Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Π&Π ΔΙΟΓΕΝΟΥΣ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 13457/2011, 28/8/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B155 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13457/2011 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.
- Π&Π ΔΙΟΓΕΝΟΥΣ ΛΙΜΙΤΕΔ
- ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΔΙΟΓΕΝΟΥΣ
- ALI HMIDI Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 28.08.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού Για Κατηγορουμένους 1, 2 & 3: κος Ε. Κορακίδης Κατηγορούμενοι 2 & 3: παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά την ενδιάμεση δικαστική απόφαση ημερομηνίας 30.06.14 έκαστος από τους κατηγορουμένους 1 και 2 κλήθηκε σε απολογία στην κατηγορία παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού κατά παράβαση του άρθρου 14Β του Κεφ.105 μετά των συναφών τροποποιήσεων (πρώτη και δεύτερη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, τόσο o κατηγορούμενος 1 όσο και ο κατηγορούμενος 2 κατηγορούνται ότι στις 12.10.11 στο πρατήριο καυσίμων με την ονομασία "Agip" που βρίσκεται στη λεωφόρο Μεσόγης στην Πάφο εργοδοτούσαν τον κατηγορούμενο 3 χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Επίσης, με βάση την εν λόγω ενδιάμεση απόφαση, ο κατηγορούμενος 3 αθωώθηκε στην κατηγορία της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας (τέταρτη κατηγορία) ενώ παράλληλα κλήθηκε σε απολογία στην κατηγορία παράνομης απασχόλησης στην Κύπρο κατά παράβαση των άρθρων 2, 19 και 20 του Κεφ.105 (τρίτη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος 3 κατηγορείται ότι, ενώ είναι αλλοδαπός από τη Συρία εργαζόταν στην Κυπριακή Δημοκρατία και συγκεκριμένα στον πιο πάνω τόπο και κατά τον προαναφερόμενο χρόνο για λογαριασμό των κατηγορουμένων 1 και 2 χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της η κατηγορούσα αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα και συγκεκριμένα την Ανδρούλλα Χριστοφόρου (ΜΚ), λειτουργό στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των μεν κατηγορουμένων 1 και 2 στις κατηγορίες 1 και 2 και του δε κατηγορουμένου 3 στην τρίτη κατηγορία του κατηγορητηρίου και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, όλοι οι κατηγορούμενοι άσκησαν το δικαίωμα της σιωπής και ουδείς από αυτούς κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Επιπλέον, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκε μία επιστολή ημερομηνίας 15.04.14 από το Τμήμα Μετανάστευσης του Υπουργείου Εσωτερικών ως Τεκμήριο 1 και ένα γραπτό μήνυμα ημερομηνίας 09.03.11 από μέρους της αστυνομίας ως Τεκμήριο 'Α' προς αναγνώριση. Παράλληλα, δηλώθηκαν εκ συμφώνου από τα μέρη ως παραδεκτά γεγονότα ότι στις 12.10.11 ο κατηγορούμενος 3 εργοδοτείτο από την κατηγορούμενη 1 εταιρεία, κατόπιν σχετικής πρόσληψης από τον κατηγορούμενο 2 που ήταν διευθυντής της κατηγορουμένης 1 εταιρείας και ενεργούσε για σκοπούς αυτής της εργοδότησης. Τα εν λόγω παραδεκτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και αποτελούν αυτόματα μέρος των ευρημάτων του. Μοναδικός μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής ήταν η Ανδρούλλα Χριστοφόρου (ΜΚ), η οποία είναι λειτουργός στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Στην κυρίως εξέταση της ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο κατηγορούμενος 3 αποτάθηκε στο αρμόδιο κυβερνητικό τμήμα ως σύζυγος ευρωπαίας πολίτη υποβάλλοντας σχετική αίτηση αλλά όταν μέλη της υπηρεσίας αλλοδαπών και μετανάστευσης μετέβησαν να ελέγξουν την εγκυρότητα του γάμου δεν τον εντόπισαν στην δηλωμένη διεύθυνση του. Σύμφωνα με την μάρτυρα αυτή, ως αποτέλεσμα του πιο πάνω η αίτηση του κατηγορουμένου 3 απορρίφτηκε και προς ενημέρωση του αποστάληκε σχετική επιστολή, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1, χωρίς όμως να γνωρίζει αν έχει παραληφθεί από το εν λόγω κατηγορούμενο αλλά ούτε να έχει επιστραφεί πίσω στην υπηρεσία από όπου αποστάληκε. Σε σχέση με τα μέτρα που λήφθηκαν από την αρμόδια υπηρεσία η εν λόγω μάρτυρας κατάθεσε γραπτό μήνυμα ημερομηνίας 09.03.11, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 'Α' προς αναγνώριση. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας αυτή δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως η ευρωπαία σύζυγος του κατηγορουμένου 3 εγγράφηκε σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία στις 07.07.10 ενώ την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος 3 υπέβαλε αίτηση για να του χορηγηθεί δελτίο διαμονής ως σύζυγος ευρωπαίας πολίτη. Εκείνη την ημέρα, στα πλαίσια εξέτασης της αίτησης του, ο κατηγορούμενος 3 υπέβαλε διάφορα έγγραφα όπως το έντυπο MU2, αντίγραφο του διαβατηρίου του, αντίγραφο βεβαίωσης εγγραφής του ευρωπαίου πολίτη, βεβαίωση συμβίωσης του ζεύγους από τον κοινοτάρχη, το πιστοποιητικό γάμου, χαρτί ελευθερίας και των δύο και το συμβόλαιο της κατοικίας που κατοικούν. Κατόπιν επιστολής ημερομηνίας 03.12.10 από την υπηρεσία αλλοδαπών μετανάστευσης, ο κατηγορούμενος 3 προσκόμισε ακόμη έγγραφα που να αποδεικνύουν την εργοδότηση του καθώς επίσης και απόδειξη πληρωμής εισφορών στα ταμεία κοινωνικών ασφαλίσεων για την περίοδο που εργαζόταν με δηλωμένο εργοδότη του την κατηγορούμενη 1 εταιρεία. Η αίτηση του απορρίφθηκε στις 05.05.11 αλλά η επιστολή συντάχθηκε στις 26.04.11. Με βάση το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 η αίτηση του κατηγορουμένου 3 απορρίφθηκε επειδή κατόπιν εξετάσεων της υπηρεσίας μετανάστευσης διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος 3 δεν διέμενε στην διεύθυνση που τους είχε δηλώσει. Η εν λόγω μάρτυρας δεν γνωρίζει ποιος έλαβε την απόφαση. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Συγκεκριμένα, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ευσεβάστως ανάφερε ότι το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης είναι αυστηρής ευθύνης και με παραπομπή σε κυπριακή νομολογία υπέδειξε ότι και η παροχή βοήθειας χωρίς αντάλλαγμα αποτελεί εργοδότηση. Όπως ο κύριος Συμεού είπε, η μη συμμόρφωση του κατηγορουμένου 3 με τις οδηγίες εγγραφής ως συζύγου ευρωπαίας πολίτη οδήγησε στην απόρριψη της αίτησης του, πράγμα που κατά την άποψη του στέρησε από τον εν λόγω κατηγορούμενο το δικαίωμα εργασίας που είχε στην Κύπρο. Είναι η θέση του κυρίου Συμεού ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία έχουν αποδειχτεί τα αδικήματα που όλοι οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν. Στη βάση αυτών ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι όλοι οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να κριθεί από το Δικαστήριο ένοχοι στις κατηγορίες που κλήθηκαν για απολογία και τους αφορούν. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης, ο οποίος ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι το δικαίωμα διαμονής των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των μελών της οικογένειας τους προβλέπεται στο άρθρο 9 του Ν.7(Ι)/2007 και δεν εξαρτάται από τη χορήγηση οποιουδήποτε πιστοποιητικού. Σύμφωνα με τον εν λόγω συνήγορο, εφόσον ο πολίτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει δικαίωμα διαμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία το οποίο επεκτείνεται και στα μέλη της οικογένειας του που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους. Ακολούθως, ο κύριος Κορακίδης επικαλέστηκε το άρθρο 21 της πιο πάνω νομοθεσίας για να σημειώσει ότι μέλος της οικογένειας πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχει δικαίωμα διαμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία δικαιούται παράλληλα να αναλαμβάνει μισθωτή ή μη μισθωτή εργασία. Είναι η θέση του εν λόγω συνηγόρου ότι η χορήγηση δελτίου διαμονής δεν αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση του δικαιώματος διαμονής και εργασίας. Επιπλέον, ο κύριος Κορακίδης ευσεβάστως υπέδειξε ότι η παρούσα υπόθεση αποτελεί κλασσική περίπτωση κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας επειδή επιχειρείται η προώθηση της εναντίον προσώπου που ενέργησε σύμφωνα με τις επίσημες οδηγίες του κράτους. Όπως ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης είπε, η αρμόδια υπηρεσία του κράτους που κατάγγειλε την υπόθεση είχε απαιτήσει από τον κατηγορούμενο 3 την εργοδότηση του και το έθεσε ως προϋπόθεση για τη χορήγηση του δελτίου διαμονής. Με βάση το σκεπτικό αυτό και με παραπομπή σε κυπριακή και αγγλική νομολογία, ο εν λόγω συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει τους πελάτες του στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Αντίθετα, όταν οι αντιφάσεις είναι ουσιαστικής μορφής πλήττουν καίρια την αξιοπιστία μάρτυρα αφού φανερώνουν διάθεσή του να αποκρύψει την αλήθεια. Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Επίσης, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Η μοναδική μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής (ΜΚ) άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Με πλήρη σεβασμό στην αλήθεια, η εν λόγω μάρτυρας ήλθε και κατάθεσε τα γεγονότα όπως προσωπικά αυτή τα βίωσε δίχως πρόθεση είτε να αποκρύψει οτιδήποτε είτε να διογκώσει γεγονότα ή να υπερβάλει γι' αυτά. Οι απαντήσεις χαρακτηρίζονται από αυθορμητισμό, ευθύτητα και σαφήνεια. Σε καμία περίπτωση έδωσε την εικόνα ότι προσχεδίαζε τις απαντήσεις της αλλά αντίθετα δεν δίστασε εκεί που δεν γνώριζε να το αποκαλύψει ευθέως. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι παρατηρήθηκαν ελλείψεις στις γνώσεις που η ΜΚ είχε για την εφαρμογή του Ν.7(Ι)/2007, ο οποίος ουσιαστικά κωδικοποιεί τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2004/38ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2004, στα πλαίσια εξέτασης αίτησης που ο κατηγορούμενος 3 υπέβαλε στην υπηρεσία της για χορήγηση δελτίου διαμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία υπό το καθεστώς μέλους της οικογένειας πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δεν είναι υπήκοος κράτους μέλους. Ωστόσο οι αδυναμίες αυτές δεν σχετίζονται με την επάρκεια και αντικειμενικότητα της ΜΚ να μεταφέρει στο Δικαστήριο, ως μάρτυρας γεγονότων, τα γεγονότα που πραγματικά διαδραματίστηκαν, καθήκον που θεωρώ ότι η εν λόγω μάρτυρας διεκπεραίωσε με επιτυχία. Οι πιο πάνω ελλείψεις είναι αμιγώς νομικής φύσεως και η όποια γνώμη της μάρτυρας δεν έχει οποιαδήποτε σημασία. Βέβαια οι ενέργειες της κρίνονται με βάση το περιεχόμενο της σχετικής νομοθεσίας. Εν πάσει περιπτώσει, οι ελλείψεις αυτές δεν επηρέασαν το ψηλό επίπεδο αξιοπιστίας της και σε συνδυασμό με το ότι δεν υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις σε γεγονότα, η εν λόγω μάρτυρας κρίνεται ειλικρινής και φιλαλήθης. Στη βάση των πιο πάνω αποδέχομαι την μαρτυρία της ΜΚ ως αληθή και αξιόπιστη. Αυτό που προκύπτει μέσα από την μαρτυρία της ΜΚ είναι ότι:
- Ο κατηγορούμενος 3 εισήλθε στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας ως προσωρινός κάτοικος για περιορισμένη χρονική διάρκεια έχοντας εξασφαλίσει άδεια παραμονής και εργασίας στην κατηγορούμενη 1, η οποία διαχειρίζεται το πρατήριο καυσίμων με την ονομασία "Agip" που βρίσκεται στη λεωφόρο Μεσόγης στην Πάφο, γεγονός που ήταν γνωστό στην υπηρεσία της ΜΚ.
- Στις 07.07.10 ο κατηγορούμενος 3 αποτάθηκε στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης όπου και υπέβαλε αίτηση για χορήγηση δελτίου διαμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία υπό το καθεστώς μέλους της οικογένειας πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δεν είναι υπήκοος κράτους μέλους, δηλαδή σαν σύζυγος ευρωπαίας πολίτη.
- Επίσης στις 07.07.10 η ευρωπαία σύζυγος του κατηγορουμένου 3 εγγράφηκε σύμφωνα με την ισχύουσα σχετική νομοθεσία για να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
- Στα πλαίσια εξέτασης της αίτησης του ο κατηγορούμενος 3 αφού δήλωσε διεύθυνση κατοικίας υπέβαλε διάφορα έγγραφα, ανάμεσα σ' άλλα, το έντυπο MU2, αντίγραφο διαβατηρίου του, αντίγραφο βεβαίωσης εγγραφής της ευρωπαίας συζύγου του στην Κυπριακή Δημοκρατία, πιστοποιητικό γάμου και συμβόλαιο εργοδότησης του από την κατηγορούμενη 1 εταιρεία.
- Ακόμη ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο 3 να προσκομίσει έγγραφο για κοινωνικές ασφαλίσεις σε σχέση με την εργοδότηση του, πράγμα που έπραξε.
- Επειδή τόσο ο κατηγορούμενος 3 όσο και η σύζυγος του δεν εντοπίστηκαν στην διεύθυνση που ο πρώτος δήλωσε στην αρμόδια υπηρεσία, λειτουργός αυτής συνέταξε επιστολή ημερομηνίας 26.04.11 (Τεκμήριο 1), το περιεχόμενο της οποίας αναφέρει απόρριψη της προαναφερόμενης αίτησης του κατηγορουμένου 3 λόγω διαπίστωσης, κατόπιν εξετάσεων, ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος δεν διέμενε στην διεύθυνση που είχε δηλώσει στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης. Ερχόμενος στο Τεκμήριο 1 δέχομαι ότι αυτό συντάχτηκε στις 26.04.
- Υπήρξε όμως κατηγορηματική αμφισβήτηση από μέρους της υπεράσπισης τόσο για τη λήψη απόφασης, η οποία περιέχεται στην εν λόγω επιστολή, όσο και για την αποστολή της. Η ΜΚ δεν ήταν σε θέση να πιστοποιήσει λήψη απόφασης από την αρμόδια υπηρεσία σε σχέση με την καταγεγραμμένη στο Τεκμήριο 1 αρνητική κατάληξη της αίτησης του κατηγορουμένου
- Δεν είχε στη διάθεση της πρακτικά συνεδρίασης επιτροπής για κάτι τέτοιο αλλά ούτε και ήταν σε θέση να δώσει στοιχεία και λεπτομέρειες αναφορικά με το πότε και ποιος έλαβε τέτοια απόφαση. Η μαρτυρία της γύρω από το θέμα αυτό δεν ήταν θετική αλλά συγχυσμένη. Η ίδια δεν φαινόταν σίγουρη για το θέμα αυτό και δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει μετά από σχετική ερώτηση του συνηγόρου υπεράσπισης πως δικαιολογείτο η θέση της ότι η αίτηση του κατηγορουμένου 3 απορρίφθηκε στις 05.05.11 ενώ το Τεκμήριο 1 που σημειώνει το λόγο απόρριψης της εν λόγω αίτησης φέρει ημερομηνία σύνταξης 26.04.
- Συνεπώς, δεν έχω πειστεί ότι έχει αποδειχτεί η λήψη απόφασης από μέρους αρμοδίου οργάνου για την τύχη της αίτησης του κατηγορουμένου
- Παράλειψη τεκμηρίωσης όμως υπάρχει και για το αν το Τεκμήριο 1 αποστάληκε από την αρμόδια υπηρεσία ή έστω ότι τελικά έφθασε στον προορισμό του. Ανεξαρτήτως όμως των πιο πάνω, δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος 3 όντως έλαβε γνώση του περιεχομένου του Τεκμηρίου 1, θέση που επίσης αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Μπροστά στην απουσία των στοιχείων που θα εξουδετέρωναν τις πιο πάνω σαφείς και συγκεκριμένες αμφισβητήσεις της υπεράσπισης, το Δικαστήριο δεν έχει πειστεί και κατ' επέκταση δεν δέχεται ότι το Τεκμήριο 1 έφθασε στον προορισμό του. Η γενική και αόριστη τοποθέτηση της ΜΚ ότι απλά το Τεκμήριο 1 αποστάληκε χωρίς να συνοδεύεται από επαρκή μαρτυρικό υλικό που να αποδεικνύει κάτι τέτοιο δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι το έγγραφο αυτό όντως αποστάληκε ή ότι έφθασε στον προορισμό του και ότι ο κατηγορούμενος 3 έλαβε γνώση του περιεχομένου του. Η νομολογία υποδεικνύει ότι από τη στιγμή που το επηρεαζόμενο και άμεσα ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν λαμβάνει τέτοια γνώση τότε δεν είναι δυνατό να επέλθουν έννομα αποτελέσματα (Δήμος Παραλιμνίου v. Κακουλλή
(2010)3 Α.Α.Δ. 173 και Zaharjevic v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2011)3 Α.Α.Δ. 56). Αυτό ακριβώς συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, δηλαδή δεν υπήρξε κοινοποίηση του Τεκμηρίου 1 στον κατηγορούμενο 3. Όλα τα πιο πάνω αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Υπενθυμίζω ότι επιπλέον εύρημα του Δικαστηρίου αποτελεί το παραδεκτό γεγονός από τα μέρη ότι στις 12.10.11 ο κατηγορούμενος 3 εργοδοτείτο από την κατηγορούμενη 1 εταιρεία, κατόπιν σχετικής πρόσληψης από τον κατηγορούμενο 2 που ήταν διευθυντής της κατηγορουμένης 1 εταιρείας και ενεργούσε για σκοπούς αυτής της εργοδότησης. Σε σχέση με το Τεκμήριο 'Α' προς αναγνώριση, σημειώνεται ότι ουδεμία βαρύτητα του αποδίδω καθώς η όποια μαρτυρία προέκυψε μέσα από ερωτήσεις επί του περιεχομένου του μετά την κατάθεση του εν λόγω εγγράφου ως μη κανονικό τεκμήριο παρέμεινε ανενεργή και ως εκ τούτου δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (Μελάς v. Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826, Δήμος Λευκωσίας v. E.L.K. Trading Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ.120 και Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας v. EPCO CYPRUS LTD
(2007)1(B) Α.Α.Δ. 883). Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Θα ασχοληθώ πρώτα με την τρίτη κατηγορία που πραγματεύεται θέμα παράνομης απασχόλησης του κατηγορουμένου
- Είναι προφανές ότι με δεδομένο τα πιο πάνω ευρήματα το αποτέλεσμα της εξέτασης στην κατηγορία αυτή θα καθορίσει την έκβαση των κατηγοριών 1 και 2 που αφορούν τους κατηγορουμένους 1 και
- Το αδίκημα της παράνομης απασχόλησης αλλοδαπών διέπεται από το άρθρο 19
(1)(κ) του Κεφ.105 και ρητά αναφέρει τα πιο κάτω: "19.—
(1)Πρόσωπο το οποίο — (μ) αν και είναι κάτοχος άδειας που χορηγήθηκε βάσει του Νόμου αυτού ή οποιωνδήποτε Κανονισμών που εκδόθηκαν βάσει αυτού, παραβαίνει οποιοδήποτε όρο ή προϋπόθεση που περιέχεται σε τέτοια άδεια ή αναλαμβάνει οποιοδήποτε είδος εργασίας χωρίς να έχει εξασφαλίσει την άδεια του Διευθυντή δυνάμει του Κανονισμού 11 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών·" Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος 3 να είναι αλλοδαπός, (β) κάτοχος άδειας που του χορηγήθηκε βάσει νομοθεσίας ή κανονισμών και (γ) παραβαίνει οποιοδήποτε όρο ή προϋπόθεση που περιέχεται σε τέτοια άδεια ή (δ) αναλαμβάνει οποιοδήποτε είδος εργασίας χωρίς να έχει εξασφαλίσει την άδεια της αρμόδιας αρχής. Στην προκειμένη περίπτωση είναι παραδεκτό γεγονός και κατ' επέκταση εύρημα του Δικαστηρίου ότι στις 12.10.11 ο κατηγορούμενος 3 εργοδοτείτο από την κατηγορούμενη 1 εταιρεία, κατόπιν σχετικής πρόσληψης από τον κατηγορούμενο 2 που ήταν διευθυντής της κατηγορουμένης 1 εταιρείας και ενεργούσε για σκοπούς αυτής της εργοδότησης Είναι επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος 3 εισήλθε στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας ως προσωρινός κάτοικος για περιορισμένη χρονική διάρκεια έχοντας εξασφαλίσει άδεια παραμονής και εργασίας στην κατηγορούμενη 1, η οποία διαχειρίζεται το πρατήριο καυσίμων με την ονομασία "Agip" που βρίσκεται στη λεωφόρο Μεσόγης στην Πάφο, γεγονός που ήταν γνωστό στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης. Από την προσκομισθείσα μαρτυρία καθίσταται σαφές ότι ο κατηγορούμενος 3 δεν είναι κύπριος υπήκοος. Επίσης, από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου προκύπτει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο κατηγορούμενος 3 ήταν νυμφευμένος με ευρωπαία πολίτη. Από την στιγμή που η γνησιότητα και η εγκυρότητα του γάμου του δεν έχουν αμφισβητηθεί τότε ο εν λόγω κατηγορούμενος, ως νόμιμος σύζυγος ευρωπαίας πολίτη, θεωρείται, με βάση τον Ν.7(Ι)/2007 του οποίου οι πρόνοιες πλέον τίθενται σε ισχύ, μέλος της οικογένειας πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο Ν.7(Ι)/2007ουσιαστικά κωδικοποιεί τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2004/38ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2004. Το πεδίο εφαρμογής του νόμου αυτού καλύπτει κάθε πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που φθάνει και διαμένει στην Κυπριακή Δημοκρατία και επεκτείνεται και στα μέλη της οικογένειας του, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, που τον συνοδεύουν κατά την μετάβαση του στην Κυπριακή Δημοκρατία ή που φθάνει στην Κύπρο για να τον συναντήσουν (άρθρο 4
(1)Ν.7(Ι)/2007). Όπως τονίζεται ρητά στο άρθρο 3, η νομοθεσία αυτή θεσπίστηκε με σκοπό τον καθορισμό όρων και διατυπώσεων που διέπουν την άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία από τους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα μέλη των οικογενειών τους καθώς επίσης ο προσδιορισμός των περιορισμών που δύνανται να επιβληθούν στα δικαιώματα της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας και δημόσιας υγείας. Επομένως συνάγεται ότι το δικαίωμα της ελεύθερης και απρόσκοπτης κυκλοφορίας και διαμονής στο νησί ενυπάρχει μέσα από τις πρόνοιες του Ν.7(Ι)/2007, πλην όμως ελέγχεται και περιορίζεται από σχετικές διατάξεις της ιδίας νομοθεσίας (άρθρα 8 και 9 Ν.7(Ι)/2009). Μία διατύπωση που ο Ν.7(Ι)/2007επιβάλλει είναι η υποχρεωτική εγγραφή των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των μελών της οικογένειας τους στο Αρχείο Πληθυσμού για τις περιόδους διαμονής τους στην Κυπριακή Δημοκρατία που υπερβαίνουν τους 3 μήνες σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας εντός προθεσμίας 4 μηνών από την ημερομηνία άφιξης τους στο νησί. Η αρμόδια αρχή χορηγεί αμέσως βεβαίωση εγγραφής στην οποία αναγράφονται το ονοματεπώνυμο, η διεύθυνση του εγγραφέντος και η ημερομηνία εγγραφής. Μία άλλη διατύπωση που ο εν λόγω νόμος καθορίζει είναι η χορήγηση από την αρμόδια υπηρεσία δελτίου διαμονής στο μέλος της οικογένειας πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δεν είναι υπήκοος κράτους μέλους της Ένωσης εφόσον η προβλεπόμενη διάρκεια διαμονής του στην Κυπριακή Δημοκρατία υπερβαίνει τους 3 μήνες. Η συμμόρφωση με την πρόνοια αυτή είναι υποχρεωτική και γίνεται μέσω υποβολής σχετικής αίτησης και καταβολής τέλους εντός 4 μηνών από την ημερομηνία άφιξης στην Κύπρο του μέλους της οικογένειας πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δεν είναι υπήκοος κράτους μέλους της Ένωσης (άρθρο 11 Ν.7(Ι)/2009). Τυχόν μη συμμόρφωση αποτελεί ποινικό αδίκημα και τιμωρείται με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει €2.562,90. Με την υποβολή τέτοιας αίτησης και την καταβολή του τέλους η αρμόδια αρχή εκδίδει αμέσως βεβαίωση υποβολής της αίτησης. Η εξασφάλιση δελτίου διαμονής πιστοποιεί το δικαίωμα διαμονής του μέλους της οικογένειας πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δεν είναι υπήκοος κράτους μέλους της Ένωσης. Για να χορηγηθεί το δελτίο διαμονής θα πρέπει πρώτα το ενδιαφερόμενο άτομο να προσκομίσει στην αρμόδια αρχή τα έγγραφα που καθορίζονται από το άρθρο 12
(2)του Ν.7(Ι)/2009. Σύμφωνα με το εδάφιο
(1)του άρθρου 12 του ιδίου νόμου, η αρμόδια αρχή εκδίδει το προαναφερόμενο δελτίο διαμονής το αργότερο εντός 6 μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. Το δικαίωμα εργασίας ή απασχόλησης στην Κυπριακή Δημοκρατία συντρέχει με το δικαίωμα διαμονής στο νησί, με το οποίο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο. Το άρθρο 21 του Ν.7(Ι)/2009 προνοεί ότι τα μέλη της οικογένειας πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, τα οποία έχουν δικαίωμα διαμονής στην Κύπρο, δικαιούνται να αναλαμβάνουν μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα. Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, θα πρέπει να σημειωθεί ότι στις 07.07.10 η ευρωπαία σύζυγος του κατηγορουμένου 3 εγγράφηκε σύμφωνα με την ισχύουσα σχετική νομοθεσία για να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ακολούθησε η υποβολή αίτησης από τον κατηγορούμενο 3, ως ήταν υποχρέωση του, συνοδευόμενη από την προσκόμιση των αναγκαίων εγγράφων, όπως το έντυπο MU2, αντίγραφο διαβατηρίου του, αντίγραφο βεβαίωσης εγγραφής της ευρωπαίας συζύγου του στην Κυπριακή Δημοκρατία, πιστοποιητικό γάμου και συμβόλαιο εργοδότησης του από την κατηγορούμενη 1 εταιρεία, αλλά και άλλων εγγράφων που του ζητήθηκαν από την αρμόδια αρχή. Παράλληλα, δεν υπάρχει παράπονο για μη καταβολή του τέλους με την υποβολή της αίτησης. Η αρμόδια αρχή επικαλούμενη μη εντοπισμό του κατηγορουμένου 3 και της ευρωπαίας συζύγου στην δηλωμένη διεύθυνση του αλλά χωρίς ποτέ να αμφισβητήσει την γνησιότητα και εγκυρότητα του γάμου του προχωρεί στην απόρριψη της αίτησης του και παράλληλα ανακαλώντας το δικαίωμα του κατηγορουμένου 3 για απασχόληση του στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία. Όπως έχει λεχθεί προηγουμένως, η έκδοση δελτίου διαμονής που η αρμόδια αρχή αρνήθηκε να πράξει στην περίπτωση του κατηγορουμένου 3 απλά πιστοποιεί το δικαίωμα διαμονής του στην Κύπρο. Η έννοια της 'πιστοποίησης' λαμβάνει τη μορφή και σημασία της 'βεβαίωσης' και της 'επικύρωσης' ενός πράγματος που ήδη υπάρχει (βλέπε 'Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας', Β' Έκδοση του Γ. Μπαμπινιώτη, σελίδα 1410). Δεν γεννά όμως δικαίωμα αλλά ούτε και το δημιουργεί. Το δικαίωμα της διαμονής και κατ' επέκταση της απασχόλησης ενός ευρωπαίου πολίτη ενυπάρχει μέσα στις διατάξεις του Ν.7(Ι)/
- Ειδικότερα το άρθρο 8 της κείμενης νομοθεσίας παρέχει δικαίωμα διαμονής για περίοδο έως 3 μήνες χωρίς κανένα όρο ή διατύπωση εκτός από την υποχρέωση κατοχής σε ισχύ δελτίου ταυτότητας ή διαβατηρίου. Το δε άρθρο 9 της εν λόγω νομοθεσίας δίδει δικαίωμα διαμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία για περίοδο που υπερβαίνει τους 3 μήνες εφόσον πληρείται οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις που οι διατάξεις του συγκεκριμένου άρθρου ρητά περιέχουν. Μία από αυτές είναι ο ευρωπαίος πολίτης να είναι μισθωτός εργαζόμενος στην Κύπρο. Τα δικαιώματα αυτά επεκτείνονται και στα μέλη της οικογένειας τους με τα ίδια κριτήρια και περιορίζονται μόνο στις περιπτώσεις που η νομοθεσία συγκεκριμένα καθορίζει και άπτονται της δημόσιας ασφάλειας, της δημόσιας υγείας και της δημόσιας τάξης (άρθρα 29 και 31 Ν.7(Ι)/2009). Οτιδήποτε το διαφορετικό θα υπονόμευε το πνεύμα και τους σκοπούς του Ν.7(Ι)/2009 που ουσιαστικά είναι η ελεγχόμενη ελεύθερη απρόσκοπτη κυκλοφορία, διακίνηση και εργασία ευρωπαίων πολιτών και μελών οικογένειας τους στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ενώπιον μου δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι η άρνηση χορήγησης δελτίου παραμονής στον κατηγορούμενο 3 συνδέεται με οποιαδήποτε από τις προαναφερόμενες τρεις περιπτώσεις. Αντίθετα, το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 αποδίδει ως λόγο απόρριψης της αίτησης τη διαπίστωση ότι ο κατηγορούμενος 3 δεν διαμένει στην δηλωθείσα διεύθυνση. Παράλληλα, υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία που υποδεικνύει ότι η ευρωπαία σύζυγος του κατηγορουμένου 3 εξασφάλισε βεβαίωση εγγραφής για διαμονή στην Κύπρο με τον κατηγορούμενο 3, ο οποίος κατά το χρόνο εκείνο εργαζόταν ως μισθωτός στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία που εδρεύει στην Κύπρο, να έχει υποβάλει σχετική αίτηση προσκομίζοντας κάθε έγγραφο που απαιτείτο και που του ζητήθηκε. Τα πιο πάνω δεδομένα παρέχουν δικαίωμα διαμονής του κατηγορουμένου 3 στην Κύπρο υπό το καθεστώς του μέλους της οικογένειας πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δεν είναι υπήκοος κράτους μέλους της Ένωσης. Κατά προέκταση και έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 21 του Ν.7(Ι)/2009, παρέχεται αλληλένδετο δικαίωμα εργασίας του στην Κύπρο και συγκεκριμένα ως εργοδοτούμενος της κατηγορουμένης 1 εταιρείας. Ανεξαρτήτως όμως του πιο πάνω, η όποια ενέργεια της αρμόδιας αρχής αφορά την ανάκληση ή τερματισμό δικαιώματος διαμονής ή εργασίας ενός ατόμου προϋποθέτει τη λήψη απόφασης προς την κατεύθυνση της ενέργειας από το αρμόδιο σώμα και στη συνέχεια την γραπτή κοινοποίηση τέτοιας απόφασης προς το ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Στόχος είναι το ενδιαφερόμενο άτομο να λάβει γνώση μιας τέτοιας απόφασης έτσι ώστε να έχει την ευκαιρία να την αντιμετωπίσει μέσω της λήψης των ένδικων μέσων και μηχανισμών που του παρέχονται. Μόνο έτσι επέρχονται έννομα αποτελέσματα. Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο έκρινε ότι από τα ενώπιον του στοιχεία δεν υπήρξε λήψη απόφασης για την τύχη της αίτησης του κατηγορουμένου 3 από αρμόδιο όργανο. Ακόμη όμως και να υπήρχε, δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι το Τεκμήριο 1 έχει κοινοποιηθεί στην διεύθυνση που το εν λόγω έγγραφο απευθύνεται. Το ότι το Τεκμήριο 1 αποστάληκε μέσω ταχυδρομείου δεν διασφαλίζει απαραίτητα και την άφιξη του στον σκοπούμενο προορισμό του. Μαρτυρία αρμοδίου λειτουργού του ταχυδρομείου που να βεβαιώνει κάτι τέτοιο κρίνεται απαραίτητη. Ούτε όμως υπάρχει μαρτυρία που να θεμελιώνει κοινοποίηση του εγγράφου αυτού στον κατηγορούμενο 3 ή ότι ο τελευταίος έλαβε γνώση του περιεχομένου του Τεκμηρίου
- Παράλληλα, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής πάσχει και για ένα επιπλέον λόγο. Ενώ μέσα από την μαρτυρία που παρουσιάστηκε προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 3 είχε αρχικά εισέλθει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας υπό τον μανδύα του αλλοδαπού, δηλαδή του μη κύπριου πολίτη, ως προσωρινός κάτοικος έχοντας εξασφαλίσει άδεια παραμονής και εργασίας στην κατηγορούμενη 1 για περιορισμένο χρονικό διάστημα, ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε που να καταδεικνύει πότε ο κατηγορούμενος αφίχθηκε ακριβώς στην Κύπρο και πότε η άδεια που του είχε αρχικά δοθεί για απασχόληση στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία έληγε. Από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία δεν αποδεικνύεται ότι προτού ο κατηγορούμενος 3 τελέσει τον γάμο του με την ευρωπαία σύζυγο του η περίοδος που αρχικά του είχε χορηγηθεί για απασχόληση στην κατηγορούμενη 1 είχε όντως λήξει. Αυτό σημαίνει ότι σε τέτοια περίπτωση δεν έχουν αποδειχτεί στον απαιτούμενο βαθμό τα δύο τελευταία συστατικά στοιχεία του αδικήματος της παράνομης απασχόλησης. Εφόσον η απασχόληση του κατηγορουμένου 3 δεν έχει αποδειχτεί ότι ήταν παράνομη, η κατηγορούμενη 1 εταιρεία δεν μπορεί να κριθεί ένοχη για παράνομη εργοδότηση του κατηγορουμένου
- Ομοίως ο κατηγορούμενος 2, διευθυντής της κατηγορουμένης 1 εταιρείας δεν μπορεί να κριθεί επίσης ένοχος για παράνομη εργοδότηση του κατηγορουμένου 3 δυνάμει του άρθρου 20 του Κεφ.
- Υπό το φως των πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον όλων των κατηγορουμένων στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, οι οποίοι αθωώνονται και απαλλάσσονται. Ενόψει της κατάληξης της υπόθεσης, παρέλκει η εξέταση της εισήγησης του συνηγόρου υπεράσπισης περί κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Έξοδα ύψους €105,00 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Judgment Αναφορά: Ποινικό/Παράνομη απασχόληση-παράνομη εργοδότηση/ Άρθρα 14Β και 19
(1)(κ) Κεφ.105/ Τελική Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο