Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Παναγιώτα Ξενοφώντος, Αρ. Υπόθεσης: 5832/12, 8/8/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B140 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5832/12 Μεταξύ Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου -ν- Παναγιώτα Ξενοφώντος Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 8 Αυγούστου 2014 Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Νεοκλέους Για Κατηγορούμενη: κα. Λεμονάρη Κατηγορούμενη παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει το αδίκημα της αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 2,7,19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου, Ν.86/72, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος η Κατηγορούμενη την 19.7.11 στη Λεωφ. Χλώρακας στην Πάφο οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΧΑ930 αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα για το κοινό, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και της χρήσης της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας που υπήρχε ή που εύλογα θα αναμενόταν να υπάρχει κατά τον εν λόγω χρόνο επί της οδού. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε τέσσερις μάρτυρες, ήτοι την Γ/Αστ.1934 Η. Ηρακλέους (ΜΚ1), τον Αστ.3139 Γ. Αντωνίου (ΜΚ2), την Παραπονούμενη Χριστίνα Χατζηπάκου (ΜΚ3) και τον Αστ.2527 Η. Ηλία (ΜΚ4). Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της Κατηγορούμενης και αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, η Κατηγορούμενη επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε μάρτυρες προς υπεράσπιση της. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάχθηκε με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v.Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447, και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ σε εκείνα τα μέρη της τα οποία σχετίζονται με το επίδικο θέμα και είναι απαραίτητα για την εξαγωγή των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Ως ΜΚ1 κατέθεσε η εξεταστής της υπόθεσης Γ/Α1934 Η. Ηρακλέους, η οποία ως μέρος της κυρίως εξέτασης της υιοθέτησε δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, την κατάθεση της (Τεκμήριο 1). Σε αυτήν συνοπτικά αναφέρει ότι μετά από καταγγελία που έγινε από την Παραπονούμενη εναντίον της Κατηγορούμενης, επικοινώνησε με την τελευταία και αφού την πληροφόρησε για το αδίκημα που διερευνούσε της ζήτησε να προσέλθει στην Τροχαία Πάφου για να δώσει κατάθεση. Η Κατηγορούμενη, παρά τις επανειλημμένες κλήσεις της, δεν παρουσιάστηκε με αποτέλεσμα να της επιδοθεί κλήση σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 για να παρουσιαστεί στην Τροχαία Πάφου στις 18.8.
- Η Κατηγορούμενη κατά την εν λόγω ημερομηνία προσήλθε και έδωσε ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 2) και ακολούθως την ίδια ημέρα την κατηγόρησε γραπτώς για τα αδικήματα της αλόγιστης και επικίνδυνης οδήγησης και της οδήγησης του μηχανοκίνητου οχήματος με αρ. εγγραφής ΧΑ930 χωρίς να καλύπτεται από πιστοποιητικό ασφάλισης (Τεκμήριο 3). Η Κατηγορούμενη απάντησε ότι δεν παραδέχεται. Στην προφορική της μαρτυρία η ΜΚ1 ανέφερε ότι η κατηγορία για την οδήγηση χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης δεν προωθήθηκε, καθώς ο αδελφός της Κατηγορούμενης και ιδιοκτήτης του οχήματος με αρ. εγγραφής ΧΑ930 παρουσίασε σχετικό πιστοποιητικό που καλύπτει οποιοδήποτε πρόσωπο για να οδηγεί το εν λόγω όχημα. Σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, η ΜΚ1 είπε ότι σύμφωνα με την κατάθεση της Παραπονούμενης (Τεκμήριο 5) η Κατηγορούμενη ακολουθούσε με το όχημα με αρ. εγγραφής ΧΑ930 (στο εξής το «όχημα της Κατηγορούμενης) το όχημα της Παραπονούμενης και κατά διαστήματα προσέγγιζε το όχημα της τελευταίας από το πλάι με αποτέλεσμα να εισέρχεται στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Επίσης, προσπάθησε δύο φορές να χτυπήσει το όχημα της Παραπονούμενης και εισερχόταν μπροστά από το όχημα της για να ανακόψει την πορεία της. Η Παραπονούμενη αναγκάστηκε να κινηθεί όπισθεν και η Κατηγορούμενη έκανε το ίδιο προσπαθώντας να χτυπήσει το όχημα της. Γενικά η Κατηγορούμενη προσπάθησε επανειλημμένα να ανακόψει την πορεία του οχήματος της Παραπονούμενης και να συγκρουστεί με αυτό. Το όλο περιστατικό διαδραματίστηκε σε δημόσιο δρόμο και συγκεκριμένα στη Λεωφ. Χλώρακας. Η ΜΚ1 είπε ότι δεν έχει οποιαδήποτε σχέση ούτε με την Παραπονούμενη, ούτε και με την Κατηγορούμενη. Τέλος, ανέφερε ότι κατά την λήψη της κατάθεσης της Παραπονούμενης προέκυψαν αδικήματα, ήτοι τα αδικήματα της οδήγησης οχήματος χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας, με ανασταλείσα άδεια κυκλοφορίας και της χρήσης κινητού τηλεφώνου κατά την οδήγηση, για τα οποία κατηγορήθηκε η Παραπονούμενη. Αναφορικά με την χρήση του κινητού τηλεφώνου, η ΜΚ1 είπε ότι σύμφωνα με την κατάθεση της Παραπονούμενης η χρήση του κινητού έγινε όταν κατά την διάρκεια του επίδικου περιστατικού η Παραπονούμενη τηλεφώνησε στην Αστυνομία. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι τις λεπτομέρειες του επίδικου περιστατικού τις γνωρίζει από την κατάθεση της Παραπονούμενης (Τεκμήριο 5). Η ΜΚ1 διευκρίνισε ότι η υπηρεσία της ξεκίνησε το πρωί της 19.7.11, μετά δηλαδή που έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό. Για το επίδικο περιστατικό την ενημέρωσε, ο συνάδελφος της Αστ.3139 ο οποίος και έλαβε την κατάθεση της Παραπονούμενης (Τεκμήριο 5). Ο εν λόγω συνάδελφος της, της ανέφερε επίσης ότι η Παραπονούμενη είχε τηλεφωνική επικοινωνία με την Αστυνομία, ξεκαθάρισε ωστόσο ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο είχε μιλήσει με τον εν λόγω συνάδελφο της ή με κάποιον άλλο. Σε σχετική ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Κατηγορούμενης, η ΜΚ1 απάντησε ότι από την Αστυνομία ετοιμάστηκε υπόθεση σε σχέση με την χρήση του κινητού τηλεφώνου από την Παραπονούμενη και στάληκε στην Εισαγγελία. Δεν γνώριζε όμως το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Ο ΜΚ2 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, την κατάθεση του (Τεκμήριο 4). Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι την 19.7.11 και περί ώρα 01.45 προσήλθε στο Τμήμα Τροχαίας η Παραπονούμενη η οποία ζήτησε όπως προβεί σε γραπτό παράπονο εναντίον της Κατηγορούμενης. Ο ΜΚ2 έλαβε από την Παραπονούμενη ανοικτή κατάθεση (Τεκμήριο 5) στα πλαίσια της οποίας διαπίστωσε ότι η Παραπονούμενη διέπραξε τα αδικήματα της χρήσης κινητού τηλεφώνου κατά την οδήγηση, της οδήγησης οχήματος χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας και χωρίς άδεια κυκλοφορίας. Ο ΜΚ2 πληροφόρησε άμεσα την Παραπονούμενη για την διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων και της επέστησε την προσοχή της στον Νόμο. Η Παραπονούμενη σε σχέση με το αδίκημα της χρήσης κινητού τηλεφώνου δεν απάντησε οτιδήποτε, ενώ σε σχέση με τα άλλα δύο αδικήματα απάντησε ότι το πρωί θα έπαιρνε το όχημα για τεχνικό έλεγχο και ακολούθως θα φρόντιζε και για την έκδοση της άδειας κυκλοφορίας του. Στην προφορική του μαρτυρία δήλωσε ότι δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με την Παραπονούμενη και την Κατηγορούμενη. Τέλος, ανέφερε ότι ο αστυφύλακας με τον οποίο μίλησε η Παραπονούμενη όταν τηλεφώνησε στην Αστυνομία ήταν ο Αστ.2527 Ηλίας Ηλία. Αντεξεταζόμενος είπε ότι η Παραπονούμενη είχε προσέλθει στην Τροχαία για να υποβάλει το παράπονο της με την μητέρα της. Ο ίδιος έλαβε από την Παραπονούμενη την κατάθεση της (Τεκμήριο 5) και σε αυτήν η Παραπονούμενη δεν του ανέφερε ότι κατά το επίδικο συμβάν βρισκόταν άλλο πρόσωπο μαζί της στο όχημα της. Ο ΜΚ2 διαπίστωσε ότι η Παραπονούμενη είχε άγχος και την προέτρεψε να ηρεμήσει για να μπορέσει να λάβει την κατάθεση. Διευκρίνισε ωστόσο ότι το άγχος που είχε η Παραπονούμενη, δεν ήταν σε τέτοιο βαθμό που να μην της επιτρέπει να δώσει κατάθεση. Η Παραπονούμενη του ανέφερε ότι είχε επικοινωνήσει τηλεφωνικά κατά την ώρα του επίδικου συμβάντος με το Τμήμα Μικροπαραβάσεων και μίλησε με τον Αστ.2527 Η. Ηλία (ΜΚ4). Σε σχετικές ερωτήσεις της ευπαίδευτης συνηγόρου της Κατηγορούμενης, ο ΜΚ2 απάντησε ότι δεν θυμόταν αν η Παραπονούμενη του ανέφερε μόνο τον αριθμό του εν λόγω αστυφύλακα με τον οποίο είχε μιλήσει στο τηλέφωνο ή και το όνομα του. Περαιτέρω, είπε ότι στη συνέχεια το ίδιο βράδυ επικοινώνησε και ο ίδιος με τον ΜΚ4 και ο τελευταίος του επιβεβαίωσε τον ισχυρισμό της Παραπονούμενης ότι δηλαδή είχε τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του κατά το επίδικο συμβάν. Σε ερώτηση της κας. Λεμονάρη, γιατί ο ίδιος δεν αναφέρει στην κατάθεση του (Τεκμήριο 4) για την τηλεφωνική επικοινωνία που είχε η Παραπονούμενη με τον ΜΚ4, απάντησε ότι δεν το θεώρησε απαραίτητο από την στιγμή που το αναφέρει η Παραπονούμενη στην δική της κατάθεση. Τέλος, ο ΜΚ2 είπε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο η εξεταστής της υπόθεσης (ΜΚ1) επικοινώνησε με τον ΜΚ4, ούτε και γνωρίζει για ποιο λόγο ο ΜΚ4 δεν έδωσε κατάθεση σε σχέση με το επίδικο περιστατικό. Ο ΜΚ4 κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι κατά την 19.7.11 υπηρετούσε στο γραφείο Μικροπαραβάσεων Πάφου. Την εν λόγω ημέρα δέχθηκε τηλεφώνημα από την Παραπονούμενη η οποία του είπε ότι την ακολουθούσε με το όχημα της η Κατηγορούμενη και ζήτησε την βοήθεια της αστυνομίας. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ο ΜΚ4 είπε ότι η Παραπονούμενη ακουγόταν φοβισμένη. Ο ίδιος κατά την διάρκεια της τηλεφωνικής τους επικοινωνίας ζήτησε από την Παραπονούμενη να του αναφέρει που βρίσκεται προκειμένου να ενημερώσει περίπολο που μπορεί να ήταν πλησίον της περιοχής, έτσι ώστε να μεταβεί στο σημείο που βρισκόταν η Παραπονούμενη. Περαιτέρω, ξεκίνησε και ο ίδιος για να εντοπίσει την Παραπονούμενη, την οποία όμως δεν εντόπισε. Ακολούθως, όταν επέστρεψε στον σταθμό βρήκε εκεί την Παραπονούμενη η οποία αφού του εξήγησε τα γεγονότα την παρέπεμψε στην τροχαία. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ4 είπε ότι δεν θυμόταν κατά πόσο έδωσε κατάθεση για το πιο πάνω αναφερόμενο περιστατικό. Όταν συνάντησε την Παραπονούμενη στον αστυνομικό σταθμό και αφού του περιέγραψε το τι συνέβη την παρέπεμψε στην τροχαία και ενημέρωσε για το περιστατικό προφορικά την τροχαία. Σε σχετικές ερωτήσεις της ευπαίδευτης συνηγόρου της Κατηγορούμενης, ο ΜΚ4 απάντησε ότι κατά την τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με την Παραπονούμενη, της ζήτησε να τον ενημερώσει για το που βρισκόταν. Όταν έκλεισε το τηλέφωνο, ενημέρωσε το γραφείο που χειρίζεται τα περίπολα προκειμένου αν υπήρχε περίπολο στην περιοχή να κατευθυνθεί προς βοήθεια της Παραπονούμενης. Ταυτόχρονα εισήλθε και ο ίδιος σε περιπολικό και κινήθηκε προς την περιοχή που του είπε η Παραπονούμενη ότι βρισκόταν, χωρίς όμως να την εντοπίσει. Ο ΜΚ4 διευκρίνισε ότι η Παραπονούμενη του ανέφερε συγκεκριμένη περιοχή που βρισκόταν στην Χλώρακα, δεν θυμόταν όμως την εν λόγω περιοχή. Επίσης, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο κινήθηκε τελικά και άλλο περιπολικό προς εντοπισμό και βοήθεια της Παραπονούμενης πέραν εκείνου στο οποίο επέβαινε ο ίδιος. Στην ερώτηση της κας. Λεμονάρη τι ακριβώς του είπε η Παραπονούμενη όταν μίλησε μαζί του στο τηλέφωνο, ο ΜΚ4 απάντησε ότι δεν θυμόταν τα ακριβή λόγια της Παραπονούμενης, αυτό το οποίο θυμόταν ήταν ότι η Παραπονούμενη του είπε ότι την καταδίωκε η Κατηγορούμενη και ζήτησε την βοήθεια της αστυνομίας. Ο ΜΚ4 όταν έφθασε στην περιοχή που του εξήγησε η Παραπονούμενη δεν μπορούσε να την εντοπίσει, ούτε και να επικοινωνήσει μαζί της τηλεφωνικά παρά την προσπάθεια που έκανε. Σε σχέση με το χρονικό διάστημα που προσπαθούσε να εντοπίσει την Παραπονούμενη, είπε ότι από την ώρα που ξεκίνησε από τον σταθμό μέχρι την επιστροφή του παρήλθαν γύρω στα 20-25 λεπτά. Σε σχετική ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Κατηγορούμενης, ο ΜΚ4 απάντησε ότι από την ώρα που βγήκε με το περιπολικό προς εντοπισμό της Παραπονούμενης δεν είχε οποιαδήποτε άλλη επικοινωνία μαζί της μέχρι την επιστροφή του στο σταθμό, οπότε και βρήκε την Παραπονούμενη εκεί. Περαιτέρω, ο ΜΚ4 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο η Παραπονούμενη ειδοποίησε την αστυνομία για να μην μεταβεί τελικά περιπολικό προς εντοπισμό και βοήθεια της, ενόψει του ότι ξέφυγε της Κατηγορούμενης και θα ερχόταν η ίδια στον αστυνομικό σταθμό. Ο ΜΚ4 είπε ότι δεν θυμόταν αν η Παραπονούμενη συνοδευόταν από άλλο πρόσωπο όταν την είδε στον αστυνομικό σταθμό. Σε σχετική ερώτηση της κας. Λεμονάρη, απάντησε ότι δεν ζήτησε από την Παραπονούμενη λεπτομέρειες για το επίδικο περιστατικό, αρκέστηκε σε όσα περιληπτικά του ανέφερε, ότι δηλαδή την καταδίωκε η Κατηγορούμενη. Ο λόγος που δεν ζήτησε περισσότερες λεπτομέρειες ήταν διότι, κατά την κρίση του, τα αδικήματα ήταν τροχαία και για αυτό παρέπεμψε την Παραπονούμενη στην τροχαία για τα περαιτέρω. Σε γενικές γραμμές οι ΜΚ1,2 και 4 μου έκαναν καλή εντύπωση. Κατέθεσαν και οι τρεις με αντικειμενικότητα για τις ενέργειες στις οποίες προέβησαν στα πλαίσια των καθηκόντων τους προς τον σκοπό διερεύνησης του επίδικου περιστατικού. Έγινε προσπάθεια από μέρους της Υπεράσπισης να πληγεί η αμεροληψία των ΜΚ1,2 και
- Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι υπήρξαν ορισμένες ερωτήσεις από πλευράς Υπεράσπισης, ειδικότερα προς τον ΜΚ4, τις οποίες δεν ήταν σε θέση να απαντήσει. Ωστόσο τα ζητήματα που δεν μπορούσε να απαντήσει ο ΜΚ4, αν και θα αναμένετο από αυτόν να είναι σε θέση να δώσει απαντήσεις, δεν ήταν τέτοια που να δημιουργούν ρήγμα στην μαρτυρία του. Περαιτέρω, γενικότερα όσον αφορά τους ΜΚ1,2 και 4 δεν τέθηκε οτιδήποτε συγκεκριμένο κατά την αντεξέταση τους, ούτε και διεφάνη ότι είχαν οποιοδήποτε λόγο ή κίνητρο για να πλήξουν την Κατηγορούμενη ή να βοηθήσουν την Παραπονούμενη. Ενόψει των πιο πάνω αποδέχομαι την μαρτυρία των ΜΚ1,2 και
- Η Παραπονούμενη, υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, την κατάθεση της (Τεκμήριο 5). Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι με την Κατηγορούμενη ήταν φίλες αλλά τον τελευταίο καιρό, λόγω κάποιων οικονομικών διαφορών, μάλωσαν. Στις 19.7.11 περί ώρα 00.20 οδηγούσε το όχημα της με αρ. εγγραφής KUV304 στη Λεωφ. Χλώρακας με κατεύθυνση από Πάφο προς τα φώτα τροχαίας του ξενοδοχείου Saint George. Πριν τα εν λόγω φώτα τροχαίας παρατήρησε από το καθρεφτάκι του οχήματος της ότι ένα όχημα που ήταν πίσω από το δικό της αναβόσβηνε τα φώτα του. Θεώρησε ότι ήταν ο πρώην φίλος της και συνέχισε την πορεία της στρίβοντας από τα φώτα τροχαίας προς τα δεξιά με κατεύθυνση προς Χλώρακα. Το όχημα που βρισκόταν πίσω της εισήλθε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και προσέγγισε από το πλάι το δικό της όχημα. Τότε, αναγνώρισε την Κατηγορούμενη ως την οδηγό του οχήματος. Η Κατηγορούμενη άρχισε να ηχεί την σειρήνα του οχήματος της και να κάμνει χειρονομίες προς την Παραπονούμενη. Η Κατηγορούμενη ενώ βρισκόταν με το όχημα της δίπλα από το όχημα της Παραπονούμενης, έστριψε προς τα αριστερά, δηλαδή προς το μέρος της Παραπονούμενης για να χτυπήσει το όχημα της, αλλά η Παραπονούμενη πρόλαβε και ελάττωσε ταχύτητα. Η Κατηγορούμενη συνέχισε να ακολουθεί το όχημα της Παραπονούμενης, να αναβοσβήνει τα φώτα και να ηχεί την σειρήνα του οχήματος της. Σε κάποιο σημείο του δρόμου εισήλθε ξανά στην δεξιά λωρίδα και επιχείρησε να χτυπήσει το όχημα της Κατηγορούμενης στρίβοντας το τιμόνι του οχήματος της προς το όχημα της Παραπονούμενης. Η τελευταία πρόλαβε και πάλι να ελαττώσει ταχύτητα και έτσι απέφυγε την σύγκρουση. Ακολούθως, η Παραπονούμενη έβαλε όπισθεν και το ίδιο έπραξε και η Κατηγορούμενη προσπαθώντας εκ νέου να χτυπήσει το όχημα της Παραπονούμενης. Στη συνέχεια η Κατηγορούμενη εισήλθε σε μια πάροδο στα δεξιά και το πίσω μέρος του οχήματος της ήταν στραμμένο προς το όχημα της Παραπονούμενης. Η Παραπονούμενη ξεκίνησε για να αποφύγει την Κατηγορούμενη και η τελευταία έβαλε όπισθεν για να χτυπήσει το όχημα της Παραπονούμενης, η οποία όμως ανέπτυξε ταχύτητα, ξέφυγε της Κατηγορούμενης και σταμάτησε σε κάποιο σημείο για να μην την εντοπίσει η Κατηγορούμενη. Η Παραπονούμενη κατά την διάρκεια του περιστατικού επικοινώνησε τηλεφωνικά με την Αστυνομία και συγκεκριμένα με το Τμήμα Μικροπαραβάσεων, εξηγώντας τους που βρίσκεται προκειμένου να την εντοπίσουν. Όταν κατάφερε να ξεφύγει της Κατηγορούμενης, ειδοποίησε την αστυνομία και κατευθύνθηκε στον αστυνομικό σταθμό. Το όχημα που οδηγούσε η Κατηγορούμενη ήταν ένα άσπρο Mercedes με αρ. εγγραφής ΧΑ93, στο τέλος όμως υπήρχε ακόμη ένας αριθμός τον οποίο δεν γνώριζε η Παραπονούμενη. Κατά την προφορική της μαρτυρία η Παραπονούμενη αναγνώρισε στο πρόσωπο της Κατηγορούμενης την οδηγό του πιο πάνω αναφερόμενου οχήματος. Αντεξεταζόμενη ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι κατά την περίοδο του επίδικου περιστατικού δεν μιλούσε με την Κατηγορούμενη, λόγω μίας μικροπαρεξήγησης που είχαν σε σχέση με χρήματα που έδωσε στην Κατηγορούμενη. Συγκεκριμένα, η Κατηγορούμενη είχε ζητήσει χρήματα από την Παραπονούμενη. Η Παραπονούμενη έδωσε τα εν λόγω χρήματα στην Κατηγορούμενη, στην συνέχεια όμως ανακάλυψε ότι τα χρήματα η Κατηγορούμενη τα ήθελε για άλλο σκοπό από αυτόν που της είχε αναφέρει. Η Παραπονούμενη το ανέφερε στον αδελφό της Κατηγορούμενης, ονόματι Ιάκωβος, με τον οποίο διατηρούσε σχέσεις (στο εξής θα καλείται ως ο «Ιάκωβος») και ο Ιάκωβος μάλωσε με την Κατηγορούμενη. Λόγω αυτού του συμβάντος η Κατηγορούμενη «άρχισε μια κόντρα» εναντίον της όπως χαρακτηριστικά είπε. Αναφορικά με τον Ιάκωβο, η Παραπονούμενη είπε ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν διατηρούσε σχέση μαζί του, ωστόσο μιλούσαν και είχε επαφή μαζί του διότι ήταν έγκυος με το παιδί του. Σε σχετικές ερωτήσεις της ευπαίδευτης συνηγόρου της Κατηγορούμενης, η Παραπονούμενη απάντησε ότι η σχέση της με τον Ιάκωβο δεν ήταν καλή, μάλωναν, διότι ο Ιάκωβος είχε προβλήματα με ναρκωτικά και με το ποτό. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει πόσο καιρό πριν το επίδικο περιστατικό είχε χωρίσει με τον Ιάκωβο λέγοντας χαρακτηριστικά « .μία ήμασταν και μία δεν ήμασταν, δεν μπορώ να πω ακριβώς.» Διευκρίνισε ωστόσο ότι κατά τον εν λόγω χρόνο δεν ήταν μαλωμένη με τον Ιάκωβο αλλά μιλούσαν. Η Παραπονούμενη αρνήθηκε υποβολή της κας. Λεμονάρη ότι ο λόγος που χώρισε με τον Ιάκωβο ήταν διότι η ίδια αντιμετώπιζε σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα. Η Παραπονούμενη αρνήθηκε ότι η Κατηγορούμενη λίγο πριν το επίδικο περιστατικό έμαθε πως διατηρούσε δεσμό με άλλο πρόσωπο. Υποστήριξε μάλιστα ότι ήταν συνεχώς με τον Ιάκωβο και έμενε σπίτι του. Επίσης, σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι δεν θυμόταν αν η Κατηγορούμενη ανέφερε κάτι τέτοιο στον Ιάκωβο. Περαιτέρω, αρνήθηκε υποβολή ότι ο λόγος που είχε διαφωνίες με την Κατηγορούμενη ήταν διότι η τελευταία ανέφερε στον Ιάκωβο ότι η Παραπονούμενη διατηρούσε σχέσεις και με άλλο πρόσωπο. Αρνήθηκε επίσης η Παραπονούμενη ότι το πιο πάνω γεγονός ήταν η αιτία του χωρισμού της με τον Ιάκωβο και είπε ότι χώρισε με τον Ιάκωβο μετά που «έχασε» το μωρό το οποίο το έχασε όταν ήταν σχεδόν τριών μηνών. Στην υπόδειξη της κας. Λεμονάρη ότι προηγουμένως είχε αναφέρει ότι κατά το επίδικο περιστατικό ήταν χωρισμένη με τον Ιάκωβο αλλά μιλούσε μαζί του λόγω της εγκυμοσύνης, η Παραπονούμενη απάντησε ότι χώρισε με τον Ιάκωβο λόγω του πατέρα της. Ωστόσο λόγω της εγκυμοσύνης ήθελε να μιλά μαζί του. Σε διευκρινιστική ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Κατηγορούμενης, συμφώνησε ότι κατά το επίδικο περιστατικό είχε χωρίσει με τον Ιάκωβο αλλά είχαν επαφή. Η Παραπονούμενη παραδέχθηκε ότι στο παρελθόν πριν την εγκυμοσύνη της είχε κάνει απόπειρα αυτοκτονίας, διότι ο πατέρας της ήθελε να χωρίσουν με τον Ιάκωβο και αρνήθηκε ότι παρακολουθείτο για αρκετό καιρό από ιατρό λόγω σοβαρών ψυχολογικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε. Επίσης, η Παραπονούμενη αρνήθηκε ότι παρενοχλούσε την Κατηγορούμενη μέσω τηλεφώνου και ανέφερε ότι η Κατηγορούμενη έστελλε απειλητικά μηνύματα στην μητέρα της και υπάρχει σχετική υπόθεση στο Δικαστήριο. Σε σχετική υποβολή της κας. Λεμονάρη η Παραπονούμενη είπε ότι η Αστυνομία πήρε τηλέφωνο τόσο την ίδια όσο και την Κατηγορούμενη για να τους μεταφέρει τα εκατέρωθεν παράπονα για ενοχλητικά τηλεφωνήματα, στην συνέχεια όμως διαφοροποιήθηκε και είπε ότι δεν θυμάται να την πήρε η Αστυνομία τηλέφωνο για να της μεταφέρει παράπονο της Κατηγορούμενης. Όταν δε της υποδείχθηκε η πιο πάνω διαφοροποίηση, η Παραπονούμενη είπε ότι η Αστυνομία πήρε και τις δύο τηλέφωνο (ενν. την ίδια και την Κατηγορούμενη) για να βρεθούν, αλλά η ίδια αρνήθηκε να συναντηθεί με την Κατηγορούμενη. Σε σχέση με το επίδικο περιστατικό, η Παραπονούμενη είπε ότι όταν επικοινώνησε με την Αστυνομία με το κινητό της τηλέφωνο, ανέφερε στον αστυφύλακα ότι την καταδίωκε η Κατηγορούμενη, τις έκοβε τον δρόμο, ηχούσε την σειρήνα του οχήματος της και ζητούσε την βοήθειά του για να στείλει περιπολικό να την εντοπίσει. Το περιπολικό δεν την εντόπισε και η ίδια πήγε στην Αστυνομία όπου όταν τους ανέφερε το περιστατικό της είπαν να αναμένει για να έρθει ο αστυφύλακας με τον οποίο μίλησε. Ανέμενε για λίγο, οπότε ήρθε ο αστυφύλακας Η. Ηλία (ΜΚ4) ο οποίος της συστήθηκε και της είπε ότι είναι μαζί του που μιλούσε στο τηλέφωνο. Ακολούθως ανέφερε του ΜΚ4 τι συνέβηκε και ο τελευταίος την παρέπεμψε στην τροχαία λέγοντας της ότι η υπόθεση αφορά τροχαία αδικήματα. Η Παραπονούμενη είπε ότι μιλούσε με τον ΜΚ4 στο τηλέφωνο για 5-6 λεπτά από την στιγμή που διαπίστωσε ότι η Κατηγορούμενη οδηγούσε το όχημα που την καταδίωκε. Όταν μιλούσε με τον ΜΚ4, επειδή η κάρτα της δεν είχε άλλες μονάδες του έδωσε τον αριθμό του τηλεφώνου της και του ανέφερε που βρισκόταν. Ο ΜΚ4 την πήρε πίσω τηλέφωνο, του διευκρίνισε ότι βρίσκεται στη Χλώρακα, στην εκκλησία, σε ένα σημείο που ο δρόμος ήταν κλειστός και ο ΜΚ4 της είπε ότι θα ερχόταν για να την εντοπίσει. Το περιπολικό ωστόσο δεν την βρήκε, η ίδια στο μεσοδιάστημα κατάφερε να ξεφύγει από την καταδίωξη της Κατηγορούμενης, κρύφτηκε για λίγο κάπου και στη συνέχεια πορεύθηκε προς τον αστυνομικό σταθμό. Στην ερώτηση της κας. Λεμονάρη γιατί δεν ειδοποίησε την Αστυνομία ότι κατάφερε να ξεφύγει της Κατηγορούμενης, η Παραπονούμενη απάντησε ότι δεν είχε μονάδες στο κινητό τηλέφωνο της. Όταν της υποδείχθηκε όμως ότι στην κατάθεση της (Τεκμήριο 5) δήλωσε ότι ειδοποίησε την Αστυνομία και μετά κατευθύνθηκε στον αστυνομικό σταθμό, η Παραπονούμενη είπε ότι είχε στην κάρτα του κινητού της 2-3 σεντ και ειδοποίησε την αστυνομία, δεν ξέρει όμως αν την άκουσαν ή αν έκλεισε η γραμμή και για τον λόγο αυτό πήγε απευθείας στον σταθμό. Τέλος, η Κατηγορούμενη αρνήθηκε υποβολή της κας. Λεμονάρη ότι προέβη εκδικητικά στην καταγγελία εις βάρος της Κατηγορούμενης γιατί την θεωρεί υπεύθυνη για τον χωρισμό της από τον Ιάκωβο. Από την γενικότερη παρουσία της Παραπονούμενης στο εδώλιο του μάρτυρα και από το περιεχόμενο των απαντήσεων της, θεωρώ ότι δεν μπορώ να βασιστώ στην μαρτυρία της και να εξάξω συμπεράσματα σε σχέση με το τι συνέβη το βράδυ της 19.7.
- Η μαρτυρία της, την οποία παρέθεσα περιληπτικά πιο πάνω, χαρακτηρίζεται από σύγχυση και από αρκετές διφορούμενες ή αντικρουόμενες απαντήσεις. Χαρακτηριστικά αναφέρω το ζήτημα της σχέσης της με τον Ιάκωβο. Η Παραπονούμενη αρχικά ισχυρίστηκε ότι κατά το επίδικο περιστατικό δεν διατηρούσε σχέσεις μαζί του, όμως είχαν επαφή διότι ήταν έγκυος. Στη συνέχεια το αναίρεσε και συγκεκριμένα όταν αρνήθηκε την υποβολή ότι ο λόγος για τον χωρισμό της με τον Ιάκωβο ήταν η ενέργεια της Κατηγορούμενης να του αναφέρει ότι διατηρούσε σχέσεις με άλλο πρόσωπο. Η Παραπονούμενη υποστήριξε μάλιστα ότι χώρισε με τον Ιάκωβο όταν «έχασε» το παιδί που κυοφορούσε. Εδώ σημειώνω ότι σε άλλο σημείο της αντεξέτασης της δήλωσε ξεκάθαρα ότι κατά τον χρόνο του επίδικου περιστατικού ήταν έγκυος. Ακολούθως και πάλι δήλωσε ότι κατά τον χρόνο του επίδικου περιστατικού δεν διατηρούσαν δεσμό. Είναι φανερή η σύγχυση στην οποία τελούσε η Παραπονούμενη, αφού οι εκδοχές που παρουσίασε συγκρούονται μεταξύ τους. Επίσης, όσον αφορά το τηλεφώνημα που ισχυρίζεται ότι έκανε στην αστυνομία όταν κατάφερε να ξεφύγει της Κατηγορούμενης, η Παραπονούμενη παρουσίασε τρεις διαφορετικές εκδοχές. Στην μεν κατάθεση της (Τεκμήριο 5) δήλωσε ότι ειδοποίησε το περιπολικό και πορεύθηκε στον αστυνομικό σταθμό. Κατά την αντεξέταση της όμως, αρχικά είπε ότι δεν ειδοποίησε διότι δεν είχε μονάδες στην κάρτα του κινητού της και όταν της υποδείχθηκε η εν λόγω αντίφαση είπε ότι τελικά τηλεφώνησε καθώς είχε 2-3 σεντ αλλά δεν ξέρει αν πρόλαβαν να την ακούσουν στην αστυνομία όταν τους ενημέρωνε σχετικά. Σημειώνω ότι ο ΜΚ4, όταν ερωτήθηκε σχετικά κατά την αντεξέταση του, δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει ότι η Παραπονούμενη επικοινώνησε ξανά με την αστυνομία. Αντιθέτως, ανέφερε ότι όταν βρισκόταν στον χώρο που του υπέδειξε η Κατηγορούμενη, προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί της τηλεφωνικώς, χωρίς όμως να τα καταφέρει. Επιπρόσθετα, σημειώνω ότι παραμένει αναπάντητο το ζήτημα με την μητέρα της Παραπονούμενης, η οποία, σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ2, συνόδευε την Παραπονούμενη όταν η τελευταία προσήλθε στην Τροχαία για να υποβάλει παράπονο. Η Παραπονούμενη δεν αναφέρει οπουδήποτε στην μαρτυρία της ότι η μητέρα της ήταν μαζί της στο όχημα της κατά το επίδικο περιστατικό, ούτε και αναφέρει ότι ειδοποίησε μετά από αυτό την μητέρα της για να είναι παρούσα στην Τροχαία. Αντιθέτως, η Παραπονούμενη είπε ότι μετά που ξέφυγε της Κατηγορούμενης και ανέμενε για λίγο το περιπολικό, κατευθύνθηκε στον αστυνομικό σταθμό. Επομένως, πως βρέθηκε η μητέρα της στην Τροχαία; Αν από την άλλη ήταν μαζί της στο όχημα κατά το επίδικο περιστατικό, γιατί αυτό δεν δηλώθηκε από την Παραπονούμενη και γιατί δεν κατέθεσε και η μητέρα της; Περαιτέρω, προκαλούνται ερωτηματικά σε σχέση με την χρήση του κινητού τηλεφώνου από την Παραπονούμενη. Όπως προκύπτει από την μαρτυρία της Παραπονούμενης και των ΜΚ1 και 2, η Παραπονούμενη κατηγορήθηκε μεταξύ άλλων και για το αδίκημα της χρήσης κινητού τηλεφώνου. Στην μαρτυρία της παρατηρώ ότι δεν ισχυρίστηκε ότι τα χέρια της ήταν ελεύθερα είτε με την χρήση συσκευής hands free, είτε με την χρησιμοποίηση άλλων συστημάτων που πιθανόν να διέθετε το όχημα της και να της επέτρεπαν να έχει ελεύθερα τα χέρια της κατά την οδήγηση. Δημιουργείται δηλαδή εύλογα το ερώτημα, πως η Παραπονούμενη μπορούσε να χρησιμοποιεί το κινητό της τηλέφωνο με τα χέρια για 5-6 λεπτά και να μιλά με την αστυνομία και την ίδια ώρα να προσπαθεί να αποφύγει την Κατηγορούμενη η οποία την καταδίωκε και προσπαθούσε να χτυπήσει το όχημα της με τον τρόπο που περιέγραψε η Παραπονούμενη. Όλα τα πιο πάνω σωρευτικά ιδωμένα δημιουργούν ερωτήματα και ρήγμα στην μαρτυρία της, σε τέτοιο βαθμό που να κλονίζεται η αξιοπιστία της. Κατά συνέπεια, δεν μπορώ να αποδεχθώ την μαρτυρία της Παραπονούμενης. Η Κατηγορούμενη επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση αναφέροντας τα ακόλουθα: «Δηλώνω αθώα. Η Παραπονούμενη έχει δράσει καθαρά εκδικητικά εναντίον μου και το περιστατικό αυτό είναι εντελώς αναληθές.» Η ανώμοτη δήλωση έχει κάποια αξία, η οποία πρέπει να εξεταστεί και αξιολογηθεί μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας. Ασφαλώς η αξία της δεν είναι τέτοια που να ισοδυναμεί με μαρτυρία, υπό την έννοια ότι δεν μπορεί να αντικρούσει μία ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη (βλ. Ιωάννου v. Δημοκρατία
(2001)2 Α.Α.Δ 195). Στην υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 22 αναφέρθηκαν επίσης τα ακόλουθα σχετικά: «Υπενθυμίζουμε ότι στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι (συμπεριλαμβανομένου και του εφεσείοντα) αφού κλήθηκαν σε απολογία επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτη δήλωση και να μην προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία, κάτι βέβαια που ήταν απόλυτο δικαίωμα τους. Σε τέτοια περίπτωση, ενόψει και του τεκμηρίου αθωώτητας ενός κατηγορουμένου και της υποχρέωσης της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αυτό που εξετάζεται είναι (α) αν η μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή είναι αξιόπιστη και (β) αν ναι, κατά πόσο είναι ικανοποιητική για να αποδείξει τις κατηγορίες. Το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος δεν έδωσε ο ίδιος ένορκη κατάθεση ή ότι δεν παρουσίασε μάρτυρες, δεν πρέπει να θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.» Υπό τις περιστάσεις, θεωρώ ότι δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στην ανώμοτη δήλωση της Κατηγορούμενης, η οποία ουσιαστικά περιορίστηκε στο να δηλώσει ότι είναι αθώα. Όπως αναφέρεται και στο απόσπασμα από την υπόθεση Θεοχάρους που παρέθεσα πιο πάνω, το τεκμήριο αθωότητας και η υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση της είναι δεδομένα. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Τις πρώτες πρωινές ώρες της 19.7.11, ο Αστ. 2527 Η. Ηλία (ΜΚ4) ενώ εκτελούσε την υπηρεσία του στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου δέχθηκε τηλεφώνημα από την Παραπονούμενη η οποία του ανέφερε ότι την καταδίωκε με το όχημα της η Κατηγορούμενη και ζήτησε την βοήθεια της Αστυνομίας. Ο ΜΚ4, αφού πληροφορήθηκε από την Παραπονούμενη για το μέρος που βρισκόταν, ειδοποίησε το γραφείο που χειρίζεται τα περίπολα προκειμένου σε περίπτωση που υπήρχε περίπολο πλησίον του χώρου που βρισκόταν η Παραπονούμενη να σπεύσει προς εντοπισμό και βοήθεια της. Ταυτόχρονα αναχώρησε και ο ίδιος με περιπολικό προς το σημείο που του ανέφερε η Παραπονούμενη. Ο ΜΚ4 δεν εντόπισε την Παραπονούμενη και επιστρέφοντας στον αστυνομικό σταθμό βρήκε την Παραπονούμενη η οποία στο μεταξύ είχε καταφθάσει εκεί. Ζήτησε από την Παραπονούμενη να τον πληροφορήσει για το τι συνέβη και στη συνέχεια την παρέπεμψε στην τροχαία, διότι, κατά την κρίση του, τα αδικήματα που προέκυπταν αφορούσαν την τροχαία. Στην τροχαία έλαβε ανοιχτή κατάθεση από την Παραπονούμενη ο επί καθήκοντι Αστ. 3139 Γ. Αντωνίου (ΜΚ2), ο οποίος στη συνέχεια παρέδωσε τον φάκελο της υπόθεσης στην εξεταστή της υπόθεσης Γ/Αστ. Η. Ηρακλέους (ΜΚ1). Η Παραπονούμενη όταν προσήλθε στην τροχαία συνοδευόταν από την μητέρα της. Νομική Πτυχή Το άρθρο 7
(1)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου, Ν.86/72, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «7.-
(1)Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινός οδού αλογίστως, απερισκέπτως ή επικινδύνως διά το κοινόν, λαμβανομένων υπ' όψιν πασών των περιστάσεων, ιδία δε της φύσεως, της καταστάσεως και της χρήσεως της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας, ήτις πραγματικώς υπάρχει κατά τον δεδομένον χρόνον ή ήτις ευλόγως θα ανεμένετο να υπάρχη κατά τον εν λόγω χρόνον επί της οδού ταύτης, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον τα δύο έτη ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1500 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Το τι συνιστά επικίνδυνη οδήγηση έχει απασχολήσει την νομολογία μας και έχει ειπωθεί ότι η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 115). Συγκεκριμένα, όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση, στη μία περίπτωση αναζητείται κατά πόσο το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από τον μέσο συνετό οδηγό, ενώ στην άλλη περίπτωση κατά πόσο η συγκεκριμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Η δε απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται επιπρόσθετα απόδειξη ότι την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Όπως αναφέρθηκε στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18, απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού, ο οποίος έστω και στιγμιαία πέφτει κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού (βλ. R. v. Gosney
(1971)55 Crim. App. R. 502, Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 223). Η δε λέξη «επικίνδυνος» στη συνήθη της γραμματική έννοια σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους. Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι ( Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, δηλαδή την μαρτυρία που έχω κρίνει ως αποδεκτή, την νομική πτυχή, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη. Από την στιγμή που κρίθηκε ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχθεί την μαρτυρία της Παραπονούμενης, τότε μοιραία και η κατηγορία οδηγείται σε απόρριψη καθώς δεν έχω ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Όσα οι ΜΚ1,2 και 4 ανέφεραν σε σχέση με το επίδικο περιστατικό συνιστούν εξ ακοής μαρτυρία και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, αφ' ης στιγμής η μαρτυρία του προσώπου που προέβη στην αρχική δήλωση, ήτοι της Κατηγορούμενης, απορρίφθηκε. Κατά συνέπεια και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το αδίκημα που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη. Η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο