← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΒΑΡΒΑΡΑ ΠΟΥΡΣΑΝΙΔΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 2237/2011, 13/8/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΒΑΡΒΑΡΑ ΠΟΥΡΣΑΝΙΔΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 2237/2011, 13/8/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B149 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2237/2011 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΒΑΡΒΑΡΑ ΠΟΥΡΣΑΝΙΔΟΥ Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 13.08.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορούμενο: κος Π. Κουρίδης Κατηγορούμενη: παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει κατηγορία επίθεσης που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (πρώτη κατηγορία), κατηγορία πρόκλησης κακόβουλης ζημιάς κατά παράβαση του άρθρου 324

(1)του Κεφ.154 (δεύτερη κατηγορία) και κατηγορία δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του Κεφ.154 (τρίτη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι στις 16.08.10 στον ισόγειο χώρο της πολυκατοικίας με την ονομασία 'Ioanna Court' που βρίσκεται στην οδό Ναυπάκτου αρ.14 στην Πάφο επιτέθηκε εναντίον της Λιλιάνας Κάρμεν προκαλώντας της πραγματική σωματική βλάβη. Περαιτέρω, η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι στον ίδιο με πιο πάνω χρόνο και τόπο εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά ύψους €350,00 σ' ένα ρολόι χειρός μάρκας Diesel, περιουσία της Λιλιάνας Κάρμεν, την οποία επίσης κατηγορείται ότι εξύβρισε κατά τον προαναφερόμενο χρόνο και στον προαναφερόμενο τόπο με τη φράση 'Εσύ απαγορεύεται να μπεις μέσα στο ασανσέρ, είσαι μια άχρηστη, μαλακισμένη, πουτάνα' κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 3 μάρτυρες και συγκεκριμένα την Τατάρ Λιλιάνα Κάρμεν (ΜΚ1) που είναι η παραπονούμενη στην υπόθεση αυτή, τον αστυφύλακα 4050 Δημήτρη Αρσιώτη (ΜΚ2), ο οποίος συμμετείχε στην διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης και τον ιατρικό λειτουργό του Τμήματος Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, Νεκτάριο Σιδηρόπουλο (ΜΚ3). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της κατηγορουμένης σε όλες τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου και αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, η κατηγορούμενη επέλεξε να προβεί σε ένορκη κατάθεση καλώντας παράλληλα δύο μάρτυρες υπεράσπισης και συγκεκριμένα τον φωτογράφο Κυριάκο Λάρκο (ΜΥ1) και τον Peter Martin Delwhirst (MY2), ο οποίος διαμένει στην επίδικη πολυκατοικία. Επιπλέον, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 7 τεκμήρια. Η παραπονούμενη στην υπόθεση αυτή (ΜΚ1) προσκόμισε, ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 17.08.10 που έδωσε στην αστυνομία, την οποία παρουσίασε σαν Τεκμήριο 1Α το κείμενο αυτής στην μητρική της γλώσσα και σαν Τεκμήριο 1Β πιστή μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, μέσα από την οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι διαμένει στο διαμέρισμα αρ.106 της επίδικης πολυκατοικίας. Επίσης, γίνεται αναφορά ότι στις 16.08.10 και περί ώρα 17:50 ενώ η παραπονούμενη προσπαθούσε να εισέλθει εντός του ανελκυστήρα της επίδικης πολυκατοικίας για να μεταβεί στο διαμέρισμα της, τη στιγμή εκείνη εξερχόταν από τον ανελκυστήρα η κατηγορούμενη που διαμένει στην ίδια πολυκατοικία και συγκεκριμένα στο διαμέρισμα υπ' αριθμό 302, η οποία μόλις είδε την παραπονούμενη της είπε 'Εσύ απαγορεύεται να μπεις μέσα στο ασανσέρ, είσαι μια άχρηστη, ξιμαρισμένη πουτάνα'. Ακολούθως, σύμφωνα πάντοτε με το Τεκμήριο 1Β, η κατηγορούμενη άρχισε να κτυπά την παραπονούμενη σε διάφορα μέρη του σώματος της και στην κεφαλή προκαλώντας της ζημιά στο ρολόι της μάρκας Diesel αξίας €350,
  1. Με βάση το Τεκμήριο 1Α, η παραπονούμενη μετέβηκε στην αστυνομία και στη συνέχεια στο νοσοκομείο. Ως λόγος της επίθεσης καταγράφεται η ενέργεια της παραπονούμενης να μην πληρώσει κοινόχρηστα επειδή θεωρεί ότι η κατηγορούμενη δεν επιδεικνύει καλή συμπεριφορά τόσο απέναντι στην ίδια όσο και προς τους άλλους ενοίκους της πολυκατοικίας. Στην κυρίως εξέταση της δια ζώσης μαρτυρίας της η παραπονούμενη ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου η ίδια διέμενε στον πρώτο όροφο της πολυκατοικίας και η κατηγορούμενη στον τρίτο όροφο αυτής. Σύμφωνα με την παραπονούμενη οι μεταξύ τους σχέσεις ήταν ανύπαρκτες ενώ είπε ότι λίγες ημέρες πριν από το επίδικο επεισόδιο η κατηγορούμενη της κτύπησε την πόρτα του διαμερίσματος της φωνάζοντας να της δώσει χρήματα για τα κοινόχρηστα. Επειδή όμως, όπως είπε, η κατηγορούμενη της συμπεριφέρθηκε πολύ άσχημα η παραπονούμενη αρνήθηκε να ανταποκριθεί λέγοντας της να μάθει να ομιλεί ευγενικά και μετά να έλθει να συζητήσουν. Σε σχέση με το επίδικο περιστατικό η παραπονούμενη αφού ουσιαστικά επανέλαβε την εκδοχή που ανάφερε στο Τεκμήριο 1Β, πρόσθεσε ότι η κατηγορούμενη την έσπρωξε στο στήθος με τα χέρια της και ενώ βρισκόταν σε κλίση πατήθηκε η φούστα της με αποτέλεσμα το κεφάλι της να κτυπήσει πάνω στο κάγκελο που ήταν δίπλα από τον ανελκυστήρα της πολυκατοικίας και σε απόσταση ενός μέτρου. Όπως η ίδια ανάφερε, είχε γρατσουνιές, πονούσε πολύ πίσω από το κεφάλι της και φορούσε κολάρο. Αντεξεταζόμενη η παραπονούμενη δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως η κατηγορούμενη το έτος 2010 ήταν υπεύθυνη είσπραξης των χρημάτων που αφορούσαν τα κοινόχρηστα της πολυκατοικίας. Η ίδια παραδέχτηκε ότι τον Αύγουστο του έτους 2010 χρωστούσε το ποσό των €350,00 για κοινόχρηστα της πολυκατοικίας, το οποίο δεν πλήρωσε παρόλο ότι εκ των υστέρων μετακόμισε σε άλλο μέρος. Παράλληλα, η παραπονούμενη αρνήθηκε ότι τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα του επιδίκου επεισοδίου η κατηγορούμενη δεν βρισκόταν στον ανελκυστήρα της πολυκατοικίας. Χωρίς να θυμάται αν αυτή ή η κατηγορούμενη πάτησε το φόρεμα της, η παραπονούμενη είπε ότι το φόρεμα της είχε δύο δαντέλες και πέφτοντας επειδή η κατηγορούμενη την έσπρωξε η τιράντα κόπηκε. Προτού την σπρώξει η κατηγορούμενη την είχε πιάσει από τους ώμους με τα χέρια της και αφού την έσπρωξε την χτύπησε στο σώμα και στο κεφάλι της και ενώ ήταν στο έδαφος με τον ώμο της κτυπημένο η κατηγορούμενη συνέχισε να την κτυπά με τα πόδια της. Επ' αυτού κατατέθηκε η ιατρική έκθεση του Δρ. Νεκτάριου Σιδηρόπουλου ως Τεκμήριο
  2. Όταν μετέβηκε στο νοσοκομείο η παραπονούμενη είπε ότι παραπονέθηκε για πόνο στην κεφαλή, στο χέρι της και στην κοιλιά της Ο δε ιατρός που την εξέτασε της είπε να χρησιμοποιεί για μερικές ημέρες αυχενικό κολάρο καθώς και την εγγραφή κάποιων ημερών ως αναρρωτική άδεια. Όσον αφορά το ρολόι που η παραπονούμενη ισχυρίζεται ότι έπαυσε να λειτουργεί συνεπεία της κατ' ισχυρισμό επίθεσης που δέχτηκε από την κατηγορούμενη, είπε ότι της το είχε αγοράσει ο σύζυγος της και το πήρε στην αστυνομία που το φωτογράφησε αλλά δεν θυμάται τώρα που βρίσκεται. Ωστόσο αρνήθηκε την θέση της κατηγορουμένης ότι δεν προκλήθηκε ζημιά στο ρολόι της. Επίσης αρνήθηκε τις θέσεις της κατηγορουμένης ότι την επίδικη ημέρα και ώρα δεν την εξύβρισε και ότι ούτε καν την συνάντησε επειδή εκείνη τη στιγμή η κατηγορούμενη βρισκόταν σε ινστιτούτο ομορφιάς όπου εργαζόταν. Ο ΜΚ2 παρουσίασε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την γραπτή κατάθεση του σαν Τεκμήριο
  3. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, στις 17.08.10 ο εν λόγω αστυνομικός έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη και ακολούθως την ίδια ημέρα την κατηγόρησε γραπτώς με τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου, τις οποίες αρνήθηκε. Η ανακριτική κατάθεση τόσο στην μητρική γλώσσα της κατηγορουμένης όσο και πιστή μετάφραση του κειμένου στην ελληνική γλώσσα κατατέθηκε ως Τεκμήρια 4Α και 4Β ενώ το αστυνομικό έντυπο κατηγορίας τόσο στην μητρική γλώσσα της κατηγορουμένης όσο και πιστή μετάφραση του κειμένου στην ελληνική γλώσσα κατατέθηκε ως Τεκμήρια 5Α και 5Β. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας αυτός, ανάμεσα σ' άλλα, διευκρίνισε πως ο ίδιος δεν ήταν ο αστυνομικός εξεταστής της υπόθεσης. Περαιτέρω, ο ΜΚ2 ανάφερε ότι ο ίδιος δεν διερεύνησε κατά πόσο ο ισχυρισμός περί ύπαρξης άλλοθι τη δεδομένη στιγμή της κατ' ισχυρισμό επίθεσης και των υπολοίπων κατηγοριών που η κατηγορούμενη προβάλλει είναι ή όχι αληθής. Στην κυρίως εξέταση του ο ΜΚ3, μεταξύ άλλων, εξήγησε το περιεχόμενο της ιατρικής έκθεσης (Τεκμήριο 2) που ο ίδιος σύνταξε καθώς και στα δεδομένα που το περιβάλουν μετά από κλινική εξέταση που έκανε στην παραπονούμενη όταν αυτή προσήλθε στις 16.08.10 και περί ώρα 17:40 στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου παραπονούμενη για χτυπήματα στην αριστερή ράχη και κάκωση κεφαλής και τραχηλικής χώρας συνεπεία κατ' ισχυρισμό ξυλοδαρμού. Ωστόσο ο εν λόγω ιατρός διευκρίνισε ότι η παραπονούμενη δεν ανάφερε για την ύπαρξη οποιονδήποτε συμπτωμάτων και ούτε παραπονέθηκε για πόνο ή κεφαλαλγία ή ζάλη. Μέσα από κλινική εξέταση της παραπονούμενης ο ΜΚ3 διαπίστωσε εκχυμώσεις τράχηλου αριστερού βραχίονα καθώς και μία εκδορά αριστερής ράχης. Όπως περαιτέρω ο εν λόγω μάρτυρας εξήγησε, οι εκχυμώσεις και οι εκδορές μπορεί να προκληθούν από ανθρώπινο χέρι λόγω πίεσης μαλακών μορίων. Σύμφωνα ακόμη με τον ΜΚ3, η νευρολογική εκτίμηση της παραπονούμενης με βάση την Κλίμακα Γλασκόβης διαπιστώθηκε ότι ήταν επιδόσεως 15 στα 15, ιατρικό εύρημα το οποίο δεν συνάδει με τις κατ' ισχυρισμό κακώσεις. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3, ανάμεσα σ' άλλα, δεν απέκλεισε τη δυνατότητα τις εκχυμώσεις και την εκδορά να τις προκαλέσει κάποιος στον ίδιο του τον εαυτό. Επίσης, ο εν λόγω ιατρός είπε ότι σε αντίθεση με τον ισχυρισμό της παραπονούμενης για κάκωση κεφαλής ο ίδιος δεν διαπίστωσε εξωτερικές κακώσεις άλλες από αυτές που προανάφερε. Ούτε και ο ίδιος διαπίστωσε οποιοδήποτε μώλωπα ή εκχυμώσεις στο κεφάλι, γεγονός που, όπως είπε, οπωσδήποτε θα υπήρχε αν κάποιος κτυπούσε στο κεφάλι τη δεδομένη στιγμή που η παραπονούμενη ισχυρίστηκε και προσερχόταν μετά από μία ώρα στο νοσοκομείο. Ακολούθως ο ΜΚ3 επανέλαβε τη θέση του ότι η μάρτυρας δεν ανάφερε ότι πονούσε οποιοδήποτε μέρος του σώματος της ή για κεφαλαλγία ή ζάλη, γεγονός που κατά την άποψη του θα δικαιολογούσε κτύπημα μέρους του σώματος της παραπονούμενης σε σκαλί μετά από πέσιμο της. Σύμφωνα με τον ιατρό αυτό, αν ο ίδιος θεωρούσε ότι η παραπονούμενη αντιμετώπιζε κάποιο σοβαρότερο τραύμα θα προχωρούσε σε παρακλινικό έλεγχο όπως η λήψη ακτινογραφιών, πλην όμως δεν υφίστατο κάτι τέτοιο. Επιπλέον, ο ΜΚ3 δήλωσε πως δεν ενέγραψε χρήση κολάρου ή λήψης κάποιου φαρμάκου από μέρους της παραπονούμενης επειδή κάτι τέτοιο δεν δικαιολογείτο αλλά και εφόσον η ίδια η παραπονούμενη δεν παραπονέθηκε για κάποιο σύμπτωμα. Η κατηγορούμενη μέσα από την ανακριτική κατάθεση της (Τεκμήρια 4Α και 4Β) αναφέρει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου διέμενε στην επίδικη πολυκατοικία και συγκεκριμένα στο διαμέρισμα υπ' αριθμό
  4. Χαρακτήρισε τυπικές τις σχέσεις της με την παραπονούμενη, η οποία κατά τον ίδιο χρόνο διέμενε στο διαμέρισμα υπ' αριθμό 106 της ίδιας πολυκατοικίας. Μία φορά τον μήνα την βλέπει για να εισπράξει τα χρήματα που αφορούν τα κοινόχρηστα έξοδα που της αναλογούν. Ένα χρόνο πριν από το επίδικο επεισόδιο δημιουργήθηκε μεταξύ τους μία παρεξήγηση επειδή η παραπονούμενη σταμάτησε να πληρώνει τα κοινόχρηστα έξοδα που της αναλογούσαν. Στις 16.08.10 και περί ώρα 17:50 η κατηγορούμενη δηλώνει πως δεν βρισκόταν στην πολυκατοικία αλλά ότι βρισκόταν στο ινστιτούτο ομορφιάς που διατηρούσε στην οδό Λαζάρου στην Πάφο όπου και έκανε θεραπεία προσώπου σε κάποιο άτομο με το όνομα Κώστας που είχε αριθμό τηλεφώνου
  5. Η κατηγορούμενη δηλώνει πως την κατ' ισχυρισμό ημερομηνία και ώρα δεν συνάντησε την παραπονούμενη και ότι η τελευταία ψεύδεται αποδίδοντας την καταγγελία που έκανε στο ότι την αντιπαθεί επειδή κάθε μήνα της ζητεί να πληρώσει τα κοινόχρηστα έξοδα που της αναλογούν. Στην κυρίως εξέταση της δια ζώσης μαρτυρίας της η κατηγορούμενη ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι είναι ιατρός παθολόγος εγγεγραμμένη στον Παγκύπριο Ιατρικό Σύλλογο με υπηρεσία στο Νοσοκομείο Πόλης Χρυσοχούς και στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου ενώ σήμερα εργάζεται σε ένα διαβητολογικό κέντρο στη Χλώρακα. Στη συνέχεια η κατηγορούμενη επανέλαβε ότι οι σχέσεις της με την παραπονούμενη, η οποία διέμενε στο διαμέρισμα αρ.106 του πρώτου ορόφου της επίδικης πολυκατοικίας, ήταν τυπικές. Η κατηγορούμενη είπε ότι ήταν ένα από τα τρία μέλη της διαχειριστικής επιτροπής της επίδικης πολυκατοικίας με ένα από τα καθήκοντα της την είσπραξη χρημάτων από τους ενοίκους για τα κοινόχρηστα έξοδα. Αναφερόμενη στην παραπονούμενη, η κατηγορούμενη είπε ότι δεν πλήρωνε το ποσό των κοινοχρήστων εξόδων που της αναλογούσε, είχε σκύλο μαύρου χρώματος που ήταν πολύ επιθετικός και όλοι τον φοβόντουσαν ενώ κάθε Κυριακή μαζί με το σύζυγο της τραγουδούσε με μικρόφωνο στα γειτονικά υποστατικά της πολυκατοικίας. Περαιτέρω η κατηγορούμενη ανάφερε ότι μερικές ημέρες πριν από το επίδικο περιστατικό συνάντησε την παραπονούμενη να διαβάζει από τον πίνακα ανακοινώσεων της πολυκατοικίας γραπτή προειδοποίηση ότι όσοι δεν πληρώσουν τα κοινόχρηστα έξοδα θα προσαχθούν ενώπιον Δικαστηρίου, πράγμα που της επανέλαβε η κατηγορούμενη, η οποία εισέπραξε από την παραπονούμενη ως απάντηση 'να δεις τι θα κάνω εγώ με εσένα.' Στρεφόμενη στο επίδικο περιστατικό η κατηγορούμενη ανάφερε ότι το πρωί της συγκεκριμένης ημέρας εργαζόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου ενώ το απόγευμα της ίδιας ημέρας και συγκεκριμένα από τις 16:00 μέχρι 19:00 εργάστηκε σε αισθητικό κέντρο. Ήταν η θέση της κατηγορουμένης ότι την χρονική στιγμή του κατ' ισχυρισμό επεισοδίου η ίδια εργαζόταν σε ινστιτούτο αισθητικής αποδίδοντας αλλότριους σκοπούς πίσω από την καταγγελία στην αστυνομία και συγκεκριμένα τη λήψη εκδίκησης αλλά και την αποκόμιση χρημάτων. Προς στήριξη της θέσης αυτής η κατηγορούμενη κατάθεσε ως Τεκμήριο 6 την αγωγή που η παραπονούμενη καταχώρησε εναντίον της σε σχέση με το επίδικο περιστατικό με την οποία διεκδικεί γενικές, ειδικές, παραδειγματικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Ακολούθως η κατηγορούμενη είπε ότι η απόσταση μεταξύ της κυρίας εισόδου της πολυκατοικίας από τον ανελκυστήρα αυτής είναι 3 μέτρα περίπου ενώ η απόσταση που χωρίζει τον ανελκυστήρα από το εσωτερικό κλιμακοστάσιο είναι πέραν των 2 μέτρων. Σύμφωνα ακόμη με την κατηγορούμενη στο τρίτο σκαλί της εσωτερικής σκάλας υπάρχει κάγκελο. Όπως είπε η ίδια προέβηκε στη λήψη 5 έγχρωμων φωτογραφιών τις οποίες παρέδωσε σε φωτογράφο για εκτύπωση. Οι εν λόγω φωτογραφίες κατατέθηκαν στην παρούσα διαδικασία ως Τεκμήρια Α1 έως Α5 προς αναγνώριση. Αντεξεταζόμενη η κατηγορούμενη δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως η καταγγελία έγινε με απώτερο στόχο η κατηγορούμενη να μην πληρώσει τα οφειλόμενα κοινόχρηστα έξοδα. Παράλληλα, η κατηγορούμενη αρνήθηκε ότι κτυπούσε τις πόρτες διαμερισμάτων των ενοίκων για να εισπράξει από αυτούς τα κοινόχρηστα έξοδα. Επίσης η κατηγορούμενη αρνήθηκε ότι την επίδικη ημέρα στο χώρο της προαναφερόμενης πολυκατοικίας επιτέθηκε στην παραπονούμενη προκαλώντας της πραγματική σωματική βλάβη. Ο ΜΥ1 στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι ασκεί το επάγγελμα του επαγγελματία φωτογράφου για 35 χρόνια έχοντας ασχοληθεί με όλο το φάσμα της φωτογραφίας όπως γάμοι, αρραβώνες, αεροφωτογραφίες και πόλεμοι. Παράλληλα ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι παρακολούθησε σεμινάρια τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό καθώς επίσης για 3 χρόνια διδάσκει φωτογραφία στα επιμορφωτικά μαθήματα του Υπουργείου Παιδείας. Ερχόμενος στην παρούσα υπόθεση, ο ΜΥ1 είπε ότι η κατηγορούμενη του είχε φέρει σε κάρτα μνήμης ψηφιακής μορφής εικόνες, τις οποίες έβαλε σε μηχανές της επιχείρησης του και εκτύπωσε. Από τους κωδικούς που υπήρχαν αναγνώρισε 5 φωτογραφίες που του υποδείχτηκαν και ήταν κατατεθειμένες ως Τεκμήρια Α1 έως Α5 προς αναγνώριση, ως αυτές που η κατηγορούμενη του είχε φέρει και ο ίδιος προσωπικά εκτύπωσε με τη βοήθεια της μηχανής του, τις οποίες και κατάθεσε ως Τεκμήρια 7
(1)μέχρι 7
(5). Επειδή η εκτύπωση των εν λόγω εικόνων ψηφιακής μορφής σε φωτογραφίες στις μηχανές του γίνεται με τη βοήθεια χημικής αντίδρασης απέκλεισε το ενδεχόμενο να υπήρξε αλλοίωση τους. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως ο ίδιος δεν γνωρίζει ποιο μέρος οι προαναφερόμενες εικόνες ψηφιακής μορφής απεικονίζουν και ούτε επισκέφτηκε το χώρο όπου αυτές λήφθηκαν. Ο ΜΥ2 στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου διέμενε στο διαμέρισμα υπ' αριθμό 302 της επίδικης πολυκατοικίας. Η κατηγορούμενη τότε διέμενε στο διπλανό διαμέρισμα υπ' αριθμό 303. Τον Αύγουστο 2010 η πληρωμή των λογαριασμών της πολυκατοικίας καθώς και η είσπραξη ποσών για τα κοινόχρηστα από τους ενοίκους αποτελούσαν καθήκοντα της τριμελούς διαχειριστικής επιτροπής που είχε στο μεταξύ εκλεγεί, της οποίας πρόεδρος ήταν η κατηγορούμενη και ταμίας ο εν λόγω μάρτυρας. Ο μάρτυρας αυτός ήταν το πρόσωπο που εισέπραττε τα ποσά των κοινοχρήστων εξόδων από τους ένοικους της πολυκατοικίας και υπό την ιδιότητα του αυτή γνώριζε ότι η παραπονούμενη διέμενε στο διαμέρισμα υπ' αριθμό 106 και αρνιόταν να πληρώσει τα έξοδα που της αναλογούσαν. Όταν του υποδείχτηκαν οι έγχρωμες φωτογραφίες των Τεκμηρίων 7
(1)μέχρι 7
(5)αναγνώριζε ότι αυτές απεικόνιζαν χώρους της επίδικης φωτογραφίας όπως το Τεκμήριο 7
(2)τον ανελκυστήρα και τις σκάλες για τον δεύτερο όροφο, το Τεκμήριο 7
(4)τον πρώτο όροφο και το Τεκμήριο 7
(5)την είσοδο. Ο ΜΥ2 επίσης ανάφερε ότι η απόσταση του ανελκυστήρα από την εσωτερική σκάλα που οδηγά στον πρώτο όροφο της πολυκατοικίας και έφερε προστατευτικό κιγκλίδωμα ήταν 2-3 μέτρα. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως οι σχέσεις της κατηγορουμένης με την παραπονούμενη ήταν ψυχρές εξαιτίας του θέματος των κοινοχρήστων εξόδων. Ο ίδιος όμως δεν γνωρίζει οτιδήποτε σε σχέση με το επίδικο επεισόδιο. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Συγκεκριμένα, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει αξιόπιστες της μαρτυρίες της κατηγορουμένης και των μαρτύρων υπεράσπισης και παράλληλα να απορρίψει ως αναληθή την μαρτυρία της παραπονούμενης. Είναι η θέση του κυρίου Κουρίδη ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης είναι αναληθής επειδή χαρακτηρίζεται από ανακρίβειες, αναφορά σε ψευδή γεγονότα και αντιφάσεις ενώ δεν φαίνεται να ενισχύεται από την μαρτυρία του ιατρού Δρ. Σιδηρόπουλου (ΜΚ3). Στη βάση αυτών ο εν λόγω συνήγορος ευσεβάστως εισηγήθηκε όπως το Δικαστήριο θα πρέπει να αθωώσει την κατηγορούμενη . Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, η οποία ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι οι οπαίες αντιφάσεις παρατηρούνται στην μαρτυρία της παραπονούμενης δεν είναι τέτοιες που κλονίζουν την αξιοπιστία της σε σχέση με την εκδοχή της. Κατά την άποψη της κυρίας Παπαλαζάρου παρόλο ότι η παραπονούμενη μπορεί να ήταν υπερβολική ως προς τις βλάβες που υπέστηκε εντούτοις δεν σημαίνει ότι δεν υπέστηκε επίθεση από την κατηγορούμενη. Είναι ακόμη η θέση της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής ότι επειδή η κατηγορούμενη δεν συμπαθούσε την παραπονούμενη την έσπρωξε με αποτέλεσμα να της προκαλέσει σωματική βλάβη. Με βάση το σκεπτικό αυτό η κυρία Παπαλαζάρου ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι η κατηγορούμενη θα πρέπει να κριθεί από το Δικαστήριο ένοχη σε όλες τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Επίσης, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Η δε αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εμπειρογνώμονα εδράζεται στις ίδιες αρχές με βάση τις οποίες αξιολογούνται οι μαρτυρίες των κοινών μαρτύρων (Ψάλτης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113) και Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)!Β Α.Α.Δ. 1077). Το Δικαστήριο μπορεί να δεχτεί μέρος της μαρτυρίας του ενός ή άλλου εμπειρογνώμονα και να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα (Πιττάλης v. Ianira Enterprises Ltd κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814). Βέβαια η συμπεριφορά ενός εμπειρογνώμονα μάρτυρα στο εδώλιο δεν έχει τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας του, παρόλο που παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης του (Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 746, Star Fiber Glass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 875 και Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441). Ο ρόλος του εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύει το Δικαστή με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του για να μπορέσει έτσι το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη εφαρμόζοντας αυτά τα κριτήρια πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (Νομικό Σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τάκης Ηλιάδης, 1994, σελίδες 138-146, Καούρης v. Δημητρίου
(2008)1Β Α.Α.Δ. 967 και Davie v. Edinburgh Magistrates
(1953)S.C. 34). Στο βαθμό και την έκταση που ο πραγματογνώμονας βασίζει τη γνώμη του σε γεγονότα που του έχουν γνωστοποιηθεί, τα γεγονότα αυτά πρέπει να αποδεικνύονται σύμφωνα με τους αποδεικτικούς κανόνες (Ττοουλιάς v. Δημοκρατία
(1989)2 Α.Α.Δ. 258, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1Β Α.Α.Δ. 746, Republic v. Chacholiades
(1980)2 C.L.R. 481 και Χαραλάμπους v. Σάββα
(1996)1Α Α.Α.Δ. 576). Η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα γίνεται αποδεκτή για να παρέχει το Δικαστήριο με επιστημονική μαρτυρία που μπορεί να μην βρίσκεται μέσα στις γνώσεις και εμπειρίες του Δικαστή (Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1). Η παρούσα υπόθεση είναι από αυτές που θα κριθεί με γνώμονα την αξιοπιστία των μαρτύρων καθότι μέσα από αυτή θα καθοριστεί το πλαίσιο των επίδικων γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση όπου δεν υπάρχουν αυτόπτες μάρτυρες είναι ουσιαστικά η εκδοχή της παραπονούμενης απέναντι στην εκδοχή της κατηγορουμένης, υπό το φως βέβαια και της ιατρικής μαρτυρίας του Δρ. Νεκτάριου Σιδηρόπουλου (ΜΚ3). Η νομολογία υποδεικνύει ότι η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Η ιατρική μαρτυρία αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ιδιαίτερα σε δίκη αναφορικά με τη διάπραξη αδικημάτων επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης (Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 Α.Α.Δ. 1003, Knell ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51 και Γεωργίου v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439). Το Δικαστήριο καλείται να κρίνει τις εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές των μερών αφού πρώτα αξιολογήσει την προσκομισθείσα μαρτυρία. Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Η παραπονούμενη (ΜΚ1) ήταν η βασική και θα έλεγα η μοναδική μάρτυρας της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής ως προς τον προσδιορισμό των ουσιωδών γεγονότων που πραγματικά διαδραματίστηκαν υπό την έννοια ότι είναι κοινό έδαφος αμφοτέρων πλευρών ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε αυτόπτης μάρτυρας στο κατ' ισχυρισμό περιστατικό. Η παραπονούμενη όμως δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η όλη στάση και συμπεριφορά της κατά τη διάρκεια της κατάθεσης της φανέρωσαν ένα άτομο που δεν ήλθε για να εξιστορήσει τα γεγονότα όπως πραγματικά διαδραματίστηκαν αλλά να πει αυτά που κατά την άποψη της θα βοηθούσαν την εκδοχή της και θα ήταν επιβαρυντικά για την κατηγορούμενη. Έδωσε ακόμη την εικόνα ότι δεν επιθυμούσε να αποκαλύψει στο Δικαστήριο όλα όσα συνέβησαν την επίμαχη ημερομηνία. Η παραπονούμενη έθεσε μια εκδοχή που δεν ήταν σταθερή αλλά παρουσίαζε παλινδρομήσεις. Οι σημαντικές διαφορές που εντοπίζονται μεταξύ της δια ζώσης μαρτυρίας της και της γραπτής κατάθεσης της στην αστυνομία (Τεκμήρια 1Α και 1Β) υπό την μορφή άλλοτε προσθέσεων και άλλοτε αφαιρέσεων καθώς και οι περιπτώσεις όπου η παραπονούμενη μένει εκτεθειμένη μέσα από την μαρτυρία του Δρ. Σιδηρόπουλου (ΜΚ2) που είναι ο ιατρός που την εξέτασε αμέσως μετά από το φερόμενο επεισόδιο, η οποία σε συνδυασμό με την ιατρική έκθεση του (Τεκμήριο 2) δεν φαίνεται να υποστηρίζουν τα παράπονα της, φωτογραφίζουν ένα πρόσωπο που μόνο φιλαλήθη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί δείχνοντας έτσι ότι η κατηγορούμενη δεν αποκάλυψε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Επιρρίπτοντας αποκλειστική ευθύνη στην κατηγορούμενη η παραπονούμενη προσπάθησε κατά τρόπο παραπλανητικό και έκδηλα υπερβολικό να παρουσιάσει μια κατά πολύ χειρότερη πραγματική και ιατρική κατάσταση για τον εαυτό της από ότι αληθώς και ιατρικώς βρέθηκε ότι ήταν. Παράλληλα, τα πιο πάνω σε συνάρτηση με τις ουσιώδεις αντιφάσεις στις οποίες η παραπονούμενη υπέπεσε έχουν μολύνει ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία της μαρτυρίας της. Συγκεκριμένα: (α) Η παραπονούμενη ενώ αρχικά στην κυρίως εξέταση της ανάφερε κατά τρόπο σαφή και κατηγορηματικό ότι ο λόγος που βρέθηκε στο έδαφος αφότου την έσπρωξε, όπως ισχυρίστηκε, η κατηγορούμενη ήταν επειδή η ίδια πάτησε το φόρεμα της, αμέσως στην συνέχεια διαφοροποιήθηκε με τη διευκόλυνση της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής μέσω σχετικής βοηθητικής ερώτησης, προφανώς αντιλαμβανόμενη ότι ενδεχομένως να δημιουργούσε πρόβλημα στην στοιχειοθέτηση κατηγοριών του κατηγορητηρίου, λέγοντας πως δεν είναι σε θέση να πει ποιος ήταν που πάτησε την φούστα της. (β) Σε αντίθεση με το τι ανάφερε στην κυρίως εξέταση της, η παραπονούμενη, στη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία (Τεκμήρια 1Α και 1Β) την επόμενη ημέρα του κατ' ισχυρισμό επεισοδίου και τότε που τα γεγονότα ήταν φρέσκα στο μυαλό της, δεν ανάφερε ότι βρέθηκε στο έδαφος επειδή πατήθηκε το φόρεμα της μετά από σπρώξιμο της κατηγορουμένης, πράγμα που καθιστά τη θέση αυτή ως ένα εκ των υστέρων εφεύρημα. (γ) Παρόλο ότι η παραπονούμενη στη γραπτή κατάθεση της στην αστυνομία ανάφερε ότι η κατηγορούμενη δεν επιδεικνύει καλή συμπεριφορά προς τους ένοικους της επίδικης πολυκατοικίας, στην αντεξέταση της ελίχθηκε και ανασκεύασε λέγοντας πως δεν γνωρίζει αν η κατηγορούμενη είχε οποιεσδήποτε διαφορές ή επεισόδια με οποιονδήποτε άλλο ένοικο, υπαναχωρώντας έτσι από την αρχική γραπτή της θέση με την οποία απέδιδε στην κατηγορούμενη συγκεκριμένη στάση, επιβαρυντική για την τελευταία. (δ) Ενώ στην αντεξέταση της δεν μπορεί να εξηγήσει το λόγο που κατ' ισχυρισμό η κατηγορούμενη της επιτέθηκε δίδοντας έτσι την εικόνα της απρόκλητης επίθεσης, στη γραπτή κατάθεση της στην αστυνομία απέδωσε την κατ' ισχυρισμό επίθεση στη άρνηση της ιδίας να πληρώσει στην κατηγορούμενη τα κοινόχρηστα έξοδα επειδή η τελευταία δεν είχε καλή συμπεριφορά απέναντι της. (ε) Ενώ στη γραπτή κατάθεση της στην αστυνομία η παραπονούμενη αναφέρει ότι η κατηγορούμενη την κτυπούσε σε διάφορα μέρη του σώματος της αλλά και στο κεφάλι, στην αντεξέταση της δήλωσε πως δεν γνώριζε που η κατηγορούμενη την κτυπούσε. (στ) Ενώ τόσο στην κυρίως εξέταση της όσο και στην αντεξέταση της η παραπονούμενη είπε ότι συνεπεία του τραυματισμού της κατά το επίδικο επεισόδιο ο ιατρός που την εξέτασε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου (Δρ. Σιδηρόπουλος-ΜΚ2) της συνέστησε να χρησιμοποιεί αυχενικό κολάρο αγοράζοντας το από φαρμακείο, πράγμα που όπως λέει έπραξε, ο ΜΚ2 στην δική του μαρτυρία αρνήθηκε κατηγορηματικά κάτι τέτοιο. (ζ) Ενώ στην αντεξέταση της η παραπονούμενη δήλωσε πως είχε πει στον ιατρό που την εξέτασε ότι πονούσε στο πίσω μέρος της κεφαλής της, στον ώμο της αλλά και στο χέρι και στην κοιλιά της, ο ΜΚ2 στην δική του μαρτυρία ανάφερε ότι το μόνο που η παραπονούμενη του ανάφερε ήταν ότι είχε κτυπηθεί στο κεφάλι. (η) Ενώ στη γραπτή κατάθεση της στην αστυνομία η παραπονούμενη είπε ότι αμέσως μετά την επίθεση μετέβηκε στην αστυνομία και στη συνέχεια στο νοσοκομείο, στην αντεξέταση της διαφοροποιήθηκε λέγοντας πως τηλεφώνησε στο σύζυγο της λέγοντας του τι έγινε και αυτός επικοινώνησε με την αστυνομία, μέλη της οποίας την επισκέφτηκαν στην πολυκατοικία και αφού αναζήτησαν ανεπιτυχώς την κατηγορούμενη επέστρεψαν και της είπαν να μεταβεί στην αστυνομία για να παραλάβει ένα έγγραφο που θα συμπληρωθεί από αρμόδιο επί καθήκον ιατρό του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, χώρο στον οποίο θα πήγαινε ακολούθως. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου ότι 3,5 χρόνια μετά το επίδικο συμβάν η παραπονούμενη κατά τη διάρκεια της δια ζώσης μαρτυρίας της περίγραψε με παραστατικότητα καθώς και με σχετική ευκολία λεπτομέρειες της κατ' ισχυρισμό επίθεσης, τις οποίες όμως δεν κατέγραψε στην γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία την επόμενη ημέρα του περιστατικού, χωρίς παράλληλα να δώσει οποιαδήποτε δικαιολογημένη εξήγηση γι' αυτό. Ειδικότερα, ενώ στη δια ζώσης μαρτυρία της στο Δικαστήριο η παραπονούμενη ανάφερε ότι η κατηγορούμενη την έπιασε από τους ώμους, την γρατσούνισε και αφού την έσπρωξε την κτυπούσε και ότι αφού πατήθηκε το φόρεμα της έπεσε με το κεφάλι προς τα πίσω πάνω στο προστατευτικό κάγκελο που ήταν έξω από τον ανελκυστήρα με αποτέλεσμα να αισθάνεται πόνο στο πίσω μέρος της κεφαλής της, στον ώμο της, στο χέρι και στην κοιλιά της, στη γραπτή κατάθεση της στην αστυνομία περιορίστηκε απλά, γενικά και αόριστα να αναφέρει ότι μετά που την εξύβρισε άρχισε να την κτυπά στο κεφάλι και σε διάφορα μέρη του σώματος της προκαλώντας της παράλληλα ζημιά στο ρολόι που φορούσε στο χέρι της μάρκας 'Diesel' αξίας €350,
  1. Σε σχέση με τη θέση της παραπονούμενης για πρόκληση ζημιάς στο ρολόι που φορούσε, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η ίδια δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει το επίδικο αντικείμενο, ούτε καν φωτογραφία αυτού. Ουδέποτε εξηγήθηκε η κατάσταση του επιδίκου ρολογιού και ούτε ποτέ τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου εκτίμηση αξίας επιδιόρθωσης του. Ούτε η παραπονούμενη εξήγησε τι ακριβώς ζημιές υπέστηκε το εν λόγω ρολόι της και πως προκλήθηκε η ζημιά συνεπεία ενέργειας της κατηγορουμένης, παρόλο ότι ο ισχυρισμός αυτός της παραπονούμενης αμφισβητήθηκε έντονα από την κατηγορουμένη. Ακόμη η παραπονούμενη δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο που να δικαιολογεί για ποιο λόγο η ίδια θεωρεί ότι το ύψος της ζημιάς ανέρχεται στα €350,
  2. Παράλληλα, κανένα ίχνος μαρτυρίας προσκομίστηκε που να επιβεβαιώνει αδυναμία επιδιόρθωσης του επιδίκου ρολογιού. Συνεπώς κανένα αποδεικτικό υλικό τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από μέρους της κατηγορούσας αρχής που να επαληθεύει τον ισχυρισμό αυτό της παραπονούμενης, η οποία περιορίστηκε σε απλή λεκτική διατύπωση ότι το ρολόι που φορούσε ήταν 'σπασμένο τελείως', όπως χαρακτηριστικά είπε. Δεν διαφεύγει περαιτέρω της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η ίδια η παραπονούμενη δεν προβαίνει σε οποιοδήποτε ισχυρισμό περί πρόκλησης ζημιάς σε δικό της ρολόι χειρός μέσα από την αντίστοιχη αγωγή, η οποία ουδεμία αξίωση για αποζημίωση περιέχει αναφορικά με το θέμα αυτό. Η περί του αντιθέτου τοποθέτηση της παραπονούμενης όταν ρωτήθηκε κάτι τέτοιο κατά την αντεξέταση της καταρρίπτεται από το περιεχόμενο του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος που ενσωματώνει σχετική έκθεση απαίτησης και κατατέθηκε από μέρους της υπεράσπισης (Τεκμήριο 6). Η αξιοπιστία της μαρτυρίας της παραπονούμενης κλονίζεται ακόμη περισσότερο μέσα από την κατάθεση του ΜΚ
  3. Οι λεπτομέρειες της κατ' ισχυρισμό επίθεσης καθώς και τα παράπονα της παραπονούμενης για τις σωματικές βλάβες που ισχυρίζεται ότι υπέστηκε συνεπεία της επίθεσης από την κατηγορούμενη δεν φαίνονται να επαληθεύονται από τα ιατρικά ευρήματα και συμπεράσματα του ιατρού που την εξέτασε (ΜΚ2). Συγκεκριμένα, σε αντίθεση με τον ισχυρισμό της παραπονούμενης για κτύπημα στο κεφάλι της ο ΜΚ2 δεν διαπιστώνει κάκωση κεφαλής, πράγμα που θα ήταν αναμενόμενο ή έστω θα εμφάνιζε εκδορές, εκχυμώσεις ή μώλωπες αν όντως η παραπονούμενη κτυπούσε σε τέτοιο σημείο. Αντίθετα ο ΜΚ2 δεν διαπίστωσε οποιεσδήποτε εξωτερικές κακώσεις, με εξαίρεση εκχυμώσεις στον τράχηλο αριστερού βραχίονα καθώς και μία εκδορά στην αριστερή ράχη, τα οποία όμως όπως είπε θα μπορούσαν να γίνουν και από το χέρι της παραπονούμενης. Επίσης, ο εν λόγω ιατρός είπε ότι η παραπονούμενη του είχε αναφέρει κτύπημα κεφαλής από ξυλοδαρμό με χέρι ανθρώπου χωρίς όμως αναφορά από μέρους της σε πέσιμο και χτύπημα σε σκαλί ή κάγκελο, διαψεύδοντας έτσι την εκ των υστέρων θέση της παραπονούμενης που τέθηκε για πρώτη φορά στη δια ζώσης μαρτυρία της. Επίσης ο ισχυρισμός της παραπονούμενης, όπως αυτός καταγράφεται στα Τεκμήρια 1Α και 1Β (γραπτή κατάθεση στην αστυνομία), ότι κτυπήθηκε στο κεφάλι και σε διάφορα μέρη του σώματος της για να έχει ίχνος αληθοφάνειας θα έπρεπε σύμφωνα με τον ΜΚ2 να συνοδεύεται φυσιολογικά τουλάχιστο από πόνο ή ζάλη και κεφαλαλγία. Ωστόσο κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να υφίστατο επειδή όχι μόνο η παραπονούμενη δεν παραπονέθηκε για τέτοια συμπτώματα στον ΜΚ2 ή σε οποιονδήποτε άλλο ιατρικό λειτουργό του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου αλλά ο παρακλινικός έλεγχος έδειξε επίδοση στην κλίμακα Γλασκώβης 15 στα 15 πράγμα που δείχνει φυσιολογική νευρολογική εκτίμηση της παραπονούμενης αποκλείοντας παράλληλα ζάλη, κεφαλαλγία, εγκεφαλική διάσειση και όλα τα συναφή. Το ιατρικό αυτό εύρημα αφήνει εκτεθειμένη την αλήθεια του εν λόγω ισχυρισμού της παραπονούμενης. Στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι το επίπεδο αξιοπιστίας της μαρτυρίας της παραπονούμενης είναι τόσο φτωχού επιπέδου που δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να βασιστεί σ' αυτή και να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα. Η μαρτυρία της παραπονούμενης στερείται πειστικότητας σε τέτοιο βαθμό και έκταση που δημιουργεί αρκετές αμφιβολίες στο Δικαστήριο αναφορικά με την αλήθεια του περιεχομένου της και κατά πόσο αυτή αντικατοπτρίζει τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης αυτή, αδυνατώντας έτσι να την αποδεχθώ και να στηριχθώ σ' αυτή. Για τους λόγους αυτούς το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ως αληθή και αξιόπιστη τόσο τη δια ζώσης μαρτυρία της παραπονούμενης όσο και τη γραπτή κατάθεση της στην αστυνομία, δηλαδή τα Τεκμήρια 1Α και 1Β (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168, Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ., 266 και Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερομηνίας 29.11.13). Αντίθετα, από το Τεκμήριο 6 το μόνο που λαμβάνεται υπόψη είναι το γεγονός της απουσίας ισχυρισμού της παραπονούμενης περί πρόκλησης κακόβουλης ζημιάς σε δικό της ρολόι χειρός καθώς και μη αξίωση οποιασδήποτε σχετικής αποζημίωσης. Η μαρτυρία του ΜΚ2 ήταν τυπικής φύσεως. Ο ΜΚ2 δεν ήταν ο αστυνομικός εξεταστής της παρούσας υπόθεσης αλλά είχε περιορισμένο ρόλο στη διερεύνηση της υπόθεσης, ως απλό μέλος που συμμετείχε σ' αυτή. Οι ενέργειες του, οι οποίες εστιάστηκαν στο να λάβει ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη με τη βοήθεια διερμηνέα (Τεκμήρια 4Α και 4Β) και στη συνέχεια να την κατηγορήσει γραπτώς με βάση το αστυνομικό έντυπο καταγγελίας (Τεκμήρια 5Α και 5Β), δεν αμφισβητήθηκαν από την κατηγορούμενη. Εξ' ου και ο μάρτυρας αυτός ουσιαστικά δεν αντεξετάστηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης επί των θεμάτων αυτών. Κάτω από αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του ΜΚ2 υπό την ιδιότητα του συμμετέχοντα στη διερεύνηση της υπόθεσης που περιστρέφεται γύρω από τις αναντίλεκτες ενέργειες που αυτός έκαμε στα πλαίσια διερεύνησης αυτής της υπόθεσης περιλαμβανομένου της γραπτής κατάθεσης του που είναι το Τεκμήριο 3. Επίσης, αποδέχομαι ότι ο ΜΚ2 έλαβε με τη βοήθεια διερμηνέα τα Τεκμήρια 4Α και 4Β, που είναι η ανακριτική κατάθεση της κατηγορουμένης καθώς και το ότι επίσης με τη βοήθεια διερμηνέα κατηγόρησε γραπτώς την κατηγορούμενη για τη διάπραξη των αδικημάτων που περιγράφονται στις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου (Τεκμήρια 5Α και 5Β), μόνο ως αδιαμφισβήτητες ενέργειες που έγιναν από μέρους του μάρτυρα αυτού. Ωστόσο μέσα από την μαρτυρία του ΜΚ2 καθίσταται αντιληπτό ότι η διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης δεν έγινε σε βάθος και δεν είχε εξαντλητική μορφή, όπως αρμόζει σε σοβαρές περιπτώσεις όπως την παρούσα. Στην γραπτή ανακριτική κατάθεση της η κατηγορούμενη επικαλέστηκε ότι τη δεδομένη στιγμή της κατ' ισχυρισμό επίθεσης εξυπηρετούσε κάποιο πελάτη στο ινστιτούτο ομορφιάς που λέει ότι διατηρούσε στην οδό Λαζάρου στην Πάφο κάνοντας του, όπως είπε, θεραπεία προσώπου. Ο ισχυρισμός της αυτός δεν ήταν γενικός και αόριστος αφού έδωσε το όνομα του πελάτη που επικαλείται ότι εξυπηρετούσε και τον αριθμό κινητού τηλεφώνου του καθώς και το είδος εξυπηρέτησης σε συγκεκριμένο χώρο που προσδιορίζει, καλώντας παράλληλα τον ΜΚ2 και κατ' επέκταση την ανακριτική ομάδα να το διερευνήσει. Πρόκειται για ισχυρισμό που ουσιαστικά λέει ότι η κατηγορούμενη την στιγμή της κατ' ισχυρισμό επίθεσης βρισκόταν σε διαφορετικό μέρος χωρίς έτσι να έχει έλθει σε επαφή με την παραπονούμενη. Ο εν λόγω μάρτυρας, ως το πρόσωπο που έλαβε την ανακριτική κατάθεση, ή ακόμη ο συνάδελφος του που εκτελούσε χρέη αστυνομικού εξεταστή όφειλαν να ανταποκριθούν στο κάλεσμα της κατηγορουμένης και να διερευνήσουν τον πιο πάνω ισχυρισμό της. Το αποτέλεσμα από μια τέτοια εξέταση ενδεχομένως να καθόριζε και την συνέχιση διερεύνησης της υπόθεσης. Παρόλο ότι ο ΜΚ2 παραδέχτηκε ότι ο ίδιος δεν εξέτασε τον εν λόγω ισχυρισμό της κατηγορουμένης και δεν γνώριζε αν το έπραξε κάποιος άλλος συνάδελφος του, εάν κάτι τέτοιο έχει γίνει τότε η κατηγορούσα αρχή όφειλε, ως συλλειτουργός της δικαιοσύνης, να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τη διαδικασία και το αποτέλεσμα μιας τέτοιας εξέτασης έτσι ώστε να βοηθήσει το Δικαστήριο να απονέμει δικαιοσύνη. Μια τέτοια παρουσίαση όμως ποτέ δεν έγινε. Εν πάσει περιπτώσει, το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την μαρτυρία κατά την αντεξέταση του ΜΚ2, κατά την ταπεινή μου γνώμη, από μόνο του δείχνει τον τρόπο με τον οποίο δυστυχώς διερευνούνται διάφορες ποινικές υποθέσεις και μάλιστα σοβαρές περιπτώσεις: "Ε. Δηλαδή κύριε μάρτυς θέλετε να μας πείτε ότι έρχεται ένας παραπονιέται για κάτι και εσείς έτσι ελαφρά την καρδία παίρνετε κάποιο στο Δικαστήριο. Αυτό θέλετε να μας πείτε; Α. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι καταγράφουμε το παράπονο του οποιουδήποτε προσώπου προβεί σε γραπτή κατάθεση και παρουσιάζουμε τα γεγονότα στο Δικαστήριο για να αποφασίσει ο εκάστοτε Δικαστής." Ο Δρ. Νεκτάριος Σιδηρόπουλος (ΜΚ3) που εργάζεται στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου έκανε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Έδωσε σαφείς και επιστημονικά τεκμηριωμένες απαντήσεις στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν περιοριζόμενος πάντοτε στον τομέα της ειδικότητας του αλλά και στα γεγονότα που ο ίδια βίωσε και διαπίστωσε προσωπικά μέσα από την κλινική και παρακλινική εξέταση της παραπονούμενης. Ολόκληρη η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη. Στη βάση αυτών, αποδέχομαι την μαρτυρία του στο βαθμό και την έκταση που ήταν διαφωτιστική για το Δικαστήριο ως επιστημονικά ορθή και αξιόπιστη. Μαζί με αυτά αποδέχομαι και το Τεκμήριο 2, το οποίο αποτελεί μέρος της μαρτυρίας του που δεν έχει αμφισβητηθεί από οποιονδήποτε. Συγκεκριμένα, ανάμεσα σ' άλλα, αποδέχομαι ότι στις 16.08.10 και περί ώρα 17:40 η παραπονούμενη προσήλθε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Εκεί ο εν λόγω μάρτυρας εξέτασε την παραπονούμενη μετά από αναφερόμενη επίθεση και ξυλοδαρμό. Η παραπονούμενη παραπονέθηκε μόνο για κάκωση κεφαλής και για κτύπημα στην αριστερή ράχη χωρίς να αναφέρει οποιαδήποτε άλλα συμπτώματα. Κατόπιν κλινικής και παρακλινικής εξέτασης ο εν λόγω ιατρός διαπίστωσε εκχυμώσεις τραχήλου και μία εκδορά αριστερής ράχης χωρίς όμως άλλες εξωτερικές εμφανείς κακώσεις. Επίσης, δέχομαι τη θέση του ιατρού αυτού ότι τα τραύματα που εντόπισε στην παραπονούμενη είναι τέτοιας φύσεως που θα μπορούσαν να είχαν προκληθεί και από το υποτιθέμενο θύμα. Δέχομαι ακόμη τη θέση του ΜΚ3 ότι όταν κάποιος κτυπήσει στο κεφάλι και επισκέπτεται ιατρό μετά από μία ώρα περίπου αναμένεται να υπάρχουν εκδορές, εκχυμώσεις ή μώλωπες στην περιοχή εκείνη, πράγμα όμως που δεν εντοπίστηκαν στην κεφαλή της παραπονούμενης. Εάν ακόμη αυτός ο κάποιος έπεφτε προς τα πίσω θα μπορούσε να είχε κτυπήσει και σε άλλα μέρη του σώματος με αποτέλεσμα να αισθάνεται τουλάχιστο πόνο, κεφαλαλγία και ζάλη, κάτι που δεν υφίστατο στην περίπτωση της παραπονούμενης αφού όχι μόνο η ίδια δεν παραπονέθηκε για τέτοια συμπτώματα αλλά ο παρακλινικός έλεγχος έδειξε επίδοση στην κλίμακα Γλασκώβης 15 στα 15 πράγμα που δείχνει φυσιολογική νευρολογική εκτίμηση της παραπονούμενης αποκλείοντας παράλληλα ζάλη, κεφαλαλγία, εγκεφαλική διάσειση και όλα τα συναφή. Περαιτέρω, αποδέχομαι ότι για τους πιο πάνω λόγους ο ΜΚ2 δεν συνέστησε στην παραπονούμενη τη χρήση αυχενικού κολάρου και ούτε έκρινε ότι χρειαζόταν συνταγή οποιονδήποτε φαρμάκων. Επιπλέον, δέχομαι ότι ο ΜΚ2 δεν εντόπισε να υπήρχαν άλλα τραύματα, πέραν από αυτά που έχουν αναφερθεί πιο πάνω και καταγράφηκαν στο Τεκμήριο 2 που είναι η ενυπόγραφη έκθεση που ο ίδιος σύνταξε. Η κατηγορούμενη με τη σειρά της δεν ήταν ούτε αυτή ειλικρινής στο Δικαστήριο. Η εντύπωση που άφησε ήταν πολύ φτωχή και γενικά δεν έπεισε για την αλήθεια των όσο έλεγε στα κρίσιμα ζητήματα της υπόθεσης. Τις θέσεις που η κατηγορούμενη κατέγραψε στη γραπτή κατάθεση της που έδωσε στην αστυνομία (Τεκμήρια 4Α και 4Β) ανασκεύασε με ευκολία κατά τη διάρκεια της δια ζώσης μαρτυρίας της δίδοντας μία διαφορετική εικόνα των πραγμάτων, πράγμα που πλήττει το επίπεδο αξιοπιστίας της. Ειδικότερα, ενώ στην γραπτή κατάθεση της στην αστυνομία η κατηγορούμενη, αναφερόμενη στην παραπονούμενη, είπε ότι απλά διατηρεί τυπικές σχέσεις με αυτήν, η οποία την αντιπαθεί επειδή, όπως λέει, κάθε μήνα της ζητούσε να πληρώσει το μερίδιο των κοινοχρήστων εξόδων που της αναλογούσε, στην προφορική μαρτυρία της στο Δικαστήριο η κατηγορούμενη θυμήθηκε ότι η παραπονούμενη ήταν άτομο που συνεχώς προκαλούσε προβλήματα στην πολυκατοικία με αποτέλεσμα, παρά τις συστάσεις που η ίδια αλλά και τα υπόλοιπα μέλη της διαχειριστικής επιτροπής της έκαναν σε σχέση με τα παράπονα που λάμβαναν από ένοικους για τη στάση της, λόγω της μη συμμόρφωσης της να ειδοποιείται συχνά η αστυνομία για να την επαναφέρει στην τάξη αφού, όπως ισχυρίστηκε, πέραν του ότι η παραπονούμενη χρωστούσε κοινόχρηστα έξοδα, είχε ένα επικίνδυνο σκύλο που προκαλούσε οχληρία αλλά και ζητήματα υγειονομίας καθώς και το ότι κάθε Κυριακή πρωί τραγουδούσε δυνατά με το σύζυγο της χρησιμοποιώντας μικρόφωνο προκαλώντας ανησυχία σε οικογένειες που επίσης διέμεναν στην πολυκατοικία. Επίσης στην δια ζώσης μαρτυρία της η παραπονούμενη για πρώτη φορά επικαλείται την ύπαρξη περιστατικού που προηγήθηκε λίγες ημέρες του κατ' ισχυρισμού επεισοδίου και κατά την κατηγορούμενη οδήγησε την παραπονούμενη σε καταγγελία στην αστυνομία που αφορούσε χαλκευμένο συμβάν έτσι ώστε να την εκδικηθεί. Σύμφωνα με την κατηγορούμενη, μέσα από το πιο πάνω προγενέστερο περιστατικό η παραπονούμενη οργίστηκε όταν η κατηγορούμενη επέσυρε την προσοχή της σε γραπτή προειδοποίηση για λήψη νομικών μέτρων εναντίον όσων δεν είχαν πληρώσει τα κοινόχρηστα έξοδα που τους αναλογούσαν εκδηλώνοντας μάλιστα πρόθεση για αντίποινα. Ο δε σύζυγος της παραπονούμενης ζήτησε επιτακτικά από την κατηγορούμενη να αφήσουν ήσυχη την σύζυγο του. Όλα όμως αυτά δεν αναφέρονται στην γραπτή κατάθεση της κατηγορουμένης στην αστυνομία όταν τα γεγονότα ήταν ακόμη νωπά στο μυαλό της. Ούτε στην κατάθεση της στην αστυνομία η κατηγορούμενη αποδίδει πίσω από την καταγγελία της παραπονούμενης αλλότρια κίνητρα εκδίκησης, πονηριάς, απόκτησης οικονομικού οφέλους, αποφυγής πληρωμής οφειλομένων κοινοχρήστων εξόδων και εξαναγκασμού της να αποχωρήσει από την διαχειριστική επιτροπή, όπως 3 χρόνια και 9 μήνες εκ των υστέρων θυμάται να τα δηλώσει για πρώτη φορά στην δια ζώσης μαρτυρία της. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου οι ουσιώδεις αντιφάσεις στις οποίες η κατηγορούμενη υπέπεσε, πλήττοντας έτσι περισσότερο το επίπεδο αξιοπιστίας της. Συγκεκριμένα, ενώ στην κυρίως εξέταση της η κατηγορούμενη είπε ότι το πρωί της επίδικης ημέρας εργαζόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου και το απόγευμα σε ινστιτούτο αισθητικής, στην αρχή της αντεξέτασης της ανασκεύασε λέγοντας ότι στο ινστιτούτο αισθητικής εργαζόταν μέχρι να διοριστεί στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου αλλά στη συνέχεια της αντεξέτασης της, προφανώς αφού αντιλήφθηκε την αντίφαση στην οποία υπέπεσε, ανασκεύασε εκ νέου και επανήλθε στην αρχική της θέση. Επιπλέον, στην αντεξέταση της η κατηγορούμενη άφησε να εννοηθεί ότι η ίδια ουδέποτε αποτάθηκε προσωπικά ζητώντας χρήματα από οποιονδήποτε ένοικο της πολυκατοικίας αλλά λάμβανε αυτά που κάποιος την προτιμούσε για να της τα δώσει. Ωστόσο μέσα από τις απαντήσεις 4 και 9 της γραπτής ανακριτικής κατάθεσης της προβάλλεται η διαφορετική θέση της κατηγορουμένης να αναζητεί προσωπικά την παραπονούμενη μία φορά κάθε μήνα και να επιδιώκει από αυτήν την πληρωμή των οφειλομένων κοινοχρήστων εξόδων. Περαιτέρω, στην κυρίως εξέταση της η κατηγορούμενη εμφανίζει την παραπονούμενη σαν ένα δύσκολο άτομο που δεν δεχόταν παρατηρήσεις από την ίδια και τα υπόλοιπα μέλη της διαχειριστικής επιτροπής και ως ένα ένοικο που συνεχώς προκαλούσε προβλήματα στην πολυκατοικία αφήνοντας, με τον τρόπο που κατάθετε και το ύφος που εκφραζόταν, την ισχυρή εντύπωση ότι αντλούσε γνώση μέσα από προσωπικές εμπειρίες που βίωσε. Όμως στο τέλος της αντεξέτασης της η κατηγορούμενη ελίχθηκε και ισχυρίστηκε ότι η ίδια δεν είχε κανένα πρόβλημα με την παραπονούμενη σε προσωπικό επίπεδο και ότι αυτά που εξιστόρησε για την παραπονούμενη της τα είχαν πει φίλες και γνωστές της, χωρίς να αποκαλύψει ποια ήταν αυτά τα πρόσωπα, πότε της τα είπαν και από που τα γνώριζαν αυτά τα άτομα. Αυτή η θέση της σαφώς διαφέρει από την πιο πάνω τοποθέτηση της, την οποία και αναιρεί. Τα πιο πάνω φανερώνουν ένα άτομο που δεν επιθυμούσε να αποκαλύψει όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο αλλά ήλθε με μοναδικό σκοπό να βοηθήσει την εκδοχή του επιρρίπτοντας μεροληπτικά ευθύνες στην παραπονούμενη. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί ότι η κατηγορούμενη είπε την αλήθεια. Το Δικαστήριο αισθάνεται πως ούτε στην μαρτυρία της κατηγορουμένης μπορεί να στηριχτεί για να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα ως προς τα γεγονότα που πραγματικά διαδραματίστηκαν στο κατ' ισχυρισμό επίδικο επεισόδιο. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ως αληθή και αξιόπιστη τόσο τη δια ζώσης μαρτυρία της κατηγορουμένης όσο και τη γραπτή ανακριτική κατάθεση της στην αστυνομία, δηλαδή τα Τεκμήρια 4Α και 4Β. Ο ΜΥ1 ήλθε απλά για να καταθέσει 5 έγχρωμες φωτογραφίες ως Τεκμήρια 7
(1)μέχρι 7
(5), τις οποίες ο ίδιος εκτύπωσε μετά που του παραδόθηκε σχετική κάρτα μνήμης (memory card) που περιείχε 5 εικόνες σε ψηφιακή μορφή που τις είχε λάβει η κατηγορούμενη. Με γνώμονα ότι ο ίδιος δεν έλαβε τις εικόνες αλλά απλά εκτύπωσε τις φωτογραφίες αφού του δόθηκε το πρωτογενές υλικό και χωρίς ο ίδιος να έχει επισκεφτεί τους χώρους που αυτές απεικονίζουν και δίχως ο ίδιος να ήταν παρών στο επίδικο επεισόδιο, η μαρτυρία του είναι τυπικής φύσεως και με εξαίρεση το γεγονός ότι ο ίδιος είναι που εκτύπωσε τα Τεκμήρια 7
(1)μέχρι 7
(5)η μαρτυρία του ουδεμία αποδεικτική αξία μπορεί να έχει επί της ουσίας της υπόθεσης. Οι δε φωτογραφίες με τον τρόπο που έχουν ληφθεί και απεικονίζουν τους χώρους δεν είναι σε θέση να ενισχύσουν ή να πλήξουν είτε την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής είτε την εκδοχή της κατηγορουμένης. Συνεπώς, προσδίδω στην μαρτυρία του ΜΥ1 μηδενική βαρύτητα. Μηδενική βαρύτητα προσδίδω ακόμη και στα Τεκμήρια 7
(1)μέχρι 7
(5)για το λόγο που έχω εξηγήσει πιο πάνω. Ο ΜΥ2 σε γενικές γραμμές έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Οι απαντήσεις που έδωσε περιορίστηκαν στη σφαίρα των γνώσεων του και της προσωπικής του αντίληψης χωρίς να διακατέχονται από στοιχεία υπερβολής ή μεροληψίας. Στην κατάθεση της μαρτυρίας του ο μάρτυρας αυτός εξιστόρησε γεγονότα που όμως δεν αφορούσαν το κατ' ισχυρισμό επεισόδιο αλλά κυρίως θέματα που σχετίζονταν με το ρόλο του ως ταμίας της διαχειριστικής επιτροπής της εν λόγω πολυκατοικίας στην οποία πρόεδρος ήταν η κατηγορούμενη και μέλος ακόμη ένα άλλο άτομο καθώς και τη στάση της παραπονούμενης στις υποχρεώσεις της απέναντι στη διαχειριστική επιτροπή αφού, όπως ο ίδιος ευθέως ανάφερε, δεν ήταν παρών όταν το επίδικο περιστατικό κατ' ισχυρισμό διαδραματίστηκε. Χωρίς να έχει οποιοδήποτε συμφέρον ή κίνητρο από την έκβαση της υπόθεσης αυτής και δίχως μέσα από τις τοποθετήσεις του να έχει δείξει ότι προσπαθούσε να βοηθήσει την κατηγορούμενη, η οποία διέμενε δίπλα του στην επίδικη πολυκατοικία, θεωρώ ότι ο εν λόγω μάρτυρας ήλθε και είπε την αλήθεια. Η δυσκολία που ο μάρτυρας αυτός φαίνεται να αντιμετώπισε στην αντίληψη ορισμένων ερωτήσεων αλλά και μερικές μικροανακρίβειες που εντοπίστηκαν μέσα από τις απαντήσεις του επί ήσσονων σημασίας θεμάτων δικαιολογούνται από την ηλικία του σε συνδυασμό με το μεγάλο χρονικό διάστημα των 3 ετών και 9 μηνών περίπου που διέρρευσε από την περίοδο με την οποία αυτές σχετίζονταν μέχρι την ημέρα της κατάθεσης του στο Δικαστήριο και σε καμία περίπτωση έχουν κλονίσει το επίπεδο αξιοπιστίας του. Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΥ2 στην ολότητα της ως αληθή και αξιόπιστη. Όπως προκύπτει από την αξιολόγηση του συνόλου της προσαχθείσας μαρτυρίας μέσα από την οποία το Δικαστήριο δεν έχει δεχτεί την μαρτυρία τόσο της παραπονούμενης όσο και της κατηγορουμένης που ήταν τα μοναδικά άτομα που φέρονται να εμπλέκονταν στο κατ' ισχυρισμό περιστατικό, δεν είναι δυνατή η κατάληξη σε ευρήματα αναφορικά με την ουσία του επιδίκου επεισοδίου. Μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία αλλά και από την όλη συμπεριφορά της παραπονούμενης καθώς και της κατηγορούμενης στο εδώλιο καθώς και με τον τρόπο που αυτές κατέθεσαν ενώπιον του, το Δικαστήριο αισθάνθηκε ότι τα εν λόγω άτομα γνώριζαν περισσότερα από όσα αποκάλυψαν αναφορικά με την υπόθεση αυτή. Παράλληλα, το Δικαστήριο αποκόμισε την εντύπωση ότι ουδείς από τα άτομα αυτά αποκάλυψε την αλήθεια στο Δικαστήριο προκειμένου να εξυπηρετηθούν και βοηθηθούν οι εκατέρωθεν θέσεις και εκδοχές τους. Από όσα έχουν λεχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου καθίσταται αντιληπτό ότι όχι μόνο δεν φαίνεται να υπήρχε οποιαδήποτε χημεία μεταξύ της κατηγορουμένης και της παραπονούμενης αλλά αντίθετα κυριαρχούσε ανάμεσα τους αίσθημα αντιπάθειας το οποίο αντανακλούσε το χρονολογούμενο κακό επίπεδο των σχέσεων τους. Σ' αυτό φαίνεται να συνέτειναν από την μια η ενέργεια της παραπονούμενης να μην εξοφλήσει το μέρος των κοινοχρήστων εξόδων που της αναλογούσε μέχρι τον Αύγουστο 2010 που ανερχόταν στα €350,00 ως ένοικος της επίδικης πολυκατοικίας και από την άλλη η ενέργεια της κατηγορουμένης να απαγορεύσει στην θυγατέρα της παραπονούμενης να χρησιμοποιεί την κολυμβητική δεξαμενή και άλλους κοινόχρηστους χώρους της επίδικης πολυκατοικίας ως πρόεδρος της διαχειριστικής επιτροπής, γεγονός που παρόλο η παραπονούμενη αρχικά αρνήθηκε στην αντεξέταση της αμέσως στη συνέχεια παραδέχτηκε την ύπαρξη του. Ευρήματα: Παρά την μη κατάληξη στις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβηκε το επίδικο περιστατικό, εντούτοις μέσα από την αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή, καταλήγω στα ακόλουθα γενικότερα ευρήματα: Κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου η παραπονούμενη ήταν ένοικος της πολυκατοικίας με την ονομασία 'Ioanna Court' που βρίσκεται στην Πάφο διαμένοντας στο διαμέρισμα υπ' αριθμό 106 αυτής. Η δε κατηγορούμενη διέμενε επίσης στην ίδια πολυκατοικία και συγκεκριμένα στο διαμέρισμα υπ' αριθμό 303. Η κατηγορούμενη ακόμη ήταν πρόεδρος εκλεγμένης τριμελούς διαχειριστικής επιτροπής με, ανάμεσα σ' άλλα, καθήκοντα την είσπραξη ποσών από τους ενοίκους της πιο πάνω πολυκατοικίας για την κάλυψη εξόδων συντήρησης και χρήσης κοινοχρήστων χώρων και υπηρεσιών. Παρόλο ότι η παραπονούμενη ήταν ένοικος της πολυκατοικίας εντούτοις αρνιόταν να καταβάλει το μερίδιο των εξόδων συντήρησης και χρήσης κοινοχρήστων χώρων και υπηρεσιών που της αναλογούσε και τελικά έφυγε χωρίς να εξοφλήσει. Στις 16.08.10 και περί ώρα 17:40 η κατηγορούμενη προσήλθε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου αναφέροντας επίθεση και ξυλοδαρμό της. Εκεί η παραπονούμενη παραπονέθηκε για κάκωση κεφαλής και για κτύπημα στην αριστερή ράχη χωρίς να αναφέρει οποιαδήποτε άλλα συμπτώματα. Η παραπονούμενη έτυχε κλινικής εξέτασης από τον επί καθήκον ιατρό, Δρ. Νεκτάριο Σιδηρόπουλο (ΜΚ3), ο οποίος διαπίστωσε εκχυμώσεις τραχήλου και μία εκδορά αριστερής ράχης χωρίς άλλες εξωτερικές εμφανείς κακώσεις. Έγινε ακόμη παρακλινικός έλεγχος στην παραπονούμενη, ο οποίος έδειξε επίδοση στην κλίμακα Γλασκώβης 15 στα 15 με αποτέλεσμα η νευρολογική εκτίμηση της παραπονούμενης να κρίνεται φυσιολογική αποκλείοντας έτσι την ύπαρξη ζάλης, κεφαλαλγίας, εγκεφαλικής διάσεισης και όλα τα συναφή. Επειδή η παραπονούμενη υπέβαλε καταγγελία στην αστυνομία εναντίον της κατηγορουμένης, στις 17.08.10 ο αστυφύλακας 4050 Δημήτρης Αρσιώτης (ΜΚ2) έλαβε ανακριτική κατάθεση από την τελευταία και ακολούθως την ίδια ημέρα την κατηγόρησε γραπτώς με τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου, τις οποίες αυτή αρνήθηκε. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Όπως έχει προαναφερθεί η κατηγορούμενη στην πρώτη κατηγορία κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος της επίθεσης η οποία προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στην παραπονούμενη. Το εν λόγω αδίκημα διέπεται από το άρθρο 243 του Κεφ.154, το οποίο ρητά προνοεί κατά λέξη τα εξής: " Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων." Μελέτη των προνοιών του πιο πάνω άρθρου καθιστά σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Η κατηγορούμενη να επιτεθεί στην παραπονούμενη και (β) να της προκαλέσει πραγματική σωματική βλάβη. Επίθεση αποτελεί οιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή ακόμη και απερίσκεπτα ή αδιάφορα (recklessly) και δημιουργεί στον άλλο την αντίληψη ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλέπε R v. Venna [1975] 3 All E.R 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς την συγκατάθεση του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα (βλέπε R. v. Rolphe [1953] 36 Cr. App. R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner [1988] 3 All E.R. 445 και Archbold Pleading and Practice 39η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1071-1072), ούτε βέβαια και απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί ακόμη και με ένα απλό άγγιγμα. Επομένως, το πεδίο εμβέλειας της επίθεσης καλύπτει τις αγγλικές νομικές έννοιες 'assault', που είναι η σκόπιμη ή απερίσκεπτη ή αδιάφορη πρόκληση αντίληψης στο θύμα για άσκηση άμεσης και παράνομης βίας εναντίον του και 'battery', που είναι η φυσική επαφή. Η δε πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης συντελείται με τη δημιουργία οποιουδήποτε τραύματος εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56 επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλέπε επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα (βλέπε αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold, 36η έκδοση, παρ. 2634). Στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει μαρτυρία που αποδεικνύει ότι η παραπονούμενη είχε υποστεί πραγματική σωματική βλάβη. Συγκεκριμένα, ο εντοπισμός εκχυμώσεων στην τράχηλο και μίας εκδοράς στην αριστερή ράχη αποδεικνύει το συστατικό στοιχείο της πραγματικής σωματικής βλάβης. Ωστόσο δεν υπάρχει ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία που να αποδεικνύει το συστατικό στοιχείο ότι η κατηγορούμενη επιτέθηκε στην παραπονούμενη και της προκάλεσε την πιο πάνω πραγματική σωματική βλάβη. Η κατηγορούμενη περαιτέρω αντιμετωπίζει την κατηγορία πρόκλησης κακόβουλης βλάβης δυνάμει του άρθρου 324
(1)του Κεφ.154. Το άρθρο αυτό προνοεί τα εξής: "Όποιος εσκεμμένα και παράνομα καταστρέφει ή προξενεί ζημιά σε περιουσία, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος, το οποίο εκτός αν προνοείται διαφορετικά είναι πλημμέλημα, αυτός αν δεν προβλέπεται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές: Νοείται ότι οι διατάξεις του άρθρου 8 του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται σε ποινική δίωξη που ασκείται δυνάμει του άρθρου αυτού, νοουμένου ότι ο κατηγορούμενος αποδείξει με τέτοιο τρόπο που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι η ισχυριζόμενη άσκηση ειλικρινούς αξίωσης δικαιώματος ήταν και εύλογη υπό τις περιστάσεις." Από το περιεχόμενο του πιο πάνω άρθρου προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι: (α) Η κατηγορούμενη καταστρέφει ή προκαλεί ζημιά σε περιουσία και (β) η ενέργεια της κατηγορουμένης είναι εσκεμμένη και παράνομη. Το άρθρο 2 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο του Κεφ.154 ορίζει ως 'περιουσία' κάθε έμψυχο ή άψυχο που μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας. Το ύψος της ζημιάς δεν είναι συστατικό στοιχείο του εν λόγω αδικήματος. Ούτε η ιδιοκτησία της περιουσίας που καταστρέφεται ή ζημιώνεται αποτελεί μέρος των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της κακόβουλης βλάβης (Θωμά v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 255). Θα πρέπει όμως να αποδειχτεί ότι η περιουσία στην οποία προκλήθηκε ζημιά δεν ανήκε στον κατηγορούμενο (Δρουσιώτης v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 189). Η έννοια του όρου 'εσκεμμένη' εξηγείται στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold έκδοσης 2000 όπου στην παράγραφο 17-47 σημειώνονται πως σημαίνει το να πράττεις κάτι οικειοθελώς γνωρίζοντας ότι υπάρχει κάποιος κίνδυνος να προκληθεί ζημιά ή το να πράττεις κάτι οικειοθελώς χωρίς να σε νοιάζει αν θα επέλθει ζημιά ή όχι. Ακόμη απαιτείται απόδειξη ότι η πρόκληση έγινε χωρίς νόμιμη αιτία (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). Στα πλαίσια διαπίστωσης κατά πόσο στοιχειοθετείται το αδίκημα αυτό δεν πρέπει να λησμονείται και η εξέταση του αν υπάρχει επιτυχής επίκληση της νομοθετικής υπεράσπισης που περιλαμβάνεται μέσα από τη συνδυασμένη μελέτη του άρθρου 8 και της επιφύλαξης του άρθρου 324
(1)του Κεφ.154. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να αποδεικνύει ότι η παραπονούμενη ήταν ιδιοκτήτρια ενός ρολογιού χειρός μάρκας 'Diesel' που τη δεδομένη χρονική στιγμή του κατ' ισχυρισμό επεισοδίου φορούσε. Περαιτέρω, δεν υπάρχει καμία αποδεκτή μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι ένα τέτοιο ρολόι υπέστηκε ζημιά από ενέργεια της κατηγορουμένης, παρόλο ότι ο λεκτικός αυτός ισχυρισμός της παραπονούμενης αμφισβητήθηκε έντονα από την κατηγορούμενη. Συνεπώς, κανένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού έχει στοιχειοθετηθεί. Μέσα από την τρίτη κατηγορία η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι διέπραξε το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης. Το εν λόγω αδίκημα διέπεται από το άρθρο 99 του Κεφ.154, οι διατάξεις του οποίου προνοούν ότι: " Όποιος, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: (α) η εξύβριση ατόμου, (β) σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, (γ) με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση. Σε ότι αφορά τον 'δημόσιο χώρο' η έννοια του όρου οριοθετείται από το άρθρο 4 του Κεφ.154 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο της εν λόγω νομοθεσίας και έχει επεξηγηθεί στην υπόθεση Ιωάννου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 493, μέσα από τα οποία σημειώνεται πως 'δημόσιος χώρος' ή 'δημόσιο υποστατικό' περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση. Σύμφωνα δε με το ίδιο άρθρο, 'δημόσια διάβαση' καλύπτει κάθε κύρια οδό, αγορά, πλατεία, οδό, γέφυρα ή άλλη διάβαση, που χρησιμοποιείται νόμιμα από το κοινό. Στην υπόθεση Αχιλλέως v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 98 αποφασίστηκε ότι το ερώτημα κατά πόσο συγκεκριμένη συμπεριφορά είναι υβριστική αποτελεί θέμα πραγματικό. Στις λέξεις που εκστομίζονται πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Δεν χρειάζεται απόδειξη ότι προκλήθηκε οποιοσδήποτε παρευρισκόμενος να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Επίσης, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ναταλία Καζίνα
(1999)2 Α.Α.Δ.503 υποδείχτηκε πως το κριτήριο είναι κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί. Δεν χρειάζεται μαρτυρία ειδικού από την κατηγορούσα αρχή για να ερμηνεύσει την υβριστική φράση, δεδομένου ότι ο παραπονούμενος κατάλαβε τι του λέχθηκε και θεώρησε την φράση υβριστική. Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Bolster ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 89, η εξύβριση στοιχειοθετείται όταν το χρησιμοποιηθέν υπό συνθήκες αντιπαράθεσης λεκτικό δεν είναι δυνατόν να εκληφθεί ως μη υβριστικό. Επομένως, η ακριβής λεκτική απόδοση των εκφρασθέντων στερείται οιασδήποτε ουσιώδους σημασίας. Ο Ποινικός Κώδικας δεν καθορίζει τι ακριβώς αποτελεί εξύβριση. Ως αναφέρθηκε πιο πάνω, το ζήτημα της εξύβρισης είναι πραγματικό και ως τέτοιο που είναι αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Το κριτήριο που χρησιμοποιείται είναι αντικειμενικό και όπως ειπώθηκε στην αγγλική υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 ALL ER 1297: "An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it." Στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι τη δεδομένη στιγμή του κατ' ισχυρισμό επεισοδίου ή σε οποιαδήποτε άλλη στιγμή η κατηγορούμενη εξύβρισε την παραπονούμενη με τις λέξεις που σημειώνονται στις λεπτομέρειες της τρίτης κατηγορίας του παρόντος κατηγορητηρίου στο ισόγειο της επίδικης πολυκατοικίας ή εκστομίζοντας οποιαδήποτε άλλη υβριστική προς το πρόσωπο της παραπονούμενης λέξη ή φράση σε δημόσιο χώρο που ενδέχεται να προκαλούσε σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση. Κατά συνέπεια, με την υπάρχουσα αποδεκτή μαρτυρία δεν στοιχειοθετείται οποιοδήποτε από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού. Παράλληλα, υπάρχει ακόμη ένα ζήτημα που είναι καταλυτικό για την κατάληξη της υπόθεσης αυτής. Η κατηγορούμενη πρόβαλε άλλοθι στο στάδιο που έδωσε ανακριτική κατάθεση στην αστυνομία στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης. Την ίδια θέση συνέχισε να προβάλλει με συνέπεια και σταθερότητα και κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο Δικαστήριο. Η καθιερωμένη νομολογιακή αρχή είναι ότι η ανατροπή του άλλοθι βαρύνει πάντοτε την κατηγορούσα αρχή και η τυχόν αποδοχή του άλλοθι ή έστω η ύπαρξη εύλογης αμφιβολίας ως προς την ύπαρξη του οδηγεί στην απαλλαγή της κατηγορουμένης (Χ'' Δημητρίου v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 104 και Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου
(2009)2 Α.Α.Δ. 367). Η παράλειψη εξέτασης της θέσης της κατηγορουμένης από μέρους της αστυνομίας κατά την διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης ότι τη δεδομένη χρονική στιγμή η ίδια προέβαινε σε θεραπεία προσώπου ενός πελάτη της σε μέρος που προσδιορίζει και είναι διαφορετικό από αυτό που υποτίθεται ότι διαδραματίστηκε το επίδικο επεισόδιο, του οποίου πελάτη το όνομα κατονομάζει καθώς και τον αριθμό κινητού τηλεφώνου του αποκαλύπτει, σε συνδυασμό με την μη προσκόμιση μαρτυρίας κατά την εκδίκαση της υπόθεσης που να καταρρίπτει τη θέση αυτή της κατηγορουμένης και σε συνάρτηση με την αποδεκτή ιατρική θέση του ιατρού που εξέτασε την παραπονούμενη ότι τα τραύματα που διαπίστωσε θα μπορούσαν να είχαν προκληθεί και από την ίδια, αφήνουν να υποβόσκει εύλογη αμφιβολία ως προς το κατά πόσο η κατηγορούμενη είχε οποιαδήποτε συμμετοχή στο κατ' ισχυρισμό επεισόδιο. Κατ' επέκταση, στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, αιωρείται εύλογη αμφιβολία ως προς την ενοχή της κατηγορουμένης στα αδικήματα που της αποδίδουν ότι διέπραξε. Εφόσον η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, καταλήγω ότι αυτή απέτυχε να το πράξει. Η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει σωρευτικά όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων του κατηγορητηρίου. Το κενό που παρατηρείται στα γεγονότα δεν μπορεί να συμπληρωθεί μέσω εικασιών και υποθέσεων όσο εύλογες και αν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Στις υποθέσεις Τούμπας ν. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R.110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 υποδείχθηκε πως εάν στο τέλος της εκδίκασης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας που αντιμετωπίζει. Εν κατακλείδι, η αμφισβήτηση της αξιοπιστίας της παραπονούμενης μαζί με την παράλειψη εξέτασης της θέσης της κατηγορουμένης από μέρους της αστυνομίας κατά την διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης και στη συνέχεια κατάρριψη της με μαρτυρία μέσα από την εκδίκαση της ότι τη δεδομένη χρονική στιγμή δεν βρισκόταν στο χώρο όπου υποτίθεται ότι διαδραματίστηκε το επίδικο επεισόδιο σε συνδυασμό με την αδυναμία αποκλεισμού της πιθανότητας τα τραύματα να είχαν προκληθεί από την ίδια την παραπονούμενη οδηγούν σωρευτικά σε αποτυχία την προσπάθεια της κατηγορούσας αρχής για απόδειξη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας της υπόθεσης αυτής εναντίον της κατηγορουμένης, η οποία, στη βάση υποβοσκουσών εύλογων αμφιβολιών, αθωώνεται και απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα που προέκυψαν σε σχέση με την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής και ανέρχονται στο ποσό των €200,00 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. Περαιτέρω, έξοδα μεταφραστή €65,00 να καταβληθούν επίσης από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Judgment Αναφορά: Ποινικό/Επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη-Πρόκληση κακόβουλης βλάβης- δημόσια εξύβριση/ Άρθρα 99, 243 και 324
(1)Κεφ.154/Τελική Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.