← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Φειδίας Λοϊζου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3662/11, 31/7/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Φειδίας Λοϊζου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3662/11, 31/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B135 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3662/11 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Kατηγορούσας Αρχής v

  1. Φειδίας Λοϊζου
  2. Χρίστος Σταύρου Κατηγορουμένων ----------------------- Ημερομηνία: 31/07/
  3. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Περγαντή. Για τον Κατηγορούμενο 1 : κ Αλ. Αλεξάνδρου. Για τον Κατηγορούμενο 2: κα. Λ. Λεμονάρη. Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 (από τώρα και στο εξής «οι κατηγορούμενοι») αντιμετώπιζαν σύμφωνα με το κατηγορητήριο από κοινού, δύο κατηγορίες, αυτή της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος (κατηγορία 1) και αυτή της κλοπής καρπών γεωργικής εσοδείας (κατηγορία 2). Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας για την κατηγορούσα αρχή η εκπρόσωπος της ζήτησε άδεια να διακόψει την 1ην κατηγορία και ως εκ τούτου αυτή διακόπηκε και οι κατηγορούμενοι απαλλάγηκαν. Επομένως, οι κατηγορούμενοι εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν την 2ην κατηγορία και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της, οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι στις 13/10/2010 στην τοποθεσία «Κολεκτίβα» στα Κούκλια της Επαρχίας Πάφου, έκλεψαν από περιβόλι 550 κιλά αβοκάντο συνολικής αξίας €1100 περιουσία του Νεόφυτου Βρυώνη από τα Κούκλια. Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 5 μάρτυρες κατηγορίας και συγκεκριμένα τον Αστ. 2543 Τρύφωνα Τρύφωνος (Μ.Κ.1), τον κ. Νεόφυτο Βρυώνη (Μ.Κ.2), τον Αστ. 2886 Α. Αλεξάνδρου (Μ.Κ.3), τον Αστ. 3773 Ν. Αραούζο (Μ.Κ.4) και τον Αστ. 857 Γ. Γεωργίου (Μ.Κ.5). Επίσης, ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκαν και τα τεκμήρια Α - Ε ως παραδεκτά γεγονότα τα οποία αποτελούνται από τη γραπτή κατάθεση του Αστ. 3530 Χρ. Χριστοδούλου (τεκμήριο Α) στην οποία αναφέρει τις ενέργειες που έκανε σε σχέση με την υπόθεση αυτή και συγκεκριμένα ότι στις 14/10/2010 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 1 και η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο Β, ότι στις 17/10/2010 ερεύνησε κατόπιν δικαστικού εντάλματος την οικία και το κατάστημα του κατηγορούμενου 2 χωρίς να εντοπιστεί οτιδήποτε και ότι στις 18/10/2010 κατηγόρησε τον κατηγορούμενο
  4. Ως τεκμήριο Γ κατατέθηκε η γραπτή κατάθεση του Αστ. 4824 Α. Θεμιστοκλέους στην οποία αναφέρει ότι στις 17/10/2010 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο 1 και επίσης κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και η εν λόγω γραπτή κατηγορία ως τεκμήριο Δ. Περαιτέρω, κατατέθηκε εκ συμφώνου η κατάθεση του Αστ. 3486 Α. Μαλεκκίδη ως τεκμήριο Ε στην οποία αναφέρει ότι στις 13/10/2010 παρέλαβε από τον Αστ. 857 Γ. Γεωργίου 22 σακούλες με αβοκάντο και την ίδια μέρα τα παρέδωσε στον Νεόφυτο Βρυώνη. Το Δικαστήριο με σχετική ενδιάμεση απόφαση του, κάλεσε τους κατηγορούμενους σε απολογία σε σχέση με την κατηγορία που παρέμεινε να αντιμετωπίζουν. Και οι δύο επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτη δήλωση. Επίσης, δεν κάλεσαν οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Συνοπτικά η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από τους μάρτυρες κατηγορίας έχει ως ακολούθως: Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως ο φωτογράφος ο οποίος στις 13/10/2010 και ώρα 17:00 σε περιβόλι στο χωριό Tίμη - προφανώς εννοεί στο χωριό Κούκλια που ήταν το περιβόλι του παραπονουμένου - και στην παρουσία του Αστ. 857 του Αστυνομικού Σταθμού Κουκλιών έλαβε εννέα φωτογραφίες σακουλών με αβοκάντο. Κατέθεσε στο Δικαστήριο δέσμη των εν λόγω φωτογραφιών ως τεκμήριο 2 και εξήγησε τον τρόπο που τις μεγέθυνε και τις έδεσε σε βιβλιάριο. Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε ως ο παραπονούμενος και ανέφερε ότι στις 13/10/2010 και ώρα 16:05 πήγε στο χωράφι που διαχειρίζεται στην περιοχή «Κολεκτίβα» του χωριού Κούκλια για έλεγχο καθότι πέρσι τον ίδιο καιρό είχαν κλαπεί αβοκάντο. Μπήκε στο χωράφι και αφού περπάτησε σαράντα περίπου μέτρα εντός αυτού είδε στο έδαφος άσπρες πλαστικές σακούλες γεμάτες φρούτα αβοκάντο. Προχώρησε ακόμη μερικά μέτρα και είδε ανάμεσα στα δένδρα δύο άνδρες τους οποίους περιγράφει στην κατάθεση του τεκμήριο 3 και συγκεκριμένα αναφέρει ότι ο ένας από αυτούς είχε «κοτσούι». Το πρόσωπο του ατόμου αυτού το γνώριζε φατσικώς είπε, διότι κατάγεται από το χωριό Τίμη και τον είχε ξανά δει ενώ τον άλλο πρώτη φορά τον έβλεπε. Την ώρα που τους είδε στο χωράφι το πρόσωπο με το «κοτσούι» κρατούσε μια πλαστική άσπρη σακούλα γεμάτη αβοκάντο και την τοποθετούσε δίπλα από άλλη σακούλα που ήταν εκεί στο χωράφι επίσης γεμάτη από αβοκάντο. Μόλις τα δύο πρόσωπα αυτά τον είχαν αντιληφθεί και βρισκόνταν σε απόσταση δύο περίπου μέτρων από αυτόν, ο 1ος τον οποίο γνώριζε είπε στον άλλο «βούρα» και έτρεξαν και οι δύο για να φύγουν, ο μεν ένας προς το ξηροπόταμο και ο δε άλλος προς το ποταμό διαρίζο. Στο μέρος λέει τα πρόσωπα αυτά δεν είχαν αυτοκίνητο αλλά πιστεύει ότι θα έρχονταν το βράδυ να φορτώσουν τα αβοκάντο που είχαν κόψει. Ο ίδιος μέτρησε στο χωράφι του 22 σακούλια των 25 κιλών έκαστο να είναι γεμάτα αβοκάντο η αξία των οποίων είναι €1,
  5. Σε συμπληρωματική του κατάθεση - τεκμήριο 4- κατονόμασε τον κατηγορούμενο 1 ως το πρόσωπο που είδε με το «κοτσούι» και το οποίο γνώριζε φατσικώς ενώ σε περαιτέρω συμπληρωματική του κατάθεση ημερομηνίας 17/10/2010 - τεκμήριο 6 - αναφέρει ότι στον Αστυνομικό Σταθμό Κουκλιών είδε και αναγνώρισε τον κατηγορούμενο 2 ως το πρόσωπο το οποίο βρισκόταν με τον κατηγορούμενο στο χωράφι του την ημέρα εκείνη. Ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι στις 13/10/2010 και περί ώρα 16:20 του τηλεφώνησε στον Αστυνομικό Σταθμό Κουκλιών ο παραπονούμενος και του ανέφερε ότι σε έλεγχο που διενέργησε στο χωράφι του είδε δύο άτομα να κόβουν αβοκάντο και να τα τοποθετούν σε πλαστικές σακούλες και μόλις τον αντιλήφθηκαν διέφυγαν τρέχοντας. Αμέσως, μαζί με τον Αστ. 857 Γ. Γεωργίου μετέβηκε στο χωράφι του παραπονούμενου όπου εντόπισαν 22 σακούλες αβοκάντο σε διάφορα σημεία του χωραφιού. Την ίδια μέρα και περί ώρα 18:30 ο παραπονούμενος τους υπέδειξε κατοικία στην οδό Σαλαμίνος 39 στο χωριό Τίμη στην Πάφο και τους ανέφερε ότι είναι η κατοικία του 1ου κατηγορούμενου. Επίσης, ανέφερε ότι στις 17/10/2010 κλήθηκε και πήγε στο Σταθμό ο 2ος κατηγορούμενος καθότι η περιγραφή και άλλες πληροφορίες που εξασφάλισαν ταίριαζαν με αυτόν και αφού τον είδε ο παραπονούμενος τον αναγνώρισε ως ένα από τα δύο πρόσωπα που ήταν στο χωράφι του. Οι Μ.Κ.4 και 5 ανέφεραν την εμπλοκή τους στην υπόθεση και τις ενέργειες τις οποίες οι ίδιοι έκαναν στα πλαίσια της διερεύνησης της υπόθεσης αυτής. Ο Μ.Κ.4 ανέφερε ότι στις 14/10/2010 και περί ώρα 16:50 στην οδό Σαλαμίνος αρ. 39 στο χωριό Τίμη συνέλαβε τον 1ον κατηγορούμενο κατόπιν δικαστικού εντάλματος σύλληψης, ερεύνησε την κατοικία του χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε και έλαβε από αυτόν ανακριτική κατάθεση. Επίσης, ανέφερε ότι στις 16/10/2010 και περί ώρα 15:00 επικοινώνησε με τον Αστυνομικό Σταθμό Κουκλιών άγνωστο πρόσωπο το οποίο επιθυμούσε να διατηρήσει την ανωνυμία του και του ανέφερε ότι το πρόσωπο που αναζητεί η Αστυνομία σε σχέση με την κλοπή των αβοκάντο είναι από τη Λεμεσό, έχει κατάστημα Pet Shop στην περιοχή Αγίου Αθανασίου και έχει το παρατσούκλι κοντός. Ο Μ.Κ.5 ανέφερε ότι στις 13/10/2010 μετέβηκε μαζί με τον Μ.Κ.3 στο χωράφι του παραπονούμενου και μέτρησε και ο ίδιος 22 πλαστικές σακούλες γεμάτες από αβοκάντο. Επίσης, στην παρουσία του, ο Μ.Κ.1 έλαβε αριθμό φωτογραφιών. Ακολούθως, ο παραπονούμενος μετέφερε τις 22 σακούλες στον Αστυνομικό Σταθμό Κουκλιών, τις παρέλαβε ως τεκμήρια, τις ζύγισε στην παρουσία του και διαπίστωσαν ότι ζύγιζαν 550 κιλά. Περαιτέρω, ανέφερε ότι την ίδια μέρα ο παραπονούμενος του υπέδειξε τόσο αυτού αλλά και του Μ.Κ.3 την κατοικία που διαμένει ο 1ος κατηγορούμενος. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Επίσης, διατηρώ κατά νου την πάγια αρχή της νομολογίας ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί τη μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στο σύνολο της είτε εν μέρει, αφού προηγουμένως αιτιολογήσει την προσέγγιση του αυτή και εφόσον ουσιαστικά ο μάρτυρας αυτός κριθεί αξιόπιστος (βλ. Παντελής Λαζάρου v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633, Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 και Κώστας Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 219/2012, Ημερ. 29/11/2013). Προτού προχωρήσω όμως στην αξιολόγηση ενός εκάστου των μαρτύρων κατηγορίας θεωρώ ορθό στο στάδιο αυτό να αναφέρω ότι, όπως έχει διαφανεί από την όλη ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία, η μόνη μαρτυρία η οποία τείνει να συνδέσει τους κατηγορούμενους με το κατ' ισχυρισμό αδίκημα είναι η μαρτυρία αναγνώρισης αυτών από τον παραπονούμενο. Είναι γνωστές οι αρχές και οι διαδικασίες που θα πρέπει να ακολουθούνται σε μια τέτοια περίπτωση έτσι ώστε να αποκλείονται οι κίνδυνοι από την εμφιλοχώρηση σφάλματος στην αναγνώριση. Οι αρχές αυτές έχουν τεθεί στην γνωστή Αγγλική απόφαση R v. Τurnbull [1976] 3 ALL E.R. 549 και οι οποίες υιοθετήθηκαν σε σειρά κυπριακών αποφάσεων (βλ. Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας
(1987)2 Α.Α.Δ. 269, Χ΄΄Γεωργίου v. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174, Ιωάννης Γεωργίου Σοφοκλέους v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259 και Λαζάρου v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Οι κατευθυντήριες αρχές που τέθηκαν στην R v. Τurnbull (ανωτέρω) είναι οι ακόλουθες: « First, whenever the case against an accused depends wholly or substantially on the correctness of one or more identifications of the accused which the defence alleges to be mistaken, the judge should warn the jury of the special need for caution before convicting the accused in reliance on the correctness of the identification or identifications. In addition he should instruct them as to the reason for the need for such a warning and should make some reference to the possibility that a mistaken witness can be a convincing one and that a number of such witnesses can all be mistaken. Provided this is done in clear terms the judge need not use any particular form of words. Secondly, the judge should direct the jury to examine closely the circumstances in which the identification by each witness came to be made. How long did the witness have the accused under observation? At what distance? In what light? Was the observation impeded in any way, as for example by passing traffic or a press of people? Had the witness ever seen the accused before? How often? If only occasionally, had he any special reason for remembering the accused? How long elapsed between the original observation and the subsequent identification to the police? Was there any material discrepancy between the description of the accused given to the police by the witness when first seen by them and his actual appearance? If in any case, whether it is being dealt with summarily or on indictment, the prosecution have reason to believe that there is such a material discrepancy they should supply the accused or his legal advisers with particulars of the description the police were first given. In all cases if the accused asks to be given particulars of such descriptions, the prosecution should supply them. Finally, he should remind the jury of any specific weaknesses which had appeared in the identification evidence. Recognition may be more reliable than identification of a stranger; but, even when the witness is purporting to recognise someone whom he knows, the jury should be reminded that mistakes in recognition of close relatives and friends are sometimes made. All these matters go to the quality of the identification evidence. If the quality is good and remains good at the close of the accused's case, the danger of a mistaken identification is lessened; but the poorer the quality, the greater the danger. In our judgment, when the quality is good, as for example when the identification is made after a long period of observation, or in satisfactory conditions by a relative, a neighbour, a close friend, a workmate and the like, the jury can safely be left to assess the value of the identifying evidence even though there is no other evidence to support it; provided always, however, that an adequate warning has been given about the special need for caution. Were the courts to adjudge otherwise, affronts to justice would frequently occur. When, in the judgment of the trial judge, the quality of the identifying evidence is poor, as for example when it depends solely on a fleeting glance or on a longer observation made in difficult conditions, the situation is very different. The judge should then withdraw the case from the jury and direct an acquittal unless there is other evidence which goes to support the correctness of the identification. This may be corroboration in the sense lawyers use that word; but it need not be so if its effect is to make the jury sure that there has been no mistaken identification. Για να εφαρμοστούν οι πιο πάνω αρχές όμως, το Δικαστήριο θα πρέπει κρίνει αξιόπιστη τη μαρτυρία αναγνώρισης η οποία τίθεται ενώπιον του. Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Νεόφυτου Κωνσταντίνου Ιωάννου, Ποιν. Έφεση Αρ. 140/2012, Ημερ. 11/09/2013 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Δεν εγείρεται θέμα εφαρμογής των αρχών της Τurnbull και κατ' επέκταση θέμα αναζήτησης υποστηρικτικής μαρτυρίας, στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν θα ήταν διατεθειμένο, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, να δεχθεί ως αληθή και να στηριχθεί σ' αυτήν, την εκδοχή του μάρτυρα ότι όντως είδε το δράστη. Σε μια τέτοια περίπτωση το θέμα τελειώνει εκεί. Σε περίπτωση όμως, που ο μάρτυς, όντως είδε το δράστη και το ζητούμενο είναι η ορθότητα της αναγνώρισης του υπόπτου στο πρόσωπο του δράστη, τότε και μόνο τότε εγείρεται θέμα εφαρμογής των αρχών που τέθηκαν στην Τurnbull. Κοντολογίς, το θέμα είναι αποκλειστικά θέμα ποιότητας της αναγνωριστικής μαρτυρίας. Αν η ποιότητα της αναγνώρισης είναι ικανοποιητική σε βαθμό που το δικαστήριο αισθάνεται ασφαλές να στηριχθεί σ' αυτή χωρίς υποστηρικτική μαρτυρία, τότε δεν συντρέχει λόγος αναζήτησης τέτοιας μαρτυρίας. Αν όμως η ποιότητα της μαρτυρίας αναγνώρισης είναι φτωχή, τότε το δικαστήριο θα πρέπει να αθωώσει τον κατηγορούμενο, εφόσον άλλωστε, όπως έχουμε ήδη επισημάνει, η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής εδράζεται αποκλειστικά ή ουσιαστικά επί της αναγνωριστικής μαρτυρίας, εκτός αν υπάρχει άλλη μαρτυρία, όχι κατ' ανάγκη αναγνωριστικής φύσεως, η οποία τείνει να υποστηρίξει την ορθότητα της αναγνώρισης, αποκλείοντας, κατά το δυνατό, το ενδεχόμενο λάθους (βλ. Younnas
(2012)ENCA CRIM.2022, στην οποία υιοθετήθηκαν πλήρως οι αρχές της Τurnbull). Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, θα προχωρήσω να αξιολογήσω την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία. Ο M.K.1 ήταν ο φωτογράφος που φωτογράφησε τις σακούλες με τα αβοκάντο στο περιβόλι του παραπονουμένου και ο οποίος ετοίμασε τις φωτογραφίες. Οι εν λόγω φωτογραφίες τεκμήριο 2 δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση και οι ενέργειες του μάρτυρα σχετικά με τον τρόπο που τις έλαβε και τις μεγέθυνε. Δεν διαπιστώνεται οτιδήποτε το μεμπτό στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού επί του σημείου αυτού καθώς επίσης και ότι οι φωτογραφίες είναι αυθεντικές. Ως εκ τούτου τις αποδέχομαι. Πέραν των πιο πάνω όμως, δεν μπορώ να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα σε οποιοδήποτε άλλο μέρος της μαρτυρίας του και σε αναφορές του όπως για παράδειγμα στον αριθμό των σακουλών ή αν διαπίστωσε οποιεσδήποτε άλλες σακούλες ή σε πόσα σημεία βρίσκονταν. Ο μάρτυρας δεν θυμόταν και φάνηκε ότι δεν ήταν σε θέση να δώσει περισσότερες διευκρινίσεις. Η θέση του ήταν ότι φωτογράφησε τις σακούλες καθ' υπόδειξη του Αστ. 857 και οι ενέργειες του περιορίστηκαν σε αυτό το σημείο και μόνο. Ως εκ τούτου αποδέχομαι τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και τις φωτογραφίες που κατέθεσε έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω διευκρινίσεις. Ο Μ.Κ.2 ήταν ο παραπονούμενος και ο ουσιαστικός μάρτυρας της υπόθεσης αφού επί αυτού του μάρτυρα εδράζεται η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής και είναι το πρόσωπο το οποίο αναγνώρισε τους κατηγορούμενος ως άτομα τα οποία είδε στο χωράφι του τη δεδομένη στιγμή να κλέβουν τα αβοκάντο του. Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, έλαβα υπόψη μου το περιεχόμενο αυτής σε συνδυασμό με την υπόλοιπη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς επίσης και την εντύπωση που απεκόμισα από αυτόν κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα. Ξεκινώντας από το τελευταίο, ο παραπονούμενος δεν μου έχει κάνει καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα κατά την ώρα της προφορικής του μαρτυρίας, παρά τη βεβαιότητα που έκφραζε σε σχέση την αναγνώριση των προσώπων που ισχυρίστηκε ότι είδε στο χωράφι του. Η δε εκδοχή που ανέφερε στερείται πειστικότητας, παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες και αντιφάσεις σε κάποια σημεία της σε σχέση με τον τρόπο που έλαβε χώρα το όλο περιστατικό σε βαθμό που είναι επικίνδυνο για το Δικαστήριο να βασιστεί σε αυτήν και να εξάξει ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Εγείρονται αμφιβολίες στο Δικαστήριο κατά πόσο όντως έλαβαν χώρα όλα όσα ανέφερε ή ο παραπονούμενος είχε υποψίες ή πληροφορίες ότι τα άτομα που πιθανόν να έκλεψαν προηγουμένως τους καρπούς του ήταν οι κατηγορούμενοι και με αυτό τον τρόπο προσπάθησε να τους εμπλέξει και να προστατέψει την περιουσία του. Προς υποστήριξη της πιο πάνω κρίσης μου θα αναφερθώ σε κάποια μέρη της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού. Κατ' αρχή ο τρόπος που περιέγραψε τον τρόπο που εντόπισε τα δύο άτομα στο χωράφι του και τι έγινε γενικά παρουσιάζει αδυναμίες. Ανέφερε ότι διάνυσε μια απόσταση περί τα 40 μέτρα για να βρεθεί στο σημείο που ήταν τα δύο άτομα και να απέχει από τον ένα 2 - 3 μέτρα και από τον άλλο 4 - 5 μέτρα. Παρά το ότι ανέφερε ότι στο χωράφι υπήρχαν ξηρά φύλλα από τα δένδρα στη συνέχεια όταν του αναφέρθηκε ότι αν ήταν έτσι τότε τα κατ' ισχυρισμό άτομα θα τον άκουγαν και θα έφευγαν ενωρίτερα, είπε ότι στους διαδρόμους δεν υπάρχουν φύλλα και ότι πήγε από εκεί, την ίδια ώρα που δεν φάνηκε ότι διάνυσε μια ευθεία πορεία εντός του διαδρόμου αφού όπως είπε κατευθύνθηκε προς τις σακούλες που είδε να είναι γεμάτες. Επίσης, ανέφερε ότι είδε τα άτομα αυτά για πολύ λίγο και για κλάσματα δευτερολέπτων όπως είπε σε σχέση με τον 2ον κατηγορούμενο και αμέσως αυτά τράπηκαν σε φυγή. Επίσης, ο ένας είπε και συγκεκριμένα ο 1ος κατηγορούμενος έκοβε και τοποθετούσε αβοκάντο σε μια πλαστική σακούλα ενώ ο δεύτερος βρισκόταν πιο κάτω εντός του δένδρου και μόλις του φώναξε ο 1ος έτρεξε και αυτός. Περαιτέρω, είπε ότι το όλο συμβάν από την αρχή που εισήλθε στο χωράφι μέχρι το τέλος διήρκεσε ένα λεπτό. Επιπρόσθετα είπε ότι τον 2ον δεν τον είδε από μπροστά. Διερωτώμαι πώς είναι δυνατό να έλαβαν χώρα όλα τόσο γρήγορα και ο παραπονούμενος να είναι σε θέση να δίνει την περιγραφή που δίνει τόσο για τον 1ον κατηγορούμενο στην κατάθεση του όσο και για το δεύτερο. Επίσης, αξιοσημείωτο είναι ότι δεν αναφέρει οτιδήποτε στα πρόσωπα αυτά και το μόνο που κάνει είναι να τρέχει λίγα μέτρα πίσω από τον 2ον κατηγορούμενο, όπως είπε και μετά να σταματήσει. Άξιον απορίας επίσης, είναι και το γεγονός ότι ενώ στη κατάθεση του ανέφερε τις πορείες που ακολούθησαν τα δύο αυτά άτομα όταν τον αντιλήφθηκαν, στην αντεξέταση του είπε ότι έτρεχαν ο ένας μπροστά και ο άλλος πίσω. Αντεξεταζόμενος επί τούτου και όταν έρχεται αντιμέτωπος με το γεγονός αυτό, αναφέρει ότι μέχρι να βγουν από το χωράφι έτρεχαν ο ένας μπροστά και ο άλλος πίσω και μετά πήραν ξεχωριστή πορεία. Κάτι τέτοιο όμως δεν προκύπτει από την κατάθεση του και θεωρώ ότι διαφέρει η θέση αυτή από την αρχική του. Ιδιαίτερα ερωτηματικά όμως, γεννούν και οι μετέπειτα ενέργειες του σε σχέση με την σύνδεση και αναγνώριση του 1ου κατηγορούμενου αλλά και του 2ου. Τηλεφωνά στην Αστυνομία χωρίς να αναφέρει τίποτα για τον 1ον κατηγορούμενο και κατά πόσο τον αναγνώρισε. Στη συνέχεια, με το που φθάνει η Αστυνομία αναφέρει ότι γνωρίζει φατσικώς τον 1ον κατηγορούμενο. Στο σημείο αυτό, φάνηκε ότι η εξήγηση που δίνει για την γνώση του 1ου κατηγορούμενου να είναι γενική και αόριστη. Είπε ότι έτυχε να το δει στο γειτονικό του χωριό στη Τίμη, χωρίς να θυμάται πού και κάτω από ποιες περιστάσεις αλλά και πόσες φορές. Γεννάται το ερώτημα γιατί τότε τον γνωρίζει φατσικώς και γιατί να θυμάται τη φάτσα του; Πέραν τούτου, ακολούθως, αναφέρει ότι γνωρίζει πού διαμένει χωρίς πάλι να εξηγεί πώς και στην συνέχεια και μετά την κατάθεση του αναφέρει και το όνομα του. Αντεξεταζόμενος επί όλων αυτών και πώς έμαθε το όνομα του μετά την κατάθεση, αναφέρει ότι είναι από την αρχή που γνώριζε το όνομα του και το ανέφερε κάτι το οποίο δεν ευσταθεί όπως φαίνεται. Αναφορικά με τον 2ον κατηγορούμενο, ενώ δεν τον γνώριζε από προηγουμένως όπως είπε και ενώ το είδε για κλάσματα δευτερολέπτων και μάλιστα όταν δεν είδε ούτε το πρόσωπο του καλά καλά, μετά από πάροδο τεσσάρων ημερών, τον αναγνωρίζει στην Αστυνομία. Πώς είναι δυνατό να συμβαίνει αυτό; Εν πάσει περιτπώσει δεν δίνονται εξηγήσεις ή επ' αρκείς εξηγήσεις έτσι ώστε να σταθεί στη λογική το πιο πάνω συμπέρασμα και αναγνώριση. Περαιτέρω, αμφιβολίες περί τούτου γεννά και ο τρόπος που εντοπίστηκε ο 2ος κατηγορούμενος. Όπως θα διαφανεί κατωτέρω από την αξιολόγηση της μαρτυρίας του εξεταστή και των υπόλοιπων μαρτύρων, αυτός εντοπίστηκε μετά από ένα ανώνυμο τηλεφώνημα που έλεγε ότι το δεύτερο άτομο που εμπλέκεται ήταν ο 2ος κατηγορούμενος γι αυτό και συνελήφθηκε και αμέσως με τη σύλληψη του αναγνωρίζεται από τον παραπονούμενο. Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω αλλά και όλο το περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ σε αυτή και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Η όλη περιγραφή του επεισοδίου παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες, αντιφάσεις και είναι επικίνδυνο να αποδεχθώ ότι όλα αυτά έλαβαν χώρα. Ως εκ τούτου η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού απορρίπτεται στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.3 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης και ανέφερε τις ενέργειες τις οποίες έκανε για διερεύνηση της καταγγελίας που έλαβε από τον παραπονούμενο. Η αντεξέταση του μάρτυρα αυτού και από τους δύο κατηγορούμενους δεν φάνηκε να έχει σκοπό να πλήξει την αξιοπιστία του σε σχέση με τις ενέργειες που έκανε. Εκείνο το οποίο διαπιστώθηκε ότι στόχευε ήταν να δώσει περισσότερες διευκρινίσεις και λεπτομέρειες σε σχέση με αυτές με απώτερο σκοπό να πληγεί το αξιόπιστο της καταγγελίας από τον παραπονούμενο. Ο μάρτυρας αυτός δεν έχω διαπιστώσει ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει ψέματα ούτε είχε οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο. Εκείνο το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι δεν ήταν σε θέση να θυμάται και να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες για τις ενέργειες που έπραξε και πώς αυτές προέκυψαν. Η θέση του ότι στις 13/10/2010 και περί ώρα 16:20 επικοινώνησε ο παραπονούμενος καταγγέλλοντας την υπόθεση και ότι αυτός ακολούθως μαζί με τον Αστ. 857 επισκέφθηκε το συγκεκριμένο περιβόλι του και μέτρησε 22 σακούλες γεμάτες αβοκάντο που βρισκόταν σε διάφορα σημεία του χωραφιού δεν έτυχε αμφισβήτησης. Προκύπτει επίσης από τη μαρτυρία του ότι ο παραπονούμενος τηλεφωνικώς δεν τους είπε το όνομα των δραστών ή τουλάχιστον του 1ου κατηγορούμενου, απλώς τους ανέφερε ότι είδε τους δράστες. Περαιτέρω, προκύπτει ότι στη σκηνή που πήγαν ο παραπονούμενος τους είπε ότι γνωρίζει τον ένα από τους δύο δράστες που είδε εντός του χωραφιού του, αλλά δεν τους ανέφερε το όνομα του. Ακολούθως, και μετά τη λήψη της κατάθεσης από τον παραπονούμενο, αυτός τους ανέφερε το όνομα του 1ου κατηγορούμενου αλλά ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να πει πώς το έμαθε. Ακολούθως, την ίδια μέρα τους πήρε και τους έδειξε το σπίτι του κατηγορούμενου αρ. 1 αλλά δεν γνώριζε να πει τί ενέργειες έκαναν εκεί και κατά πόσο κατέβηκαν από το αυτοκίνητο ή όχι. Επίσης, ενώ η κατάθεση του παραπονούμενου τέλειωσε η ώρα 17:08 και η επίσκεψη προς του σπίτι του κατηγορούμενου έγινε η ώρα 18:30, ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να πει τι μεσολάβησε αλλά και τι προέκυψε και ο παραπονούμενος έμαθε και τους ανέφερε και το όνομα του 1ου κατηγορούμενου. Πέραν των πιο πάνω, δεν γνώριζε να πει πώς εντοπίστηκε ο δεύτερος κατηγορούμενος. Αναφέρθηκε σε μια ανώνυμη πληροφορία που έφερε τον 2ον κατηγορούμενο να ενέχεται στην υπόθεση, την οποία όμως δεν έλαβε ο ίδιος. Ούτε μπορούσε να πει γιατί ο κατηγορούμενος αρ. 2 κλήθηκε τέσσερις ημέρες μετά για να δώσει κατάθεση ούτε αν υπάρχει άλλη μαρτυρία που να συνδέει τον 1ον με τον 2ον κατηγορούμενο και αν γνωρίζονται ή έχουν οποιαδήποτε σχέση. Περαιτέρω, φάνηκε ότι δεν έγινε οποιαδήποτε εξέταση για ανεύρεση γενετικού υλικού στις σακούλες που εντοπίστηκαν στο χωράφι. Επιπρόσθετα από τα πιο πάνω, ο μάρτυρας ανέφερε και στον τρόπο που ο παραπονούμενος αναγνώρισε τον 2ον κατηγορούμενο στον Αστυνομικό Σταθμό Κουκλιών στις 17/10/2010. Είπε ότι με την συγκατάθεση του 2ου κατηγορούμενου, τον είδε ο παραπονούμενος και τον αναγνώρισε ως ένα από τα δύο άτομα τα οποία βρίσκονταν στο χωράφι του τον ουσιώδη χρόνο. Αποδέχομαι τη θέση του ότι αυτό έλαβε χώρα πλην όμως το αληθές του περιεχομένου της αναγνώρισης αφορά τον παραπονούμενο η μαρτυρία του οποίου απορρίφθηκε. Ακόμη και να μην απορριπτόταν όμως, παρατηρείται να ακολουθήθηκε λανθασμένη διαδικασία αναγνώρισης του 2ου κατηγορούμενου από τον παραπονούμενο κάτι το οποίο θα αδυνάτιζε περαιτέρω την αναγνώριση και την ορθότητα αυτής. Δεν έγινε σχετική αναγνωριστική παράταξη, όπως θα έπρεπε να γίνει αλλά με τη συγκατάθεση του κατηγορούμενου 2, αναγνωρίζεται από τον παραπονούμενο. Η συγκατάθεση αυτή θα έπαιζε ρόλο στη περίπτωση που ο κατηγορούμενος αρνείτο να διεξαχθεί αναγνωριστική παράταξη. Ουδεμία μαρτυρία τέθηκε ότι κάτι τέτοιο έλαβε χώρα. Αντιθέτως, προκύπτει ότι έγινε πλημμελής διαδικασία αναγνώρισης (βλ. Γεώργιος Θεοδώρου Θεοδωρίδης v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 160). Ο Μ.Κ.4 ανέφερε και αυτός τις ενέργειες που έπραξε σε σχέση με την υπόθεση αυτή χωρίς να διαπιστωθεί οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο και ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει ψέματα. Άλλωστε η μαρτυρία του δεν έτυχε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση και των δύο κατηγορουμένων. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ήταν το πρόσωπο που έλαβε την πληροφορία στις 16/10/2010 ότι το δεύτερο άτομο που αναζητείτο ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος χωρίς όμως το πρόσωπο που του τηλεφώνησε να του δώσει τα στοιχεία του ή ο μάρτυρας να μπορεί να γνωρίζει τι σχέση είχε με την υπόθεση. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.5 ήταν το πρόσωπο που ήταν μαζί με τον εξεταστή της υπόθεσης, Μ.Κ.3 στις 13/10/2010 και ανέφερε τις ενέργειες που ο ίδιος έκανε, οι οποίες συνάδουν με αυτές που αναφέρθηκαν από τον Μ.Κ.3. Δεν έχω διακρίνει κάτι μεμπτό στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού πέραν του ότι και αυτός ο μάρτυρας δεν θυμόταν τι ακριβώς έκαναν όταν ο παραπονούμενος τους υπέδειξε την κατοικία του 1ου κατηγορούμενου. Κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του και την αποδέχομαι. Από την αντίπερα όχθη, οι κατηγορούμενοι προέβηκαν σε ανώμοτη δήλωση. Ο κατηγορούμενος αρ. 1 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι «Είμαι αθώος. Δεν έχω καμία σχέση με αυτά που με κατηγορούν». Ο δε δεύτερος κατηγορούμενος προέβηκε στην κάτωθι δήλωση: «Κύριε Πρόεδρε, είμαι αθώος, δεν έχω καμία ανάμειξη με τούτη την υπόθεση και ούτε καν γνωρίζω την περιοχή τούτη στην Πάφο.» Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβηκαν οι κατηγορούμενοι λαμβάνεται υπ' όψιν ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369). Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή του κατηγορουμένου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Να σημειωθεί επίσης, ότι η ανώμοτη δήλωση δεν υπέχει θέση ένορκης μαρτυρίας και δεν μπορεί να αντικρούσει άλλη μαρτυρία η οποία δόθηκε ενόρκως και κρίθηκε αξιόπιστη. Γενικά, η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου έχει πειστική παρά αποδεικτική σημασία ή αξία. Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές, κρίνω ότι δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στην ανώμοτη δήλωση των κατηγορουμένων ούτε να προβώ σε οποιαδήποτε συμπεράσματα. Η αθωότητα τους ή όχι είναι κάτι που θα διαφανεί από την υπόλοιπη μαρτυρία που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο. Πέραν των πιο πάνω, ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκονται και οι γραπτές καταθέσεις των κατηγορουμένων. Ο 1ος κατηγορούμενος έδωσε στην Αστυνομία δύο καταθέσεις ημερομηνίας 14/10/2010 (βλ. τεκμήρια Β και 12). Σε αυτές ουσιαστικά αναφέρει τις κινήσεις του κατά τις 13/10/2010, δηλώνει άγνοια για το όλο περιστατικό και αρνείται κάθε ανάμειξη στην υπόθεση. Έχοντας υπόψη μου το περιεχόμενο των εν λόγω καταθέσεων δεν μπορώ να δώσω σε αυτές οποιαδήποτε βαρύτητα. Δίδονται εξηγήσεις και άλλοθι από τον κατηγορούμενο τα οποία δεν συνάδουν με άλλη αποδεκτή μαρτυρία. Επίσης, δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε αναφορά η οποία να συνιστά παραδοχή ή τουλάχιστον δήλωση ενάντια στα συμφέροντα του η οποία θα μπορούσε να συνυπολογιστεί με την υπόλοιπή αποδεκτή μαρτυρία. Ως εκ τούτου δεν θα δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε οποιοδήποτε μέρος των καταθέσεων του κατηγορούμενου 1. Το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των καταθέσεων του κατηγορούμενου 2, τεκμήρια 8 και 9. Και αυτός στις καταθέσεις αυτές δίνει άλλοθι και συγκεκριμένα ότι βρισκόταν στο κατάστημα του στη Λεμεσό στις 13/10/2010. Δεν συνάδει με άλλη αποδεκτή μαρτυρία, δεν μπορεί να ελεχθεί η ορθότητα του και παρά το ότι δεν αντικρούστηκε με άλλη μαρτυρία εντούτοις δεν θεωρώ ορθό να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα. Αναφορικά με τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση γραπτών καταθέσεων παραπέμπω στις Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359 και Φίλιππος Κωνσταντινίδης v. Της Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 190. Έχοντας υπόψη την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα παραδεκτά γεγονότα και την μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή αποτέλεσε κοινό έδαφος, πέραν του ότι στις 13/10/2010, μετά από καταγγελία που δέχθηκε από τον Μ.Κ.2, ο Μ.Κ.3 μαζί με τον Μ.Κ.5 επισκέφθηκαν το χωράφι του στο οποίο διατηρεί αβοκάντο και εντόπισαν 22 πλαστικές σακούλες γεμάτες αβοκάντο σε διάφορα σημεία του χωραφιού βάρους 550 κιλών και αξίας €1,100, ουδεμία άλλη αξιόπιστη μαρτυρία έχει προκύψει αναφορικά με το τι προηγήθηκε της καταγγελίας του παραπονούμενου και ιδιαίτερα κατά πόσο πράγματι εντόπισε εντός του χωραφιού του δύο άτομα να κόβουν αβοκάντο και να τα τοποθετούν στις εν λόγω πλαστικές σακούλες και ακόμη περισσότερο ότι τα άτομα αυτά ήταν οι κατηγορούμενοι. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «. 255.—
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται µε δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκοµίζει οτιδήποτε που µπορεί να καταστεί αντικείµενο κλοπής µε σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη µόνιµα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγµατος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόµιµα, αν είναι θεµατοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, µε δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη. Επίσης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το άρθρο 265 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση που το αντικείμενο της κλοπή είναι γεωργική εσοδεία και ότι σε αυτήν την περίπτωση η ποινή είναι μέχρι 5 χρόνια φυλάκισης. Οι πρόνοιες των πιο πάνω άρθρων καταδεικνύουν ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι είναι τα ακόλουθα: α) Πρόσωπο που αποκτά κατοχή και αποκομίζει γεωργική εσοδεία β) χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη γ) με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, και δ) με πρόθεση να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτήν. Το δε άρθρο 366 του Ποινικού Κώδικα αναφέρει τα εξής: « Όποιος προτίθεται να διαπράξει ποινικό αδίκημα, αρχίζει να θέτει την πρόθεση του σε εφαρμογή με μέσα που είναι πρόσφορα για την πραγμάτωσή της και φανερώνει τέτοια πρόθεση με κάποια έκδηλη πράξη, αλλά δεν πραγματώνει την πρόθεση του σε τέτοιο βαθμό που ώστε να διαπράξει το ποινικό αδίκημα, θεωρείται ότι αποπειράται να το διαπράξει. Είναι αδιάφορο, εκτός καθόσον αφορά στην ποινή, κατά πόσο ο υπαίτιος διενήργησε οτιδήποτε το οποίο ήταν αναγκαίο εκ μέρους του για συμπλήρωση της διάπραξης του ποινικού αδικήματος ή κατά πόσο η πλήρης πραγμάτωση της πρόθεσης του αποτράπηκε, λόγω περιστατικών ανεξάρτητων από τη βούληση του ή κατά πόσο υπαναχωρούσε εκούσια από την περαιτέρω επιδίωξη της πρόθεσης του. Είναι αδιάφορο ότι, λόγω περιστατικών που δεν ήταν γνωστά στον υπαίτιο, η πραγμάτωση το ποινικού αδικήματος ήταν εξ αντικειμένου αδύνατος.» Σε σχέση με την απόπειρα σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Archbold 35th edition par. 4104 σελ. 1583: «To constitute an attempt the act done must be immediately, and not remotely, connected with the commission of the offence. In other words it must be more than mere preparation for the commission of the offence: . ... . .. . . . . . . . . . .. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .. It is submitted that the actus reus necessary to constitute an attempt is complete if the prisoner does an act which is a step towards the commission of the specific crime, which immediately and not merely remotely connected with the commission of it, and the doing of which cannot reasonably be regarded as having any other purpose than the commission of the specific crime». Θα πρέπει να γίνουν αρκετά προς την κατεύθυνση της εκτέλεσης του σκοπού του κατηγορούμενου για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της απόπειρας. Μαρτυρία η οποία απλώς καταδεικνύει την ύπαρξη πρόθεσης όπως π.χ. μια δήλωση του κατηγορούμενου αναφορικά με την πρόθεση του πριν ξεκινήσει να κάνει οτιδήποτε για να την υλοποιήσει και όχι μια ενέργεια που γίνεται ώστε να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα αποδεικνύει το mens rea αλλά όχι του actus reus του αδικήματος της απόπειρας (βλ. Russell on Crime, 10th edition p. 1788). Προς στοιχειοθέτηση λοιπόν του actus reus της απόπειρας θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο δράστης προέβη σε πράξη, η οποία να αποτελεί βήμα προς την κατεύθυνση διάπραξης του αδικήματος και η οποία είναι άμεσα και όχι απλώς απομεμακρυσμένα συνδεδεμένη με τη διάπραξή του και της οποίας η διάπραξη δεν μπορεί λογικά να θεωρηθεί ότι έχει άλλο σκοπό από το σκοπό της διάπραξης του (βλ. και Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ 258). ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας υπόψη μου τα ευρήματα του Δικαστηρίου και την πιο πάνω νομική πτυχή είναι φανερό ότι δεν στοιχειοθετείται κανένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. Δεν έχει προκύψει από αξιόπιστη μαρτυρία ως πραγματικό γεγονός ότι οποιοδήποτε πρόσωπο ή πρόσωπα έκλεψαν οποιαδήποτε ποσότητα αβοκάντο από το χωράφι του παραπονούμενου κατά τον ουσιώδη χρόνο και ακόμη περισσότερο ότι τα άτομα αυτά ήταν οι κατηγορούμενοι. Επομένως, η κατάληξη είναι ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το πιο πάνω συμπέρασμα αποτελεί και την κρίση του Δικαστηρίου. Για σκοπούς σχολίου και μόνο ή πληρότητας της απόφασης με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, ακόμη και να αποδεχόμουν τη μαρτυρία του παραπονουμένου, η κατάληξη θα ήταν η ίδια. Πρόκειται περί μαρτυρίας αναγνώρισης πολύ φτωχής ποιότητας, ειδικότερα για τον κατηγορούμενο αρ. 2, η οποία είναι και η μόνη χωρίς άλλη μαρτυρία που να την ενισχύει. Επίσης, η διαδικασία αναγνώρισης του 2ου κατηγορούμενου είναι πλημμελής κάτι που επίσης θα επηρέαζε την ορθότητα της αναγνώρισης του. Τέλος, στην καλύτερη περίπτωση εκείνο το οποίο θα μπορούσε να αποδειχθεί θα ήταν το αδίκημα της απόπειρας κλοπής και όχι αυτό της κλοπής και θα μπορούσε να επιτευχθεί καταδίκη χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου δυνάμει των προνοιών του άρθρου 85
(1)του Κεφ. 155. Η κοπή και μόνο των αβοκάντο από τα δένδρα δεν θεωρό ότι είναι αρκετή για να καταδείξει ολοκλήρωση της πράξης της κλοπής αυτών. Επίσης, οι εν λόγω σακούλες όπου τοποθετούνταν τα αβοκάντο παρέμειναν στο χωράφι του παραπονούμενου και ούτε είχαν μετακινηθεί εκτός αυτού. Δεν θεωρώ ότι με τα πιο πάνω στοιχεία έχει συμπληρωθεί το actus reus του αδικήματος της κλοπής, αφού πέραν της αποκοπής και τοποθέτησης των αβοκάντο σε σακούλες εντός του χωραφιού δεν έχουμε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια όπως για παράδειγμα η φόρτωση των σακουλών σε αυτοκίνητο ή η μεταφορά τους εκτός του χωραφιού που να καταδεικνύει τη συμπλήρωση της πράξης της κλοπής. Βοηθητικές του πότε συντελείται η κλοπή γεωργικής σοδειάς είναι και οι πρόνοιες του άρθρου 265 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο μιλά για κλοπή γεωργική σοδειάς ή καρπών ή προϊόντων γης ή δένδρου. Δεν αναφέρεται σε αποκοπή τέτοιων καρπών από το δένδρο μόνο αλλά στη κλοπή τους. Όλα τα πιο πάνω θα μπορούσαν να θεωρηθούν προπαρασκευαστικές πράξεις και όλα τα γεγονότα θα μπορούσαν να καταδείξουν και τη σχετική πρόθεση εν όψει οποιασδήποτε άλλης εξήγησης. Τα πιο πάνω όμως, γίνονται υπό τη μορφή σχολίων και μόνο. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, οι κατηγορούμενοι 1 και 2, αθωώνονται και απαλλάσσονται από τη 2ην κατηγορία που παρέμεινε να αντιμετωπίζουν. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.) ............... Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.