Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Dimitar Dimitrov, Αρ.Υπόθεσης: 6681/12, 28/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B134 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 6681/12 Μεταξύ Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου -ν- Dimitar Dimitrov Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 28 Ιουλίου, 2014 Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Νεοκλέους Για Κατηγορούμενο: κ. Σάββα Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα των απερίσκεπτων και αμελών πράξεων κατά παράβαση του άρθρου 236(α) και 35 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο Κατηγορούμενος την 26.9.11 στην Λεωφόρο Νικόλαου Νικολαΐδη στην Πάφο οδηγούσε ποδήλατο με τέτοιο τρόπο βεβιασμένο ή αμελή, ώστε να θέσει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή να είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει σωματική βλάβη σε άλλον, δηλαδή κατά τον πιο πάνω αναφερόμενο τόπο και χρόνο οδηγούσε το αναφερόμενο όχημα με τέτοιο τρόπο ώστε να προκληθεί τροχαίο δυστύχημα. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε πέντε συνολικά μάρτυρες, ήτοι τον Α/Αστ.300 Μ. Φώκλα (ΜΚ1), την Σ. Βίζιρου (ΜΚ2), την Αστ. 5703 Ε. Χαραλάμπους (MK3), την Π. Πουλλή (ΜΚ4) και τον Παραπονούμενο Α. Χαραλάμπους (ΜΚ5). Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάχθηκε με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v.Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447, και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ σε εκείνα τα μέρη της τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και είναι απαραίτητα για την εξαγωγή των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Ως ΜΚ1 κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης, ο οποίος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί την κατάθεση του (Τεκμήριο 1). Ο ΜΚ1 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου και είναι αποσπασμένος στην Τροχαία Πάφου και συγκεκριμένα στον κλάδο διερεύνησης τροχαίων ατυχημάτων. Στις 26.9.11 και περί ώρα 10.40 επισκέφθηκε την σκηνή του επίδικου δυστυχήματος το οποίο συνέβη στην Λεωφόρο Νικόλαου Νικολαΐδη στην Πάφο με εμπλεκόμενα οχήματα το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KTF849 που οδηγούσε ο Παραπονούμενος (στο εξής «το όχημα του Παραπονούμενου») και το ποδήλατο που ο οδηγούσε ο Κατηγορούμενος (στο εξής «το ποδήλατο»). Κατά την άφιξη του στη σκηνή του δυστυχήματος, ο ΜΚ1 βρήκε το όχημα του Παραπονούμενου στην τελική του θέση, ενώ το ποδήλατο είχε μετακινηθεί από την Ε/Αστ.5703 Ε. Χαραλάμπους (ΜΚ3) λόγω της τροχαίας κίνησης. Η ΜΚ3, πριν μετακινήσει το ποδήλατο σηματοδότησε την τελική του θέση και την υπέδειξε στον ΜΚ1 με την άφιξη του στην σκηνή. Ο ΜΚ1 ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 2) στο οποίο σημείωσε με το γράμμα Χ το σημείο σύγκρουσης. Το σημείο σύγκρουσης του το υπέδειξε ο Παραπονούμενος και ο ΜΚ1 συμφώνησε με αυτό αφού εκεί ήταν και οι τελικές θέσεις των εμπλεκόμενων οχημάτων. Αργότερα, ο ΜΚ1 με βάση το πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 2) ετοίμασε το τελικό σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 3). Το όχημα του Παραπονούμενου υπέστη ζημιές στο δεξί εξωτερικό καθρεφτάκι και ελαφρύ τρίψιμο στην δεξιά μπροστινή και πισινή πόρτα. Το ποδήλατο από την άλλη έφερε ελαφρύ ζάβωμα στις μπροστινές περόνες. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι η εν λόγω ζημιά πιθανόν να προϋπήρχε του δυστυχήματος ή να προκλήθηκε κατά την πτώση του Κατηγορούμενου στο έδαφος, καθώς από τις εξετάσεις που διενήργησε προκύπτει ότι το ποδήλατο δεν κτύπησε κάθετα στο όχημα του Κατηγορούμενου έτσι ώστε να δικαιολογείται η εν λόγω ζημιά. Ο ΜΚ1 στις 18.10.11 με την βοήθεια της διερμηνέως Παυλίνας Πουλλή (ΜΚ4) έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο στην μητρική του γλώσσα (Τεκμήριο 4). Το δυστύχημα έγινε κατά την διάρκεια της ημέρας, ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος στεγνή και καθαρή. Ο δρόμος, στο σημείο που έγινε το δυστύχημα, είναι διπλής κυκλοφορίας και το όριο ταχύτητας είναι 50 ΧΑΩ. Οι οδηγοί έχουν απεριόριστη ορατότητα, καθώς ο δρόμος είναι ευθύς. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ο ΜΚ1 είπε ότι ο τρόπος με τον οποίο οδηγούσε ο Κατηγορούμενος το ποδήλατο του ήταν επικίνδυνος, καθώς το όχημα του Παραπονούμενου μπορούσε είτε να προσκρούσει σε άλλο όχημα, είτε σε πεζό καθώς ο δρόμος είναι πολυσύχναστος. Αναφορικά με το τελικό σχέδιο (Τεκμήριο 3) ανέφερε ότι το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται στην λωρίδα κυκλοφορίας του Παραπονούμενου. Το συνολικό πλάτος της Λεωφ. Ν. Νικολαΐδη είναι 7.80μ. Η δεξιά πλευρά του οχήματος του Παραπονούμενου, σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε, έχει απόσταση 2μ από το κέντρο του δρόμου, ενώ η απόσταση μεταξύ της τελικής θέση του ποδηλάτου και του αριστερού πεζοδρομίου, σύμφωνα με την πορεία του Κατηγορούμενου, είναι 3,90μ. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι, κατά την άποψη του, το ζάβωμα στις περόνες του ποδηλάτου ήταν η αιτία του δυστυχήματος, διότι ο Κατηγορούμενος λόγω της συγκεκριμένης ζημιάς δεν μπορούσε να ασκήσει αποτελεσματικό έλεγχο στο ποδήλατο. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 η ζημιά υπήρχε πριν το δυστύχημα καθώς εντόπισε άγιωμα στο σημείο της ζημιάς. Αν η ζημία προκαλείτο κατά το δυστύχημα, τότε η μπογιά θα ήταν φρέσκα και δεν θα υπήρχε άγιωμα. Τέλος, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι κατά την άφιξη του στη σκηνή του δυστυχήματος δεν εντόπισε σταθμευμένα οχήματα στα αριστερά της πορείας του Κατηγορούμενου. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ1 είπε ότι ο ίδιος δεν είδε το ποδήλατο στην τελική του θέση, αλλά του το υπέδειξε η ΜΚ3 η οποία ήταν με πολιτικά ρούχα και σημάδεψε με μαρκαδόρο το ποδήλατο στην τελική του θέση. Συγκεκριμένα, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι η ΜΚ3 σημάδεψε εξωτερικά τους τροχούς, το κέντρο τους στο οποίο βρίσκεται η βίδα με την οποία σφίγγει ο τροχός, το τιμόνι και το κάθισμα. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου, ο ΜΚ1 απάντησε ότι το σημείο σύγκρουσης του το υπέδειξε ο Παραπονούμενος και συμφώνησε με αυτό και ο ίδιος, διότι σύμφωνα με την μαρτυρία που είχε το όχημα του Παραπονούμενου κινείτο σε ευθεία πορεία και μετά την σύγκρουση σταμάτησε σε πολύ κοντινή απόσταση από το πεζοδρόμιο. Επίσης η ζημιά που προκλήθηκε από την σύγκρουση στο όχημα του Παραπονούμενου ήταν γδάρσιμο και με βάση τα πιο πάνω, σύμφωνα και με την πείρα του, το σημείο σύγκρουσης πρέπει να βρίσκεται σε σημείο μεταξύ του οπίσθιου μέρους του οχήματος του Παραπονούμενου και του ποδηλάτου. Περαιτέρω, ανέφερε ότι συνεπεία της σύγκρουσης το ποδήλατο κινήθηκε αριστερά και ακολούθως ανατράπηκε στο έδαφος. Αναφορικά με τις περόνες του ποδηλάτου, ο ΜΚ1 επανέλαβε ότι οι περόνες ήταν ζαβές από πριν, κατά την εκτίμηση του. Όταν μεταφέρθηκε το ποδήλατο στην Τροχαία προσπάθησε να το οδηγήσει, αλλά λόγω της συγκεκριμένης ζημιάς ήταν δύσκολο. Μπορούσε μεν να χρησιμοποιηθεί αλλά ήταν δύσκολο. Σε ερωτήσεις που υποβλήθηκαν από τον κ. Σάββα σε σχέση με την διαδικασία που ακολουθήθηκε κατά την λήψη της ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορούμενου, ο ΜΚ1 απάντησε ότι υπέβαλλε ερωτήσεις στην ΜΚ4 στα ελληνικά, η τελευταία τα μετάφραζε στην μητρική γλώσσα του Κατηγορούμενου, ο Κατηγορούμενος απαντούσε στην ΜΚ4 στη γλώσσα του και ακολούθως η ΜΚ4 μετάφραζε την απάντηση του Κατηγορούμενου στα ελληνικά και ο ΜΚ1 την κατέγραφε. Ο κ. Σάββα επικεντρώθηκε στην φράση «κρατούσα το κέντρο του δρόμου» που περιλαμβάνεται στην μετάφραση της ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 5) και ο ΜΚ1 ανέφερε ότι κατέγραψε αυτά που του μετέφρασε η ΜΚ
- Ο ΜΚ1 μου προξένησε θετική εντύπωση. Κατέθεσε με ειλικρίνεια για τις ενέργειες στις οποίες προέβη μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του ως εξεταστής της υπόθεσης. Κατά την παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα δεν διέκρινα οποιαδήποτε προσπάθεια του για να παραποιήσει την αλήθεια, ούτε επίσης διέκρινα ότι είχε οποιοδήποτε λόγο για να πει ψέματα ή να βλάψει τον Κατηγορούμενο. Κατά την αντεξέταση του δεν δημιουργήθηκε οποιοδήποτε ρήγμα στην μαρτυρία του. Δεν μου διαφεύγει ασφαλώς το γεγονός ότι υπάρχει διάσταση μεταξύ της μαρτυρίας του ΜΚ1 και της ΜΚ4 όσον αφορά συγκεκριμένα μέρη της μετάφρασης της ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορούμενου. Δεν θεωρώ όμως ότι αυτή η διάσταση είναι ικανή ώστε να πλήξει την αξιοπιστία του ΜΚ
