Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 4877/11, 27/8/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B154 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4877/11 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 27.08.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (ο κ. Σ. Συμεού για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο: κος Ε. Ερωτοκρίτου Κατηγορούμενος: παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία επίθεσης προκαλούσας πραγματικής σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ.154 (πρώτη κατηγορία), δύο κατηγορίες κοινής επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του Κεφ.154 (δεύτερη και έκτη κατηγορία), κατηγορία κακόβουλης ζημιάς κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του Κεφ.154 (τρίτη κατηγορία), δύο κατηγορίες απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Κεφ.154 (τέταρτη και πέμπτη κατηγορία) και κατηγορία ανησυχίας κατά παράβαση του άρθρου 95 του Κεφ.154 (έβδομη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 23.10.10 σε δημόσιο μέρος και συγκεκριμένα στο χωριό Σαλαμιού της επαρχίας Πάφου: (α) επιτέθηκε εναντίον του Κυριάκου Αριστείδου από τη Σαλαμιού προκαλώντας του πραγματική σωματική βλάβη, (β) επιτέθηκε παράνομα εναντίον του Γιώργου Ναπολέοντος και Ευρυπίδη Ευρυπίδου, αμφότεροι από τη Σαλαμιού, (γ) εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά ύψους €80,00 σε ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας Sony Ericson, περιουσία του Γιώργου Ναπολέοντος από τη Σαλαμιού, (δ) απείλησε τον Γιώργο Ναπολέοντος από τη Σαλαμιού ότι θα επαγάγει βλάβη στο πρόσωπο του με τη φράση "Εν είδες τίποτε, δεν ξέρεις τίποτε, εκουτούλησε μόνος του ο Κυριάκος πάνω στο αυτοκίνητο και αν πεις τίποτε θα σε σκοτώσω, θα σε κάψω", (ε) απείλησε τον Dzmytri Vasiliev από τη Λευκορωσία και τώρα στο χωριό Μεσάλα της επαρχίας Πάφου ότι θα επαγάγει βλάβη στο πρόσωπο του με τη φράση "Έλα και θα σε πάρω στην αστυνομία και αν δεν με ακολουθήσεις θα σου φατσιήσω να σε ρίξω μέσα στο χαντάντζη να σε σκοτώσω", (στ) χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε θόρυβο κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από 5 μάρτυρες ενώ παράλληλα προσκομίστηκαν 9 τεκμήρια. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε, με βάση το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και ότι το Δικαστήριο πρέπει να τον αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Είναι η θέση του εν λόγω συνηγόρου ότι με την απουσία ιατρικής μαρτυρίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της επίθεσης που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη δεν έχουν αποδειχτεί. Επίσης είναι η θέση του κυρίου Ερωτοκρίτου ότι η παρούσα περίπτωση προσφέρεται για να επικαλεστεί ότι η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Από την άλλη η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι μέσα από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε έχουν αποδειχτεί τα συστατικά στοιχεία όλων των αδικημάτων του κατηγορητηρίου και γι' αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία. Μέσα από τη δική της νομική επιχειρηματολογία η κυρία Παπαλαζάρου ευσεβάστως επισήμανε ότι η υπάρχουσα μαρτυρία είναι τέτοια που δικαιολογεί την κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία. Σε σχέση με την ανυπαρξία ιατρικής μαρτυρίας η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής δήλωσε πως η μαρτυρία από αυτόπτες μάρτυρες περί αιμορραγίας στο κεφάλι του Κυριάκου Αρέστη που παρουσιάστηκε είναι τέτοια που θα πρέπει πρώτα να αξιολογηθεί προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο καλύπτει ή όχι το κενό μιας τέτοιας επιστημονικής μαρτυρίας. Περαιτέρω, η κυρία Παπαλαζάρου διαφώνησε με την τοποθέτηση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε είναι αντινομική, στερείται πειστικότητας ή είναι αναξιόπιστη σε βαθμό που η παρούσα υπόθεση να οδηγηθεί σε απόρριψη από το στάδιο αυτό σημειώνοντας ότι όλες οι μαρτυρίες των μαρτύρων κατηγορίας είναι τέτοιας δυναμικής που θα πρέπει να αξιολογηθούν. Πλήρης έκταση των όσο ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση επειδή κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί κανένα πρακτικό σκοπό. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Παναγιώτη και άλλος ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό ακόμη είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α., Ποινικές Εφέσεις 5-9/2012 ημερομηνίας 11.12.12 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Μία από τις υποθέσεις στην οποία γίνεται αναφορά είναι η αγγλική υπόθεση R v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060 στην οποία με το πιο κάτω απόσπασμα καταγράφεται η προσέγγιση που καλείται το Δικαστήριο να υιοθετήσει στο στάδιο ολοκλήρωσης της παρουσίασης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής: "How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
- a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
- b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury." Η υιοθέτηση της πιο πάνω αγγλικής υπόθεσης στην κυπριακή νομολογία (Azinas et al v. Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191) την κατέστησε καθοδηγητική αυθεντία. Ειδικότερα στην υπόθεση Παναγιώτου κ.α ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί." Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω και μέσα από αντικειμενική θεώρηση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας, χωρίς να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής και δίχως να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα και αφού έλαβα υπόψη τις νομικές επιχειρηματολογίες των ευπαιδεύτων συνηγόρων, κρίνω ότι εξ' αντικειμένου στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που περιλαμβάνονται στις κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι επειδή δεν υπάρχει ιατρική μαρτυρία αυτόματα δεν στοιχειοθετείται η κατηγορία της επίθεσης προκαλούσας πραγματικής σωματικής βλάβης. Χωρίς να υποτιμάται ή να υποβαθμίζεται ο σκοπός και η σημασία τέτοιας επιστημονικής μαρτυρίας, η θεμελίωση κατηγορίας επίθεσης με πρόκληση πραγματική σωματική βλάβη δεν στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο σε ιατρική μαρτυρία, οπότε τυχόν απουσία της σημαίνει αυτόματα και απόρριψη της υπόθεσης. Το αν τεκμηριώνονται σωρευτικά τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού εξαρτάται από το είδος, την επάρκεια και την αξιοπιστία της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Στην προκειμένη περίπτωση οι μαρτυρίες ατόμων που προσδίδουν στον εαυτό τους την ταυτότητα του αυτόπτη μάρτυρα σε συνδυασμό με τις παρατηρήσεις και προσωπικές διαπιστώσεις ενός εκάστου από αυτούς μέσα από την δική τους αντίληψη των γεγονότων που διαδραματίστηκαν καθιστούν αναγκαιότητα την ενδελεχή αξιολόγηση τους στο στάδιο που αυτό πραγματοποιείται, δηλαδή μετά το τέλος της εκδίκασης της υπόθεσης αυτής και υπό το φως όλης της μαρτυρίας που θα παρουσιαστεί, έτσι ώστε μέσα από το πραγματικό πλαίσιο γεγονότων που θα καθοριστεί το Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του ευρήματα και συμπεράσματα. Είναι πάνω σ' αυτή τη βάση που το Δικαστήριο θα μπορέσει με επιτυχία να απαντήσει το ερώτημα αν η εν λόγω κατηγορία, όπως βέβαια και οι υπόλοιπες του κατηγορητηρίου, αποδεικνύονται ή όχι στον απαιτούμενο βαθμό. Παράλληλα, το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι πως η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, εξ' όψεως και αντικειμενικά εξεταζόμενη, στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή, σε αντίθεση με την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης, την οποία το Δικαστήριο δεν υιοθετεί. Στην μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής δεν εμπεριέχονται τέτοιες θεμελιακές αντιφάσεις αναγόμενες σε εγγενή αντινομία που το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να τις αντιπαρέλθει με αξιολόγηση της. Αντικειμενικά ιδωμένη η μαρτυρία που παρουσιάστηκε από την κατηγορούσα αρχή είναι τέτοια που μαζί με την τυχόν υπόλοιπη μαρτυρία χρήζει αξιολόγησης δίχως εξόφθαλμα να δημιουργεί θέμα αυτονόητου μηδενισμού πειστικότητας και πλήρους αναξιοπιστίας αυτής. Ακριβώς οι αναφορές του κυρίου Ερωτοκρίτου σε συμπεριφορά μη ειλικρινούς μάρτυρα και σε άτομα που σκόπιμα είπαν ψέματα στο Δικαστήριο, είναι θέματα που θα διαπιστωθούν μόνο μέσα από σε βάθος αξιολόγησης της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας καθώς και όλης της προσαχθείσας μαρτυρίας με την ολοκλήρωση της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης. Εν κατακλείδι, το Δικαστήριο, στη βάση των πιο πάνω, κρίνει ότι από τη μέχρι τώρα δοθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση για όλες τις κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μέσα από το παρόν κατηγορητήριο και ως εκ τούτου τον καλεί σε απολογία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/Επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη-Κοινή επίθεση-Απειλή βιαιοπραγίας-Ανησυχία-Κακόβουλη ζημιά cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο