέτοιο ενδεχόμενο, του λευκού ποινικού μητρώου του, το ότι επρόκειτο για μία μεμονωμένη περίπτωση αλλά και το μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όλα τα αδικήματα για τα οποία κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων φαίνεται, κατ' αρχήν, από τις προβλεπόμενες στις σχετικές νομοθεσίες ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Δεσπόζουσα θέση σοβαρότητας κατέχουν τα αδικήματα της επίθεσης εναντίον αστυνομικών οργάνων που εκείνη τη στιγμή βρίσκονταν σε εντεταλμένη υπηρεσία. Η αυξητική τάση που παρατηρείται στη διάπραξη τέτοιων αδικημάτων καθώς και η ευκολία με την οποία αστυνομικοί γίνονται στόχοι επιθέσεων από πολίτες κατά τη διάρκεια εκτέλεσης των καθηκόντων τους αποτελεί τη θλιβερή κατάληξη της παρακμής των θεσμών και αξιών της σημερινής κυπριακής οικογένειας αλλά και της φθίνουσας νοοτροπίας της κοινωνίας μας γενικότερα που αντικατοπτρίζεται μέσα από την έλλειψη ορθής ανατροφής και δέουσας διαπαιδαγώγησης στα μέλη της. Παράλληλα, η ανησυχητική έξαρση διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις που καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου, ενισχύει το στοιχείο της σοβαρότητας που τα χαρακτηρίζει. Επίσης, η σοβαρότητα των αδικημάτων αυτών έγκειται στο γεγονός ότι ενέχει πράξεις που προκαλούν βία και πόνο στο θύμα και ταυτόχρονα δημιουργούν αίσθημα φόβου και ανασφάλειας σ' αυτό, καταρρακώνουν την προσωπικότητα και αξιοπρέπεια ατόμων, πλήττουν το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας και γενικότερα διασαλεύουν την ειρηνική διαβίωση πολιτών. Τα εν λόγω αδικήματα ενέχουν το κοινό στοιχείο της παρεμπόδισης και άσκησης βίας κατά αστυνομικού οργάνου που εκτελεί τα καθήκοντα του σε εντεταλμένη υπηρεσία. Η αστυνομία είναι το καθ' ύλη αρμόδιο σώμα που διατηρεί την ασφάλεια και την έννομη τάξη σε μια δημοκρατική χώρα, όπως είναι η Κύπρος. Ουδείς έχει δικαίωμα να παρεμβαίνει και να παρεμποδίζει ένα αστυνομικό κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Πολύ δε περισσότερο ουδείς έχει δικαίωμα να ασκεί ή να απειλεί ότι θα ασκήσει βία κατά αστυνομικού οργάνου που εκείνη τη στιγμή είναι επιφορτισμένο με τον καθήκον της τήρησης της τάξης. Οτιδήποτε από τα πιο πάνω οδηγεί σε υπονόμευση της αποστολής των αστυνομικών αρχών απέναντι στην κοινωνία. Δεν αποκλείεται σε κάποιες περιπτώσεις η αστυνομία να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της ή ακόμη και να σφάλλει με αποφάσεις που λαμβάνει εις βάρος του πολίτη. Αυτό όμως δεν νομιμοποιεί επίθεση σε αστυνομικό όργανο από πολίτη και ούτε τον απαλλάσσει από την ευθύνη διάπραξης αδικήματος. Η διεκδίκηση οποιονδήποτε δικαιωμάτων που ο πολίτης θεωρεί ότι παραβιάστηκαν από μέρους της αστυνομίας πραγματοποιείται μέσω νομίμων διαδικασιών και της λήψης των κατάλληλων ενδίκων μέτρων και όχι με τον πολίτη να παίρνει το νόμο στα χέρια του, έστω και αν αισθάνεται κατάφωρη αδικία από τη συμπεριφορά μελών της αστυνομίας. Η όποια επιθετική στάση και βίαιη αντίδραση του πολίτη σε τυχόν επιλήψιμη συμπεριφορά μέλους της αστυνομίας τον καθιστά υπόλογο των πράξεων του ανεξάρτητα της αντιμετώπισης που έτυχε. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95 το Ανώτατο Δικαστήριο εξέφρασε την αποδοκιμασία του στη χρήση βίας από ένα άτομο σε συνάνθρωπο του μέσω του πιο κάτω αποσπάσματος, η οποία καλύπτει και την περίπτωση επίθεσης κατά αστυνομικού: "Η χρήση βίας κατά των συνανθρώπων συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας. Πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης είτε ως μέσο εκδίκησης είτε ως μέσο τιμωρίας δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς." Το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε στην υπόθεση Χριστοφή v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 504. Θεώρηση της νομολογίας επισημαίνει ότι η ποινή που επιβάλλεται είναι ανάλογη της σοβαρότητας που χαρακτηρίζει την κάθε υπόθεση ξεχωριστά στη βάση των γεγονότων και περιστατικών που την περιβάλουν. Ο βαθμός της σοβαρότητας αυξάνεται όταν η επίθεση είναι σφοδρή ή διεξαχθεί σε δημόσιο χώρο και στην παρουσία άλλων προσώπων ή στην παρουσία άλλων μελών της οικογένειας. Σε τέτοιες περιπτώσεις ενδεικνυόμενη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Στην υπόθεση Γεώργιος Βασιλειάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 409 επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο που διέπραξε το αδίκημα της κοινής επίθεσης ποινή φυλάκισης 3 μηνών, η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επίσης, στην υπόθεση Αιμίλιος Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 327 όπου το ίδιο αδίκημα διαπράχτηκε σε δημόσιο χώρο και στην παρουσία άλλων παρευρισκομένων επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, μετά από παραδοχή, με λευκό ποινικό μητρώο και κατόπιν συμφιλίωσης με τον παραπονούμενο, ποινή φυλάκισης ενός μηνός. Περαιτέρω, στην υπόθεση Ευθυμίου v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 581 ποινή φυλάκισης ενός μηνός που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα που επιτέθηκε στο θύμα του προκαλώντας του πραγματική σωματική βλάβη σε δημόσιο χώρο στην απουσία στοιχείου προσχεδιασμού, κατόπιν πρόκλησης και με παραδοχή, δεν κρίθηκε έκδηλα υπερβολική και επικυρώθηκε κατ' έφεση. Σε αντίθετη περίπτωση δεν αποκλείεται η επιβολή χρηματικής ποινής (Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575 και Staripavlova v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 72/2012, ημερομηνίας 19.10.12). Όπως αναφέρεται στο κυπριακό νομικό σύγγραμμα "Sentencing in Cyprus" του κ. Γ. Πική, 1η έκδοση στη σελ. 55, σε μετάφραση: "Επιθέσεις κατά αστυνομικών κατά την εκτέλεση του καθήκοντος τους αποτελούν σοβαρά αδικήματα δεδομένης της ανάγκης όπως διατηρείται η εξουσία της Αστυνομίας δηλαδή της αρμόζουσας υπηρεσίας του κράτους που εφαρμόζει τον Νόμο." Το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε την σοβαρότητα τέτοιων αδικημάτων στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 245 στο ακόλουθο απόσπασμα: "Οι Αστυνομικές Αρχές στην εκτέλεση του καθήκοντός τους είναι φορείς της εξουσίας του δικαίου. Αντιστράτευση και υπονόμευση του έργου τους κάτω από τις συνθήκες που είχε διαπραχθεί το αδίκημα δε μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως πράξη εξαιρετικής σοβαρότητας." Στις υποθέσεις Rock v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 251 και Zak & Others v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 6, θεωρήθηκε ως κατάλληλη υπό τις περιστάσεις ποινή αυτή της ποινής φυλάκισης. Εξίσου σοβαρά κρίνονται και τα αδικήματα της αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης, της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών και της άρνησης παροχής δείγματος εκπνοής για τελική εξέταση. Πρόκειται για αδικήματα που η διάπραξη τους ενέχει το στοιχείο του κινδύνου της σωματικής ακεραιότητας τόσο για τα άτομα που επιβαίνουν στο επίδικο όχημα όσο και για οδηγούς άλλων οχημάτων καθώς και για πεζούς που εκείνη τη στιγμή χρησιμοποιούν τον ίδιο δρόμο. Επίσης, πρόκειται για τροχαία αδικήματα που επιδεικνύουν ασέβεια στην τήρηση των θεσμών και κανονισμών της τροχαίας ενώ παράλληλα εμποδίζουν το έργο των αστυνομικών αρχών που είναι επιφορτισμένες με το καθήκον ελέγχου της οδικής συμπεριφοράς οδηγών. Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια η Κύπρος θρηνεί σχεδόν καθημερινά άτομα που είτε έχασαν τη ζωή τους είτε τα όνειρα τους θρυμματίστηκαν από σοβαρό τραυματισμό που είχαν ένεκα τροχαίων αδικημάτων συνεπεία επικίνδυνης οδήγησης και ελαττωμένης αντίληψης λόγω κατανάλωσης αλκοόλ πέραν του επιτρεπομένου ορίου. Δεν θα πρέπει όμως να υποτιμούνται και τα αδικήματα της δημόσιας εξύβρισης και της ανησυχίας. Τέτοιου είδους αδικήματα στρέφονται κατά της έννομης τάξης και κοινωνικής ηρεμίας και ταυτόχρονα προκαλούν αισθήματα ανησυχίας και αναστάτωσης στην κοινωνία. Επειδή τα εν λόγω αδικήματα διαπράττονται με τόση ανησυχητική συχνότητα δεν θα ήταν υπερβολή να λεχθεί ότι τέτοια περιστατικά έχουν καταντήσει 'τρόπος ζωής' των πολιτών. Ασφαλώς η διάπραξη τους δεν προάγει επίπεδο ευγένειας, ηθικής και ευπρέπειας που πρέπει να χαρακτηρίζει τον κάθε πολίτη αλλά αντίθετα προκαλεί αισθήματα ντροπής και προσβολής στο θύμα. Σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι υπάρχουν υπό εκδίκαση αδικήματα που είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575), χωρίς όμως η διαδικασία εξατομίκευσης να οδηγεί σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι τα γεγονότα που την περιβάλλουν καθώς και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχτηκαν τα αδικήματα για τα οποία ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, την καθιστούν σοβαρή. Σίγουρα η ποικιλόμορφη αξιόποινη συμπεριφορά που ο κατηγορούμενος επέδειξε που δεν περιορίστηκε στην διάπραξη διαφόρων σοβαρών τροχαίων αδικημάτων, τα οποία ενείχαν βαθμό επικινδυνότητας στη σωματική ακεραιότητα του ιδίου, του συνεπιβάτη του και άλλων οδηγών και πεζών που τη δεδομένη εκείνη στιγμή χρησιμοποιούσαν τον ίδιο κύριο δρόμο, αλλά επεκτάθηκε σε επιθέσεις εναντίον ατόμων, παρεμπόδιση έργου αστυνομικών, δημόσια εξύβριση μέλους της αστυνομίας και πρόκλησης ανησυχίας, είναι ένας επιβαρυντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη. Ο κατηγορούμενος μέσα από την όλη στάση του περιλαμβανομένων των επιθετικών ενεργειών, της βίαιης αντίδρασης του και της ανησυχίας που προκάλεσε σε δημόσιο χώρο επέδειξε ασέβεια και περιφρόνηση στο θεσμό του αστυνομικού σώματος καθώς και σε νομοθεσίες. Παρά την παράνομη κράτηση του από την αστυνομία ο ίδιος δεν νομιμοποιείτο να συμπεριφερθεί με τον απαξιωτικό τρόπο που ενέργησε αντιδρώντας με παραβίαση θεμελιωδών ανθρώπινων δικαιωμάτων εις βάρος αστυνομικών αλλά και διαπράττοντας τα αδικήματα στα οποία κρίθηκε ένοχος. Ανεξαρτήτως της λανθασμένης απόφασης μελών της αστυνομίας στο θέμα της κράτησης, η συμπεριφορά που ο κατηγορούμενος εκδήλωσε δεν δικαιολογείται με κανένα τρόπο (Τσίβικου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 230/2012, ημερομηνίας 11.07.14). Η θερμή αντίδραση του κατηγορουμένου να φωνάζει, να προκαλεί ανησυχία και να σπρώχνει αστυνομικούς που εκείνη τη στιγμή, έστω λανθασμένα, απλά του έφραξαν το δρόμο και μάταια προσπαθούσαν με ειρηνικό τρόπο να τον πείσουν να δώσει δείγματα τελικής εξέτασης όπως προνοεί η σχετική νομοθεσία και στη συνέχεια να προχωρήσει με νέα σπρωξίματα και να τους επιφέρει κλωτσιές τραυματίζοντας δύο από αυτούς όταν αυτοί προσπάθησαν να τον ακινητοποιήσουν, αντικατοπτρίζει μια απαράδεκτη και καταδικαστέα συμπεριφορά από μέρους του, για την οποία ο κατηγορούμενος ευθύνεται. Σαφώς ο κατηγορούμενος έχει ξεφύγει από την προσπάθεια για προάσπιση του θεμελιώδες ανθρώπινου δικαιώματος της ελευθερίας, προσπάθεια η οποία θα πρέπει να συνοδεύεται από ειρηνικές και ψύχραιμες ενέργειες και σε κάθε περίπτωση αμιγώς αμυντικής φύσεως και να κυριεύονται από το στοιχείο της λογικής. Με την συμπεριφορά και τις πράξεις του ο κατηγορούμενος προχώρησε στην άσκηση ωμής βίας κατά αστυνομικών προκαλώντας σε δύο από αυτούς σωματικό πόνο και τραυματισμούς. Μπροστά στην ενέργεια των αστυνομικών να του φράξουν το δρόμο ο κατηγορούμενος αντέδρασε βίαια με τη λήψη επιθετικών πράξεων, επιθετικής συμπεριφοράς που συνεχίστηκε, κάτι που καταγράφεται στα ευρήματα της δικαστικής απόφασης. Εάν ο κατηγορούμενος συμπεριφερόταν κόσμια, ειρηνικά και ευγενικά τότε, ανεξαρτήτως του ολισθήματος της αστυνομίας, το θερμό επεισόδιο θα αποφευγόταν και παράλληλα δεν θα διαπράττονταν από τον ίδιο τα 2 αδικήματα των επιθέσεων που προκάλεσαν πραγματική σωματική βλάβη, τα 2 αδικήματα εναντίων αστυνομικών κατά τη δέουσα εκτέλεση των καθηκόντων τους, το αδίκημα της ανησυχίας, τα 2 αδικήματα της δημόσιας εξύβρισης καθώς και το αδίκημα άρνησης παροχής δείγματος εκπνοής για τελική εξέταση. Η δικηγορική ταυτότητα του κατηγορουμένου δεν στάθηκε ικανή να τον κάνει να αισθανθεί σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα, στις νομοθεσίες και στη διαδικασία λήψης δείγματος για τελική εξέταση που η αστυνομία προσπαθούσε να εφαρμόσει, ζητήματα τα οποία ο ίδιος υπερασπίζεται καθημερινώς στο δικαστήριο εκπροσωπώντας πελάτες. Όπως ο ίδιος ορθά απαιτεί να σέβονται τα δικά του δικαιώματα έτσι και αυτός οφείλει να σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα των συμπολιτών του. Την άδικη μεταχείριση που ένιωσε ότι έτυχε από την αστυνομία έπρεπε να την είχε αντιμετωπίσει με πολιτισμένο τρόπο και μέσα μόνο από νομικά μέτρα και άλλες νόμιμες διαδικασίες που ο ίδιος γνωρίζει πολύ καλά λόγω επαγγέλματος και βέβαια όχι με λεονταρισμούς. Μπροστά στην ύπαρξη κατάλληλων και αποτελεσματικών νομικών μηχανισμών η αδικία δεν αντιμετωπίζεται με βία. Το αίσθημα της αδικίας δεν εξουδετερώνεται με βία. Ούτε καν η βία αντιμετωπίζεται με πράξεις βίας. Σε κάθε περίπτωση η απόφαση του κατηγορουμένου να μην παραμείνει στο χώρο με σκοπό τη λήψη δείγματος για τελικό έλεγχο υπό το φως της θεωρητικής συζήτησης που είχε με αστυνομικό μέσα από την οποία διαφώνησε, ήταν καθ' όλα αδικαιολόγητη και ασυμβίβαστη με τη δικηγορική του ταυτότητα. Η απουσία τέτοιας θετικής διαγωγής είναι καταδικαστέα ενώ παράλληλα καθιστά τον κατηγορούμενο ένα παράδειγμα συλλειτουργού δικαιοσύνης προς αποφυγή. Οι επιθέσεις σε τέσσερις αστυνομικούς και ο τραυματισμός δύο από αυτών καθώς και η παρεμπόδιση του στο έργο τους είναι ένας άλλος παράγοντας που επιβαρύνει τη θέση του κατηγορουμένου. Η πραγματοποίηση των επιθέσεων στο δημόσιο χώρο της Τροχαίας Πάφου στην παρουσία άλλων ατόμων όπως αστυνομικοί, άτομα που συνόδευσαν τον κατηγορούμενο και πρόσωπα που βρίσκονταν εκεί για άλλους λόγους έπληξαν την αξιοπρέπεια και την προσωπικότητα των εμπλεκομένων αστυνομικών. Αυτό οπωσδήποτε είναι κάτι που επίσης λαμβάνεται υπόψη. Περαιτέρω, λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είναι αυτός που ευθύνεται για το εξάρθρημα μετακαρποφαλαγγικής άρθρωσης αντίχειρα δεξιάς άκρας χείρας που ένας εκ των 4 αστυνομικών υπέστηκε συνεπεία της επίθεσης που είχε από τον κατηγορούμενο με αποτέλεσμα να γίνει στον άτυχο αστυνομικό ανάταξη από ορθοπεδική ακινητοποίηση με τη βοήθεια γύψινου επιδέσμου για 5 εβδομάδες. Δεν μπορεί ακόμη να παραγνωριστεί το περιεχόμενο των υβριστικών φράσεων που ο κατηγορούμενος εκστόμισε στον αστυφύλακα 1888 Χριστόδουλο Λαμπριανίδη (ΜΚ2) στην παρουσία άλλων ατόμων μειώνοντας την προσωπικότητα και ταυτόχρονα πλήττοντας την αξιοπρέπεια του εν λόγω αστυφύλακα. Δεν διαφεύγει επιπλέον της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ενώ ο κατηγορούμενος βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλ με ελαττωμένη ικανότητα οδήγησης αυτός όχι μόνο οδήγησε μηχανοκίνητο όχημα σε κύριο δρόμο όπου η συχνότητα κίνησης ήταν αναμενόμενη να είναι υπολογίσιμη αλλά επέτρεψε στο όχημα που οδηγούσε την μεταφορά άλλου ατόμου ως επιβάτη. Από την άλλη, προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής λαμβάνω υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο του. Ένας άλλος μετριαστικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη, σε σχέση όμως με τα αδικήματα των επιθέσεων, της δημόσιας εξύβρισης και της πρόκλησης ανησυχίας, αν και δεν εγέρθηκε από το συνήγορο υπεράσπισης, είναι η κατάσταση μέθης στην οποία ο κατηγορούμενος βρισκόταν την στιγμή του επεισοδίου που εκτυλίχτηκε στο κτίριο της Τροχαίας Πάφου μετά από κατανάλωση αλκοολούχων ποτών. Το γεγονός είναι ότι η διάπραξη των αδικημάτων των επιθέσεων, της δημόσιας εξύβρισης και της πρόκλησης ανησυχίας προέκυψε μετά την κατανάλωση των αλκοολούχων ποτών χωρίς μεταξύ τους να υπάρχει οποιαδήποτε σύνδεση ή σχέση. Η κατάσταση μέθης στην οποία ο κατηγορούμενος βρισκόταν ένεκα της κατανάλωσης αλκοόλ διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην απώλεια του αυτοελέγχου του και ταυτόχρονα τον υποβοήθησε στη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων, ιδιαίτερα όταν ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι τέθηκε υπό κράτηση. Επίσης, από τα γεγονότα της υπόθεσης δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κατανάλωσε αλκοόλ για να τον διευκολύνει στη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων. Συνεπώς, υπό τις περιστάσεις, η μέθη εδώ προσμετρείται ως ελαφρυντικός παράγοντας. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσιόλη
(1991)2 Α.Α.Δ. 194 και Φανάρας κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 50. Βέβαια θα πρέπει να επανατονιστεί ότι οι πράξεις και γενικά η συμπεριφορά του κατηγορουμένου είναι σαφώς καταδικαστέα και δεν περιποιεί τιμή για τον ίδιο. Επίσης, θεωρώ ως πολύ σοβαρό μετριαστικό παράγοντα το γεγονός ότι η επιθετική συμπεριφορά και απαράδεκτη αντίδραση του κατηγορουμένου εκδηλώθηκε μετά που μέλη της αστυνομίας του έφραξαν τον δρόμο και ακολούθως παράνομα τον συνέλαβαν αυτόφωρα και εκ των υστέρων παράνομα τον έθεσαν υπό κράτηση. Παρόλο ότι, όπως έχει ήδη λεχθεί, η όλη στάση του κατηγορουμένου δεν δικαιολογείται, εντούτοις δεν αγνοώ ότι οι προαναφερόμενες λανθασμένες ενέργειες των αστυνομικών σε συνδυασμό με την κατάσταση μέθης στην οποία ο κατηγορούμενος βρισκόταν πυροδότησαν την έκρηξη του τελευταίου. Η απώλεια του αυτοελέγχου και της ψυχραιμίας του μετέτρεψε τον κατηγορούμενο έρμαιο πάθους και κατ' επέκταση στιγμιαία όχι αφέντη του μυαλού του (master of his mind). Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kyrmizis v. The Republic
(1965)2 C.L.R. 55, Pantazis v. The Police
(1967)2 C.L.R. 277, Ιωάννου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 327 και Dofty [1949] 1 All E.R. 932. Ένα ζήτημα που χρήζει εξέτασης για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής είναι ο χρόνος που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης με την καταχώρηση της υπόθεσης λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής. Ο λόγος για τον οποίο προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του παραβάτη. Παρόλα αυτά, η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την ημερομηνία επιβολής ποινής, είναι ένας παράγοντας που από μόνος του λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην επιβολή της ποινής, ιδιαίτερα αν η σοβαρότητα του αδικήματος δικαιολογεί την επιβολή ποινής φυλάκισης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. 358 και Μυροφόρα ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84). Όπου όμως ο κατηγορούμενος ευθύνεται για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (Γεώργιος Τσιόλης v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 154, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Πεγειώτη και άλλης (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 και Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223). Στην προκειμένη περίπτωση παρατηρώ ότι όλα τα αδικήματα διαπράχτηκαν στις 11.04.10 και με γνώμονα ότι η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 18.06.10 ουδεμία ολιγωρία υπάρχει ή καθυστέρηση από μέρους της κατηγορούσας αρχής στην προώθηση της ενώπιον του Δικαστηρίου. Μετά την καταχώρηση της υπόθεσης η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε συνολικά 9 φορές από τις οποίες 4 φορές λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου, 2 φορές προφανώς μετά από αίτημα της κατηγορούσας αρχής επειδή δεν υπήρχαν διαθέσιμοι μάρτυρες κατηγορίας, 2 φορές κατόπιν αιτημάτων της υπεράσπισης που εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και 1 φορά επειδή ο κατηγορούμενος απουσίαζε και ως αποτέλεσμα αυτού εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης, το οποίο όμως αργότερα της ίδιας ημέρας ακυρώθηκε αφού τελικά εμφανίστηκε αλλά μετά που η εκδίκαση αναβλήθηκε συνεπεία της απουσίας του. Η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης αυτής άρχισε την πρώτη φορά που αυτή ήταν ορισμένη για ακρόαση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Κατά την διάρκεια της εκδίκασης της υπόθεσης, ο κατηγορούμενος απουσίαζε 3 φορές σε προγραμματισμένες ημερομηνίες ακρόασης, ως αποτέλεσμα των οποίων δόθηκαν ισάριθμες νέες ημερομηνίες, πλέον σε άλλες 2 φορές ο κατηγορούμενος υπέβαλε αιτήματα αναβολών τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο με αποτέλεσμα η συνέχιση της ακρόασης να οριστεί σε αντίστοιχες 2 νέες ημερομηνίες. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, για τους λόγους που έχουν προαναφερθεί, θεωρείται συνυπεύθυνος για την απόρροια του χρόνου από της καταχώρησης της υπόθεσης μέχρι την ολοκλήρωση της εκδίκασης της υπόθεσης. Παρά ταύτα, το Δικαστήριο δεν αγνοεί το συνολικό χρόνο των 4 ετών και 4 μηνών περίπου που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που καλείται να επιβάλει ποινή χωρίς, με βάση το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, να παρατηρείται να έχει σημειωθεί ουσιαστική μεταβολή των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου. Ο γάμος του κατηγορουμένου το έτος 2012 δεν είναι από μόνο του δεδομένο που διαφοροποιεί την κατάσταση ενώ για το πρόβλημα υγείας που ο κατηγορούμενος φέρεται να αντιμετωπίζει δεν σημειώνεται μέσα από την εν λόγω έκθεση ότι αυτό προέκυψε κατά τον διαρρεύσαντα χρόνο. Ούτε όμως ο συνήγορος υπεράσπισης έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε αλλαγή στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Αυτό ασφαλώς σε καμία περίπτωση σημαίνει ότι τα δεδομένα αυτά παραγνωρίζονται. Αντίθετα, τα στοιχεία αυτά όπως και κάθε άλλο στοιχείο λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Στρεφόμενος στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, λαμβάνω υπόψη μου το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα: (α) Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος νυμφεύτηκε το έτος 2012 (β) Τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει. (γ) Το πρόβλημα υγείας που παρουσιάζει και συγκεκριμένα νεφρική ανεπάρκεια συνεπεία της οποίας ακολουθεί ιατροφαρμακευτική αγωγή. Η θέση του κυρίου Αλεξάνδρου περί παραβίασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης παραβατών δεν μπορεί εδώ να έχει οποιαδήποτε ισχύ. Δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου συγκεκριμένα στοιχεία που να αποκαλύπτουν ότι υπήρξε καταγγελία από τον κατηγορούμενο εναντίον συγκεκριμένου εμπλεκόμενου της παρούσας υπόθεσης αστυνομικού για επίδειξη επιλήψιμης συμπεριφοράς στη βάση συγκεκριμένων γεγονότων και ότι οι εισαγγελικές αρχές αρνήθηκαν να το διερευνήσουν. Ούτε υπήρξε οποιαδήποτε αναφορά ενώπιον του Δικαστηρίου κατά πόσο υπήρξε συγκεκριμένη καταγγελία του κατηγορουμένου προς την Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας και κατά πόσο η εν λόγω αρχή εξέδωσε πόρισμα που δικαιολογούσε την λήψη περαιτέρω ενεργειών από μέρους των εισαγγελικών αρχών και ότι αυτές το αγνόησαν. Ούτε όμως η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης περί αυτοάμυνας ευσταθεί καθότι οι επιθέσεις του κατηγορουμένου στους αστυνομικούς προηγήθηκαν της προσπάθειας των οργάνων τάξης να τον ακινητοποιήσουν. Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τις συνθήκες διάπραξης τους και γενικότερα τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο οι εξής ποινές: 1η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 μηνών 2η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 4 μηνών 3η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 45 ημερών 4η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 45 ημερών 6η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 15 ημερών 7η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 15 ημερών 8η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 30 ημερών 9η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 30 ημερών 10η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 30 ημερών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο συντρέχουν. Επιπλέον, αναφορικά με την 8η κατηγορία, 3 βαθμοί ποινής να αναγραφούν επί της άδειας οδήγησης του κατηγορουμένου δυνάμει των άρθρων 7 και 20Α του Ν.86/72. Περαιτέρω και σε σχέση με την 9η κατηγορία και αφού έλαβα υπόψη όλα όσα ανάφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης, δυνάμει του άρθρου 9
(2)του Ν.86/72 ο κατηγορούμενος στερείται από του να κατέχει άδεια οδηγήσεως για περίοδο 2 μηνών από σήμερα. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν η ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Εξάλλου αυτό ήταν και αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος είναι άτομο λευκού ποινικού μητρώου. Παρόλο ότι έχουν περάσει περίπου 4 χρόνια και 4 μήνες από τότε που διέπραξε τα αδικήματα του παρόντος κατηγορητηρίου εντούτοις δεν απασχόλησε ξανά την δικαιοσύνη. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου ότι στα πλαίσια της υπόθεσης αυτής ο κατηγορούμενος παράνομα συνελήφθηκε αυτόφωρα από μέλος της αστυνομίας και παράνομα κρατήθηκε σε αστυνομικά κρατητήρια για μερικές ώρες. Η απερίσκεπτη ενέργεια του κατηγορουμένου να καταναλώσει αλκοόλ σε συνδυασμό με την εξίσου απερίσκεπτη ενέργεια των αστυνομικών να φράξουν το δρόμο στον κατηγορούμενο και στη συνέχεια να τον θέσουν υπό παράνομη κράτηση οδήγησαν στην απώλεια ψυχραιμίας του κατηγορουμένου. Δεν παραγνωρίζω ακόμη το πρόβλημα υγείας που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Κάτω από αυτές τις συνθήκες και εξαντλώντας κάθε δυνατή επιείκεια, κρίνω, κατόπιν μεγάλου προβληματισμού, ότι ο κατηγορούμενος δικαιούται να έχει μία δεύτερη ευκαιρία και μαζί πλέον με τη σύζυγο του να προχωρήσει με τη ζωή του, έχοντας παραδειγματιστεί από το μεγάλο του λάθος. Με βάση τα πιο πάνω συντρέχουν τέτοιες προϋποθέσεις που συνηγορούν στην αναστολή των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου, διατάσσεται όπως οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο ανασταλούν για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Έπεται ότι το αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης εγκρίνεται. (Εξηγείται στον κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής της ποινής φυλάκισης) Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος να καταβάλει αυθημερόν έξοδα ύψους €145,00. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη-Επίθεση κατά αστυνομικού οργάνου τηρήσεως της τάξης κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του-Αντίσταση κατά νομίμου σύλληψης-Ανησυχία-Δημόσια Εξύβριση-Τροχαία Αδικήματα/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο