← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΒΙΚΤΩΡΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 1990/2011, 22/8/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΒΙΚΤΩΡΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 1990/2011, 22/8/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B152 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1990/2011 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΒΙΚΤΩΡΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 22.08.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (ο κ. Σ. Συμεού για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο: κος Κ. Κωνσταντίνου (η κα Α. Κωνσταντίνου για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία επίθεσης που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 15.05.10 στην οδό Ιωάννη Αγρότη 11 στην Πάφο επιτέθηκε εναντίον του Θεόδωρου Παύλου προκαλώντας του πραγματική σωματική βλάβη. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 5 μάρτυρες και συγκεκριμένα τον αστυφύλακα 4050 Δημήτρη Αρσιώτη (ΜΚ1), τον Θεόδωρο Παύλου (ΜΚ2), τον Φίλιππο Αντωνιάδη (ΜΚ3), τον Δρ. Μανώλη Γεωργίου (ΜΚ4) και τον Δήμο Ιακώβου (ΜΚ5). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον τoυ κατηγορουμένου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ένορκη κατάθεση καλώντας παράλληλα δύο μάρτυρες υπεράσπισης και συγκεκριμένα τον Νικόλα Λιασσίδη (ΜΥ1) και τον αστυφύλακα 2140 Βάσο Αιμιλίου (MY2). Επιπλέον, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης προσκομίστηκαν 8 τεκμήρια. Παράλληλα, τα μέρη παρουσίασαν ως παραδεκτό γεγονός ότι το Τεκμήριο 4 που είναι η γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 15.05.10 που ο παραπονούμενος έδωσε στην αστυνομία μεταξύ των ωρών 14:10 και 14:35 λήφθηκε από τον αστυφύλακα 2140 Βάσο Αιμιλίου (MY2) στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου. Το εν λόγω παραδεχτό γεγονός εγκρίθηκε από το Δικαστήριο και αποτελεί αυτόματα μέρος των ευρημάτων του. Ο ΜΚ1 ήταν ο αστυνομικός εξεταστής της παρούσας υπόθεσης και ως μέρος της κυρίως εξέτασης του προσκόμισε γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 17.05.10 που παρουσίασε σαν Τεκμήριο 1, μέσα από την οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι στις 15.05.10 και περί ώρα 05:00 ενώ ήταν υπηρεσία έλαβε πληροφορία από το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου ότι εκεί μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο όχημα ένα κτυπημένο όχημα. Ο εν λόγω μάρτυρας μετέβηκε εκεί και όταν εντόπισε τον τραυματία αυτός του είπε ότι ονομάζεται Θεόδωρος Παύλου και ότι είχε πέσει από τραπέζι του club 'Boutique' όπου διασκέδαζε, πράγμα που επιβεβαίωσαν οι Φίλιππος Αντωνιάδης και Δήμος Ιακώβου που ήταν μαζί με τον Παύλου στο club καθώς και ο ιδιοκτήτης αυτού, κατηγορούμενος στην υπόθεση αυτή, οι οποίοι τον συνόδευσαν στο νοσοκομείο. Ωστόσο αργότερα τα πιο πάνω άτομα προέβαλαν διαφορετικό λόγο σε σχέση με τον τραυματισμό του Παύλου λέγοντας ότι είχε πέσει από το πεζοδρόμιο. Η υπόθεση ακολούθησε πορεία διερεύνησης, ως αποτέλεσμα της οποίας ο ΜΚ1 στις 17.05.10 συνέλαβε τον κατηγορούμενο δυνάμει σχετικού εντάλματος σύλληψης καθώς και έλαβε από αυτόν ανακριτική κατάθεση στη συνέχεια, μέσα από την οποία αρνήθηκε ότι κτύπησε τον Παύλου αλλά ότι τον εντόπισε αναίσθητο μπροστά από το διπλανό κατάστημα 'ΚΑΛΥΠΣΩ' την ώρα που έφευγε από το club. Αργότερα της ίδιας ημέρας ο ΜΚ1 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για το αδίκημα του κατηγορητηρίου, ο οποίος απάντησε 'Δεν παραδέχομαι.' Η ανακριτική κατάθεση τoυ κατηγορουμένου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 ενώ το αστυνομικό έντυπο κατηγορίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  1. Στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης ελέγχθηκε το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης του πιο πάνω club, μέσα από ο οποίο δεν φαίνεται ο Παύλου να πέφτει από οποιονδήποτε τραπέζι. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας αυτός δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως τα δεδομένα άλλαξαν όταν την ίδια ημέρα ο Παύλου, ήτοι ο παραπονούμενος της υπόθεσης αυτής, μετέβηκε στην αστυνομία και υπέβαλε καταγγελία εναντίον του κατηγορουμένου δίδοντας κατάθεση, παρόλο ότι όταν ο εν λόγω μάρτυρας τον επισκέφτηκε στο νοσοκομείο είχε πει μέσα από κατάθεση που έδωσε στο χώρο εκείνο ότι έπεσε από το τραπέζι του club χωρίς όμως να τον είχε κτυπήσει κάποιος. Όπως ο ΜΚ1 σημείωσε, ο ίδιος μετέβηκε στις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου μεταξύ 05:10-05:
  2. Ερχόμενος στο επίδικο περιστατικό ο ΜΚ1 δήλωσε πως έλεγξε το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης του club, του οποίου η εξωτερική κάμερα καταγράφει την κίνηση της εισόδου του υποστατικού, το πεζοδρόμιο και το ήμισυ του δρόμου. Μέσα από την εξέταση της κάμερας, ο ΜΚ1 παρατήρησε ότι ο παραπονούμενος μαζί με άλλα δύο άτομα εξήλθαν του club και μετά πάροδο 10-15 λεπτά περίπου και συγκεκριμένα στις 04:50 πρόσεξε να εξέρχεται του club και ο κατηγορούμενος που δεν ήταν μόνος του. Στη συνέχεια τόσο ο παραπονούμενος όσο και ο κατηγορούμενος μαζί με τα άτομα που τα συνόδευαν μεταφέρθηκαν σε χώρο όπου δεν καλυπτόταν από την εξωτερική κάμερα. ΜΚ2 είναι ο παραπονούμενος της υπόθεσης αυτής, ο οποίος γνωρίζει μόνο εξ΄όψεως τον κατηγορούμενο. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του παρουσίασε γραπτή κατάθεση ημερομηνίας που έδωσε στην αστυνομία στις 15.05.10 και μεταξύ των ωρών 14:10-14:35, η οποία κατατέθηκε σαν Τεκμήριο
  3. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, ο παραπονούμενος στις 15.05.10 και περί ώρα 03:00 μετέβηκε μαζί με τους φίλου του Δήμο Ιακώβου και Φίλιππο Αντωνιάδη στη δισκοθήκη "Boutique" και ενώ διασκέδαζαν κατά λάθος έσπρωξε ένα ποτήρι που περιείχε ποτό και αυτό έσπασε στο πάτωμα, χωρίς όμως να υπάρχει άτομο κοντά για να τραυματιστεί. Τότε τον πλησίασε ο κατηγορούμενος, που είναι ένας από τους ιδιοκτήτες του club και με έντονο ύφος του ζήτησε εξηγήσεις. Όταν ο παραπονούμενος του είπε ότι επρόκειτο για ατύχημα αυτός τους ζήτησε να εγκαταλείψουν το μέρος, πράγμα που αυτοί έπραξαν χωρίς να αντιδράσουν. Ενώ βρίσκονταν έξω από το club τους πλησίασαν ο κατηγορούμενος μαζί με τον συνέταιρο του, Νικόλα Λιασίδη και σε κάποια στιγμή που συζητούσαν το περιστατικό με το ποτήρι ο κατηγορούμενος νευρίασε και τον κτύπησε στο πρόσωπο με την γροθιά του. Ο παραπονούμενος έχασε την ισορροπία του και έπεσε στο έδαφος ενώ ο κατηγορούμενος άρχισε να τον κλωτσά στα πλευρά αλλά και σε άλλα μέρη του σώματος του. Άλλοι παρευρισκόμενοι που ήταν στο μέρος επενέβησαν και απομάκρυναν τον κατηγορούμενο. Ύστερα ο παραπονούμενος με τη βοήθεια των φίλων του πήγε σπίτι του και επειδή γύρω στις 11:00 της ίδιας ημέρας που ξύπνησε αισθάνθηκε πόνο μετέβηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Στην κυρίως εξέταση της δια ζώσης μαρτυρία του ο παραπονούμενος ανάφερε ότι μετά τον ξυλοδαρμό δεν θυμόταν τίποτε περιλαμβανομένου και τη αρχικής κατάθεσης που έδωσε σε αστυνομικό την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 05:20-05:30 ενώ βρισκόταν στο νοσοκομείο και παρουσιάστηκε σαν Τεκμήριο
  4. Με βάση το περιεχόμενο της, ο παραπονούμενος κτύπησε όταν ενώ διασκέδαζε έχασε την ισορροπία του κα έπεσε από το τραπέζι στο έδαφος. Επανερχόμενος στη δια ζώσης μαρτυρία του, ο παραπονούμενος ανάφερε ότι από την επίθεση τραυματίστηκε και ότι για ένα περίπου μήνα αισθανόταν πόνο στη δεξιά πλευρά του ματιού του και ότι το σημείο εκείνο μαζί με το κεφάλι και τα χέρια του είχαν μώλωπες. Αντεξεταζόμενος ο παραπονούμενος δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως με το που έπεσε τυχαία το ποτήρι ο κατηγορούμενος τους προσέγγισε και τους ζήτησε με ευγενικό τρόπο να αποχωρήσουν από το club, πράγμα που έπραξαν εξίσου ευγενικά. Παράλληλα, διαφώνησε με το συνήγορο υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος ήλθε και του ζήτησε να φύγουν μετά που αυτός έριξε για δεύτερη φορά σκόπιμα και άλλο ποτήρι σε απόσταση 2 μέτρων από το τραπέζι τους. Σύμφωνα με τον ΜΚ2 αποχώρησαν από το club περί τις 04:30 και παρέμειναν μέχρι τις 05:00 έξω από το πιο πάνω περιστατικό και σε απόσταση περίπου 10 μέτρων από το υποστατικό συζητώντας μεταξύ τους σε ποιο μέρος να καταλήξουν για φαγητό. Εκείνη τη στιγμή τους προσέγγισε ο κατηγορούμενος. Χωρίς να θυμάται τι συζήτησαν του επιτέθηκε κτυπώντας τον με την γροθιά του στο μάτι με αποτέλεσμα να κλίνει προς τα πίσω και να πέσει στο έδαφος που ήταν άσφαλτος. Από το κτύπημα δημιουργήθηκε μώλωπας στο μάτι του παραπονούμενου. Ενόσω βρισκόταν στο έδαφος ο παραπονούμενος ο κατηγορούμενος τον κλώτσησε στο πίσω μέρος της κεφαλής του και συνέχισε να τον κτυπά τόσο στο σημείο εκείνο όσο και σε άλλα μέρη του σώματος του με τα χέρια αλλά και με τα πόδια του. Από εκείνο το σημείο και μετά ο κατηγορούμενος αιμόφυρτος, όπως είπε, έχασε την επικοινωνία με το περιβάλλον και δεν θυμάται τίποτε μέχρι που ξύπνησε η ώρα 11:00 και επειδή αισθανόταν δυνατούς πόνους ο πατέρας του τον μετέφερε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου για ένα βράδυ κρατήθηκε για νοσηλεία. Εκεί του είπε ότι κτυπήθηκε. Παρόλο ότι αναγνώρισε την υπογραφή του στο Τεκμήριο 5 και ότι αυτή ήταν δική του κατάθεση, εντούτοις ο ΜΚ2 δεν θυμάται οτιδήποτε σε σχέση με το θέμα αυτό. Ακολούθως για ένα μήνα ένιωθε πόνους στην κεφαλή και στην πλάτη του ενώ είχε και πονοκέφαλο. Για ένα μήνα δεν μπορούσε να εργαστεί. Περαιτέρω, ο παραπονούμενος είπε ότι συνεπεία του επιδίκου περιστατικού και των σωματικών βλαβών που υπέστηκε, ο ΜΚ1 διεκδικεί αποζημιώσεις από τον κατηγορούμενο μέσα από σχετική αγωγή που καταχώρησε στο Δικαστήριο. ΜΚ3 ήταν φίλος του παραπονούμενου και ένα από τα δύο άτομα που τον συνόδευσαν στο πιο πάνω club στις 15.05.10 και περί ώρα 03:00 όταν όλοι είχαν τελειώσει την εργασία τους. Μέρος της κυρίως εξέτασης του αποτελεί η γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία ημερομηνίας 15.05.10 που παρουσιάστηκε σαν Τεκμήριο 6, το περιεχόμενο της οποίας αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι προς το τέλος της βραδιάς ο παραπονούμενος πέταξε πάνω στο κέφι του ένα ποτήρι στο πάτωμα χωρίς να τραυματίσει οποιονδήποτε. Τότε ένας από τους φρουρούς ασφαλείας του κέντρου του ζήτησε να αποχωρήσουν, κάτι που έκαναν. Στη συνέχεια έξω από το club τους προσέγγισαν 3 άτομα, ένα από τα οποία ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος είχε λογομαχία με τον παραπονούμενο αναφορικά με το περιστατικό του ποτηριού, τον οποίο και γρονθοκόπησε στο πρόσωπο. Με βάση ακόμη το Τεκμήριο 6, ο κατηγορούμενος συνέχισε να κτυπά τον παραπονούμενο με κλωτσιές και γροθιές σε πολλά μέρη του σώματος του, παρόλο ότι ο τελευταίος σωριάστηκε στο έδαφος. Ο κατηγορούμενος σταμάτησε να κτυπά όταν αντιλήφθηκε ότι ο παραπονούμενος ήταν αιμόφυρτος. Ο ΜΚ3 μαζί με τον φίλο του κάλεσαν ασθενοφόρο, το οποίο μετέφερε τον παραπονούμενο στο νοσοκομείο παραλαμβάνοντας τον από το όχημα του κατηγορουμένου, ο οποίος στο μεταξύ ανησύχησε για την κατάσταση του παραπονούμενου. Ο τελευταίος αφού εξετάστηκε περί ώρα 06:30 της ίδιας ημέρας πήρε εξιτήριο και μεταφέρθηκε στην οικία του από τον ΜΚ3 και τον άλλο φίλο του. Στην κυρίως εξέταση της δια ζώσης μαρτυρίας του ο ΜΚ3 ανάφερε ότι αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος σοκαρίστηκε μόλις είδε αιμόφυρτο τον παραπονούμενο στο έδαφος από την αλλαγή που πρόσεξε ότι είχε το πρόσωπο του και την προσφορά του να μεταφέρει ο ίδιος με το όχημα του τον Παύλου στο νοσοκομείο. Όπως ο εν λόγω μάρτυρας είπε ήταν ο ίδιος που ειδοποίησε το ασθενοφόρο. Στο νοσοκομείο ο ίδιος, ο φίλος του και ο κατηγορούμενος περίμεναν έξω από το Τμήμα Πρώτων Βοηθειών. Σύμφωνα με τον μάρτυρα αυτό ο κατηγορούμενος φαινόταν ότι μετάνιωσε και τους παρακαλούσε να μην αναφέρουν τι έγινε. Ακόμη ζήτησε τη βοήθεια τους για να πειστεί ο Παύλου να πει ότι μόνος του είχε κτυπήσει προκειμένου να μην δυσχεραίνει την ήδη προβληματική οικογενειακή του θέση αλλά και να επηρεαστεί η σχέση του με το παιδί του. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως πάνω στο κέφι που διασκέδαζαν ο παραπονούμενος άρπαξε ένα γυάλινο ποτήρι και σκόπιμα το πέταξε για να το σπάσει σε κενό όμως χώρο. Αμέσως τους προσέγγισαν ο μπάρμαν και ένα άτομο της ασφάλειας του κέντρου που προφανώς τους είχε στείλει ο κατηγορούμενος και τους ζήτησαν να περάσουν έξω, πράγμα που έπραξαν χωρίς να διαμαρτυρηθούν επειδή αντιλήφθηκαν το λάθος. Η ώρα ήταν τότε 04:
  5. Ο μάρτυρας, ο παραπονούμενος και ο Ιακώβου περπατούσαν στη μέση του δρόμου συζητώντας το ενδεχόμενο να πάνε για φαγητό. Κατευθύνθηκαν προς το δεξιό πεζοδρόμιο που οδηγεί στη λέσχη 'Ευσέβεια'. Μετά πάροδο χρόνου εξήλθε του κέντρου ο μπάρμαν και μετά από 5-15 λεπτά εξήλθε και ο κατηγορούμενος. Ο ΜΚ3 μαζί με τον Ιακώβου προχώρησαν πιο μπροστά με σκοπό να προσεγγίσουν τα οχήματα τους έχοντας από τον παραπονούμενο που ήταν στο πεζοδρόμιο απόσταση 15-120 μέτρα. Ο μάρτυρας αυτός κατευθύνθηκε προς το όχημα του ενώ ο Ιακώβου ανάμενε τον παραπονούμενο να τελειώσει τη συζήτηση που στο μεταξύ είχε αρχίσει με τον κατηγορούμενο προφανώς για το προηγούμενο περιστατικό με το ποτήρι. Σε κάποια στιγμή ο εν λόγω μάρτυρας άκουσε φωνές και όταν έστρεψε το πρόσωπο του πρόσεξε τον κατηγορούμενο να κτυπά τον παραπονούμενο με γροθιές στο πρόσωπο και κλοτσιές κάπου στη μέση και αφού πρώτα κτύπησε σε μία επιγραφή έπεσε στο έδαφος. Από τα χείλη του παραπονούμενου έτρεχαν αίματα και ο ίδιος δεν φαινόταν να είχε τις αισθήσεις του. Ο κατηγορούμενος βοήθησε τον εν λόγω μάρτυρα να μεταφέρουν τον τραυματισμένο παραπονούμενο σε αυτοκίνητο. Την ώρα που ο παραπονούμενος βρισκόταν στο όχημα έχασε τις αισθήσεις του. Το ασθενοφόρο που κλήθηκε έφθασε μετά πάροδο 10 λεπτών και μετέφερε τον παραπονούμενο στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου μεταξύ των ωρών 04:30-04:
  6. Όταν ο παραπονούμενος πήρε εξιτήριο μεταφέρθηκε στην οικία του από τον Ιακώβου. Ο ΜΚ3 έφυγε από το νοσοκομείο με το δικό του όχημα. Περί η ώρα 13:00 της επόμενης ημέρας ο Ιακώβου τον πληροφόρησε ότι επειδή ο παραπονούμενος δεν αισθανόταν καλά μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Ο ίδιος τότε επισκέφτηκε για λίγη ώρα τον παραπονούμενο στο νοσοκομείο περί ώρα 13:
  7. ΜΚ4 ήταν ο επί καθήκον ιατρός που εξέτασε τον παραπονούμενο όταν στις 15.05.10 και περί ώρα 12:36μ.μ. μεταφέρθηκε στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών και Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Προς τούτο ετοίμασε σχετικό χειρόγραφο ιατρικό έντυπο, το οποίο και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  8. Ο παραπονούμενος παραπονιόταν για ζάλη και άλγος στην κεφαλή και στις δεξιές πλευρές μετά από αναφερόμενο ξυλοδαρμό του. Όπως ο εν λόγω ιατρός εξήγησε, μέσα από την κλινική εξέταση, ακτινολογικό και αιματολογικό έλεγχο, διαπιστώθηκε εκδορά (γρατζουνιά) στον αριστερό αγκώνα, άλγος (πόνος), εκχύμωση (μώλωπας-μεγέθυνσης του δέρματος λόγω υγρών) και οίδημα στα κάτω χείλη και οίδημα και εκχυμώσεις στο τριχωτό της κεφαλής. Με τα δεδομένα αυτά ο ΜΚ4 κατέληξε στο ιατρικό εύρημα ότι υπήρχε κάκωση κεφαλής και κάκωση πλευρών. Δεν εντοπίστηκε όμως κάταγμα κρανίου αλλά διαφάνηκε πιθανότητα κατάγματος 6ης και 7ης πλευράς. Η κράτηση και εισαγωγή του παραπονούμενου στο χειρουργείο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου κρίθηκε απαραίτητη. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ4 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως ο ίδιος κάλεσε τον επί καθήκον χειρούργο για να αποφασίσει κατά πόσο ο παραπονούμενος πρέπει να εισαχθεί στον χειρουργικό θάλαμο. Κατόπιν διευκρίνισης του Δικαστηρίου, ο εν λόγω μάρτυρας είπε ότι ο παραπονούμενος εξετάστηκε στην κλίμακα Γλασκώβης με ένδειξη 15 που σημαίνει άριστα, χωρίς όμως να σημαίνει ότι δεν υπέφερε. Το δεύτερο άτομο που συνόδευσε τον παραπονούμενο στο club κατέθεσε ως ΜΚ
  9. Μέρος της κυρίως εξέτασης του ήταν η γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 15.05.10 που έδωσε στην αστυνομία, η οποία παρουσιάστηκε σαν Τεκμήριο
  10. Το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του είναι παρόμοιο με αυτό της γραπτής κατάθεσης του ΜΚ3 (Τεκμήριο 6). Συμπληρωματικά αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος επιτέθηκε στον παραπονούμενο γρονθοκοπώντας τον στο πρόσωπο χωρίς να προκληθεί. Επίσης, σημειώνεται ότι όταν ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι είχε κτυπήσει άσχημα τον παραπονούμενο και τον είδε αιμόφυρτο σταμάτησε να τον χτυπά και μαζί με τους ΜΚ3 και ΜΚ5 τον μετέφεραν στο όχημα του για να μεταβούν στο νοσοκομείο Καθοδόν όμως συνάντησαν το ασθενοφόρο που είχε κληθεί, το οποίο τελικά μετέφερε τον παραπονούμενο στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Εκεί ο παραπονούμενος εξετάστηκε και περί ώρα 06:30 της ίδιας ημέρας απολύθηκε. Ο ΜΚ5 τον μετέφερε στην οικία του αλλά όταν μίλησε μαζί του περί ώρα 13:00 ο παραπονούμενος του ανάφερε ότι επέστρεψε στο νοσοκομείο επειδή ένιωσε φρικτούς πόνους. Στην κυρίως εξέταση της δια ζώσης μαρτυρίας του ο ΜΚ5 ανάφερε ότι ο ίδιος μαζί με τον παραπονούμενο και τον ΜΚ3 βρίσκονταν έξω από την προαναφερόμενη δισκοθήκη και συγκεκριμένα στο πάνω δεξιό μέρος της όταν ο κατηγορούμενος γρονθοκόπησε τον Παύλου. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ5 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως με τον κατηγορούμενο τους συνδέει στενή φιλική σχέση 10-12 ετών. Αναφερόμενος στο επίδικο περιστατικό είπε ότι άκουσε το θόρυβο του ποτηριού που έσπασε σε απόσταση 4-5 μέτρων από τα πλησιέστερα άτομα. Αμέσως ήλθε φρουρός ασφαλείας του κέντρου και τους ζήτησε να εγκαταλείψουν το κέντρο. Πράγματι σε 5 λεπτά περίπου εξήλθαν του κέντρου. Η ώρα ήταν 03:30 προς 04:
  11. Ενώ βρίσκονταν στην μπροστινή δεξιά πλευρά του κέντρου και προχωρούσαν προς το αυτοκίνητο με το οποίο όλοι μαζί είχαν έλθει στο κέντρο, τους πλησίασε ο κατηγορούμενος και άρχισε να συζητά με τον παραπονούμενο. Όπως ο μάρτυρας είπε, σε κάποια ανυποψίαστη στιγμή ο κατηγορούμενος απρόκλητα επιτέθηκε στον παραπονούμενο κλωτσώντας τον και γρονθοκοπώντας τον στο μάτι. Ο κατηγορούμενος ήταν εκτός εαυτού και επιτέθηκε εκ νέου στον παραπονούμενο κλωτσώντας τον στα πλευρά, στην κοιλιά και στο πρόσωπο. Ο παραπονούμενος παρέμεινε στο έδαφος αιμόφυρτος χωρίς να είναι σε θέση να επικοινωνεί με το περιβάλλον. Ο κατηγορούμενος τότε άρχισε να φωνάζει να κληθεί ασθενοφόρο, πράγμα που ο ΜΚ3 έπραξε. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος μαζί με τους ΜΚ3 και ΜΚ5 μετέφεραν τον παραπονούμενο στο όχημα του πρώτου και καθ' οδό συνάντησαν το ασθενοφόρο, το οποίο τελικά μετέφερε τον Παύλου στο νοσοκομείο. Οι δε ΜΚ3 και ΜΚ5 μετέβησαν στο νοσοκομείο μαζί με τον κατηγορούμενο και το όχημα του. Σύμφωνα με τον ΜΚ5, ο κατηγορούμενος τους παρακαλούσε να μην αποκαλύψουν τι ακριβώς έγινε στην αστυνομία αλλά να πουν ότι ο παραπονούμενος έπεσε μόνος του από τις σκάλες. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος με το όχημα του μετέφερε με το όχημα του τους ΜΚ3, ΜΚ5 και παραπονούμενο στο χώρο όπου ήταν σταθμευμένο το όχημα του ΜΚ5, οποίος μετέφερε τον παραπονούμενο στην οικία του. Στο δρόμο ο παραπονούμενος μπορούσε να περπατήσει, μπορούσε να εισέλθει, ομιλούσε αλλά φαινόταν κάπως ζαλισμένος. Μάλιστα ο παραπονούμενος ήταν αυτός που έδωσε τα κλειδιά της οικίας του στον ΜΚ5 για να ανοίξει την κύρια είσοδο της οικίας του. Σύμφωνα ακόμη με τον εν λόγω μάρτυρα, η ώρα 13:00 της ίδιας ημέρας του τηλεφώνησε ο παραπονούμενος και του είπε ότι επέστρεψε στο νοσοκομείο επειδή ζαλιζόταν. Ο ΜΚ5 τότε επισκέφτηκε τον παραπονούμενο στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου πρόσεξε ότι υπήρχαν μώλωπες στο μάτι του. Ο δε παραπονούμενος φαινόταν καταβεβλημένος. Όπως ο μάρτυρας δήλωσε, ο παραπονούμενος παρέμεινε κλινήρης στο νοσοκομείο για μία ημέρα ενώ επέστρεψε στην εργασία του μετά από ένα μήνα. Ο κατηγορούμενος μέσα από την ανακριτική κατάθεση του ημερομηνίας 17.05.10 (Τεκμήριο 2) αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι στις 15.05.10 την ώρα που τα φώτα είχαν ανάψει για να κλείσει τη λειτουργία του το επίδικο club ο παραπονούμενος έριξε δύο γυάλινα ποτήρια στο έδαφος ενώ υπήρχε κόσμος. Ο κατηγορούμενος έγνεψε στο παραπονούμενο υπονοώντας ότι έπρεπε να ντρεπόταν γι' αυτό που έκαμε και όταν ο τελευταίος ήλθε προς αυτόν του ζήτησε να αποχωρήσει από το μέρος. Ο παραπονούμενος αποχώρησε ήσυχα μαζί με δύο φίλους του. Περί ώρα 05:00 της ίδιας ημέρας ο κατηγορούμενος εξήλθε του κέντρου συνοδευόμενος από τον συνέταιρο του και τον διευθυντή του club. Τότε ήταν που πρόσεξε τον παραπονούμενο να είναι ξαπλωμένος στο έδαφος στην είσοδο του υποστατικού 'ΚΑΛΥΠΣΩ' και δίπλα του τους δύο φίλους του. Επειδή όταν ρώτησε τα δύο άτομα τι συνέβαινε με τον παραπονούμενο και δεν λάμβανε απάντηση, ο κατηγορούμενος ανησύχησε και ειδοποίησε το 199 για να έλθει στο μέρος ασθενοφόρο. Παράλληλα με δύο χαστούκια προσπάθησε να συνεφέρει τον παραπονούμενο και με την βοήθεια του συνέταιρου του αλλά και του διευθυντή του club τον τοποθέτησαν στο όχημα του για να τον μεταφέρει στο νοσοκομείο. Στο όχημα εισήλθαν εκτός από τον ίδιο και τον παραπονούμενο, οι δύο φίλοι του Παύλου. Κοντά στο χώρο του Δικαστηρίου συνάντησαν το ασθενοφόρο που ερχόταν και τοποθέτησαν τον παραπονούμενο στο ασθενοφόρο, το οποίο και τον μετέφερε στο νοσοκομείο. Σύμφωνα ακόμη με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2, ο ΜΚ3 ανάφερε στον κατηγορούμενο έξω από το νοσοκομείο ότι ο παραπονούμενος είχε πέσει από ένα πεζοδρόμιο και κτύπησε, πράγμα που του επιβεβαίωσε και ο παραπονούμενος αργότερα όταν τον μετέφερε μαζί με τους φίλους του με το όχημα του πίσω στο χώρο όπου είχα σταθμεύσει τα αυτοκίνητα τους. Στην κυρίως εξέταση της δια ζώσης μαρτυρίας του ο κατηγορούμενος ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι την επίδικη νύκτα στο προαναφερόμενο club ο παραπονούμενος έριξε 2 ποτήρια και συγκεκριμένα το ένα μετά το άλλο με αποτέλεσμα να ζητήσει από αυτόν και τους δύο φίλους που τον συνόδευαν να αποχωρήσουν από το κέντρο, κάτι που έπραξαν μεταξύ των ωρών 04:00-04:
  12. Σε σχέση με το τι επακολούθησε έξω από το κέντρο ο κατηγορούμενος επανέλαβε την εκδοχή του. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος απέρριψε τις θέσεις της κατηγορούσας αρχής και μέσα από τις απαντήσεις του αρνήθηκε ότι επιτέθηκε και κτύπησε τον παραπονούμενο. ΜΥ1 ήταν ο συνέταιρος του κατηγορουμένου στο επίδικο κέντρο αναψυχής. Στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι στις 15.05.10 περί ώρα 05:00 εξήλθε του club μαζί με τον κατηγορούμενο και τον διευθυντή του κέντρου εξήλθαν όταν πρόσεξε ένα άτομο που ήταν αιμόφυρτο και 2 άλλα άτομα να κάθονται στο πεζοδρόμιο. Ο κατηγορούμενος προσπάθησε να συνεφέρει το πρόσωπο που ήταν αιμόφυρτο. Ευθύς ο διευθυντής του κέντρου έφερε το όχημα του και τοποθέτησαν σ' αυτό το άτομο που ήταν αιμόφυρτο και μαζί με τους δύο φίλους του αναχώρησαν για το νοσοκομείο. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως εκτός από συνέταιρος είναι και φίλος με τον κατηγορούμενο, τον οποίο και γνωρίζει για 20 χρόνια. Αφού επανέλαβε αυτά που είπε στην κυρίως εξέταση του, ανάφερε ότι δεν υπέπεσε στην αντίληψη του θαμώνας να είχε σπάσει ποτήρι εντός του κέντρου και να του είχε ζητηθεί να εγκαταλείψει το χώρο. Τελευταίος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν ο αστυφύλακας 2140 Βάσος Αιμιλίου (ΜΥ2), ο οποίος στην κυρίως εξέταση του ήταν ο αστυνομικός που στις 15.05.10 έλαβε γραπτώς στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου την κατάθεση του παραπονούμενου σε σχέση με το παράπονο για ξυλοδαρμό του. Επισημαίνεται ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Συγκεκριμένα, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει αξιόπιστες τις μαρτυρίες τους κατηγορουμένου και των μαρτύρων υπεράσπισης αποδεχόμενος έτσι τις θέσεις της υπεράσπισης ενώ παράλληλα να κρίνει ως αναληθή τις μαρτυρίες του παραπονούμενου και όλων των μαρτύρων κατηγορίας απορρίπτοντας έτσι την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής. Είναι η θέση του κυρίου Κωνσταντίνου ότι τόσο ο παραπονούμενος όσο και οι άλλοι μάρτυρες κατηγορίας υπέπεσαν σε ουσιώδεις αντιφάσεις καταφεύγοντας σε ανακρίβειες και σε ψευδή γεγονότα. Στη βάση αυτών ο εν λόγω συνήγορος ευσεβάστως εισηγήθηκε όπως το Δικαστήριο αθωώσει τον κατηγορούμενο στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, η οποία ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι ο κάθε μάρτυρας κατηγορίας γεγονότων περίγραψε με τον δικό του τρόπο το περιστατικό που προσωπικά βίωσε. Είναι η θέση της κυρίας Παπαλαζάρου ότι οι όποιες αντιφάσεις δυνατό να εντοπίζονται στις μαρτυρίες τους δεν μολύνουν κατ' ανάγκη την αξιοπιστία τους επειδή αφορούν επουσιώδη ζητήματα. Κατά την γνώμη της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής οι μάρτυρες κατηγορίας θα πρέπει να κριθούν ειλικρινείς χωρίς οποιαδήποτε σκοπιμότητα ή πρόθεση να αποκρύψουν την αλήθεια. Είναι ακόμη η θέση της κυρίας Παπαλαζάρου ότι τόσο η κατάθεση του ιατρού που εξέτασε τον παραπονούμενο όσο και το σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό επιβεβαιώνουν την εκδοχή του. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο, η κυρία Παπαλαζάρου είπε ότι μοναδική έγνοια του μέσα από την κατάθεση της μαρτυρίας του κατασκευασμένης, την οποία χαρακτήρισε κατασκευασμένη, ήταν να αποσείσει την ευθύνη που φέρει για το περιστατικό. Ο δε ΜΥ1, κατά την άποψη της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, ήλθε στο Δικαστήριο απλά για να βοηθήσει τον κατηγορούμενο που είναι φίλος του εδώ και 20 χρόνια. Με βάση το σκεπτικό αυτό η κυρία Παπαλαζάρου ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κριθεί από το Δικαστήριο ένοχος στην κατηγορία του κατηγορητηρίου. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Επίσης, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Η δε αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εμπειρογνώμονα εδράζεται στις ίδιες αρχές με βάση τις οποίες αξιολογούνται οι μαρτυρίες των κοινών μαρτύρων (Ψάλτης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113) και Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)!Β Α.Α.Δ. 1077). Το Δικαστήριο μπορεί να δεχτεί μέρος της μαρτυρίας του ενός ή άλλου εμπειρογνώμονα και να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα (Πιττάλης v. Ianira Enterprises Ltd κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814). Βέβαια η συμπεριφορά ενός εμπειρογνώμονα μάρτυρα στο εδώλιο δεν έχει τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας του, παρόλο που παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης του (Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 746, Star Fiber Glass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 875 και Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441). Ο ρόλος του εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύει το Δικαστή με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του για να μπορέσει έτσι το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη εφαρμόζοντας αυτά τα κριτήρια πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (Νομικό Σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τάκης Ηλιάδης, 1994, σελίδες 138-146, Καούρης v. Δημητρίου
(2008)1Β Α.Α.Δ. 967 και Davie v. Edinburgh Magistrates
(1953)S.C. 34). Στο βαθμό και την έκταση που ο πραγματογνώμονας βασίζει τη γνώμη του σε γεγονότα που του έχουν γνωστοποιηθεί, τα γεγονότα αυτά πρέπει να αποδεικνύονται σύμφωνα με τους αποδεικτικούς κανόνες (Ττοουλιάς v. Δημοκρατία
(1989)2 Α.Α.Δ. 258, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1Β Α.Α.Δ. 746, Republic v. Chacholiades
(1980)2 C.L.R. 481 και Χαραλάμπους v. Σάββα
(1996)1Α Α.Α.Δ. 576). Η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα γίνεται αποδεκτή για να παρέχει το Δικαστήριο με επιστημονική μαρτυρία που μπορεί να μην βρίσκεται μέσα στις γνώσεις και εμπειρίες του Δικαστή (Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1). Η παρούσα υπόθεση είναι από αυτές που θα κριθεί με γνώμονα την αξιοπιστία των εμπλεκομένων ατόμων που πρωταγωνίστησαν στο επίδικο επεισόδιο, δηλαδή του παραπονούμενου και του κατηγορουμένου, αλλά και των άλλων ατόμων που τοποθετούνται στην σκηνή τη στιγμή του περιστατικού, υπό το φως βέβαια και της ιατρικής μαρτυρίας του Δρ. Μανώλη Γεωργίου (ΜΚ4). Είναι μέσα από την αξιοπιστία της μαρτυρίας αυτών των προσώπων επικουρούμενη από την όποια επιστημονική μαρτυρία γίνει αποδεκτή που θα καθοριστεί το πλαίσιο των επίδικων γεγονότων. Η νομολογία υποδεικνύει ότι η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Η ιατρική μαρτυρία αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ιδιαίτερα σε δίκη αναφορικά με τη διάπραξη αδικημάτων επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης (Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 Α.Α.Δ. 1003, Knell ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51 και Γεωργίου v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439). Το Δικαστήριο καλείται να κρίνει τις εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές των μερών αφού πρώτα αξιολογήσει την προσκομισθείσα μαρτυρία. Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Ο ΜΚ1 ήταν ο αστυνομικός εξεταστής της υπόθεσης. Η μαρτυρία του εστιάζεται στις διάφορες ενέργειες στις οποίες προέβηκε για τη διερεύνηση της υπόθεσης αυτής. Οι ενέργειες του αυτές ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν από τον κατηγορούμενο. Κάτω από αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα υπό την ιδιότητα του αστυνομικού εξεταστή της υπόθεσης, η οποία και περιστρέφεται γύρω από τις αναντίλεκτες ενέργειες που αυτός έλαβε στα πλαίσια διερεύνησης αυτής της υπόθεσης περιλαμβανομένου της γραπτής κατάθεσης του που είναι το Τεκμήριο 1 και αποτελεί μέρος της μαρτυρίας του στο Δικαστήριο. Ειδικότερα από την μαρτυρία του ΜΚ1 δέχομαι ότι ο εν λόγω μάρτυρας υπό την ιδιότητα του αστυνομικού εξεταστή και στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης αυτής προέβηκε, ανάμεσα σ' άλλα, στις πιο κάτω αδιαμφισβήτητες ενέργειες: (α) Στις 15.05.10 και περί ώρα 05:00 λήφθηκε στην αστυνομία πληροφορία από το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου ότι μεταφέρθηκε εκεί ένα κτυπημένο πρόσωπο με ασθενοφόρο όχημα. (β) Ο ΜΚ1 μαζί με τον συνάδελφο του, αστυφύλακα 3142 Πανίκο Ζωττή, μετέβηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών εντόπισαν τον παραπονούμενο, ο οποίος τους ανάφερε ότι κτύπησε πέφτοντας από το τραπέζι του club "Boutique" την ώρα που διασκέδαζε. (γ) Ο αστυφύλακας 3142 Πανίκος Ζωττής έλαβε από τον παραπονούμενο στο νοσοκομείο σχετική κατάθεση (Τεκμήριο 5). (δ) Στις 17.05.10 συνέλαβε τον κατηγορούμενο και αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμο αυτός απάντησε 'Για όνομα του Θεού'. (ε) Ακολούθως την ίδια ημέρα έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 2), ο οποίος προέβαλε τη δική του εκδοχή σχετικά με το επίδικο περιστατικό. (στ) Στη συνέχεια της ίδιας ημέρας κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο με την κατηγορία που σήμερα αντιμετωπίζει μέσα από το κατηγορητήριο της υπόθεσης αυτής (Τεκμήριο 3). (ζ) Αργότερα της ίδιας ημέρας μετέβηκε στο club "Boutique" που βρίσκεται στην οδό Ιωάννη Αγρότη 11 στην Πάφο και αφού έλεγξε το κλειστό σύστημα παρακολούθησης που το εν λόγω κέντρο διαθέτει διαπίστωσε ότι η κάμερα δεν έδειχνε το σημείο που διαδραματίστηκε το περιστατικό. (η) Παράλληλα, από το κλειστό σύστημα παρακολούθησης δεν πρόσεξε τον παραπονούμενο να πέφτει από οποιοδήποτε τραπέζι του πιο πάνω κέντρου. Ο ΜΚ3 έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ο εν λόγω μάρτυρας ήλθε και κατάθεσε ως αυτόπτης μάρτυρας με σεβασμό στην αλήθεια και δίχως πρόθεση είτε να αποκρύψει οτιδήποτε είτε να διογκώσει γεγονότα ή να υπερβάλει γι' αυτά. Ο ΜΚ3 απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν με θετικότητα, ευθύτητα και σαφήνεια. Η ειλικρίνεια που τον χαρακτήριζε ήταν διάχυτη μέσα από την συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα. Μέρος δε της μαρτυρίας του ενισχύεται από την ιατρική μαρτυρία και σχετικά επιστημονικά ευρήματα του ΜΚ
  1. Παρά την έντονη και πιεστική αντεξέταση στην οποία υπεβλήθηκε, εντούτοις δεν υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις που θα κλόνιζαν ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία του, η οποία παρέμεινε σε υψηλό επίπεδο μέχρι το τέλος. Ούτε το γεγονός ότι εργαζόταν στον ίδιο χώρο με τον παραπονούμενο επηρέασε την σχέση του με την αλήθεια. Αυτό φαίνεται από τον τρόπο και το ύφος που απαντούσε καθώς και από το περιεχόμενο των απαντήσεων του. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο ΜΚ3 ήταν ένα φιλαλήθη άτομο και μέσα από την κατάθεση του φωτίστηκαν τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν καθώς και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες επήλθε το επίδικο επεισόδιο. Μπορεί μέσα από την μαρτυρία του να εντοπίζονται κάποιες ανακρίβειες ή ακόμη και διαφοροποιήσεις σε τοποθετήσεις, πλην όμως δεν αφορούν ουσιώδη θέματα της υπόθεσης αλλά παρεμφερείς λεπτομέρειες και δευτερεύοντα ζητήματα χωρίς έτσι να κηλιδώνεται η ειλικρίνεια και η φιλαλήθεια του. Συγκεκριμένα, η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα γύρω από το πως ο ίδιος και οι υπόλοιποι μετέβησαν στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου και πως μετά αυτοί έφυγαν από εκεί είναι συγκεχυμένη και ασαφής. Χωρίς δεύτερη σκέψη η μαρτυρία αυτή αγνοείται. Είναι προφανές ότι η σύγχυση που δημιουργήθηκε οφείλεται στο μεγάλο χρονικό διάστημα των 4 ετών περίπου που διέρρευσε από την ημέρα του επιδίκου περιστατικού μέχρι την ημέρα της κατάθεσης του εν λόγω μάρτυρα στο Δικαστήριο. Βέβαια εξετάζοντας τις διαφορές αυτές υπό το πρίσμα της συνολικής μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα σε καμία περίπτωση αυτές από μόνες τους είναι ικανές στο να χαρακτηρίσουν το μάρτυρα αυτό αναξιόπιστο. Όσον αφορά την ενέργεια του μάρτυρα αυτού μαζί με τον ΜΚ5 να προτάξουν αρχικά διαφορετικούς λόγους για τον τραυματισμό του παραπονούμενου, είναι ατυχής και σίγουρα λανθασμένη και φαίνεται να αποδίδεται στην αρχική επιφύλαξη τους να αναμίξουν την αστυνομία στην υπόθεση αυτή. Ωστόσο δεν υπάρχουν οποιαδήποτε στοιχεία που θα με οδηγούσαν σε ασφαλές εύρημα ως προς το ποιο ήταν το κίνητρο τους για δεύτερες σκέψεις. Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ3 στο σύνολο της περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 6 ως αληθή και αξιόπιστη, με εξαίρεση βέβαια τις προαναφερόμενες ανακρίβειες. Ο ΜΚ4 έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Έδωσε σαφείς και επιστημονικά τεκμηριωμένες απαντήσεις στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν περιοριζόμενος πάντοτε στον τομέα της ειδικότητας του αλλά και στα γεγονότα που ο ίδιος βίωσε προσωπικά. Ολόκληρη η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη. Στη βάση αυτών, αποδέχομαι την μαρτυρία του στο βαθμό και την έκταση που ήταν διαφωτιστική για το Δικαστήριο. Μαζί με αυτά αποδέχομαι και το Τεκμήριο 7, το οποίο αποτελεί μέρος της μαρτυρίας του που δεν έχει αμφισβητηθεί από οποιοδήποτε μέρος. Συγκεκριμένα, ανάμεσα σ' άλλα, αποδέχομαι ότι την 15.05.10 και περί ώρα 12:36μ.μ. ο παραπονούμενος προσήλθε στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου λέγοντας ότι υπέστη ξυλοδαρμό του και αναφέροντας ότι αισθανόταν άλγος στην κεφαλή και στην δεξιά πλευρά. Κατόπιν κλινικής εξέτασης, ακτινολογικού ελέγχου, αιματολογικής εξέτασης και παρακλινικού ελέγχου, ο οποίος έδειξε επίδοση στην κλίμακα Γλασκώβης 15 στα 15, ο εν λόγω ιατρός μαζί με τον επί καθήκον χειρούργο διαπίστωσαν κάκωση πλευρών με πιθανότητα κατάγματος στην έκτη και έβδομη δεξιά πλευρά, εκδορά αριστερού αγκώνα, εκχύμωση κάτω χειλών καθώς επίσης οίδημα και εκχύμωση τριχωτού κεφαλής (κάκωση κεφαλής). Η κράτηση και εισαγωγή του παραπονούμενου στο χειρουργείο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου κρίθηκε απαραίτητη. Αυτό κατά την ταπεινή μου γνώμη δείχνει και τη σοβαρότητα της ιατρικής κατάστασης του παραπονούμενου, ανεξάρτητα αν τελικά ο τελευταίος επέλεξε να δώσει αμέσως μετά γραπτή κατάθεση στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου (Τεκμήριο 4). Σημειώνεται ακόμη η ιατρική θέση του ΜΚ4 ότι η πάροδος ωρών από ξυλοδαρμό δεν αποκλείει το ενδεχόμενο το θύμα, ως αποτέλεσμα της επίθεσης, να αισθανθεί άσχημα και έτσι να επιστρέψει στο νοσοκομείο. Ο ΜΚ5 σε γενικές γραμμές δημιούργησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ο εν λόγω μάρτυρας έδωσε αυθόρμητες απαντήσεις χωρίς υπεκφυγή. Από τη μια η φιλία του με τον παραπονούμενο για 10-12 χρόνια και από την άλλη το ότι είναι συγχωριανός με τον κατηγορούμενο του προσδίδει την ταυτότητα αμερόληπτου μάρτυρα. Η δε μαρτυρία του δεν είναι πανομοιότυπη ούτε με αυτή του παραπονούμενου ούτε με αυτή του κατηγορουμένου. Αντίθετα θα έλεγα ότι σε ορισμένα σημεία της αφήνει και τους δύο εκτεθειμένους. Μέρος αυτής ενισχύεται από την ιατρική μαρτυρία και σχετικά επιστημονικά ευρήματα του ΜΚ4 που εξέτασε τον παραπονούμενο. Παρά την έντονη και πιεστική αντεξέταση στην οποία υπεβλήθηκε, στα σημαντικά μέρη του επιδίκου επεισοδίου όπως το σημείο συνάντησης του κατηγορουμένου και του παραπονούμενου έξω από το club καθώς και το αποτέλεσμα αυτής η μαρτυρία του ευθυγραμμίζεται με αυτή άλλου αυτόπτη μάρτυρα και συγκεκριμένα του ΜΚ
  2. Είναι γεγονός ότι μερικές φορές ο μάρτυρας αυτός δεν θυμόταν να τοποθετηθεί με ακρίβεια, πράγμα που αποκάλυπτε ευθέως στο Δικαστήριο. Αυτό όμως δικαιολογείται από το χρονικό διάστημα των 4 ετών που διέρρευσε από την ημερομηνία που το επίδικο περιστατικό διαδραματίστηκε μέχρι την ημέρα της κατάθεσης της μαρτυρίας του στο Δικαστήριο. Η στάση του να μην απαντά όταν δεν θυμόταν δείχνει μάρτυρα με σοβαρότητα και ειλικρίνεια. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου ότι σε άλλες περιπτώσεις η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα δεν συμφωνούσε με αυτή του ΜΚ3 που επίσης βρισκόταν στη σκηνή του επιδίκου επεισοδίου τη δεδομένη χρονική στιγμή. Αυτό είναι φυσιολογικό και κατανοητό επειδή ο κάθε μάρτυρας καταθέτει με το δικό του τρόπο αντίληψης αλλά και με διαφορετικό βαθμό μνήμης. Παράλληλα, δείχνει απουσία προσχεδιασμού και προσυνεννόησης μεταξύ των αυτόπτων μαρτύρων. Εν πάσει περιπτώσει, πρόκειται για μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα, τα οποία δεν διαφοροποιούν την γενικά καλή εικόνα που ο μάρτυρας αυτός άφησε στο Δικαστήριο. Εξετάζοντας τις διαφορές αυτές υπό το πρίσμα της συνολικής μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα σε καμία περίπτωση αυτές από μόνες τους είναι ικανές στο να χαρακτηρίσουν το μάρτυρα αυτό αναξιόπιστο. Με εξαίρεση τις πιο κάτω διαφορές, αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ5 περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 8 ως αληθή και αξιόπιστη. (α) Η δήλωση του εν λόγω μάρτυρα ότι μετέβηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου στις 15.05.10 και ώρα 13:00 όπου και επισκέφτηκε τον παραπονούμενο, ο οποίος μετέβηκε εκ νέου εκεί, δεν φαίνεται να είναι ορθή δεδομένης της προγενέστερης δήλωσης του ότι η ώρα 13:00 δέχτηκε τηλεφώνημα από τον παραπονούμενο που τον πληροφόρησε ότι είχε επιστρέψει στο νοσοκομείο. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο ΜΚ5 επισκέφτηκε τον παραπονούμενο κατά την δεύτερη επίσκεψη του στο νοσοκομείο όχι όμως η ώρα 13:
  3. (β) Η τοποθέτηση του εν λόγω μάρτυρα ότι όταν επισκέφτηκε για δεύτερη φορά τον παραπονούμενο στο νοσοκομείο είχε μώλωπες στο μάτι δεν γίνεται αποδεκτή επειδή δεν επαληθεύεται από τον ιατρό που τον εξέτασε (ΜΚ4). Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν διαπιστώθηκαν σωματικές βλάβες στον παραπονούμενο, οι οποίες έχουν ανακοινωθεί στη δια ζώσης μαρτυρία του ΜΚ4 αλλά και καταγράφονται στο σχετικό ιατρικό έντυπο (Τεκμήριο 7) και συνάδουν με την υπόλοιπη μαρτυρία του ΜΚ5 και κυρίως με το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του στην αστυνομία. (γ) Η δήλωση του εν λόγω μάρτυρα στη δια ζώσης μαρτυρία του ότι απλά είδε το ποτήρι στο έδαφος σπασμένο δεν συνάδει με τη θέση του στην γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία (Τεκμήριο 8) και συγκεκριμένα ότι ο παραπονούμενος ενώ χόρευε και διασκέδαζε πάνω στο κέφι του έριξε στο πάτωμα ένα ποτήρι που κρατούσε και το έσπασε σε απόσταση 4-5 μέτρα από τα άλλα πλησιέστερα άτομα. Το Δικαστήριο δέχεται τη θέση του ΜΚ5 που καταγράφεται στο Τεκμήριο 8 επειδή τότε τα γεγονότα ήταν ακόμη νωπά στο μυαλό του εν λόγω μάρτυρα. Ο ΜΥ1 ήλθε στο Δικαστήριο και τοποθέτησε τον εαυτό του στη σκηνή του επεισοδίου ως αυτόπτη μάρτυρα του περιστατικού που διαδραματίστηκε έξω από το club "Boutique". Με 'αξιοζήλευτη' μνήμη περίγραψε με λεπτομέρεια 4 χρόνια μετά αυτά που ισχυρίζεται ότι συνέβησαν το χάραμα της επίδικης ημέρας. Είναι πραγματικά άξιο απορίας για ένα άτομο που βρέθηκε τυχαία στη σκηνή και συμπτωματικά εντόπισε ένα άγνωστο του πρόσωπο που λέει ότι απλά συνέβαλε στο να βοηθηθεί, ο κατηγορηματικός τρόπος με τον οποίο ο μάρτυρας αυτός κατάθεσε ενώπιον Δικαστηρίου, η σιγουριά που εμφάνιζε καθώς και τα πράγματα που θυμόταν να εξιστορήσει. Ο ίδιος όμως δεν ένιωσε την ανάγκη να θέσει τον εαυτό του στη διάθεση των ανακριτικών αρχών δίδοντας γραπτή κατάθεση των γεγονότων που τότε ήταν νωπά στο μυαλό του. Ούτε όμως αποτάθηκε στην αστυνομία για να καταγραφούν αυτά που εκ των υστέρων ισχυρίζεται ότι έγιναν όταν προφανώς έμαθε από τον φίλο και συνέταιρο του κατηγορούμενο ότι ανακρινόταν και κατηγορήθηκε γραπτώς εξαιτίας διαφορετικής εξέλιξης που είχε το εν λόγω περιστατικό στο οποίο παρουσιάζεται ως αυτόπτης μάρτυρας. Η δικαιολογία που προέβαλε ότι δεν κλήθηκε για να δώσει κατάθεση είναι φτωχή και δεν κρίνεται πειστική. Τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά αν μετέβαινε στην αστυνομία και δεν εισακουόταν. Χωρίς να έχει οποιαδήποτε άλλη σχέση με την υπόθεση αυτή, παρουσιάστηκε μετά πάροδο 4 ετών περίπου διατηρώντας άνευ λόγου ζωντανές στη μνήμη του λεπτομέρειες του επιδίκου επεισοδίου. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η μαρτυρία του είναι ουσιαστικά πανομοιότυπη με αυτή του κατηγορουμένου με τον οποίο ας σημειωθεί ότι είναι στενός φίλος εδώ και 20 χρόνια και συνέταιρος στην επιχείρηση του club εδώ και 5 χρόνια. Σε αντίθεση με την ύπαρξη κατάθεσης στην αστυνομία από τον ΜΚ3 που τέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 6 και το ότι ο ΜΚ3 γνωρίστηκε με τον κατηγορούμενο στο χώρο εργασίας τους, η ανυπαρξία γραπτής κατάθεσης του ΜΥ1 στην αστυνομία καθώς και η μακροχρόνια στενή φιλική σχέση που χαρακτηρίζει την προσωπική του σχέση με τον κατηγορούμενο αλλά και ταυτόχρονα η επαγγελματική συνεργασία που τους δεσμεύει, είναι παράγοντες που μολύνουν ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία της μαρτυρίας του και παράλληλα αφαιρούν από αυτή το υπόβαθρο αντικειμενικότητας που έπρεπε να έχει. Η παρουσία τέτοιων στοιχείων δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να εκλάβει την μαρτυρία του ως αμερόληπτη και πραγματική αναπαράσταση των γεγονότων που διαδραματίστηκαν. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο μάρτυρας αυτός επιστρατεύτηκε απλά για να βοηθήσει και συνάμα ενισχύσει την εκδοχή του κατηγορουμένου. Στη βάση αυτών δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΥ1 ως αληθή και αξιόπιστη. Η μαρτυρία του ΜΥ2 είναι τυπικής φύσεως. Η όλη σχέση του με την παρούσα υπόθεση περιορίζεται στο ότι στις 15.05.10 έλαβε γραπτώς στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου την κατάθεση του παραπονούμενου αναφορικά με το παράπονο για ξυλοδαρμό του. Από τη στιγμή μάλιστα που το γεγονός αυτό είναι πλέον παραδεκτό ως αληθές από αμφότερα μέρη και κατά συνέπεια μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου, η αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατέστη άνευ αντικειμένου. Ο κατηγορούμενος έκανε πολύ φτωχή εντύπωση στο Δικαστήριο και γενικά δεν έπεισε για την αλήθεια των όσο έλεγε στα κρίσιμα ζητήματα της υπόθεσης. Για τους λόγους που αμέσως μετά θα αναφέρω θεωρώ ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Δεν ήταν ειλικρινής ούτε φιλαλήθης απέναντι στο Δικαστήριο. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να σημειώσω ότι η αναφορά για το ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν στον ίδιο χώρο που ήταν και ο παραπονούμενος τη δεδομένη χρονική στιγμή του επίδικου περιστατικού δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, Αντίθετα, ο κατηγορούμενος μέσα από την μαρτυρία του τοποθετεί τον εαυτό του εκείνη τη στιγμή στον εν λόγω χώρο, ως μέρος της εκδοχής του. Επίσης, ο ίδιος ο κατηγορούμενος δήλωσε πως επειδή ο παραπονούμενος δεν φαινόταν καλά στην υγεία του κλήθηκε ασθενοφόρο όχημα. Η μαρτυρία του κατηγορούμενου στο θέμα αυτό επισημαίνει ότι ο παραπονούμενος ήταν αναίσθητος στην άσφαλτο και ότι είχε αίμα στη χείλη του. Ακόμη το ότι ο παραπονούμενος τελικά μεταφέρθηκε στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου με ασθενοφόρο όχημα όπου εκεί μετέβησαν τόσο ο κατηγορούμενος όσο και οι ΜΚ3 και ΜΚ5 είναι γεγονός για το οποία αμφότερες οι πλευρές συμφωνούν. Περαιτέρω είναι παραδεκτό γεγονός ότι ενόσω ο κατηγορούμενος και οι ΜΚ3 και ΜΚ5 περίμεναν στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, ο παραπονούμενος εξεταζόταν ιατρικά. Στρεφόμενος στον κατηγορμούμενο, η αγωνιώδης προσπάθεια του να προστατέψει τον εαυτό του ήταν εμφανής αλλά όχι πειστική. Προκειμένου να παραπλανήσει το Δικαστήριο και να αποφύγει τις συνέπειες των πράξεων του κατέφυγε στην δημιουργία ενός φανταστικού σεναρίου που στερείται λογικής. Παρουσιάζοντας την εικόνα του 'καλού Σαμαρείτη' και παρόλο ότι μαζί με τους συνεργάτες του είχαν στην κατοχή τους τις εισπράξεις της ημέρας δέχεται να αλλάξει δρομολόγιο και μαζί με τις εισπράξεις και τους συνεργάτες του μεταβαίνει έξω από το διπλανό υποστατικό για να ελέγξει την κατάσταση του παραπονούμενου, ενός αγνώστου για τον ίδιο άτομο. Εκτιμά ότι τόσο ο παραπονούμενος όσο και οι δύο φίλοι του είναι όλοι μεθυσμένοι και φοβούμενος μήπως ο παραπονούμενος αντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα κάλεσε ασθενοφόρο όχημα αφού θεωρεί ανίκανους τους φίλους του που τον συνόδευαν να τον βοηθήσουν. Όχι μόνο μεριμνά να μεταφερθεί ο παραπονούμενος στο νοσοκομείο αλλά με το όχημα του μεταφέρει και τους μεθυσμένους, όπως θεωρεί, φίλους του στο νοσοκομείο. Δεν θεωρεί πρέπον να τους στείλει στο νοσοκομείο με ταξί. Χωρίς λόγο παραμένει υπομονετικά στο νοσοκομείο καθ' όλη την διάρκεια που ένας άγνωστος γι' αυτόν άνδρας εξεταζόταν από ιατρούς σε διάφορους ιατρικούς ελέγχους συνομιλώντας μάλιστα με τους μεθυσμένους φίλους του παραπονούμενου. Δεν θεωρεί ότι ο παραπονούμενος και οι φίλοι του μπορούσαν να επιστρέψουν στα σπίτια τους είτε με ταξί είτε με το όχημα κάποιου συγγενή τους. Θεωρεί ότι θα πρέπει να τους μεταφέρει όλους στο χώρο των οχημάτων τους. Με το που τους μεταφέρει εκεί δεν τον ενδιαφέρει αν θα οδηγούσαν μεθυσμένοι, πράγμα που θα ήταν επικίνδυνο κυρίως για τους ιδίους αλλά τους αφήνει στην τύχη τους. Καθοδόν συζητά με τον τραυματία και ταυτόχρονα 'μεθυσμένο' αλλά άγνωστο παραπονούμενο, ο οποίος δήθεν του αποκαλύπτει ότι έπεσε από το πεζοδρόμιο. Ωστόσο ο κατηγορούμενος δεν γνωρίζει πως, από ποιον και κάτω από ποιες συνθήκες αυτό συνέβηκε καθότι δεν προβαίνει σε τέτοιου είδους αναφορές. Δεν είναι γνώστης επειδή απλά ουδέποτε υπήρξε τέτοια συζήτηση. Η θέση αυτή του κατηγορουμένου προβλήθηκε για πρώτη φορά κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο στάδιο της κυρίως εξέτασης του. Μία τέτοια θέση δεν προωθήθηκε από την αρχή έτσι ώστε να έχουμε τις τοποθετήσεις των παραπονούμενου, ΜΚ3 και ΜΚ5 για να συγκριθούν με τις δικές του. Συνεπώς, πρόκειται για εκ των υστέρων κατασκεύασμα του κατηγορουμένου που ασφαλώς δεν γίνεται αποδεκτό. Εκ των υστέρων εφεύρημα είναι και η θέση του κατηγορουμένου ότι οι ΜΚ3 και ΜΚ5 ήταν μεθυσμένοι όταν προσέγγισε τον παραπονούμενο έξω από το club αφού κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται στην ανακριτική κατάθεση του. Χωρίς ίχνος σεβασμού προς την αλήθεια, ο κατηγορούμενος επικαλέστηκε πέσιμο του παραπονούμενου στο πεζοδρόμιο προφανώς για να αποκρύψει την βίαιη επίθεση του στον παραπονούμενο, ως αποτέλεσμα της οποίας ο παραπονούμενος τραυματίστηκε. Η γνώση του όμως αυτή δεν προέρχεται από εξ' ιδίαν αντίληψη του. Τόσο ο ίδιος όσο και οι συνεργάτες του δεν είδαν τον παραπονούμενο να πέφτει από το πεζοδρόμιο και να κτυπά. Η γνώση του προέρχεται αποκλειστικά από το τι ισχυρίζεται ότι του είπε ο τραυματισμένος και 'μεθυσμένος' παραπονούμενος, θέση βέβαια που απορρίπτεται κατηγορηματικά από όλους τους μάρτυρες κατηγορίας γεγονότων περιλαμβανομένου του παραπονούμενου. Αντίθετα, η θέση της κατηγορούσας αρχής μέσα από σχετική μαρτυρία ότι οι σωματικές βλάβες που διαγνώστηκαν στον παραπονούμενο από τον ΜΚ4, το είδος, η φύση, ο βαθμός, η έκταση και η σοβαρότητα τους παρέμειναν μέσα από την εκδίκαση αναντίλεκτα, είναι αποτέλεσμα επίθεσης και ξυλοδαρμού που υπέστηκε αμέσως προηγουμένως χρονικά από τον κατηγορούμενο δεν έχει καταρριφθεί. Προκύπτει ότι ο πραγματικός λόγος που ο κατηγορούμενος ενδιαφέρθηκε για την κλήση ασθενοφόρου οχήματος είναι προφανώς επειδή φοβήθηκε όταν πρόσεξε ότι ο παραπονούμενος έχασε τις αισθήσεις του από τα κτυπήματα που αυτός του επέφερε. Η ανησυχία και ο φόβος του για την πορεία της υγείας του παραπονούμενου τον ανάγκασαν να βεβαιωθεί ότι ο παραπονούμενος θα βρισκόταν σε χώρο όπου θα μπορούσε να τύχει ιατρικής εξέτασης και φροντίδας. Παράλληλα, το άγχος και η αγωνία του να μην περιέλθει το περιστατικό της επίθεσης εις γνώση της αστυνομίας ήταν αυτά που τον υποχρέωσαν να μεταφέρει τον παραπονούμενο και τους φίλους του από και προς το νοσοκομείο. Οι συζητήσεις που είχε στο νοσοκομείο με τους 'μεθυσμένους' φίλους του παραπονούμενου ενόσω ο παραπονούμενος εξεταζόταν από ιατρούς είχαν έκδηλα ένα και μοναδικό σκοπό, ήτοι να πειστεί ο παραπονούμενος να μην προχωρήσει σε εις βάρος του καταγγελία στην αστυνομία αλλά να προβάλει ως δικαιολογία σε περίπτωση που ερωτάτο από οποιονδήποτε ότι από μόνος του κτύπησε. Έτσι δικαιολογείται η παρουσία και παραμονή του κατηγορουμένου στο νοσοκομείο την στιγμή που ένας άγνωστος για εκείνον πρόσωπο τύγχανε ιατρικής εξέτασης. Εξ' ου και η αρχική επιφύλαξη μέσω διαφορετικών και διφορούμενων εκδοχών τόσο του παραπονούμενου όσο και των ΜΚ3 και ΜΚ5 με τις οποίες ουσιαστικά δίσταζαν να αναφέρουν σε μέλη της αστυνομίας τον πραγματικό λόγο που οδήγησε στον τραυματισμό του παραπονούμενου. Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 ενισχύει την θέση αυτή. Ο κατηγορούμενος αποδίδει τις μαρτυρίες των παραπονούμενου, ΜΚ3 και ΜΚ5 σε σκευωρία που αυτοί σχεδίασαν εις βάρος του με σκοπό την απόκτηση οικονομικού οφέλους. Η θέση όμως αυτή στερείται λογικής. Ο παραπονούμενος δεν γνώριζε τον κατηγορούμενο. Μεταξύ τους δεν φαίνεται να υπήρχαν προηγούμενα. Δεδομένης της κατ' ισχυρισμό συμπεριφοράς 'καλού Σαμαρείτη' από μέρους του κατηγορουμένου πως θα ήταν δυνατή και εφικτή η σύνδεση του με το επίδικο περιστατικό. Με βάση τα δικά του λεγόμενα είναι ο ίδιος ο κατηγορούμενος που επέλεξε να προσεγγίσει τον παραπονούμενο έξω από το club. Με αυτό το δεδομένο πως τότε ο παραπονούμενος γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος θα τον προσέγγιζε για να σχεδιάσει από προηγουμένως με τους φίλους του τέτοια πλεκτάνη εις βάρος του. Παραμένει ακόμη ανεξήγητο γιατί ο παραπονούμενος να εκμυστηρευτεί στον κατηγορούμενο ότι μόνος του έπεσε από το πεζοδρόμιο και κτύπησε αν σκοπός και κίνητρο του ήταν, όπως ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται, η απόκτηση οικονομικού οφέλους από αυτόν. Είναι επομένως προφανές ότι η θέση αυτή είναι αποκύημα φαντασίας και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ενώ μέσα από την απάντηση υπ' αριθμό 17 της ανακριτικής κατάθεσης του υπό τη μορφή ερωτήσεων και απαντήσεων (Τεκμήριο 2) ο κατηγορούμενος αναφέρει ρητά ότι ήταν αυτός που με το όχημα του μετέφερε τον παραπονούμενο αλλά και τους ΜΚ3 και ΜΚ5 μετά που ο πρώτος εξήλθε από το νοσοκομείο προκειμένου να παραλάβουν το όχημα τους από το χώρο στάθμευσης πλησίον του club "Boutique", κατά την εκδίκαση της υπόθεσης προώθησε δια του συνηγόρου του κατηγορηματική πλην όμως εκ διαμέτρου αντίθετη θέση ότι σε καμία περίπτωση στην επιστροφή του την πρώτη φορά από το νοσοκομείο ο παραπονούμενος βρισκόταν στο όχημα του κατηγορουμένου (βλέπε σελίδα 19 των πρακτικών Δικαστηρίου ημερομηνίας 19.05.14). Ακολούθως, ο κατηγορούμενος διαφοροποιείται εκ νέου δηλώνοντας στην ένορκη κατάθεση του πίστη στην αρχική του θέση (βλέπε σελίδα 7 των πρακτικών Δικαστηρίου ημερομηνίας 11.06.14). Αυτά είναι στοιχεία της σύγχυσης και της αμηχανίας που τον είχαν κυριεύσει. Τα πιο πάνω εκμηδενίζουν την αξιοπιστία του κατηγορουμένου. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την μαρτυρία του κατηγορουμένου ως ορθή και αληθή και ότι αυτή εκφράζει την αληθινή όψη των γεγονότων. Το Δικαστήριο κρίνει ότι ο κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια ούτε τότε στην αστυνομία αλλά ούτε και εκ των υστέρων στο Δικαστήριο. Επομένως, τόσο η δια ζώσης μαρτυρία του όσο και το Τεκμήριο 2 δεν γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο. Ο παραπονούμενος (ΜΚ1) είναι χωρίς δεύτερη σκέψη το θύμα της υπόθεσης αυτής. Είναι προφανές ότι αρχικά προβληματιζόταν αν θα έπρεπε να θέσει το επίδικο επεισόδιο εις γνώση της αστυνομίας. Βρισκόταν σε δίλημμα κατά πόσο έπρεπε να προωθήσει καταγγελία επίθεσης και ξυλοδαρμού του από τον κατηγορούμενο, προφανώς λόγω των πιεστικών παρακλήσεων του τελευταίου. Το Τεκμήριο 5, το περιεχόμενο του οποίου ουδεμία βαρύτητα προσδίδω, αποδεικνύει την προαναφερόμενη επιφύλαξη του παραπονούμενου. Όταν όμως εκ των υστέρων πρυτάνευσαν δεύτερες σκέψεις, χωρίς όμως να έχω συγκεκριμένα χειροπιαστά στοιχεία που να με οδηγούν με ασφάλεια στο λόγο για κάτι τέτοιο, προέκυψε το Τεκμήριο
  4. Όλα αυτά προκύπτουν τόσο μέσα από την μαρτυρία του παραπονούμενου όσο και μέσα από τις μαρτυρίες των ΜΚ3 και ΜΚ
  5. Εξίσου όμως ατυχής είναι και η προσπάθεια του να καλύψει την αρχική λανθασμένη θέση του. Προέβαλε ως δικαιολογία την αμνησία που ισχυρίζεται ότι είχε από τη στιγμή που έπεσε αιμόφυρτος στο έδαφος μέχρι η ώρα 11:00π.μ. που ξύπνησε. Ωστόσο αυτό δεν φαίνεται να ευσταθεί δεδομένου: (α) της υπογραφής που το Τεκμήριο 5 φέρει, την οποία χωρίς περιστροφές αναγνώρισε ως δική του όπως και όλη την κατάθεση και (β) σύμφωνα με αποδεκτή μαρτυρία του ΜΚ5, ο οποίος μετέφερε τον παραπονούμενο με το όχημα του στην οικία του, καθοδόν της μεταφοράς του ο παραπονούμενος μπορούσε να περπατήσει, μπορούσε να εισέλθει, ομιλούσε ενώ επίσης ήταν αυτός που έδωσε τα κλειδιά της οικίας του στον ΜΚ5 για να ανοίξει την κύρια είσοδο της οικίας του. Όσον αφορά την υπόλοιπη μαρτυρία του παραπονούμενου που εξιστορεί τα γεγονότα που διέπουν το επίδικο περιστατικό και περιγράφει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαδραματίστηκε και τις επιπτώσεις που αυτός είχε, που εξάλλου είναι και η ουσία της παρούσας υπόθεσης, επαληθεύεται τόσο από τις μαρτυρίες των ΜΚ3 και ΜΚ5 όσο και από τον ιατρό που τον εξέτασε (ΜΚ4). Μέσα από την μαρτυρία του ο παραπονούμενος δεν υπέπεσε σε οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις. Δεν παραγνωρίζω κάποιες ανακρίβειες που εντοπίζονται σε παρεμφερή λεπτομέρειες. Συγκεκριμένα, είναι η θέση του παραπονούμενου ότι έριξε κατά λάθος το ποτήρι και έσπασε. Ωστόσο, η μαρτυρία που το Δικαστήριο δέχεται επί του ζητήματος αυτού είναι αυτή του ΜΚ3 και είναι ότι ο παραπονούμενος ενώ χόρευε και βρισκόταν σε κέφι άρπαξε ένα γυάλινο ποτήρι και σκόπιμα το έριξε για διασκέδαση στο πάτωμα με αποτέλεσμα να σπάσει. Ομοίως η τοποθέτηση του ΜΚ1 ότι ο κατηγορούμενος τον κτύπησε στο μάτι προκαλώντας του μώλωπα καθότι κάτι τέτοιο δεν επαληθεύεται από σχετικό ιατρικό εύρημα. Ασφαλώς και οι ανακρίβειες αυτές αγνοούνται από το Δικαστήριο. Παρά τις πιο πάνω ανακρίβειες σε επουσιώδη ζητήματα, η μαρτυρία του στα κεφαλαιώδη θέματα της υπόθεσης επαληθεύεται από προφορικές μαρτυρίες αλλά και από πραγματική μαρτυρία (Τεκμήριο 7). Αξιολογώντας την μαρτυρία του στο σύνολο της και με δεδομένο της ενίσχυσης της από άλλες μαρτυρίες, κρίνω ότι ο ΜΚ1 είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Κατά τρόπο ειλικρινή και αυθόρμητο μετέφερε στο Δικαστήριο τα ουσιώδη γεγονότα που πραγματικά διαδραματίστηκαν και παράλληλα ο ίδιος προσωπικά βίωσε. Οι απαντήσεις που έδωσε ήταν θετικές και διαφωτιστικές. Τα πιο πάνω αντανακλούν το ψηλό επίπεδο αξιοπιστίας, στοιχείο που χαρακτηρίζει την μαρτυρία του ΜΚ
  6. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του παραπονούμενου περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 4 ως ορθή και αξιόπιστη, με εξαίρεση βέβαια τις προαναφερόμενες ανακρίβειες σε ήσσονος σημασίας θέματα. Ευρήματα: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης αυτή και λαμβάνοντας υπόψη μου τα παραδεκτά γεγονότα καθώς και τα γεγονότα που τελικά δεν αμφισβητήθηκαν, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: Στις 15.05.10 και περί ώρα 03:00 ο παραπονούμενος μαζί με τους ΜΚ3 και ΜΚ5 μετέβησαν για σκοπούς ψυχαγωγίας στο club "Boutique" που βρίσκεται στην οδό Ιωάννη Αγρότη 11 στην Πάφο, του οποίου η ιδιοκτησία ανήκε συνεταιρικά στον κατηγορούμενος και τον ΜΥ
  7. Σε κάποια στιγμή της διασκέδασης ενώ ο παραπονούμενος χόρευε και βρισκόταν σε κέφι άρπαξε ένα γυάλινο ποτήρι και σκόπιμα για ψυχαγωγία το έριξε στο έδαφος με αποτέλεσμα αυτό να σπάσει σε απόσταση 4-5 μέτρων από τα πλησιέστερα άτομα, χωρίς όμως να τραυματίσει οποιοδήποτε από αυτά. Αμέσως φρουρός ασφαλείας, κατόπιν οδηγιών του κατηγορουμένου, ήλθε και τους ζήτησε να αποχωρήσουν από το μέρος, πράγμα που αυτοί έπραξαν εντός 5 λεπτών χωρίς να αντιδράσουν. Η ώρα ήταν μεταξύ 03:30-04:
  8. Ενώ ο παραπονούμενος μαζί με τους ΜΚ3 και ΜΚ5 βρίσκονταν στην μπροστινή δεξιά πλευρά του κέντρου και προχωρούσαν προς το αυτοκίνητο με το οποίο όλοι μαζί είχαν έλθει στο κέντρο, τους πλησίασε ο κατηγορούμενος και άρχισε να συζητά με τον παραπονούμενο αναφορικά με το θέμα του ποτηριού που ο παραπονούμενος έσπασε εντός του club "Boutique". Σε ανύποπτη στιγμή και χωρίς να προκληθεί ο κατηγορούμενος, στην παρουσία των ΜΚ3 και ΜΚ5, επιτέθηκε στον παραπονούμενο γρονθοκοπώντας τον στο πρόσωπο. Ο τελευταίος σωριάστηκε στο έδαφος αλλά ο κατηγορούμενος εκτός εαυτού συνέχισε να κτυπά τον παραπονούμενο, ενόσω αυτός βρισκόταν χάμω στην άσφαλτο, με κλωτσιές και γροθιές στα πλευρά, στην κοιλιά και στο πρόσωπο. Ο παραπονούμενος παρέμεινε στο έδαφος αιμόφυρτος χωρίς να είναι σε θέση να επικοινωνεί με το περιβάλλον. Από τα χείλη του έτρεχε αίμα. Μόλις ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε την κατάσταση του παραπονούμενου σταμάτησε να τον κτυπά και αισθανόμενος φόβο και ανησυχία για την πορεία της υγείας του παραπονούμενου ενδιαφέρθηκε για την κλήση ασθενοφόρου οχήματος από το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Ακολούθως με τη βοήθεια των ΜΚ3 και ΜΚ5 τοποθέτησαν τον αιμόφυρτο και αναίσθητο παραπονούμενο στο όχημα του κατηγορουμένου και όλοι μαζί ξεκίνησαν με προορισμό το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Κοντά στο χώρο των Δικαστηρίων συναντούν το ασθενοφόρο όχημα που ερχόταν και αφού έγνεψαν στον οδηγό και σταμάτησε τοποθέτησαν τον παραπονούμενο στο ασθενοφόρο όχημα, το οποίο τελικά μετέφερε τον παραπονούμενο στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Παράλληλα στο νοσοκομείο μετέβησαν ο κατηγορούμενος, ο ΜΚ3 και ο ΜΚ5 με το όχημα του πρώτου. Κατά την παραμονή τους στο χώρο εκείνο ο κατηγορούμενος παρακαλούσε τους ΜΚ3 και ΜΚ5 να μην αποκαλύψουν σε οποιονδήποτε το τι πραγματικά συνέβηκε καθώς επίσης ζητούσε την βοήθεια τους για να πειστεί ο παραπονούμενος να μην προχωρήσει στην καταχώρηση εις βάρος του καταγγελία στην αστυνομία αλλά να ισχυριστεί ότι μόνος του κτύπησε πέφτοντας από το πεζοδρόμιο επικαλούμενος ότι σε αντίθετη περίπτωση θα δυσχεραινόταν η ήδη προβληματική οικογενειακή του θέση αλλά και ότι θα επηρεαζόταν η σχέση του με το παιδί του. Στο μεταξύ περί ώρα 05:00 της ίδιας ημέρας λήφθηκε στην αστυνομία πληροφορία από το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου ότι εκεί μεταφέρθηκε εκεί ένα κτυπημένο πρόσωπο με ασθενοφόρο όχημα. Παράλληλα, στο νοσοκομείο ο παραπονούμενος όχι μόνο έτυχε ιατρικής εξέτασης αλλά μεταξύ των ωρών 05:20-05:30 έδωσε σε αστυνομικό, που μετέβηκε μετά τη λήψη πληροφορίας και τον εντόπισε στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών, ενυπόγραφη γραπτή κατάθεση με την οποία έλεγε ότι κτύπησε πέφτοντας στο έδαφος από τραπέζι στο club "Boutique" όταν έχασε την ισορροπία χάνοντας, χωρίς έτσι να επιθυμεί την ανάμιξη της αστυνομίας. Οι δε ΜΚ3 και ΜΚ5 αρχικά ανάφεραν σε μέλη της αστυνομίας την ίδια δικαιολογία αλλά στη πορεία διαφοροποιήθηκαν λέγοντας ότι ο παραπονούμενος κτύπησε πέφτοντας στο πεζοδρόμιο. Αργότερα, κατόπιν δεύτερων και ωριμότερων σκέψεων, ο παραπονούμενος προχώρησε με καταγγελία εναντίον του κατηγορουμένου για επίθεση και ξυλοδαρμό του από τον τελευταίο και ο ίδιος καθώς και οι ΜΚ3 και ΜΚ5 προέβησαν σε σχετικές καταθέσεις στην αστυνομία. Περί ώρα 06:30 της ίδιας ημέρας ο παραπονούμενος εξήλθε του νοσοκομείου και με το όχημα του κατηγορουμένου στο οποίο, εκτός από τον ίδιο, επέβαιναν ο κατηγορούμενος, ο ΜΚ3 και ΜΚ5, μετέβηκε στο χώρο πλησίον του club "Boutique" όπου υπήρχαν σταθμευμένα τα οχήματα των φίλων του. Στη συνέχεια ο ΜΚ5 με το όχημα του μετέφερε τον παραπονούμενο στην οικία του. Περί ώρα 11:00π.μ. της ίδιας ημέρας ο παραπονούμενος ξύπνησε και επειδή αισθανόταν πόνους στο κεφάλι και στα πλευρά επισκέφτηκε περί ώρα 12:36μ.μ εκ νέου το Τμήμα Πρώτων Βοηθειών και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου λέγοντας ότι υπέστη ξυλοδαρμό του και αναφέροντας ότι αισθανόταν άλγος στην κεφαλή και στην δεξιά πλευρά. Κατόπιν κλινικής εξέτασης, ακτινολογικού ελέγχου, αιματολογικής εξέτασης και παρακλινικού ελέγχου, ο οποίος έδειξε επίδοση στην κλίμακα Γλασκώβης 15 στα 15, ο Δρ. Μανώλης Γεωργίου μαζί με τον επί καθήκον χειρούργο διέγνωσαν κάκωση πλευρών με πιθανότητα κατάγματος στην έκτη και έβδομη δεξιά πλευρά καθώς επίσης εκδορά αριστερού αγκώνα, εκχύμωση κάτω χειλών και οίδημα και εκχύμωση τριχωτού κεφαλής (κάκωση κεφαλής). Η κράτηση και εισαγωγή του παραπονούμενου στο χειρουργείο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου κρίθηκε απαραίτητη. Περί ώρα 13:00 ο παραπονούμενος τηλεφώνησε στους ΜΚ3 και ΜΚ5 , οι οποίοι περί ώρα 13:30 τον επισκέφτηκαν για λίγα λεπτά στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Ακολούθως, ο παραπονούμενος μετέβηκε στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου όπου μεταξύ των ωρών 14:10 και 14:35 έδωσε γραπτή κατάθεση με την οποία έλεγε ότι υπέστη επίθεση και ξυλοδαρμό από τον κατηγορούμενο. Στις 17.05.10 ο ΜΚ1, υπό την ιδιότητα του αστυνομικού εξεταστή της υπόθεσης, συνέλαβε τον κατηγορούμενο και αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή στο νόμο αυτός απάντησε 'Για όνομα του Θεού'. Ακολούθως, ο ΜΚ1 την ίδια ημέρα έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, ο οποίος προέβαλε τη δική του εκδοχή σχετικά με το επίδικο περιστατικό. Στη συνέχεια της ίδιας ημέρας ο ΜΚ1 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο με την κατηγορία που σήμερα αντιμετωπίζει μέσα από το κατηγορητήριο της υπόθεσης αυτής. Αργότερα της ίδιας ημέρας ο ΜΚ1 μετέβηκε στο club "Boutique" και αφού έλεγξε το κλειστό σύστημα παρακολούθησης που το εν λόγω κέντρο διαθέτει διαπίστωσε ότι η κάμερα δεν έδειχνε το σημείο που διαδραματίστηκε το περιστατικό. Παράλληλα, από το κλειστό σύστημα παρακολούθησης δεν πρόσεξε τον παραπονούμενο να πέφτει από οποιοδήποτε τραπέζι του πιο πάνω κέντρου, ως ήταν ο αρχικός ισχυρισμός του. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Όπως έχει προαναφερθεί, ο κατηγορούμενος κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος της επίθεσης η οποία προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στον παραπονούμενο. Το εν λόγω αδίκημα διέπεται από το άρθρο 243 του Κεφ.154, το οποίο ρητά προνοεί κατά λέξη τα εξής: " Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων." Μελέτη των προνοιών του πιο πάνω άρθρου καθιστά σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος να επιτεθεί στον παραπονούμενο και (β) να του προκαλέσει πραγματική σωματική βλάβη. Επίθεση αποτελεί οιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή ακόμη και απερίσκεπτα ή αδιάφορα (recklessly) και δημιουργεί στον άλλο την αντίληψη ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλέπε R v. Venna [1975] 3 All E.R 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς την συγκατάθεση του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα (βλέπε R. v. Rolphe [1953] 36 Cr. App. R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner [1988] 3 All E.R. 445 και Archbold Pleading and Practice 39η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1071-1072), ούτε βέβαια και απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί ακόμη και με ένα απλό άγγιγμα. Επομένως, το πεδίο εμβέλειας της επίθεσης καλύπτει τις αγγλικές νομικές έννοιες 'assault', που είναι η σκόπιμη ή απερίσκεπτη ή αδιάφορη πρόκληση αντίληψης στο θύμα για άσκηση άμεσης και παράνομης βίας εναντίον του και 'battery', που είναι η φυσική επαφή. Η δε πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης συντελείται με τη δημιουργία οποιουδήποτε τραύματος εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56 επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλέπε επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα (βλέπε αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold, 36η έκδοση, παρ. 2634). Στην προκειμένη περίπτωση η μετάβαση του παραπονούμενου στο νοσοκομείο την πρώτη φορά πραγματοποιήθηκε λόγω της κατάστασης της υγείας του. Χωρίς δυσκολία προκύπτει ότι η παρουσία του παραπονούμενου στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου σχετίζεται άμεσα με το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει υπό τη μορφή τραυματισμού και προέκυψε τη δεδομένη χρονική στιγμή του περιστατικού. Αυτό ενισχύεται από το γεγονός της ενημέρωσης που μέλος της αστυνομίας έτυχε από λειτουργό του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου σε σχέση με την εκεί παρουσία του παραπονούμενου. Παρόλο ότι η προσκόμιση ιατρικής μαρτυρίας αναφορικά με την πρώτη μετάβαση του παραπονούμενη στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου θα διευκόλυνε το έργο του Δικαστηρίου, εντούτοις η απουσία της δεν δημιουργεί πρόβλημα στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεδομένης της αδιαμφισβήτητης άμεσης σύνδεσης της παρουσίας του παραπονούμενου στο νοσοκομείο με πρόβλημα υγείας υπό τη μορφή τραυματισμού τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή του περιστατικού, στο οποίο παρών ήταν τόσο ο κατηγορούμενος όσο και οι αυτόπτες μάρτυρες ΜΚ3 και ΜΚ5. Οι δε σωματικές βλάβες που ιατρικά διαγνώστηκαν στον παραπονούμενο από τον ΜΚ4 μέσα από νέα ιατρική εξέταση κατά την δεύτερη μετάβαση του παραπονούμενου στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου συνάδουν χρονικά και επί της ουσίας τους με τις μαρτυρίες του παραπονούμενου και των αυτόπτων μαρτύρων ΜΚ3 και ΜΚ5 σε σχέση με τα σημεία της επίθεσης και ξυλοδαρμού του παραπονούμενου από τον κατηγορούμενο. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου η ιατρική θέση του ΜΚ4 ότι η πάροδος ωρών από το ξυλοδαρμό δεν αποκλείει το ενδεχόμενο το θύμα, ως αποτέλεσμα της επίθεσης, να αισθανθεί άσχημα και έτσι να επιστρέψει στο νοσοκομείο, τοποθέτηση η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη. Είναι αυτό ακριβώς που συνέβηκε στην παρούσα υπόθεση, πράγμα που έχει καταγραφεί και αποτελεί μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Μέσα από την αποδεκτή μαρτυρία αποδεικνύεται ότι ο παραπονούμενος είχε υποστεί πραγματική σωματική βλάβη. Συγκεκριμένα, η ιατρική διάγνωση κάκωση πλευρών με πιθανότητα κατάγματος στην έκτη και έβδομη δεξιά πλευρά καθώς επίσης εκδορά αριστερού αγκώνα, εκχύμωση κάτω χειλών και οίδημα και εκχύμωση τριχωτού κεφαλής (κάκωση κεφαλής) στοιχειοθετεί το συστατικό στοιχείο της πραγματικής σωματικής βλάβης. Περαιτέρω, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος λίγες ώρες προηγουμένως είχε κτυπήσει τον παραπονούμενο στην παρουσία των ΜΚ3 και ΜΚ5 και συνεργατών του πρώτου γρονθοκοπώντας τον στο πρόσωπο και στη συνέχεια κτυπώντας τον με κλωτσιές και γροθιές στα πλευρά, στην κοιλιά και στο πρόσωπο με αποτέλεσμα ο παραπονούμενος να παραμείνει στο έδαφος αιμόφυρτος χωρίς να είναι σε θέση να επικοινωνεί με το περιβάλλον. Από τα δε χείλη του έτρεχε αίμα. Παράλληλα, για όλους τους λόγους που έχουν ήδη αναλυθεί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορούμενου το ενδεχόμενο ο παραπονούμενος να προκάλεσε στον εαυτό του τα τραύματα που ο ΜΚ 4 διαπίστωσε θεωρείται εκτός σκέψης και πραγματικότητας. Στη βάση της ενώπιον μου αποδεκτής μαρτυρίας και σε συνδυασμό με την απόρριψη της εκδοχής του κατηγορουμένου και στην απουσία οποιασδήποτε άλλης αποδεκτής μαρτυρίας που θα οδηγούσε σε διαφορετικό αποτέλεσμα, οδηγούμαι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στο ασφαλές συμπέρασμα ότι ως αποτέλεσμα της επίθεσης και του ξυλοδαρμού ο κατηγορούμενος προκάλεσε στον παραπονούμενο τις προαναφερόμενες σωματικές βλάβες που διαπιστώθηκαν ιατρικά στον παραπονούμενο σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά που διαδραματίστηκε το επίδικο περιστατικό, τεκμηριώνοντας έτσι στον απαιτούμενο βαθμό και το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Υπό το φως των πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία του κατηγορητηρίου. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Judgment Αναφορά: Ποινικό/Επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη/ Άρθρο 243 Κεφ.154/ Τελική Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.