← Κύπρος

Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ν. Οργανισμού Συγκοινωνιών Πάφου (Ο.ΣΥ.ΠΑ) Λτδ κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 1670/14, 9/7/2014

Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ν. Οργανισμού Συγκοινωνιών Πάφου (Ο.ΣΥ.ΠΑ) Λτδ κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 1670/14, 9/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B127 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 1670/14 Μεταξύ Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων -ν- 1. Οργανισμού Συγκοινωνιών Πάφου (Ο.ΣΥ.ΠΑ) Λτδ 2. Γιώργου Ιωαννίδη Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 9 Ιουλίου, 2014 Για Παραπονούμενους: κ. Προδρόμου Για Κατηγορούμενους: κ. Καραμανώλης Κατηγορούμενος 2: απών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος 2 προτού απαντήσει στο κατηγορητήριο της με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο υπόθεσης, εισηγήθηκε δυνάμει του άρθρου 86 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί ότι το κατηγορητήριο δεν εκθέτει οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα όσον αφορά το πρόσωπο του. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου 2 ανέπτυξε στη γραπτή αγόρευση του με επιμέλεια την επιχειρηματολογία του, παραθέτοντας σχετική νομολογία. Η πιο πάνω εισήγηση του Κατηγορούμενου 2 συνάντησε την αντίθετη άποψη του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ο οποίος στην αγόρευση του ανέφερε ότι το κατηγορητήριο όπως είναι συνταγμένο αποκαλύπτει ποινικό αδίκημα εναντίον του Κατηγορούμενου 2. Για σκοπούς εύκολης παρακολούθησης παραθέτω αυτούσια την έκθεση αδικήματος και τις λεπτομέρειες αδικήματος: ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Πρώτη Κατηγορία Μη τήρηση της αρχής της μη διάκρισης για εργαζόμενους ορισμένου χρόνου κατά παράβαση του άρθρου 2, 5(
  2. i)και (
  3. ii)του Περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου του 2003 και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Οι κατηγορούμενοι από άγνωστη στην κατηγορούσα αρχή ημερομηνία μέχρι και τις 18/10/2013 δεν τηρούσαν την αρχή της μη διάκρισης για εργαζομένους ορισμένου χρόνου κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν από κοινού την πιο πάνω αναφερόμενη κατηγορία. Όπως δε προκύπτει από τον τίτλο του Κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος 2 κατηγορείται υπό την ιδιότητα του Διευθυντή της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Το γεγονός αυτό, όπως θα φανεί πιο κάτω, επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο της αγόρευσης του κ. Προδρόμου. Ο κ. Καραμανώλης εισηγήθηκε ότι με βάση τις πρόνοιες του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου του 2003, Ν.98

(1)/2003, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί (στο εξής ο «Νόμος»), η κατηγορία που περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης δεν αποκαλύπτει την διάπραξη ποινικού αδικήματος εκ μέρους του πελάτη του. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω πιο κάτω το περιεχόμενο των άρθρων 5 και 11 του Νόμου, επί των οποίων ουσιαστικά εδράζεται η επίδικη κατηγορία: « 5.
(1)Όσον αφορά τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης, ο εργοδοτούμενος με εργασία ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται δυσμενώς σε σχέση με τον αντίστοιχο εργοδοτούμενο με εργασία αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός εάν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.
(2)Όπου κρίνεται αναγκαίο εφαρμόζεται η αρχή της αναλογικότητας.
(3)Όταν σε σχέση με συγκεκριμένους όρους και συνθήκες απασχόλησης απαιτείται περίοδος προϋπηρεσίας, η περίοδος αυτή θα είναι ίδια για τους εργοδοτούμενους με εργασία ορισμένου χρόνου όπως και για τους αντίστοιχους εργοδοτούμενους με εργασία αορίστου χρόνου, εκτός εάν αντικειμενικοί λόγοι δικαιολογούν διαφορετική διάρκεια της περιόδου προϋπηρεσίας.» «
  1. Εργοδότης ο οποίος παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες λίρες.» Όπως προκύπτει από το άρθρο 11 του Νόμου, ποινικά υπεύθυνος σε περίπτωση παραβίασης των διατάξεων του Νόμου είναι ο εργοδότης. Συστατικό στοιχείο επομένως του αδικήματος είναι η ιδιότητα του κατηγορούμενου προσώπου, ως εργοδότη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως συνάγεται από το κατηγορητήριο, η Κατηγορούμενη 1 εταιρεία είναι ο εργοδότης και ο Κατηγορούμενος 2 είναι Διευθυντής της Κατηγορούμενης
  2. Ανοίγω εδώ μία παρένθεση για να πω ότι το εν λόγω γεγονός επιβεβαιώνεται, όπως ανάφερα πιο πάνω, και από την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ο οποίος στην επιχειρηματολογία του υποστήριξε ότι αποκαλύπτεται η διάπραξη ποινικού αδικήματος από τον Κατηγορούμενο 2, καθώς τα νομικά πρόσωπα δεν μπορούν ως εκ της φύσεως τους να ενεργούν από μόνα τους, αλλά αυτά ενεργούν μέσω αντιπροσώπων και στην παρούσα περίπτωση μέσω του Διευθυντή- Κατηγορούμενου
  3. Επομένως, ο κ. Προδρόμου δεν υποστήριξε ότι ο Κατηγορούμενος 2 κατηγορείται υπό την ιδιότητα του εργοδότη, αλλά υπό την ιδιότητα του Διευθυντή του εργοδότη και για αυτόν άλλωστε τον λόγο επικαλέστηκε το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Μετά την πιο πάνω παρένθεση επανέρχομαι στο άρθρο 11 του Νόμου. Θεωρώ ότι το εν λόγω άρθρο δεν μπορεί να ερμηνευθεί με τέτοιο ευρύ τρόπο, ώστε να θεωρείται ότι σε περίπτωση που το αδίκημα διαπράττεται από νομικό πρόσωπο θα φέρει ευθύνη και ο Διευθυντής αυτού. Είναι γνωστή η αρχή ότι οι ποινικοί νόμοι ερμηνεύονται αυστηρά (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Παπαλαζάρου κ.α
(1995)2 Α.Α.Δ 128). Περαιτέρω, σημειώνω ότι από το περιεχόμενο του Νόμου προκύπτει ότι εκεί όπου ο Νομοθέτης ήθελε να καταστήσει ποινικά υπεύθυνους για την διάπραξη αδικήματος και τους διευθύνοντες συμβούλους, προέδρους, διευθυντές, γραμματείς ή άλλους αξιωματούχους του νομικού προσώπου, το έπραξε ρητά. Συγκεκριμένα στο άρθρο 12ΣΤ
(2)του Νόμου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Αν τα προβλεπόμενα στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου αδικήματα διαπράττονται από νομικό πρόσωπο ή οργανισμό, ένοχοι θα είναι, ο διευθύνων σύμβουλος, πρόεδρος, διευθυντής, γραμματέας ή άλλος παρόμοιος αξιωματούχος του νομικού προσώπου ή οργανισμού, εφόσον αποδειχθεί ότι το αδίκημα έχει διαπραχθεί με τη συγκατάθεση, σύμπραξη ή ανοχή του, ο οποίος θα τιμωρείται κατά το εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου, καθώς και το νομικό πρόσωπο ή ο οργανισμός που θα τιμωρείται μόνο με χρηματική ποινή που προβλέπεται από το εδάφιο αυτό.» Παρόμοιο ζήτημα με το υπό εξέταση τέθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Peppis Company Ltd v. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1999)2 Α.Α.Δ 272 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Κατά τη διάρκεια της συζήτησης των εφέσεων εγείραμε το ζήτημα που εξηγούμε αμέσως: Το άρθρο 13 του περί Ασφαλείας της Υγείας στην Εργασία Νόμου του 1966, καθιστά υπόλογο για τα αδικήματα που προβλέπονται σ' αυτό τον εργοδότη. Το άρθρο 13
(1)έχει ως εξής: «Κάθε εργοδότης πρέπει να διασφαλίζει, καθόσον είναι ευλόγως εφικτό, την ασφάλεια, υγεία και ευημερία στην εργασία όλων των εργοδοτουμένων του.» Η παράγραφος 5 του άρθρου 13, στο οποίο στηρίζεται η πρώτη κατηγορία, προβλέπει: «Κάθε εργοδότης πρέπει να διευθύνει την επιχείρηση του ή διεξάγει τις δραστηριότητες του με τέτοιο τρόπο και πρέπει να παρέχει τέτοιες πληροφορίες ώστε να διασφαλίζει, καθόσον είναι ευλόγως εφικτό ότι, πρόσωπα που δεν εργοδοτούνται από αυτόν, αλλά που μπορεί να επηρεαστούν από τις δραστηριότητες της επιχείρησης του δεν θα εκτίθενται σε κίνδυνο.» Το πρώτο δηλαδή συστατικό στοιχείο των αδικημάτων που δημιουργούνται από το άρθρο 13 του Νόμου είναι η ιδιότητα του κατηγορούμενου, που είναι αυτή του εργοδότη. Είναι φανερό από την ιδιότητα των εφεσειόντων, όπως αυτή περιγράφεται στο κατηγορητήριο, και τούτο έγινε δεκτό ενώπιον μας από το δικηγόρο της Δημοκρατίας, πως εργοδότης είναι η εφεσείουσα εταιρεία Peppis Co. Ltd, ενώ ο εφεσείων Πεππής Χριστοφή είναι διευθυντής της, και βεβαίως με αυτή την ιδιότητα δεν είναι εργοδότης. Ο δικηγόρος της Δημοκρατίας υποστήριξε όμως πως ορθά συγκατηγορήθηκε και ο εφεσείων διευθυντής ως συνεργός στη διάπραξη του αδικήματος γι' αυτό αναφέρεται στο κατηγορητήριο και το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Ακριβώς εδώ έγκειται, στην κρίση μας, το νομικό σφάλμα, που αποδεικνύεται και από το γεγονός πως στο κατηγορητήριο προστέθηκε το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα. Και τούτο γιατί δεν μπορεί να είναι κάποιος συνεργός στο γεγονός πως ένας κατηγορούμενος έχει την ιδιότητα του εργοδότη. Υποδεικνύουμε πως ο Νόμος 89
(1)/96 έχει ειδική διάταξη που καλύπτει τα φυσικά πρόσωπα, όταν παραβιάζονται οι πρόνοιες του Νόμου από νομικά πρόσωπα. Η διάταξη αυτή είναι η παράγραφος 7 του άρθρου 53 που έχει ως εξής: «Όταν αδίκημα που διαπράττεται με βάση τον παρόντα Νόμο από εταιρεία, συνεργατικό ίδρυμα ή άλλη ένωση προσώπων, αποδειχθεί ότι έχει διαπραχθεί με τη συγκατάθεση ή τη συνεργασία, ή ότι η διάπραξη του έχει διευκολυνθεί από αμέλεια εκ μέρους οποιουδήποτε διευθύνοντος συμβούλου, προέδρου, διευθυντή, γραμματέως ή άλλου λειτουργού της εταιρείας, συνεργατικού ιδρύματος ή άλλης ένωσης προσώπων, τόσο αυτός όσο και η εταιρεία, το συνεργατικό ίδρυμα ή άλλη ένωση προσώπων θα θεωρούνται ένοχοι αδικήματος και θα υπόκεινται σε δίωξη και ποινή ανάλογα.» Ο παραβάτης των πιο πάνω διατάξεων αντιμετωπίζει ξεχωριστή σχετική κατηγορία. Η κατάληξη μας επομένως είναι πως ο εφεσείων, διευθυντής της εργοδότριας εφεσείουσας εταιρείας, παραδέκτηκε κατηγορία στην οποία τα γεγονότα δεν αποκαλύπτουν οποιοδήποτε αδίκημα. (άρθρο 135(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155). Η έφεση του επομένως, αρ. 6635, επιτρέπεται και η καταδίκη του ακυρώνεται.» Το πιο πάνω αναφερόμενο απόσπασμα απαντά και στην εισήγηση του κ. Προδρόμου ότι ο Κατηγορούμενος 2 καθίσταται ποινικά υπεύθυνος δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Όπως ρητά αναφέρεται στην πιο πάνω απόφαση δεν μπορεί ένα πρόσωπο να είναι συνεργός στο γεγονός πως ένας κατηγορούμενος έχει την ιδιότητα του εργοδότη. Περαιτέρω, θα συμφωνήσω με την εισήγηση του κ. Καραμανώλη ότι από την στιγμή που εφαρμόζεται ειδική νομοθεσία η οποία προβλέπει για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες φυσικό πρόσωπο καθίσταται υπεύθυνο όταν ένα αδίκημα διαπράττεται από νομικό πρόσωπο, δεν μπορεί να γίνεται επίκληση του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα για στοιχειοθέτηση ποινικής ευθύνης του φυσικού προσώπου. Τυγχάνει δηλαδή εφαρμογής η αρχή ότι η ειδική νομοθεσία υπερισχύει της γενικής σύμφωνα και με το λατινικό δόγμα lex specialis derogat legi generali. Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι από το κατηγορητήριο δεν αποκαλύπτεται οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα διαπραχθέν υπό του Κατηγορούμενου 2. Κατά συνέπεια, το κατηγορητήριο όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 2 ακυρώνεται και ο Κατηγορούμενος 2 απαλλάσσεται. (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.