← Κύπρος

S.N.A. Trading Ltd ν. Σέργιου Εφραμίδη, Αρ.Υπόθεσης: 2931/12, 8/7/2014

S.N.A. Trading Ltd ν. Σέργιου Εφραμίδη, Αρ.Υπόθεσης: 2931/12, 8/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B125 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 2931/12 Μεταξύ S.N.A. Trading Ltd -ν- Σέργιου Εφραμίδη Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 8 Ιουλίου, 2014 Για Παραπονούμενους: κ. Γεωργιάδης Για Κατηγορούμενο: κα Φούρναρη Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η O Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 5 κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία, κατά παράβαση του άρθρου 305Α 2 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι προκάλεσε με πράξεις του και χωρίς εύλογη αιτία την μη εξόφληση των επιταγών με αρ. 32847489, 32847487, 30916427, 32847488 και 30916428 του Ελληνικού Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου για τα ποσά των €425,00, €425,00, €2.200,00, €425,00 και €2.223,81 αντίστοιχα, τις οποίες εξέδωσε προς όφελος της Παραπονούμενης. Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων ως παραδεκτά τα πιο κάτω γεγονότα, τα οποία και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο: - Ο κατηγορούμενος προκάλεσε με πράξεις του την μη εξόφληση της επιταγής με αρ. 32847489 επί του Ελληνικού Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου που είχε εκδώσει για το ποσό των €425 και ήταν πληρωτέα την 1.2.12 στην παραπονούμενη εταιρεία. - Ο κατηγορούμενος προκάλεσε με πράξεις του την μη εξόφληση της επιταγής με αρ. 32847487 επί του Ελληνικού Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου που είχε εκδώσει για το ποσό των €425 και ήταν πληρωτέα στις 18.1.12 στην παραπονούμενη εταιρεία. - Ο κατηγορούμενος προκάλεσε με πράξεις του την μη εξόφληση της επιταγής με αρ. 30916427 επί του Ελληνικού Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου που είχε εκδώσει για το ποσό των €2200 και ήταν πληρωτέα στις 21.1.12 στην παραπονούμενη εταιρεία. - Ο κατηγορούμενος προκάλεσε με πράξεις του την μη εξόφληση της επιταγής με αρ. 32847488 επί του Ελληνικού Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου που είχε εκδώσει για το ποσό των €425 και ήταν πληρωτέα στις 25.1.12 στην παραπονούμενη εταιρεία. - Ο κατηγορούμενος προκάλεσε με πράξεις του την μη εξόφληση της επιταγής με αρ. 30916428 επί του Ελληνικού Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου που είχε εκδώσει για το ποσό των €2223.81 και ήταν πληρωτέα στις 28.1.12 στην παραπονούμενη εταιρεία. - Ο λόγος τον οποίον έδωσε ο κατηγορούμενος όταν προκάλεσε με πράξεις του τη μη εξόφληση των πιο πάνω αναφερόμενων επιταγών ήταν όπως αναφέρει πως δεν του είχαν δοθεί οι εκπτώσεις βάσει συμφωνιών με την εταιρεία από το 2007 μέχρι το 2012 και ότι θεωρούσε τις επιταγές εξοφλημένες και δεν συμφωνεί με το υπόλοιπο του λογαριασμού. Η πιο πάνω δήλωση του κατηγορουμένου γίνεται παραδεκτή όχι ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της αλλά ως προς το ότι αυτός ήταν ο λόγος που ο κατηγορούμενος ανάφερε στο πιστωτικό ίδρυμα για σκοπούς ανάκλησης πληρωμής των επιταγών. - Υπογραφή συμφωνίας συνεργασίας ημερ. 1.3.07 μεταξύ της παραπονούμενης εταιρείας και του κατηγορούμενου με την οποία συμφωνείται και τίθεται σε εφαρμογή μια επαγγελματική συνεργασία. Περαιτέρω, κατατέθηκαν από κοινού ως Τεκμήρια τα πιο κάτω αναφερόμενα έγγραφα: Τεκμήριο 1 επιταγή ημερ. 1.2.12 για το ποσό των €425 Τεκμήριο 2 επιταγή ημερ. 18.1.12 για το ποσό των €425 Τεκμήριο 3 επιταγή ημερ. 21.1.12 για το ποσό των €2200 Τεκμήριο 4 επιταγή ημερ. 25.1.12 για το ποσό των €425 Τεκμήριο 5 επιταγή ημερ. 28.1.12 για το ποσό των €2223.81 Τεκμήριο 6 συμφωνία ημερ. 1.3.07 μεταξύ της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου Τεκμήριο 7 αντίγραφο εγγράφου ημερ. 17.1.12 το οποίο απευθύνεται από τον κατηγορούμενο προς το Ελληνικό Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου. Η Παραπονούμενη προς απόδειξη της υπόθεσης της, κάλεσε ένα μάρτυρα, ήτοι τον Άγγελο Θεοδώρου (ΜΚ1). Ο Κατηγορούμενος μετά την κλήση του σε απολογία και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και επιπρόσθετα κάλεσε ως μάρτυρα την Αλίκη Κανίδου (ΜΥ1). Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v.Χαραλάμπους

(1996)1Α Α.Α.Δ 447, και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ σε εκείνα τα μέρη της μαρτυρίας τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και είναι απαραίτητα για την αξιολόγηση της. Ο ΜΚ1, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 8). Στην εν λόγω δήλωση ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι είναι διοικητικός σύμβουλος της Παραπονούμενης, η οποία ασχολείται μεταξύ άλλων με την εμπορία και πώληση τροφίμων και άλλων αναλωσίμων και καταναλωτικών προϊόντων. Μεταξύ της Παραπονούμενης και του Κατηγορούμενου υπογράφηκε την 1.3.07 συμφωνία (Τεκμήριο 6) δυνάμει της οποίας η Παραπονούμενη συμφώνησε όπως προμηθεύει τον Κατηγορούμενο με διάφορα εμπορεύματα για τους σκοπούς της επιχείρησης υπεραγοράς που διατηρούσε ο Κατηγορούμενος. Για την πώληση των εν λόγω εμπορευμάτων, η Παραπονούμενη εξέδιδε τιμολόγια, τα οποία ο Κατηγορούμενος όφειλε να εξοφλά με επιταγές. Στα πλαίσια της συνεργασίας τους η Παραπονούμενη διατηρούσε λογαριασμό για τον Κατηγορούμενο, το χρεωστικό υπόλοιπο του οποίου ανέρχεται στο ποσό των €66.192,97 (Τεκμήριο 9). Το 2011 ο Κατηγορούμενος, λόγω οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε, ζήτησε όπως εκδίδει μεταχρονολογημένες επιταγές έναντι των οφειλών του. Η Παραπονούμενη αποδέχθηκε το αίτημα του Κατηγορούμενου, ο οποίος στα πλαίσια της πιο πάνω διευκόλυνσης εξέδωσε προς όφελος της Παραπονούμενης τις επίδικες επιταγές. Κατά την παρουσίαση προς πληρωμή των επίδικων επιταγών στη Σ.Π.Ε Γεροσκήπου και Ανατολικής Πάφου μέσω της Marfin Popular Bank κατά την ημερομηνία που αυτές κατέστησαν πληρωτέες, δεν εξοφλήθηκαν λόγω εντολής ανάκλησης της πληρωμής τους από τον Κατηγορούμενο. Οι επίδικες επιταγές εξακολουθούν μέχρι και σήμερα να παραμένουν απλήρωτες. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΚ1 αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε η Παραπονούμενη. Συγκεκριμένα, είπε ότι η Παραπονούμενη διαπραγματευόταν με εταιρείες που προμηθεύουν με εμπορεύματα υπεραγορές με σκοπό να εξασφαλίσει για τα μέλη και συνεργάτες της καλύτερες τιμές. Τα προϊόντα των διάφορων προμηθευτών με τους οποίους κατέληγε σε συμφωνία η Παραπονούμενη, παραδίδονταν απευθείας από τους προμηθευτές στα καταστήματα των μελών και συνεργατών της Παραπονούμενης. Στο τέλος εκάστου μήνα η Παραπονούμενη πλήρωνε τους προμηθευτές για το σύνολο των εμπορευμάτων και εν συνεχεία έκδιδε ξεχωριστά τιμολόγια για τις αγορές που πραγματοποίησε το κάθε κατάστημα των συνεργατών και μελών της. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι η Παραπονούμενη εξασφάλιζε για τους συνεργάτες της καλύτερες τιμές από τους προμηθευτές και από ορισμένους από αυτούς εξασφάλιζε επίσης εκπτώσεις και προμήθειες. Από τις εκπτώσεις αυτές επωφελούνταν οι συνεργάτες της Παραπονούμενης, αναλόγως των αγορών που έκανε το κάθε κατάστημα από τον συγκεκριμένο προμηθευτή που παραχωρούσε την έκπτωση και νοουμένου ότι τηρούσε επιμέρους όρους που έθεταν οι εν λόγω προμηθευτές. Η Παραπονούμενη δηλαδή διαμοίραζε στους συνεργάτες της το ποσό των εκπτώσεων που αντιστοιχούσε στον καθένα. Οι συνεργάτες της Παραπονούμενης μπορούσαν να γνωρίζουν για τις εκπτώσεις που παραχωρούσε ο κάθε προμηθευτής μέσω των συμφωνιών που συνομολογούσε η Παραπονούμενη με τους προμηθευτές (στο εξής «συμφωνίες εκπτώσεων»). Στις συμφωνίες εκπτώσεων είχαν πρόσβαση όλοι οι συνεργάτες της Παραπονούμενης, οι οποίοι μπορούσαν να τις επιθεωρήσουν στα γραφεία της όχι όμως και να λάβουν αντίγραφα τους. Σε σχετικές ερωτήσεις της ευπαίδευτης συνηγόρου του Κατηγορούμενου, ο ΜΚ1 απάντησε ότι ο Κατηγορούμενος είχε πρόσβαση στις συμφωνίες, όπως και όλοι οι συνεργάτες της Παραπονούμενης. Μάλιστα για τον Κατηγορούμενο ήταν ακόμα πιο ευχερής η πρόσβαση σε αυτές, υπό την έννοια ότι ο τελευταίος ήταν και υπάλληλος της Παραπονούμενης και βρισκόταν καθημερινά στα γραφεία της. Περαιτέρω, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος ουδέποτε ζήτησε από τον ίδιο τις συμφωνίες εκπτώσεων και αρνήθηκε ότι απαγόρευσαν στον Κατηγορούμενο να επιθεωρήσει τις εν λόγω συμφωνίες. Ο ΜΚ1 σε σχετικές ερωτήσεις της κας. Φούρναρη απάντησε ότι εξ' όσων θυμάται ο Κατηγορούμενος αναφέρθηκε σε κάποια προβλήματα από εκπτώσεις που θα έπρεπε να λάβει και αρνήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος διαμαρτυρήθηκε για το ότι δεν μπορούσε να υπολογίσει τις εκπτώσεις που δικαιούτο επειδή δεν είχε πρόσβαση στις συμφωνίες εκπτώσεων. Περαιτέρω, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι κάθε μήνα η Παραπονούμενη έκδιδε προς τους συνεργάτες της τιμολόγια, σε σχέση με τα οποία αν υπήρχε πρόβλημα θα έπρεπε να επικοινωνήσουν με την Παραπονούμενη. Ο Κατηγορούμενος πλήρωνε τα τιμολόγια του και δεν διαμαρτυρόταν. Στην επισήμανση της κας. Φούρναρη ότι υπήρξε διαμαρτυρία από τον Κατηγορούμενο μέσω επιστολών του Κατηγορούμενου και της ίδιας, ο ΜΚ1 απάντησε ότι οι εν λόγω επιστολές στάληκαν μετά που η Παραπονούμενη τερμάτισε την συνεργασία της με τον Κατηγορούμενο. O MK1 αντεξετάστηκε επίσης σε σχέση με τις εκπτώσεις που δόθηκαν από την Παραπονούμενη στον Κατηγορούμενο αναφορικά με κάποιο προμηθευτή με την επωνυμία «ANDRIKEAN» και συγκεκριμένα για τις εκπτώσεις των μηνών Οκτωβρίου 2011 και Νοεμβρίου 2011 για τα ποσά των €5,87 και €4,26 αντίστοιχα (Τεκμήρια 11 και 13). Ο ΜΚ1 απάντησε ότι τα ποσά αυτά αντιστοιχούν στις αγορές που έκανε ο Κατηγορούμενος από τον συγκεκριμένο προμηθευτή. Περαιτέρω, σε σχέση με τις χρεώσεις για τα ποσά των €10,35 και €32,61 που αφορούσαν προϊόντα που προμηθεύτηκε ο Κατηγορούμενος από κάποιον προμηθευτή με την επωνυμία "Lanitis", ο ΜΚ1 παραδέχθηκε ότι χρεώθηκε ο Κατηγορούμενος με αυτά τα ποσά από την Παραπονούμενη και στην επισήμανση της κας. Φούρναρη ότι ο Κατηγορούμενος χρεώθηκε για τα συγκεκριμένα ποσά από την "Lanitis" την οποία και πλήρωσε, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι αν υπήρξε απευθείας χρέωση ήταν λάθος της "Lanitis", η οποία δεν έπρεπε να εκδώσει ξεχωριστό τιμολόγιο και να το εισπράξει και πρόσθεσε ότι δεν θα έπρεπε ούτε από τον Κατηγορούμενο να πληρωθούν εφόσον γνωρίζει ότι οι χρεώσεις γίνονται από την Παραπονούμενη και οι πληρωμές γίνονται σε αυτήν και όχι στους προμηθευτές. Τέλος, ο ΜΚ1 αρνήθηκε ότι τα ποσά που αναγράφονται στο Τεκμήριο 9 δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και δήλωσε ότι το χρεωστικό υπόλοιπο του Κατηγορούμενου είναι αυτό που αναγράφεται στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 9). Η όλη παρουσία του ΜΚ1 στο εδώλιο του μάρτυρα αποτιμάται ως θετική. Δεν διαπίστωσα σε οποιοδήποτε στάδιο της μαρτυρίας του ότι προσπάθησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο ή να αποκρύψει την αλήθεια, αντιθέτως θεωρώ ότι ήταν ειλικρινής στις απαντήσεις που έδωσε. Ούτε και κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του δημιουργήθηκε οποιοδήποτε ρήγμα στην μαρτυρία του. Ειδικότερα κατά την αντεξέταση του σε σχέση με τις χρεώσεις και τις εκπτώσεις που έγιναν στον λογαριασμό του Κατηγορούμενου, παρατηρώ ότι δεν του τέθηκε οτιδήποτε το συγκεκριμένο περί λανθασμένων εκπτώσεων ή χρεώσεων. Στις ελάχιστες περιπτώσεις που κλήθηκε να απαντήσει επί συγκεκριμένων χρεώσεων και εκπτώσεων (οι οποίες και αναφέρονται πιο πάνω κατά την παράθεση της μαρτυρίας του), θεωρώ ότι οι απαντήσεις του ήταν επαρκείς. Ο Κατηγορούμενος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης του, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, (Τεκμήριο 10). Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι κατά τον επίδικο χρόνο διατηρούσε υπεραγορά στο χωριό Κισσόνεργα. Δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 1.3.07 (Τεκμήριο 6) συνήψε συνεργασία με την Παραπονούμενη, η οποία τον προμήθευε με διάφορα προϊόντα. Η Παραπονούμενη συνεργαζόταν με άλλες εταιρείες - προμηθευτές, οι οποίες λόγω της μεγάλης ποσότητας των παραγγελιών που έκανε η Παραπονούμενη για το σύνολο των συνεργατών της, παραχωρούσαν στην Παραπονούμενη καλύτερες τιμές και περαιτέρω προέβαιναν σε συμφωνίες με την Παραπονούμενη για επιπρόσθετες εκπτώσεις. Βάσει των συμφωνιών αυτών οι συνεργάτες της Παραπονούμενης δικαιούνταν εκπτώσεις στις χονδρικές τιμές αναλόγως της ποσότητας και της κατηγορίας των προϊόντων που προμηθευόταν ο κάθε συνεργάτης. Οι εκπτώσεις δίδονταν αναλόγως των προμηθευτών κάθε τέλος του μήνα, του τριμήνου ή του έτους. Κατά τον Νοέμβριο του 2011 προέβη σε έλεγχο των τιμολογίων και των εκπτώσεων και διαπίστωσε ότι κάποιες εκπτώσεις δεν αναφέρονταν στα τιμολόγια, άλλες ήταν λανθασμένες και επίσης διαπίστωσε και άλλα λάθη. Παραθέτω πιο κάτω αυτούσια την παράγραφο 5 της γραπτής δήλωσης του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 10) στην οποία αναφέρεται σε συγκεκριμένα λάθη που εντόπισε: "
  1. Κατά τον Νοέμβριο του 2011 κατά τον έλεγχο των τιμολογίων και των εκπτώσεων αυτών διαπίστωσα ότι κάποιες εκπτώσεις δεν αναφέρονταν στα τιμολόγια και κάποιες άλλες ήταν λανθασμένες, και διάφορα άλλα λάθη που ήθελα να διευκρινίσω και να υπολογίσω για να μπορέσω να τα αφαιρέσω από το συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο. Συγκεκριμένα: Α. Όταν μας έδωσαν την κατάσταση των εκπτώσεων του μήνα Νοεμβρίου 2011 πρόσεξα ότι στο ποσό των €331.93 που είχαμε κάνει αγορά από την εταιρεία ANDRIKEAN μου έδωσαν έκπτωση €4.26 σεντ ενώ τον μήνα Οκτώβριο του 2011 στο ποσό των €149.11 που είχαμε κάνει αγορά από την εταιρεία ANDRIKEAN μου έκαναν έκπτωση €5.87 σεντ. Β. Στην κατάσταση εκπτώσεων CRN 000975 ημερομηνίας 31.8.2011 αφαιρέθηκαν εκπτώσεις από την εταιρεία Lanitis για τους μήνες 7-92009 για το ποσό των €356 & €64.
  2. Στην κατάσταση εκπτώσεων CRN 001060 ημερομηνίας 30.11.2011 αφαίρεσαν εκπτώσεις από την εταιρεία Lanitis πάλι για τους μήνες 7-9/2009 ποσό €103.
  3. Δηλαδή για την ίδια περίοδο αφαιρέθηκαν εκπτώσεις σε δύο διαφορετικές καταστάσεις και διαφορετικούς μήνες. Γ. Στο τιμολόγιο INV 005625 και στην αναλυτική κατάσταση που το συνοδεύει έχω χρεωθεί 2 ποσά στις 14/01/12 ποσό €10.35 και στις 16/01/12 ποσό €31.54 σύνολο €41.
  4. Τα ποσά αυτά τα πλήρωσα εγώ μέσω της γυναίκας μου στην εταιρεία Lanitis και εκδόθηκε απόδειξη πληρωμής ημερομηνίας 22/02/
  5. Το ποσό αυτό ουδέποτε αφαιρέθηκε από το χρεωστικό μου υπόλοιπο. Δ. Οι παραπονούμενοι κατά διαστήματα έπαιρναν από τους καταστηματάρχες υπεραγορών που συνεργάζονταν, και από εμένα προϊόντα προς στήριξη του λογιστικού γραφείου τους. Οι αποδείξεις που εκδίδονταν για αυτό τον σκοπό τέλος του κάθε μήνα πληρώνονταν από τους παραπονούμενους. Τα τιμολόγια τα οποία αναφέρω πιο κάτω δεν αναφέρονται πουθενά στην κατάσταση λογαριασμού ότι πιστώθηκαν στον χρεωστικό μου υπόλοιπο. Τα έξοδα με Αρ. Τιιμ. 323656, 323243, 320452, 319515, 315963, 317544 συνολικού ποσού €91.
  6. Ε. Δεν πήρα εκπτώσεις από την εταιρεία VASSOS ELIADES για ολόκληρο τον χρόνο του 2011 ενώ πήρα για το
  7. ΣΤ. Δεν πήρα έκπτωση από την εταιρεία ΚΕΟ για τους μήνες 10ο και 12 ενώ πήρα για τους υπόλοιπους μήνες του
  8. Η. Η πιστωτική σημείωση της εταιρείας SENAGA TRADING LTD ποσού €31.71 δεν αφαιρέθηκε από τον χρεωστικό λογαριασμό του πελάτη. Θ. Η πιστωτική σημείωση της εταιρείας ALKIS H. HADJIKYRIAKOS FROU FROU BUSCUITSO PUBLIC LTD ποσού €40.59 δεν αφαιρέθηκε από τον χρεωστικό λογαριασμό του πελάτη." Μετά τον εντοπισμό των πιο πάνω λαθών, ο Κατηγορούμενος ζήτησε να του δοθούν οι συμφωνίες εκπτώσεων για να ελέγξει κατά πόσο υπάρχουν και άλλα λάθη. Ωστόσο, η απάντηση που έλαβε από την Παραπονούμενη ήταν αρνητική. Περί τις αρχές του Ιανουαρίου 2012 ενημερώθηκε από προμηθευτές ότι θα σταματούσαν να τον προμηθεύουν με προϊόντα, καθώς η Παραπονούμενη τους έδωσε τέτοια εντολή με επιστολή της ημερομηνίας 13.1.12 (Τεκμήριο 24). Στη συνέχεια, με επιστολή των δικηγόρων της Παραπονούμενης την οποία παρέλαβε την 1.2.12 (Τεκμήριο 25) ενημερώθηκε ότι η Παραπονούμενη τερμάτιζε την μεταξύ τους συνεργασία και απαιτούσε την πληρωμή του ποσού των €12.774,
  9. Ο Κατηγορούμενος δήλωσε ότι ανακάλεσε την πληρωμή των επίδικων επιταγών διότι δεν μπορούσε να υπολογίσει το ακριβές ποσό που όφειλε στην Παραπονούμενη και δεν συμφωνούσε με το υπόλοιπο του λογαριασμού (Τεκμήριο 9) και επανέλαβε τον λόγο που έδωσε στο πιστωτικό ίδρυμα για την ανάκληση τους (Τεκμήριο 7). Κατά την αντεξέταση του ο Κατηγορούμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι εξέδωσε τις επίδικες επιταγές τις πρώτες μέρες του Ιανουαρίου 2012 και έδωσε εντολή για ανάκληση της πληρωμής τους περί τις 21.1.
  10. Τον Νοέμβριο του 2011 ξεκίνησε την έρευνα του σε σχέση με την ορθότητα των τιμολογίων που εξέδιδε η Παραπονούμενη και εντόπισε τα λάθη που ανέφερε. Πρόσθεσε ωστόσο ότι και κατά το παρελθόν υπήρχαν λάθη στα τιμολόγια της Παραπονούμενης. Όταν εντόπισε τα λάθη κατά τον Νοέμβριο του 2011 προσπάθησε να επικοινωνήσει με τους υπεύθυνους της Παραπονούμενης για να τους τα αναφέρει αλλά δεν τα κατάφερε και ακολούθως έστειλε επιστολή με την συνήγορο του, η οποία εξ' όσων θυμάται στάληκε αρχές του
  11. Σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Παραπονουμένης, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν μπορεί να προσδιορίσει το ποσό στο οποίο συμποσούνται τα λάθη, επειδή δεν μπορεί να γνωρίζει πόσα λάθη υπάρχουν χωρίς να μελετήσει τις συμφωνίες εκπτώσεων. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι τόσο σαν συνεργάτης όσο και σαν υπάλληλος της Παραπονούμενης παρατήρησε ότι υπήρχαν πολλά λάθη τόσο προς το πρόσωπο του όσο και προς άλλους συνεργάτες της Παραπονούμενης, πράγμα το οποίο τον στεναχωρούσε διότι κατάλαβε όπως χαρακτηριστικά είπε ότι είχε «μπλέξει πολύ άσχημα μαζί τους». Σε ερώτηση του κ. Γεωργιάδη αν ο ίδιος προτίθετο να συνεχίσει την συνεργασία με την Παραπονούμενη αν δεν τερματιζόταν από την τελευταία, ο Κατηγορούμενος απάντησε καταφατικά. Ο Κατηγορούμενος συμφώνησε επίσης με τον κ. Γεωργιάδη ότι στο έντυπο ανάκλησης της πληρωμής των επιταγών (Τεκμήριο 7) αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι οι επίδικες επιταγές είναι εξοφλημένες, για να αναφέρει όμως στην συνέχεια ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην Παραπονούμενη από την στιγμή που δεν έχει τις συμφωνίες εκπτώσεων. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε πως παρά το ότι γνώριζε από το Νοέμβριο του 2011 ότι υπήρχαν λάθη στα τιμολόγια και τις εκπτώσεις, εντούτοις εξέδωσε τις επίδικες επιταγές διότι πίστευε ότι θα διορθώνονταν τα λάθη. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν είχε πρόσβαση στις συμφωνίες εκπτώσεων και στην υποβολή του κ. Γεωργιάδη ότι με βάση την κατάσταση που περιέγραψε αναφορικά με την συνεργασία του με την Παραπονούμενη θα έπρεπε ο ίδιος να θέλει να τερματίσει την μεταξύ τους συμφωνία, απάντησε ότι δεν ήταν σε θέση να «βγει» από την Παραπονούμενη και να μείνει μόνος του σε τόσο δύσκολα χρόνια. Επίσης στην υποβολή του κ. Γεωργιάδη ότι οι ισχυρισμοί του περί πολλών λαθών είναι αβάσιμοι και ατεκμηρίωτοι, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν έχει τεκμήρια και δεν μπορεί να τα αποδείξει και πως ό,τι είχε να πει το είπε ήδη. Τέλος, στην υποβολή του κ. Γεωργιάδη ότι το οφειλόμενο προς την Παραπονούμενη ποσό είναι αυτό που αναγράφεται στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 9), ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν θεωρεί το ποσό λογικό και δεν μπορεί να γνωρίζει το υπόλοιπο. Από την όλη παρουσία του Κατηγορούμενου στο εδώλιο του μάρτυρα, σχημάτισα την εντύπωση ότι ο τελευταίος δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια. Η μαρτυρία του χαρακτηριζόταν από αοριστία, καθώς ο Κατηγορούμενος δεν έδιδε σαφείς και ξεκάθαρες απαντήσεις και δεν απέφυγε τον κίνδυνο να περιπέσει σε αντιφάσεις. Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι ενώ η υπεράσπιση του κινήθηκε στην γραμμή ότι ανακάλεσε την πληρωμή των επίδικων επιταγών για εύλογη αιτία και συγκεκριμένα διότι οι επίδικες επιταγές θεωρούνται εξοφλημένες και δεν συμφωνεί με το υπόλοιπο του λογαριασμού (βλ. Τεκμήριο 7), εντούτοις στην μαρτυρία του και ειδικότερα στην αντεξέταση του κατ' επανάληψη ανέφερε ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην Παραπονούμενη. Ο ίδιος ο Κατηγορούμενος δηλαδή με βάση την παραδοχή του ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην Παραπονούμενη, αναιρεί την θέση του ότι επίδικες επιταγές είναι εξοφλημένες. Παραθέτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την αντεξέταση του: «E. Μας λέτε δηλαδή ότι θεωρείτε πως οι επιταγές που εκδώσατε είναι εξοφλημένες, σωστά; A. Ναι. E. Άρα θα συμφωνήσετε μαζί μου πως θεωρείτε πως δεν οφείλετε κάποιο ποσό στους παραπονούμενους; A. Δεν αναγνωρίζω αυτό το πράμα. Δεν μπορώ να το ξέρω αυτό το πράμα πριν να τα πάρω, τις εκπτώσεις και να δω τελικά τι συμφωνίες είναι και πώς είναι. Δεν μπορώ να το γνωρίζω αυτό το πράμα. Μπορεί να μου χρωστάνε και αυτοί, μπορώ να τους χρωστώ και εγώ. ............ E. Άρα οι επιταγές σας δεν μπορούν να θεωρούνται εξοφλημένες εφόσον εσείς ο ίδιος δεν μπορείτε να μας πείτε κατά πόσο οφείλετε ή όχι στους παραπονούμενους. Τι έχετε να πείτε; A. Εγώ τις επιταγές τις ακύρωσα ακριβώς για εκείνο το λόγο που είχα γράψει και στην τράπεζα. Επειδή δεν θεωρώ το λογαριασμό μου σωστό, για το λόγο ότι δεν έπιασα τις εκπτώσεις και συμφωνίες εταιρειών για να ελέγξω κατά πόσο έπιασα όλα αυτά που δικαιούμαι.» Ο Κατηγορούμενος αναφέρθηκε στην μαρτυρία του σε λάθη που υπάρχουν στα τιμολόγια της Παραπονούμενης και στις εκπτώσεις και ανέφερε συγκεκριμένα παραδείγματα (βλ. παράγραφος 5 Τεκμηρίου 10). Καταρχάς σημειώνω ότι όσα αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο δεν τέθηκαν στον ΜΚ1 για να μπορέσει να τοποθετηθεί, με εξαίρεση την έκπτωση της εταιρείας "ANDRIKEAN" και την χρέωση από την "Lanitis". Ξεκινώντας από τις δύο αυτές περιπτώσεις, παρατηρώ ότι σύμφωνα με όσα ο Κατηγορούμενος ανέφερε κατά την αντεξέταση του σε επικοινωνία που είχε με την "ANDRIKEAN" του ανέφεραν ότι δεν δικαιούτο έκπτωση από την εταιρεία τους. Επομένως, ακόμα και αν θεωρηθεί ότι υπήρξε λάθος, αυτό το λάθος ήταν προς όφελος του καθώς πιστώθηκε με έκπτωση που κανονικά δεν δικαιούτο να λάβει. Σημειώνω επίσης ότι ο Κατηγορούμενος δεν προέβαλε τον ισχυρισμό ότι δικαιούτο έκπτωση από την "ANDRIKEAN", παρά το τι του ελέχθη από την εν λόγω εταιρεία. Όσον αφορά την "Lanitis" παρατηρώ ότι ακόμα και αν υπήρξε λάθος αυτό δεν οφείλεται στην Παραπονούμενη. Στα τιμολόγια της "Lanitis" (Τεκμήρια 19 και 20) υπάρχει τοποθετημένη σφραγίδα με την αναγραφή "S.N.A. TRADING LTD CREDIT ΣΕΡΓΙΟΣ ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ - ΚΙΣΣΟΝΕΡΓΑ". Εφόσον τα τιμολόγια αυτά πληρώθηκαν από τον Κατηγορούμενο για ποιο λόγο τοποθετήθηκε η εν λόγω σφραγίδα η οποία παραπέμπει στην Παραπονούμενη. Δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση ούτε από τον Κατηγορούμενο, ούτε και από την ΜΥ1 όπως θα διαφανεί πιο κάτω κατά την μαρτυρία της. Παρατηρώ επίσης ότι για να περιληφθούν στην κατάσταση λογαριασμού Ιανουαρίου 2012 (Τεκμήριο 18) προφανώς κάποιος ενημέρωσε την Παραπονούμενη η οποία και τα συμπεριέλαβε στην εν λόγω κατάσταση. Επίσης όπως προκύπτει από την απόδειξη είσπραξης (Τεκμήριο 16) η πληρωμή δεν έγινε την ημέρα παράδοσης των προϊόντων (η οποία σύμφωνα με τα τιμολόγια, Τεκμήρια 19 και 20, ήταν στις 14.1.12 και 16.1.12 αντίστοιχα) αλλά μεταγενέστερα στις 22.2.12, αφού δηλαδή περιλήφθηκαν στην κατάσταση λογαριασμού Ιανουαρίου 2012 (Τεκμήριο 18). Προφανώς, όπως ανέφερε και ο ΜΚ1, αν έγινε η εν λόγω πληρωμή κακώς έγινε και κακώς εισπράχθηκε από την "Lanitis". Σε σχέση τώρα με τις υπόλοιπες περιπτώσεις που αναφέρει ο Κατηγορούμενος στην παράγραφο 5 της δήλωσης του (Τεκμήριο 10), περιορίζονται σε γενικές αναφορές, αφού όπως και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος ανέφερε δεν μπορούσε να δώσει περισσότερα στοιχεία χωρίς τις συμφωνίες εκπτώσεων. Περαιτέρω, δεν θεωρώ λογική την θέση του Κατηγορούμενου ο οποίος ενώ δήλωσε ότι τον Νοέμβριο του 2011 εντόπισε και ήταν πεπεισμένος ότι υπήρχαν λάθη, ταυτόχρονα εξέδωσε τον Ιανουάριο του 2012 τις επίδικες επιταγές με την ελπίδα ότι τα λάθη θα διορθωθούν. Έκπληξη επίσης προκαλεί η θέση του ότι ο ίδιος δεν είχε πρόθεση να τερματίσει την συνεργασία με την Παραπονούμενη, παρά τα λάθη και παρά το ότι όπως ο ίδιος χαρακτηριστικά δήλωσε «έμπλεξα άσχημα μαζί τους». Με αυτά τα δεδομένα το λογικό θα ήταν ο Κατηγορούμενος να επιδιώξει τον τερματισμό της συνεργασίας και όχι να εκδίδει επιταγές προς όφελος της Παραπονούμενης. Αν πράγματι θεωρούσε ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην Παραπονούμενη, τότε το αναμενόμενο θα ήταν να διαμαρτυρηθεί και να μην εκδώσει επιταγές προς πληρωμή των οφειλών του. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε μεν ότι διαμαρτυρήθηκε και πάλι όμως ο εν λόγω ισχυρισμός του παρέμεινε στην σφαίρα της γενικότητας, αφού δεν κατονόμασε το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνθηκαν οι διαμαρτυρίες του. Σε κάθε περίπτωση το γεγονός παραμένει ότι οι επίδικες επιταγές εκδοθήκαν μετά τον Νοέμβριο του 2011 που σύμφωνα με τον ισχυρισμό του Κατηγορούμενου διαπίστωσε την ύπαρξη λαθών. Επιπρόσθετα, σημειώνω ότι όταν κλήθηκε να προσδιορίσει το ποσό στο οποίο αθροίζονται τα λάθη, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν μπορούσε να το πράξει, διότι δεν είχε τις συμφωνίες εκπτώσεων και δεν είχε τεκμήρια για να τα αποδείξει. Πώς μπορεί επομένως να δηλώνει ότι δεν του παραχωρήθηκαν οι εκπτώσεις και ότι οι επιταγές είναι εξοφλημένες; Έγινε επίσης πολύς λόγος από τον Κατηγορούμενο για τις συμφωνίες εκπτώσεων και για το ότι δεν του δόθηκε η δυνατότητα να τις επιθεωρήσει. Ωστόσο ούτε στην δική του μαρτυρία ανέφερε από ποιον ζήτησε τις εν λόγω συμφωνίες και δεν του δόθηκαν, ούτε και κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 υποβλήθηκε η θέση ότι ζητήθηκαν από συγκεκριμένο πρόσωπο οι εν λόγω συμφωνίες. Και αυτός ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου παρέμεινε μετέωρος. Στην βάση επομένως των πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην μαρτυρία του Κατηγορούμενου, η οποία και απορρίπτεται. Ως ΜΥ1 κατέθεσε η σύζυγος του Κατηγορούμενου, Αλίκη Κανίδου. Στην κυρίως εξέταση της ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι εργαζόταν στο κατάστημα του Κατηγορούμενου. Σε ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Κατηγορούμενου κατά πόσο συμφωνεί με τα ποσά που παραχωρήθηκαν από την Παραπονούμενη ως έκπτωση στον Κατηγορούμενο και παρουσιάζονται στο Τεκμήριο 9 δίπλα από τις ημερομηνίες 29.6.12 και 2.7.12, η ΜΥ1 απάντησε ότι διαφωνεί με τα εν λόγω ποσά διότι εντόπισαν πολλά λάθη στις εκπτώσεις. Περαιτέρω, η ΜΥ1 ανέφερε ότι δεν μπορούσε να ελέγξει τα πιο πάνω αναφερόμενα ποσά των εκπτώσεων καθώς δεν είχαν στην κατοχή τους τις συμφωνίες εκπτώσεων για να μπορέσουν να κάνουν και τους σχετικούς ελέγχους. Αναφορικά με τις χρεώσεις που έγιναν από τον προμηθευτή με την επωνυμία "Lanitis" η ΜΥ1 απάντησε ότι πλήρωσε η ίδια τα ποσά που περιλαμβάνονται στα τιμολόγια (Τεκμήρια 19 και 20) εκ ποσού €10,35 και €31,54, διότι της το ζήτησε ο πωλητής της "Lanitis" ενόψει του ότι η Παραπονούμενη σταμάτησε την συνεργασία της με τον Κατηγορούμενο. Ο εν λόγω πωλητής ζήτησε την πληρωμή των πιο πάνω αναφερόμενων τιμολογίων διότι διαφορετικά δεν θα «έβαζε» γάλα στο κατάστημα του Κατηγορούμενου. Η ΜΥ1 πλήρωσε τα εν λόγω τιμολόγια και στη συνέχεια παρατήρησε ότι στην κατάσταση λογαριασμού που στάληκε από την Παραπονούμενη για τον Ιανουάριο του 2012 (Τεκμήριο 18) περιλαμβανόταν χρέωση για τα εν λόγω τιμολόγια που είχε ήδη εξοφλήσει απευθείας στον προμηθευτή. Η ΜΥ1 απάντησε ότι δεν συμφωνεί με το ποσό που αναφέρεται ως χρεωστικό υπόλοιπο στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 9) διότι δεν τους δόθηκαν οι συμφωνίες εκπτώσεων και υπάρχουν πάρα πολλά λάθη. Αντεξεταζόμενη ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι δεν έχει γνώσεις λογιστικής αλλά γνωρίζει ότι υπάρχουν λάθη τουλάχιστον στα τιμολόγια του τελευταίου εξαμήνου τα οποία έχουν ελέγξει. Στην ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Παραπονούμενης κατά πόσο μπορεί να προσδιορίσει σε τι ποσό συμποσούνται τα λάθη που εντόπισε, η ΜΥ1 είπε πως δεν μπορεί να αναφέρει συγκεκριμένο ποσό από την στιγμή που δεν έχει τα στοιχεία που ζητά για να τα ελέγξει. Η ΜΥ1 ανέφερε ότι ο λόγος για τον οποίο ο Κατηγορούμενος ανακάλεσε την πληρωμή των επίδικων επιταγών ήταν διότι δεν τους δόθηκαν οι συμφωνίες των εκπτώσεων και στην υποβολή του κ. Γεωργιάδη ότι οι επίδικες επιταγές δεν μπορούν να θεωρούνται ως εξοφλημένες η ΜΥ1 απάντησε ότι από την στιγμή που δεν έχουν δοθεί οι συμφωνίες εκπτώσεων δεν μπορεί να ισχυρίζεται η Παραπονούμενη ότι οφείλεται οποιοδήποτε ποσό. Αναφορικά με τα τιμολόγια (Τεκμήρια 19 και 20) η ΜΥ1 απάντησε ότι τα πλήρωσε διότι η Παραπονούμενη στην επιστολή που έστειλε στους διάφορους προμηθευτές (Τεκμήριο 24) ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι δεν θα είχε καμία υποχρέωση για τις συναλλαγές που θα γίνονταν με τον Κατηγορούμενο. Επίσης ανέφερε ότι ζήτησε από τον πωλητή της "Lanitis" να μην παραδώσει το τιμολόγιο στην Παραπονούμενη. Τέλος, στην υποβολή του κ. Γεωργιάδη ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλει είναι αβάσιμοι και ατεκμηρίωτοι, η ΜΥ1 απάντησε ότι από τον έλεγχο που έγινε μόνο για το τελευταίο εξάμηνο του 2011 έχουν δείξει ότι υπάρχουν λάθη. Θεωρώ ότι δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην μαρτυρία της ΜΥ
  12. Ουσιαστικά η μαρτυρία της επικεντρώθηκε στα ισχυριζόμενα λάθη της Παραπονούμενης σε χρεώσεις και εκπτώσεις που δικαιούτο ο Κατηγορούμενος. Όταν κλήθηκε ωστόσο η ΜΥ1 να υποδείξει τα εν λόγω λάθη, κατέφευγε σε γενικολογίες χωρίς να υποδεικνύει συγκεκριμένα ποια είναι αυτά τα λάθη. Επίσης όταν κλήθηκε να υποδείξει έστω και κατά προσέγγιση το ποσό στο οποίο συμποσούνται τα εν λόγω λάθη, η ΜΥ1 απάντησε ότι δεν μπορούσε καθώς δεν είχε τα στοιχεία που ζητούσε για να μπορέσει να τα ελέγξει. Από την μία δηλαδή δήλωνε σίγουρη για τα ισχυριζόμενα λάθη και από την άλλη δήλωνε ότι δεν μπορούσε να προσδιορίσει έστω κατά προσέγγιση κάποιο ποσό διότι δεν είχε τις συμφωνίες εκπτώσεων για να τα ελέγξει. Το μόνο σημείο για το οποίο ειπώθηκε κάτι συγκεκριμένο από την ΜΥ1 ήταν σε σχέση με τα τιμολόγια της "Lanitis" (Τεκμήρια 19 και 20). Ωστόσο, θεωρώ πως δεν μπορεί να αποδοθεί οτιδήποτε μεμπτό στην Παραπονούμενη επειδή το συμπεριέλαβε στην κατάσταση λογαριασμού για τον μήνα Ιανουάριο του
  13. Η ΜΥ1 ανέφερε ότι ζήτησε από τον πωλητή της "Lanitis" να μην παρουσιάσει τα εν λόγω τιμολόγια στην Παραπονούμενη εφόσον τα πλήρωσε η ίδια. Παρά ταύτα στα εν λόγω τιμολόγια παρουσιάζεται σφραγίδα η οποία αναγράφει "S.N.A. TRADING LTD CREDIT ΣΕΡΓΙΟΣ ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ - ΚΙΣΣΟΝΕΡΓΑ". Δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση γιατί τοποθετήθηκε η εν λόγω σφραγίδα η οποία παραπέμπει στην Παραπονούμενη αφ' ης στιγμής τα τιμολόγια εξοφλήθηκαν από την ΜΥ
  14. Περαιτέρω, προκύπτει από την απόδειξη είσπραξης της "Lanitis" (Τεκμήριο 16) ότι τα εν λόγω τιμολόγια πληρώθηκαν στις 22.2.
  15. Επομένως, όταν περιλαμβάνονταν στην κατάσταση λογαριασμού Ιανουαρίου 2012 (Τεκμήριο 18) προφανώς δεν είχαν εξοφληθεί και επίσης προφανώς κάποιος παρέδωσε τα εν λόγω τιμολόγια στην Παραπονούμενη. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Η Παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος διατηρούσαν μεταξύ τους συνεργασία δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 1.3.
  16. Με βάση την εν λόγω συμφωνία, η Παραπονούμενη θα προμήθευε την υπεραγορά που διατηρούσε ο Κατηγορούμενος στην Κισσόνεργα με διάφορα προϊόντα και θα εξέδιδε για αυτά τιμολόγια τα οποία ο Κατηγορούμενος όφειλε να εξοφλήσει στην Παραπονούμενη. Ο τρόπος που λειτουργούσε η συνεργασία των μερών ήταν ο ακόλουθος: Η Παραπονούμενη προχωρούσε σε παραγγελίες των προϊόντων που χρειάζονταν οι συνεργάτες της (περιλαμβανομένου και του Κατηγορούμενου) και τα εν λόγω προϊόντα παραδίδονταν από τους διάφορους προμηθευτές απευθείας στους συνεργάτες της Παραπονούμενης. Η Παραπονούμενη κατέβαλλε το τίμημα στους διάφορους προμηθευτές και στην συνέχεια εξέδιδε τιμολόγια στους συνεργάτες της για τα προϊόντα που αγόραζε ο καθένας εξ αυτών. Η Παραπονούμενη, λόγω του μεγάλου αριθμού παραγγελιών που έκανε, εξασφάλιζε καλύτερες τιμές και επιπρόσθετα από ορισμένους προμηθευτές εξασφάλιζε εκπτώσεις τις οποίες διαμοίραζε στους συνεργάτες της αναλόγως των αγορών που έκαναν από τον κάθε προμηθευτή που παραχωρούσε έκπτωση, νοουμένου ότι οι συνεργάτες της τηρούσαν τους όρους που έθεταν οι προμηθευτές για την παραχώρηση των εκπτώσεων. Τα ποσοστά και οι άλλοι επιμέρους όροι για την παραχώρηση των εκπτώσεων καταγράφονταν σε συμφωνίες μεταξύ της Παραπονούμενης και των προμηθευτών που παραχωρούσαν εκπτώσεις. Πρόσβαση στις συμφωνίες εκπτώσεων είχαν όλοι οι συνεργάτες της Παραπονούμενης, οι οποίοι μπορούσαν να τις επιθεωρήσουν στα γραφεία της Παραπονούμενης, δεν επιτρεπόταν όμως να λάβουν αντίγραφα. Ο Κατηγορούμενος εκτός από συνεργάτης της Παραπονούμενης διετέλεσε και υπάλληλος της. Ο Κατηγορούμενος εξοφλούσε τα τιμολόγια που εκδίδονταν από την Παραπονούμενη με επιταγές που εξέδιδε προς όφελος της. Προς τον σκοπό αυτό εξέδωσε αρχές Ιανουαρίου του 2012 τις ακόλουθες επιταγές: · επιταγή με αρ. 32847489 επί του Ελληνικού Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου για το ποσό των €425 · επιταγή με αρ. 32847487 επί του Ελληνικού Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου για το ποσό των €425 · επιταγή με αρ. 30916427 επί του Ελληνικού Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου για το ποσό των €2200 · επιταγή με αρ. 32847488 επί του Ελληνικού Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου για το ποσό των €425 · επιταγή με αρ. 30916428 επί του Ελληνικού Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου για το ποσό των €2223.81 Η Παραπονούμενη με επιστολή της προς τις εταιρείες προμηθευτών, ημερομηνίας 13.1.12, τους ενημέρωσε, μεταξύ άλλων, ότι από τις 16.1.12 προσωρινά δεν αναλαμβάνει καμία από τις υποχρεώσεις ή συναλλαγές που αφορούν την υπεραγορά του Κατηγορούμενου στην Κισσόνεργα. Ο Κατηγορούμενος, μετά την πιο πάνω αναφερόμενη επιστολή, με σχετική εντολή του ανακάλεσε την πληρωμή των επίδικων επιταγών. Ως λόγο για την ανάκληση τους, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν του δόθηκαν οι εκπτώσεις βάσει συμφωνιών από το 2007 μέχρι το 2012 και ως εκ τούτου οι επιταγές του θεωρούνται εξοφλημένες και δεν συμφωνεί με το υπόλοιπο του λογαριασμού του. Στις δε επιταγές τοποθετήθηκε σφραγίδα στην οποία αναγραφόταν κατά λέξη « Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ». Η Παραπονούμενη με επιστολή των δικηγόρων της προς τον Κατηγορούμενο ημερομηνίας 26.1.12, τερμάτισε την μεταξύ των διαδίκων συμφωνία ημερομηνίας 1.3.
  17. Οι πιο πάνω αναφερόμενες επιταγές εξακολουθούν μέχρι σήμερα να παραμένουν απλήρωτες. Νομική Πτυχή Το άρθρο 305 (Α)
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει τροποποιηθεί, προνοεί τα ακόλουθα «305Α.-
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.» Σύμφωνα επομένως με το άρθρο 305Α
(2)τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής: α) Η έκδοση επιταγής και β) Η πρόκληση μη εξόφλησης της επιταγής με οποιαδήποτε πράξη του εκδότη της Σε περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, όπως αυτά έχουν προσδιοριστεί πιο πάνω, τότε θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο ο Κατηγορούμενος είχε εύλογη αιτία για να ανακαλέσει τις επίδικες επιταγές, εφόσον ο τελευταίος επικαλείται την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Το βάρος απόδειξης της «εύλογης αιτίας» το φέρει o Κατηγορούμενoς. Στην υπόθεση Κονιζίδου v. Αρέστη 2009
(2)Α.Α.Δ 345 αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου που παραθέσαμε πιο πάνω, η υπεράσπιση της εύλογης αιτίας, βρισκόταν στους ώμους του κατηγορούμενου, που όφειλε κατά ή πριν την παρουσίαση της επιταγής να ειδοποιήσει γραπτώς την τράπεζα για τους λόγους για τους οποίους έδιδε την εντολή μη πληρωμής της» Αποτελεί δε σταθερή θέση του δικαίου της απόδειξης ότι όταν το βάρος απόδειξης εναποτίθεται στους ώμους του Κατηγορούμενου, αυτό το βάρος μπορεί να αποσεισθεί με μαρτυρία που ικανοποιεί το Δικαστήριο με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και όχι πέραν από κάθε λογική αμφιβολία όπως χρειάζεται στην περίπτωση της Κατηγορούσας Αρχής για να αποδείξει την κατηγορία. (Γενικός Εισαγγελέας v. Μακρής
(1984)2 Α.Α.Δ 332). Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι ( Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, δηλαδή την μαρτυρία που έχω κρίνει ως αποδεκτή, τα παραδεκτά γεγονότα, την νομική πτυχή, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα, καταλήγω ότι η πλευρά της Παραπονούμενης απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Συγκεκριμένα έχει αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος εξέδωσε τις επίδικες επιταγές προς όφελος της Παραπονούμενης, καθώς και ότι ο πρώτος με εντολή του ανακάλεσε την πληρωμή των επίδικων επιταγών. Σε κάθε περίπτωση επισημαίνω ότι στην πρόσθια όψη των επίδικων επιταγών υπάρχει η σχετική σφραγίδα του πιστωτικού ιδρύματος περί ανάκλησης της πληρωμής τους (βλ. άρθρο 305Α
(3)του Νόμου). Το επόμενο θέμα που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο ο Κατηγορούμενος με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων απέδειξε ότι ο λόγος για τον οποίο ανακάλεσε την πληρωμή της επιταγής συνιστά εύλογη αιτία με βάση το άρθρο 305Α
(2)του Νόμου. Το πιο πάνω άρθρο, ως είχε πριν την τροποποίηση του, και ειδικότερα η έννοια «εύλογη αιτία» αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης στην υπόθεση N.C Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ 763. Το συγκεκριμένο άρθρο πριν την τροποποίηση του είχε ως εξής: "
(2)Πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε απ' αυτό, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο ποινές." Όπως γίνεται αντιληπτό η έννοια της «εύλογης αιτίας», παρέμεινε και μετά την τροποποίηση η ίδια και επομένως το Δικαστήριο μπορεί να αντλήσει καθοδήγηση από την πιο πάνω υπόθεση. Στην εν λόγω υπόθεση έγινε αναφορά στην Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374 όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης και αναφέρθηκε ότι η ίδια φράση έχει στην αγγλική νομολογία συσχετισθεί και με την έννοια δίκαιη αιτία ενώ σχετικά έγινε αναφορά και στη φράση bona fide (καλή τη πίστει) που στην αγγλική ορολογία θεωρήθηκε ταυτόσημη με τη λέξη «honesty» (ειλικρίνεια). Με βάση την πιο πάνω ερμηνεία το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστή αναφορικά με την υπεράσπιση του εδαφίου
(2), ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος πρέπει να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και επιπρόσθετα ότι η πεποίθηση του αυτή ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις (κάτι που εξετάζεται αντικειμενικά), έγινε μέσα στο πνεύμα των παραπάνω αποφάσεων. Με βάση αυτά το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η ενέργεια του εφεσίβλητου ήταν ειλικρινής και υπαγορεύθηκε από εύλογη αιτία. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ποινική Έφεση 18/2012 Nikiforos Technologies Ltd v. Χρήστου ημερομηνίας 16.4.14 αναφέρθηκαν σε σχέση με το άρθρο 305Α
(2)του Νόμου τα ακόλουθα «Εύλογη αιτία, με την έννοια της οποίας επίσης λανθασμένα δεν ασχολήθηκε το Δικαστήριο, αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει, («bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson
(1872)L.R. 5 H.L. 636 και R. v. Hall 7 Q.B.D. 575)». Ο Κατηγορούμενος για την ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών επικαλέστηκε το ότι δεν του δόθηκαν οι εκπτώσεις από το 2007 μέχρι το 2012 με αποτέλεσμα οι επιταγές να θεωρούνται εξοφλημένες και ότι διαφωνεί με το υπόλοιπο του λογαριασμού του. Από την μαρτυρία που έχει προσαχθεί, θεωρώ ότι ο Κατηγορούμενος δεν ενήργησε καλόπιστα. Όπως ανέφερα και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του, κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της ήταν η ασάφεια. Ο Κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει τις εκπτώσεις που δεν του δόθηκαν, ούτε βεβαίως και σε τι ποσά αθροίζονται αυτές. Όταν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου των παραγράφων 5Ε και 5ΣΤ της δήλωσης του (Τεκμήριο 10) και του υποβλήθηκε ότι οι εκπτώσεις δεν του δόθηκαν διότι δεν τηρούσε συγκεκριμένους όρους που έθεταν οι προμηθευτές ως προϋπόθεση για την παραχώρηση τους, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν μπορούσε να το γνωρίζει χωρίς να δει τις συμφωνίες εκπτώσεων. Αυτή η συγκεκριμένη απάντηση δόθηκε αρκετές φορές από τον Κατηγορούμενο. Σχετική επίσης ήταν και η απάντηση του όταν κλήθηκε να προσδιορίσει το ποσό στο οποίο συμποσούνται τα λάθη που ισχυρίζεται ότι υπάρχουν στον λογαριασμό του, αναφέροντας ότι δεν ήταν σε θέση να το πράξει και ότι δεν έχει τεκμήρια, κατά την έκφραση του, για τα ισχυριζόμενα λάθη. Παρά τα πιο πάνω και παρά την παραδοχή του ότι δεν μπορεί να γνωρίζει αν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην Παραπονούμενη, επέμενε στην θέση ότι οι επιταγές ήταν εξοφλημένες. Αφενός δηλαδή ισχυριζόταν ότι υπήρχαν λάθη στον λογαριασμό του και στις εκπτώσεις και αφετέρου δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει τα λάθη και τις εκπτώσεις που δεν του δόθηκαν. Δεν μπορεί επομένως να θεωρηθεί ότι ο Κατηγορούμενος καλή τη πίστει ανακάλεσε την πληρωμή των επίδικων επιταγών. Περαιτέρω, η συνεργασία του Κατηγορουμένου με την Παραπονούμενη διήρκησε σχεδόν 5 έτη, δηλαδή από την 1.3.07 μέχρι και 26.1.
  1. Ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι από την αρχή υπήρχαν λάθη, τον Νοέμβριο όμως του 2011 προέβη σε έλεγχο και διαπίστωσε συγκεκριμένα λάθη για το τελευταίο εξάμηνο που διενήργησε τον έλεγχο. Όπως ανέφερα και πιο πάνω ο Κατηγορούμενος δεν προσέφερε συγκεκριμένη μαρτυρία για τα ισχυριζόμενα λάθη που διαπίστωσε. Αυτό το οποίο όμως δημιουργεί εντύπωση είναι ότι ενώ γνώριζε πως από την αρχή της συνεργασίας του με την Παραπονούμενη υπήρχαν λάθη και ενώ τον Νοέμβριο του 2011 διενήργησε έλεγχο και διαπίστωσε την ύπαρξη τους, εντούτοις τον Ιανουάριο του 2012 (μετά δηλαδή τον έλεγχο που διενήργησε) εξέδωσε τις επίδικες επιταγές. Η δε ανάκληση των επιταγών έλαβε χώρα μετά που περιήλθε σε γνώση του η επιστολή της Παραπονούμενης ημερομηνίας 13.1.12 (Τεκμήριο 24) με την οποία ενημέρωνε τους προμηθευτές ότι δεν θα έχει σχέση με τις συναλλαγές της υπεραγοράς του Κατηγορούμενου. Τα γεγονότα αυτά σαφώς, κατά την κρίση μου, καταδεικνύουν ότι δεν ήταν ειλικρινής και εύλογη η ανάκληση των επιταγών. Ένας καλόπιστος, ο οποίος γνώριζε ότι αδικείται, ασφαλώς δεν θα εξέδιδε επιταγές προς πληρωμή του προσώπου που τον αδικεί. Επιπρόσθετα, ο χρόνος ανάκλησης των επιταγών επίσης δεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος δεν ενήργησε καλόπιστα. Δεν μπορώ να θεωρήσω ως τυχαίο ή συμπτωματικό το γεγονός ότι η ανάκληση έγινε μετά που έλαβε γνώση της επιστολής της Παραπονούμενης ημερομηνίας 13.1.12 (Τεκμήριο 24). Τα πιο πάνω αναφερόμενα γεγονότα οδηγούν, κατά την κρίση μου σε ένα και μόνο συμπέρασμα. Ότι η ενέργεια του Κατηγορούμενου να ανακαλέσει τις επιταγές δεν ήταν ειλικρινής και δεν υπαγορεύθηκε από εύλογη αιτία. Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι η Παραπονούμενη μετά τον τερματισμό της συνεργασίας της με τον Κατηγορούμενο πίστωσε τον λογαριασμό του με το συνολικό ποσό των €1001,00, ως εκπτώσεις (βλ. τελευταία σελίδα του Τεκμηρίου 9). Το γεγονός αυτό όμως δεν βοηθά την υπόθεση του Κατηγορούμενου, καθώς η κρίση για το κατά πόσο η ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών έγινε με «εύλογη αιτία» διαπιστώνεται σε συνάρτηση με τον χρόνο κατά τον οποίο έλαβε χώρα η ανάκληση. Σύμφωνα με όσα έχω παραθέσει πιο πάνω, η ενέργεια του Κατηγορούμενου να ανακαλέσει την πληρωμή των επίδικων επιταγών δεν υπαγορεύθηκε από «εύλογη αιτία» . Εν πάση περιπτώσει το άθροισμα των επίδικων επιταγών είναι μεγαλύτερο του ποσού των εκπτώσεων που πιστώθηκε ο Κατηγορούμενος, ο λογαριασμός του οποίου μετά τις εν λόγω πιστώσεις εξακολουθεί να παρουσιάζει χρεωστικό υπόλοιπο το οποίο ανέρχεται στις €66.192,
  2. Υπό το φως των πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος απέτυχε να αποδείξει κατά το ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι η ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών έγινε για εύλογη αιτία. Κατά συνέπεια, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των παραπονουμένων και εναντίον του κατηγορούμενου. (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.