- Όπως ανέφερα και πιο πάνω δεν διέκρινα ότι ο ΜΚ1 είχε οποιοδήποτε λόγο ή κίνητρα για να βλάψει τον Κατηγορούμενο. Η διάσταση η οποία παρατηρείται προφανώς οφείλεται σε σύγχυση που προέκυψε κατά την διαδικασία της μετάφρασης από την μία γλώσσα στην άλλη και της καταγραφής των απαντήσεων του Κατηγορούμενου. Το ότι πρόκειται περί σύγχυσης ή αβλεψίας επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι η ΜΚ4 υπέγραψε την μετάφραση της ανακριτικής κατάθεσης (Τεκμήριο 5), στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι την έλεγξε και ότι είναι ορθή. Από την μαρτυρία του ΜΚ1, δεν μπορώ ωστόσο να αποδεχθώ την θέση του ότι το ατύχημα οφείλεται στο ότι οι περόνες του ποδηλάτου ήταν ζαβές. Καταρχάς, όπως ανέφερε και ο ίδιος ο ΜΚ1 η εν λόγω δήλωση αποτελεί δικό του συμπέρασμα. Είναι γνωστή η αρχή ότι οι μάρτυρες καταθέτουν σε σχέση με γεγονότα και πλην συγκεκριμένων εξαιρέσεων δεν επιτρέπεται να εκφέρουν την γνώμη τους. Εν προκειμένω ο ΜΚ1 εξέφρασε την γνώμη του, καθώς δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας του επίδικου δυστυχήματος, ούτε και ανέφερε ότι προέβη σε οποιεσδήποτε εξειδικευμένες εξετάσεις για να καταλήξει στο εν λόγω συμπέρασμα. Στην μαρτυρία του απλά ανέφερε ότι λόγω του συγκεκριμένου προβλήματος ήταν δύσκολο να οδηγήσει κάποιος το ποδήλατο. Εν πάση περιπτώσει η όλη επιχειρηματολογία του ΜΚ1 βασίζεται στο ότι η ζημία προϋπήρχε του δυστυχήματος. Ο ΜΚ1 όμως, όπως διαφαίνεται από την μαρτυρία του, δεν ήταν σε θέση να πει με βεβαιότητα ότι η εν λόγω ζημία όντως προϋπήρχε. Στην κατάθεση του (Τεκμήριο 1) αναφέρει ότι η ζημία μπορεί να προκλήθηκε και κατά τον χρόνο του δυστυχήματος από την πτώση του Κατηγορούμενου. Με εξαίρεση, επομένως τα σημεία που αναφέρω πιο πάνω, αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ
- Αποτελεί δε σταθερή θέση της νομολογίας μας ότι το Δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα ως αξιόπιστο και άλλο ως αναξιόπιστο (βλ. υπόθεση Mustafa ανωτέρω). Ως ΜΚ2 κατέθεσε η Στέλλα Βίζιρου. Η ΜΚ2 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί την κατάθεση της (Τεκμήριο 6). Η πιστή μετάφραση της κατάθεσης της ΜΚ2 από τα Ρουμάνικα στα Ελληνικά κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Στην κατάθεση της (Τεκμήριο 6) αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι βρισκόταν στο πεζοδρόμιο επί της Λεωφ. Νικόλαου Νικολαΐδη και κινείτο πεζή με νότια κατεύθυνση. Σε κάποια στιγμή πρόσεξε έναν ποδηλάτη (προφανώς τον Κατηγορούμενο) ο οποίος κινείτο βόρεια και βρισκόταν στην μέση του δρόμου διότι προσπερνούσε ένα άλλο αυτοκίνητο το οποίο πήγαινε πολύ σιγά για να σταματήσει. Μόλις ο Κατηγορούμενος προσπέρασε το αυτοκίνητο εισήλθε στην δεξιά λωρίδα και χτύπησε στο καθρεφτάκι ενός αυτοκινήτου σκούρου χρώματος (προφανώς το όχημα του Παραπονούμενου). Το όχημα του Παραπονούμενου κινείτο σε ευθεία πορεία και ήταν σχεδόν σταματημένο κοντά στο πεζοδρόμιο. Μετά την σύγκρουση με το όχημα, ο Κατηγορούμενος κινήθηκε 1-2 μέτρα αριστερά και έπεσε με το ποδήλατο στην άσφαλτο. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, η ΜΚ2 ανέφερε ότι βρισκόταν στο αριστερό πεζοδρόμιο σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε ο Κατηγορούμενος και πρόσεξε την πορεία του Κατηγορούμενου διότι της προξένησε εντύπωση. Συγκεκριμένα, η ΜΚ2 είπε ότι είδε τον Κατηγορούμενο, ο οποίος αρχικά κινείτο στην σειρά που σχημάτιζαν τα οχήματα που ακολουθούσαν την ίδια πορεία με αυτόν, στη συνέχεια κινήθηκε προς την μέση του δρόμου και χτύπησε στο δεξί καθρεφτάκι του οχήματος του Παραπονούμενου. Στην αντεξέταση της η ΜΚ2 ανέφερε ότι υπήρχε κίνηση και στις δύο λωρίδες του δρόμου και τα οχήματα κινούνταν με χαμηλή ταχύτητα. Ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στην ουρά που σχημάτιζαν τα οχήματα, στην συνέχεια όμως κινήθηκε προς την μέση και όταν πλησίασε στο ύψος που βρισκόταν η ίδια χτύπησε στο καθρεφτάκι του οχήματος του Παραπονούμενου. Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να προσπεράσει, όπως ανέφερε η ΜΚ2, το όχημα του Παραπονούμενου, αλλά δεν τα κατάφερε και χτύπησε σε αυτό. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου απάντησε ότι ο Κατηγορούμενος κινείτο γρήγορα και προσπάθησε να προσπεράσει το όχημα του Παραπονούμενου για να είναι «αυτός πρώτος» όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Ερωτηθείσα για το αυτοκίνητο που αναφέρει στην κατάθεση της (Τεκμήρια 6 και 7) ότι «πήγαινε πολύ σιγά για να σταματήσει», η ΜΚ2 είπε ότι δεν είδε κανένα αυτοκίνητο να σταματά μόνον τον Κατηγορούμενο παρακολουθούσε διότι ήθελε να δει που θα έφθανε. Σε διευκρινιστική ερώτηση του κ. Σάββα κατά πόσο το εν λόγω αυτοκίνητο που αναφέρει στην κατάθεση της προσπαθούσε να σταθμεύσει ή να εισέλθει στον δρόμο, η ΜΚ2 απάντησε ότι πήγαινε σιγά και δεν ήθελε να σταθμεύσει. Όταν της υποδείχθηκε από τον κ. Σάββα η συγκεκριμένη φράση που περιλαμβάνεται στην κατάθεση της, η ΜΚ2 είπε ότι ο Κατηγορούμενος εξήλθε της ουράς των οχημάτων και εισήλθε στην μέση του δρόμου. Τέλος, ανέφερε ότι στο ύψος του δρόμου που στεκόταν δεν υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα, δεν ήταν σε θέση όμως να απαντήσει κατά πόσο υπήρχαν οχήματα σταθμευμένα πιο μπροστά από το σημείο που βρισκόταν. Θεωρώ ότι θα ήταν επισφαλές για το Δικαστήριο να προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στην μαρτυρία της ΜΚ
- Η όλη της παρουσία στο εδώλιο του μάρτυρα και ο τρόπος με τον οποίο απαντούσε δεν ήταν πειστικός και δημιουργούσε την εντύπωση ότι δεν ήταν απόλυτα βέβαιη για αυτά που κατέθετε. Ουσιαστικά το μόνο σημείο για το οποίο η ΜΚ2 ήταν σε θέση να απαντήσει με βεβαιότητα ήταν ότι ο Κατηγορούμενος σε κάποια στιγμή κινήθηκε δεξιότερα, σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε, εισήλθε στην μέση του δρόμου και χτύπησε με το κεφάλι του στο καθρεφτάκι του οχήματος του Κατηγορούμενου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της σύγχυσης που χαρακτήριζε την μαρτυρία της είναι ο ισχυρισμός της, ο οποίος περιλαμβάνεται στην κατάθεση της (Τεκμήρια 6 και 7) σε σχέση με το αυτοκίνητο που προσπέρασε ο Κατηγορούμενος προτού συγκρουστεί με το όχημα του Κατηγορούμενου. Παραθέτω αυτούσιο σχετικό απόσπασμα από την αντεξέταση της: "E. Στην κατάθεση λες στο Τεκμήριο 7 στην τέταρτη γραμμή διαβάζω. Πού πήγαινε να σταματήσει το αυτοκίνητο που λέτε στην κατάθεση σας; A. Ποιο αυτοκίνητο, δεν κατάλαβα. E. Διάβασα αυτό που έχει το περιεχόμενο της κατάθεσης. A. Ό,τι είδα αυτά είπα. (Υποδεικνύεται στη μάρτυρα το τεκμήριο 7, η δήλωση). E. Το αυτοκίνητο αυτό που προσπερνούσε πού πήγαινε να σταματήσει; A. Δεν ξέρω γι' αυτό το αυτοκίνητο, εγώ είπα εκείνα τα βήματα που έκανε αυτός, εγώ αυτόν έβλεπα, δεν είδα κανένα αυτοκίνητο πού σταμάτησε, εγώ αυτόν είδα, εγώ τον έβλεπα να δω πού θα φτάσει, γιατί έβλεπα ότι βιάζεται και μπήκε μες τη μέση. ............................................ E. Το αυτοκίνητο που λέεις στην κατάθεση σου και διάβασα πριν λίγο προσπαθούσε να παρκάρει ή να μπει στο δρόμο; A. Ποιο αυτοκίνητο; E. Αυτό που μας είπε στην κατάθεση. A. Όχι, πήγαινε σιγά ‑σιγά, δεν ήθελε να παρκάρει. E. Καλά να χρησιμοποιήσω την λέξη που χρησιμοποιάς στην κατάθεση σου "προσπερνούσε ένα άλλο αυτοκίνητο, που πήγαινε πολύ σιγά, για να σταματήσει ο ποδηλάτης πήγαινε στη μέση του δρόμου, γιατί προσπερνούσε ένα άλλο αυτοκίνητο, που πήγαινε πολύ σιγά για να σταματήσει". A. Όχι, αυτός πήγαινε σιγά‑ σιγά, ήθελε να πάει ευθεία, γιατί υπήρχε μια σειρά αυτοκίνητα προς τα κάτω και όλα τα αυτοκίνητα πήγαιναν σιγά σιγά και η άλλη σειρά που πήγαινε αυτός και αυτός δεν έμεινε πίσω στη σειρά των αυτοκινήτων και μπήκε μέσα στη μέση." Ενόψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην μαρτυρία της ΜΚ
- Η ΜΚ3 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί την κατάθεση της (Τεκμήριο 8). Στην κατάθεση της αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου. Στις 26.9.11 ενώ ήταν εκτός υπηρεσίας και βρισκόταν στην Λεωφ. Νικόλαου Νικολαΐδη περιήλθε στην αντίληψη της ότι επεσυνέβη τροχαίο δυστύχημα. Στο έδαφος ήταν τραυματισμένος ένας ποδηλάτης (προφανώς ο Κατηγορούμενος). Λόγω της τροχαίας κίνησης σηματοδότησε το ποδήλατο και το μετακίνησε εκτός δρόμου. Στην σκηνή αφίχθηκε στη συνέχεια ο ΜΚ1, στον οποίο υπέδειξε το σημείο που σηματοδότησε το ποδήλατο και ο ΜΚ1 ανέλαβε τα περαιτέρω. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι δεν είδε πως επεσυνέβη το δυστύχημα, ούτε και θυμόταν κατά πόσο αριστερά ή δεξιά του δρόμου υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα. Η ΜΚ3 ανέφερε ότι υπήρχε αρκετή κίνηση όταν κατέφθασε στο μέρος. Ήταν με πολιτικά ρούχα, ανέφερε στους παρευρισκόμενους πολίτες ότι ήταν αστυνομικός και ζήτησε από πολίτη να της δώσει μαρκαδόρο. Η ΜΚ3 κύκλωσε τους τροχούς του ποδηλάτου και τον άξονα στο κέντρο του τροχού και επίσης σημάδεψε το κάθισμα και το τιμόνι του ποδηλάτου. Η ΜΚ3 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Κατέθεσε με ειλικρίνεια για τις ενέργειες στις οποίες προέβη και για τα γεγονότα που περιήλθαν στην αντίληψη της όταν βρέθηκε στη σκηνή του επίδικου δυστυχήματος. Στην αντεξέταση της δεν αμφισβητήθηκαν με οιονδήποτε τρόπο όσα η ΜΚ3 ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση της και δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία της. Η μαρτυρία της ΜΚ3 γίνεται δεκτή στο σύνολο της. Η ΜΚ4 ήταν το πρόσωπο που μετέφραζε κατά την διάρκεια της ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορούμενου από τα Ελληνικά στα Βουλγάρικα και αντίστροφα. Κατά την κυρίως εξέταση της αναγνώρισε την υπογραφή της επί του Τεκμηρίου 4 (ανακριτική κατάθεση στην μητρική γλώσσα του Κατηγορούμενου) και μετέφρασε δια ζώσης στα ελληνικά το περιεχόμενο της εν λόγω κατάθεσης. Στην αντεξέταση της ερωτήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου για την μετάφραση στα ελληνικά της βουλγάρικης λέξης «πλατνότ». Η ΜΚ4 απάντησε ότι η εν λόγω λέξη σημαίνει την μία πλευρά του δρόμου. Η ΜΚ4 είπε ότι η φράση «κρατούσα το κέντρο του δρόμου» που περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 5 δεν είναι ορθή μετάφραση, καθώς αυτό το οποίο ανέφερε ο Κατηγορούμενος στο Τεκμήριο 4 είναι ότι κινείτο σχεδόν στο κέντρο της δικής του λωρίδας και όχι στο κέντρο του δρόμου. Επίσης η ΜΚ4 είπε ότι η φράση που περιέχεται στην 2η σελίδα του Τεκμηρίου 5 και συγκεκριμένα η φράση: «Μόλις είδα το αυτοκίνητο αυτό που έκαμε την κίνηση για να μπει στο δρόμο εγώ πήγα και κτύπησα σε ένα άλλο αυτοκίνητο που ερχόταν από απέναντι λωρίδα», δεν αποδίδει ορθά αυτό που ο Κατηγορούμενος δήλωσε στην μητρική του γλώσσα στο Τεκμήριο
- Η ΜΚ4 δήλωσε ότι η σωστή μετάφραση είναι η ακόλουθη: «Μόλις είδα το αυτοκίνητο που ήταν παρκαρισμένο να βγαίνει στο δρόμο εγώ προσπάθησα να το αποφύγω και μπήκα λίγο πιο μέσα στη λωρίδα αλλά δεν είδα ότι απέναντι είχε αυτοκίνητο, το οποίο χτύπησα στην πλευρά». Αναφορικά με την διαδικασία που ακολουθήθηκε σε σχέση με την μετάφραση κατά την λήψη της ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορούμενου, η ΜΚ4 ανέφερε ότι μετάφραζε στον Κατηγορούμενο τις ερωτήσεις του εξεταστή και στη συνέχεια μετάφραζε στον εξεταστή τις απαντήσεις του Κατηγορούμενου. Ταυτόχρονα τις απαντήσεις του Κατηγορούμενου τις κατέγραφε η ίδια στα βουλγάρικα και ο εξεταστής στα ελληνικά. Η ΜΚ4 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Θεωρώ ότι απάντησε με ειλικρίνεια τις ερωτήσεις που της τέθηκαν και δεν υπήρξε εκ μέρους της οποιαδήποτε προσπάθεια για παραποίηση ή αλλοίωση της πραγματικότητας. Κατά την αντεξέταση της δεν επιχειρήθηκε να κλονιστεί η αξιοπιστία της, αλλά ουσιαστικά κλήθηκε να διευκρινίσει διάφορα σημεία της ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορούμενου, όσον αφορά την ορθότητα και ακρίβεια της μετάφρασης τους. Οι δε απαντήσεις της δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Δεν μου διαφεύγει ασφαλώς το γεγονός ότι σε συγκεκριμένα σημεία υπάρχει διαφορά μεταξύ της μετάφρασης στα ελληνικά της ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 5) και της προφορικής μετάφρασης της ΜΚ4 ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν θεωρώ όμως ότι υπήρξε εκ μέρους της οποιαδήποτε σκοπιμότητα προκειμένου να παραποιηθούν ή να μεταφραστούν λανθασμένα τα λεγόμενα του Κατηγορούμενου. Η ΜΚ4 υπήρξε ειλικρινής στις απαντήσεις και κατά την μαρτυρία της μετέφερε χωρίς ενδοιασμούς την ορθή απόδοση της κατάθεσης του Κατηγορούμενου. Όπως ανέφερα πιο πάνω, στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΚ1, η διάσταση η οποία παρατηρείται σε ορισμένα σημεία μεταξύ της προφορικής μετάφρασης και του Τεκμηρίου 5 προφανώς οφείλεται σε σύγχυση που προέκυψε κατά την διαδικασία της μετάφρασης από την μία γλώσσα στην άλλη και της καταγραφής των απαντήσεων του Κατηγορούμενου. Ασφαλώς τόσο ο ΜΚ1 όσο και η ΜΚ4 θα έπρεπε να ήταν πολύ πιο προσεκτικοί και ακριβείς σε σχέση με όσα κατέγραφαν και όφειλαν να βεβαιωθούν ότι το σύνολο του Τεκμηρίου 5 ανταποκρίνεται πλήρως στα όσα ο Κατηγορούμενος δήλωσε στην μητρική του γλώσσα στο Τεκμήριο
- Ενόψει των πιο πάνω αποδέχομαι την μαρτυρία της ΜΚ4, καθώς επίσης και ότι η ορθή και ακριβής μετάφραση της ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορούμενου είναι αυτή που η ΜΚ4 ανέφερε προφορικά στην μαρτυρία της. Ως ΜΚ5 κατέθεσε ο Παραπονούμενος και κατά την κυρίως εξέταση του υιοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, την κατάθεση του (Τεκμήριο 9). Συνοπτικά στην κατάθεση του αναφέρει ότι στις 26.9.11 περί ώρα 10.20 οδηγούσε το όχημα του στην Λεωφ. Νικολάου Νικολαΐδη με νότια κατεύθυνση. Σε κάποια στιγμή πρόσεξε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας έναν ποδηλάτη (προφανώς τον Κατηγορούμενο) ο οποίος κατευθυνόταν βόρεια και κρατούσε την μέση του δρόμου. Πίσω από τον Κατηγορούμενο υπήρχε όχημα το οποίο θα έστριβε δεξιά. Ο Κατηγορούμενος έκανε απότομα κίνηση προς τα δεξιά, σύμφωνα με την πορεία του, με αποτέλεσμα να κατευθυνθεί προς το μέρος του Παραπονούμενου, ο οποίος ελάττωσε σχεδόν τελείως αλλά ο Κατηγορούμενος χτύπησε πλευρικά στο όχημα του. Συγκεκριμένα χτύπησε στο εξωτερικό δεξί καθρεφτάκι του οχήματος του και στη συνέχεια κινήθηκε προς τα αριστερά και έπεσε στο έδαφος. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η πρώτη φορά που είδε τον Κατηγορούμενο ήταν όταν κατευθυνόταν προς το μέρος του, η απόσταση που τους χώριζε ήταν περί τα 2 μέτρα και ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στην μέση του δρόμου. Ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι το ποδήλατο το παρέλαβε από τον δρόμο άνδρας αστυνομικός ο οποίος ήταν ένστολος. Σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης ανέφερε ότι ο ίδιος το υπέδειξε στον ΜΚ1 και αρνήθηκε υποβολή ότι το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε είναι λανθασμένο. Τέλος, ο Παραπονούμενος αρνήθηκε υποβολή του κ. Σάββα ότι υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα κατά μήκος της δικής του λωρίδας κυκλοφορίας με αποτέλεσμα να κινηθεί προς το μέρος του Κατηγορούμενου και να συγκρουστεί μαζί του. Ο Παραπονούμενος σε γενικές γραμμές μου έκανε καλή εντύπωση. Απάντησε με ευθύτητα και ειλικρίνεια τις ερωτήσεις που του τέθηκαν και κατά την αντεξέταση του δεν πλήγηκε η αξιοπιστία του. Σημειώνω ότι η μαρτυρία του Παραπονούμενου σε σχέση με την μετακίνηση του ποδηλάτου από το δρόμο έρχεται σε αντίθεση με όσα δήλωσαν επί του εν λόγω σημείου οι ΜΚ 1 και 3, των οποίων η μαρτυρία έγινε αποδεκτή. Η εν λόγω σύγκρουση ωστόσο θεωρώ ότι αφορά ένα επουσιώδες σε σχέση με τα επίδικα θέματα ζήτημα και δεν είναι ικανό να πλήξει την αξιοπιστία του Παραπονούμενου. Κατά συνέπεια και με εξαίρεση το πιο άνω σημείο αποδέχομαι την μαρτυρία του Παραπονούμενου (βλ. υπόθεση Mustafa ανωτέρω). Ο Κατηγορούμενος επέλεξε όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Στην εν λόγω δήλωση του ουσιαστικά υιοθέτησε το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του (Τεκμήριο 4) και επανέλαβε ότι αναγκάστηκε να κινείται προς το μέσο της δικής του λωρίδας κυκλοφορίας διότι υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα. Ένα αυτοκίνητο το οποίο ήταν σταθμευμένο, ξεκίνησε για να εισέλθει στο δρόμο χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση. Ο Κατηγορούμενος για να το αποφύγει κινήθηκε δεξιότερα, χωρίς να εισέλθει στην αντίθετη λωρίδα. Το όχημα του Παραπονούμενου επίσης προσπερνούσε σταθμευμένο όχημα και το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το ότι υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα και στην πλευρά του Παραπονούμενου, είχε ως αποτέλεσμα να εισέλθει το όχημα του Παραπονούμενου στην λωρίδα κυκλοφορίας που κινείτο ο ίδιος και να συγκρουστούν. Η ανώμοτη δήλωση έχει κάποια αξία, η οποία πρέπει να εξεταστεί και αξιολογηθεί μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας. Ασφαλώς η αξία της δεν είναι τέτοια που να ισοδυναμεί με μαρτυρία, υπό την έννοια ότι δεν μπορεί να αντικρούσει μία ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη (βλ. Ιωάννου v. Δημοκρατία
(2001)2 Α.Α.Δ 195). Στην υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 22 αναφέρθηκαν επίσης τα ακόλουθα σχετικά: «Υπενθυμίζουμε ότι στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι (συμπεριλαμβανομένου και του εφεσείοντα) αφού κλήθηκαν σε απολογία επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτη δήλωση και να μην προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία, κάτι βέβαια που ήταν απόλυτο δικαίωμα τους. Σε τέτοια περίπτωση, ενόψει και του τεκμηρίου αθωώτητας ενός κατηγορουμένου και της υποχρέωσης της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αυτό που εξετάζεται είναι (α) αν η μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή είναι αξιόπιστη και (β) αν ναι, κατά πόσο είναι ικανοποιητική για να αποδείξει τις κατηγορίες. Το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος δεν έδωσε ο ίδιος ένορκη κατάθεση ή ότι δεν παρουσίασε μάρτυρες, δεν πρέπει να θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.» Στην παρούσα περίπτωση θεωρώ ότι δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην ανώμοτη δήλωση του Κατηγορούμενου, καθώς αυτή έρχεται σε σύγκρουση τόσο με την πραγματική μαρτυρία όσο και με την μαρτυρία του Παραπονούμενου η οποία κρίθηκε ως αξιόπιστη. Επιπρόσθετα στην ανώμοτη δήλωση του ο Κατηγορούμενος προέβαλε για πρώτη φορά τον ισχυρισμό ότι το όχημα του Παραπονούμενου προσπέρασε άλλο όχημα και εισήλθε στην δική του λωρίδα κυκλοφορίας με αποτέλεσμα να συγκρουστούν. Ο εν λόγω ισχυρισμός δεν περιέχεται στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 4). Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 26.9.11 περί ώρα 10.20 ο Κατηγορούμενος κινείτο με το ποδήλατο του στην Λεωφόρο Νικόλαου Νικολαΐδη στην Πάφο με βόρεια κατεύθυνση. Την ίδια ώρα ο Παραπονούμενος οδηγούσε επί του ιδίου δρόμου το αυτοκίνητο του με αρ. εγγραφής KTF849 με νότια κατεύθυνση. Σε κάποια στιγμή το ποδήλατο που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος κινήθηκε δεξιότερα, εισήλθε στην λωρίδα κυκλοφορίας που κινείτο το αυτοκίνητο του Παραπονούμενου και συγκρούστηκε με αυτό. Μετά την σύγκρουση το ποδήλατο του Κατηγορούμενου κινήθηκε αριστερότερα και έπεσε με τον Κατηγορούμενο στην άσφαλτο με αποτέλεσμα ο τελευταίος να τραυματιστεί. Το σημείο σύγκρουσης απέχει 1,90μ από την άκρη του αριστερού πεζοδρομίου σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε ο Παραπονούμενος. Η Λεωφόρος Νικόλαου Νικολαΐδη είναι διπλής κυκλοφορίας και το συνολικό πλάτος της είναι 7,80μ. Ο δρόμος είναι ευθύς, η άσφαλτος ήταν στεγνή και καθαρή και το ανώτατο όριο ταχύτητας είναι 50 ΧΑΩ. Οι οδηγοί των ενεχόμενων οχημάτων είχαν απεριόριστη ορατότητα. Νομική πτυχή Το άρθρο 236(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «236. Όποιος, με τέτοιο αλόγιστο τρόπο, βεβιασμένο ή αμελή, ώστε να θέτει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή να είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει σωματική βλάβη σε άλλο- (α) οδηγεί όχημα ή ιππεύει σε οποιαδήποτε δημόσια διάβαση ή ...................................... είναι ένοχος πλημμελήματος ..............................» Το εν λόγω άρθρο έτυχε ερμηνείας στην απόφαση Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ 69, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ασχολήθηκε ευρύτερα με το ζήτημα της ποινικής αμέλειας για να καταλήξει στον βαθμό αμέλειας που απαιτείται να αποδειχθεί για να στοιχειοθετηθούν τα αδικήματα που καθιερώνει το άρθρο 236 του Ποινικού Κώδικα. Στην πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά «Παρά το γεγονός ότι το άρθρο 236 ανήκει σε ενότητα άρθρων τα οποία φέρουν τον τίτλο "Εγκληματική Αλόγιστη Συμπεριφορά και Αμέλεια" (Criminal Recklessness and Negligence) και τον πλαγιότιτλο "Αλόγιστες και Αμελείς Πράξεις" (Reckless and Negligent Acts στο πρωτότυπο αγγλικό κείμενο), εν τούτοις από το περιεχόμενό του δεν προκύπτει ότι απαιτείται αλόγιστη συμπεριφορά για απόδειξη οποιουδήποτε των αδικημάτων που προβλέπονται από το άρθρο. (Gavalas v. The Police
(1985)2 C.L.R. 114, 131, 134). Η Κυπριακή νομολογία επί του θέματος της ποινικής αμέλειας αποτελείται από μια σειρά αποφάσεων. Αρχίζει με την υπόθεση Rayas v. The Police 19 C.L.R. 308, όπου για πρώτη φορά αποφασίστηκε ότι μόνο η "ποινική αμέλεια" (criminal negligence) τιμωρείται βάσει του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 στην έκδοση των Νόμων της Κύπρου του 1959 (και τότε άρθρο 204 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.13). Στην ίδια υπόθεση αποφασίστηκε ότι η ποινική, όπως ονομάζεται, αμέλεια, που απαιτείται για την απόδειξη ευθύνης με βάση το νυν άρθρο 210 είναι μικρότερου βαθμού από την υπαίτιο αμέλεια (culpable negligence) που απαιτείται για απόδειξη της ευθύνης για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας, αλλά μεγαλύτερου βαθμού από την αμέλεια που απαιτείται για να ευσταθήσει ευθύνη για το αδίκημα της οδήγησης χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα, αμέλεια που βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με την αστική αμέλεια (civil law negligence). .................................... Το άρθρο 236 του Κεφ. 154 αποκλείει, όπως είπαμε και προηγουμένως, ως εκ της διατυπώσεως του την υπαίτιο αμέλεια (βλ. Gavalas, ανωτέρω). Ο βαθμός αμέλειας που απαιτείται εξικνείται μόνο στη βεβιασμένη ή αμελή πράξη. Πριν αναλύσουμε περισσότερο τον απαιτούμενο από το άρθρο 236 βαθμό αμέλειας, θα πρέπει να αναφέρουμε για σκοπούς συμπλήρωσης του όλου φάσματος της αμέλειας, το βαθμό αμέλειας που απαιτείται από το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, (Ν.86/72)που εξισώνεται με την αμέλεια του αστικού δικαίου (βλ. Charalambous v. The Police
(1982)2 C.L.R. 134, 143 και Rayas ανωτέρω). Η αμέλεια που απαιτείται από το άρθρο 236 είναι σοβαρότερου βαθμού από την αμέλεια που απαιτείται για την αστική ευθύνη (civil negligence) ή την ποινική ευθύνη του άρθρου 8 του νόμου 86/
- Ο βαθμός αποτελεί θέμα διακριτικής ευχέρειας και συναρτάται απόλυτα με τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Gavalas v. The Police ανωτέρω, στη σελ. 135). Το κριτήριο που προκύπτει από τη νομολογία είναι αντικειμενικό και συναρτάται πάντοτε με τη συμπεριφορά του μέσου εύλογου ανθρώπου. Στην υπόθεση Gavalas επιχειρήθηκε η διαφοροποίηση της έννοιας της αμέλειας αναλόγως του κατά πόσο η αμέλεια ανάγεται στο actus reus του αδικήματος ή στο mens rea. H διαφοροποίηση όμως αυτή δεν έχει σημασία στην παρούσα υπόθεση και συνεπώς δεν προτιθέμεθα να ασχοληθούμε μαζί της. Επειδή ο απαιτούμενος βαθμός αμέλειας του άρθρου 210 (πριν την τροποποίηση του) και του άρθρου 236 ήταν ο αυτός, στην παρούσα υπόθεση μπορούμε να αντλήσουμε καθοδήγηση και από τη νομολογία που ερμηνεύει το άρθρο 210, πάντοτε βέβαια πριν από την τροποποίηση του. Στην υπόθεση Gavalas αποφασίστηκε ότι θα πρέπει να παραμείνουμε στην αναζήτηση ψηλού βαθμού αμέλειας ως αναγκαίου συστατικού στοιχείου του αδικήματος βάσει του άρθρου 210 του Κεφ.
- Σε κάθε περίπτωση το θέμα κατά πόσο η αμέλεια που έχει επιδειχθεί είναι τέτοια που μπορεί να καταλήξει σε καταδίκη, είναι πάντα πραγματικό και εξαρτάται από τα γεγονότα κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, (βλ. Kannas v. The Police
(1968)2 C.L.R. 29, Mylordis v. The Police
(1981)2 C.L.R. 219) αλλά ο απαιτούμενος βαθμός αμέλειας είναι πάντα ψηλός (Stylianou v. The Police
(1981)2 C.L.R. 245, 249).» Σύμφωνα επομένως με τα πιο πάνω, ο βαθμός αμέλειας που απαιτείται για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος του άρθρου 236 του Ποινικού Κώδικα είναι σοβαρότερος από εκείνον που απαιτείται για την στοιχειοθέτηση ποινικής ευθύνης ενός προσώπου για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου, Ν.86/72, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Το κατά πόσο η αμέλεια που έχει επιδειχθεί είναι τέτοια που να μπορεί να οδηγήσει σε καταδίκη είναι ζήτημα πραγματικό και εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Σε κάθε περίπτωση όμως, ο απαιτούμενος βαθμός αμέλειας είναι υψηλός. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να σχολιάσω την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου ότι απουσιάζει εν προκειμένω ένα συστατικό στοιχείο του αδικήματος και συγκεκριμένα το συστατικό στοιχείο της οδήγησης οχήματος. Σύμφωνα με τον κ. Σάββα, το ποδήλατο δεν συνιστά «όχημα» εν τη εννοία του Νόμου και επομένως η κατηγορία που έχει προσαχθεί εναντίον του πελάτη του είναι αβάσιμη. Το συγκεκριμένο επιχείρημα προβλήθηκε και στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως και απορρίφθηκε με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 20.6.
- Περιορίζομαι απλά να αναφέρω ότι η έννοια «όχημα» ή «vehicle», όπως αναφέρεται στο πρωτότυπο αγγλικό κείμενο, διαφέρει από την έννοια «μηχανοκίνητο όχημα». Η διαφορά μεταξύ των δύο εννοιών είναι, κατά την άποψη μου, εμφανής. Σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Καθηγητή Γ. Μπαμπινιώτη, όχημα είναι οποιαδήποτε μηχανική κατασκευή η οποία φέρει τροχούς και χρησιμοποιείται ως μεταφορικό μέσο. Το ποδήλατο πληροί τα πιο πάνω χαρακτηριστικά και επομένως εντάσσεται στην έννοια του οχήματος του άρθρου 236 του Ποινικού Κώδικα. Σημειώνω εδώ ότι στο ερμηνευτικό άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά στην έννοια «όχημα». Το επιχείρημα του κ. Σάββα θα ευσταθούσε αν, για παράδειγμα, ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε το αδίκημα της αμελούς οδήγησης δυνάμει του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου, Ν.86/
- Για την στοιχειοθέτηση του εν λόγω αδικήματος απαραίτητο συστατικό στοιχείο είναι η οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος και το ποδήλατο ασφαλώς δεν είναι μηχανοκίνητο όχημα. Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι ( Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, δηλαδή την μαρτυρία που έχω κρίνει ως αποδεκτή, την νομική πτυχή, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Συγκεκριμένα από την μαρτυρία που έχω κρίνει ως αποδεκτή δεν προκύπτει κατά πόσο ο Κατηγορούμενος οδηγούσε με αλόγιστο, βεβιασμένο ή αμελή τρόπο. Αυτό το οποίο προκύπτει από την αποδεκτή μαρτυρία είναι ότι το ποδήλατο που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε με το όχημα του Παραπονούμενου. Το γεγονός αυτό όμως από μόνο του δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε με αλόγιστο, βεβιασμένο ή αμελή τρόπο. Ουσιαστικά δεν έχω ενώπιον μου μαρτυρία που να περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Ο Παραπονούμενος, στην μαρτυρία του δήλωσε ότι η πρώτη φορά που είδε τον Κατηγορούμενο ήταν όταν κατευθυνόταν προς το μέρος του και η απόσταση που τους χώριζε ήταν περί τα 2-3 μέτρα. Σημειώνω επίσης ότι η ορατότητα στον εν λόγω δρόμο είναι απεριόριστη, πράγμα το οποίο οδηγεί στο εύλογο συμπέρασμα ότι ο Παραπονούμενος δεν είδε ενωρίτερα τον Κατηγορούμενο διότι αυτός προφανώς βρισκόταν εντός της δικής του λωρίδας κυκλοφορίας. Δημιουργούνται επομένως σοβαρές αμφιβολίες κατά πόσο ο Κατηγορούμενος εισερχόμενος στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας ενήργησε αλόγιστα, βεβιασμένα ή αμελώς εν τη εννοία του άρθρου 236 του Ποινικού Κώδικα. Δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να αναγκάστηκε ο Κατηγορούμενος, από κάποια αιτία, να κινηθεί δεξιότερα σύμφωνα με την πορεία του, με αποτέλεσμα να εισέλθει στην αντίθετη λωρίδα. Σε κάθε περίπτωση η αμέλεια που απαιτείται να αποδειχθεί για να δικαιολογείται καταδίκη του Κατηγορούμενου με βάση το άρθρο 236 του Ποινικού Κώδικα είναι σοβαρότερου βαθμού από αυτήν που απαιτείται για την ποινική ευθύνη δυνάμει του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου, Ν.86/72(βλ. Μαυρομμάτης ανωτέρω). Τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης δεν συνηγορούν στην ύπαρξη τέτοιου υψηλού βαθμού αμέλειας. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο