Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Γεωργία Χριστοφόρου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7342/2014, 4/8/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B136 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Xρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7342/2014 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής και
- Γεωργία Χριστοφόρου
- Ευριπίδης Χρίστου Κατηγορουμένων ----------------------- Ημερομηνία: 04/08/
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Περγαντή. Για την κατηγορούμενη αρ. 1 : κ. Στ. Πολεμίτης Για τον κατηγορούμενο 2 : κ. Ροτσίδης Κατηγορούμενος 1 και 2: παρόντες ----------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν από κοινού, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, κατηγορία συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, δηλαδή φόνο εκ προμελέτης (κατηγορία 1) και κατηγορία φόνου εκ προμελέτης (κατηγορία 2). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας, κατηγορούνται ότι μεταξύ των ημερομηνιών 22-23/07/2014 στην Κρήτου Τέρρα της Επαρχίας Πάφου, εκ προμελέτης με παράνομη πράξη, επέφεραν τον θάνατο στην Αλίκη Χρίστου τέως από την Κρήτου Τέρρα. Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, με σχετική απόφαση του Δικαστηρίου παραπέμφθηκαν σε απευθείας δίκη από το μόνιμο κακουργιοδικείο το οποίο συνεδριάζει στην Πάφο, στις 16/09/
- Μετά από την πιο πάνω εξέλιξη, η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής, για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας των κατηγορουμένων κατά την πιο πάνω δικάσιμο, ζήτησε την κράτηση τους. Βάσισε το αίτημα της στον κίνδυνο μη προσέλευσης των κατηγορουμένων στη δίκη τους και για σκοπούς υποστήριξης του κάλεσε τον Υπαστυνόμο Κ. Κλεάνθους ο οποίος έδωσε ένορκη μαρτυρία. Ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε στο Δικαστήριο φάκελο με το ανακριτικό υλικό της υπόθεσης ο οποίος σημειώθηκε ως τεκμήριο Α. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας αυτός αναφέρθηκε και στις προσωπικές συνθήκες των κατηγορουμένων, τους δεσμούς που έχουν με την Κύπρο και τους λόγους που κατά την άποψη του ελλοχεύει ο κίνδυνος μη προσέλευσης τους παραπέμποντας στο μαρτυρικό υλικό. Ο μάρτυρας αυτός έτυχε αντεξέτασης τόσο από το συνήγορο της 1ης κατηγορούμενης όσο και από το συνήγορο του 2ου κατηγορούμενου. Η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού είναι καταγραμμένη, λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο και θα αναφερθώ κατωτέρω στα κυριότερα της μέρη κατά την εξέταση της ουσίας του αιτήματος. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων, η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής αναφέρθηκε στη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι, την ορατή πιθανότητα καταδίκης η οποία προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και στις αυστηρές ποινές που ενδεχομένως να επιβληθούν. Επίσης, αναφέρθηκε στις προσωπικές συνθήκες της 1ης κατηγορούμενης για να πει ότι η κατοικία της βρίσκεται στο εξωτερικό και ότι ήρθε στην Κύπρο για διακοπές. Δεν έχει ισχυρούς δεσμούς με την Κύπρο, είπε, και εν όψει και της σοβαρότητας των αδικημάτων είναι ορατό το ενδεχόμενο να φυγοδικήσει. Σε σχέση με τον 2ον κατηγορούμενο, είπε ότι το γεγονός και μόνο ότι είναι ηλικίας 83 χρόνων και διαμένει μόνιμα στη Κύπρο δεν έχει σημασία. Η σοβαρότητα του αδικήματος που αντιμετωπίζει δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο φυγοδικίας του. Επίσης, ανέφερε ότι ενώ για τόσα χρόνια δεν είχε διαβατήριο, προ δύο μηνών εξέδωσε διαβατήριο γεγονός που ενισχύει τη θέση ότι υπάρχει πιθανότητα φυγοδικίας του. Δεν μπορούν τυχόν όροι εγγύησης να αποκλείσουν το γεγονός αυτό, δεδομένου ότι αυτός μπορεί να διαφύγει και από τα κατεχόμενα τα οποία δεν ελέγχονται από τη Δημοκρατία. Ο κ. Πολεμίτης ανέφερε ότι δεν υπάρχει κίνδυνος φυγοδικίας της 1ης κατηγορούμενης καθότι αυτή ήρθε στην Κύπρο πριν από περίπου ένα χρόνο και επιθυμία της είναι να διαμείνει εδώ. Επίσης, είπε ότι μπορούν να τεθούν τέτοιοι όροι έτσι ώστε να καταστεί ανέφικτο για αυτή να διαφύγει αν αφεθεί ελεύθερη. Είναι ηλικίας 77 χρονών είπε, συνδέεται με την Κύπρο και έχει μεγάλη περιουσία και κανένας κίνδυνος υπάρχει να μην εμφανιστεί στη δίκη της και ήταν η εισήγηση του ότι θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερη με όρους που θα επιβάλει το Δικαστήριο. Ο κ. Ροτσίδης, στην αγόρευση του, παραπέμποντας στην πλούσια νομολογία που υπάρχει επί του θέματος, υποστήριξε τη θέση ότι ο 2ος κατηγορούμενος θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερος με συγκεκριμένους όρους που εισηγήθηκε. Εισηγήθηκε την κατάθεση του ποσού των €50,000 σε μετρητά, τη δέσμευση 10 τεμαχίων γης αξίας πέραν του €1,000,000, να υπογράψει προσωπική εγγύηση η κόρη του και οποιουσδήποτε άλλους επιπρόσθετους όρους θεωρεί αναγκαίους το Δικαστήριο όπως τον περιορισμό του σε συγκεκριμένο χώρο και την εμφάνιση του στις Αστυνομικές Αρχές καθημερινά. Αφού αναγνώρισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο 2ος κατηγορούμενος, ανέφερε ότι πέραν τούτου δεν πληρείται οποιαδήποτε άλλη προϋπόθεση που τάσσει η νομολογία. Σε σχέση με την ορατή πιθανότητα καταδίκης του 2ου κατηγορούμενου, είπε ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε άμεση μαρτυρία. Η μαρτυρία είναι εξ΄ ακοής και περιστατική και οι αναφορές της 1ης κατηγορούμενης στην κατάθεση της συγχυσμένες. Λέγοντας αυτά κατέληξε ότι η μαρτυρία που κατέχει η Αστυνομία είναι αδύνατη κάτι που δεν μπορεί να οδηγήσει στην πιθανότητα καταδίκης. Πέραν τούτου, αναφέρθηκε στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου για να πει ότι πρόκειται περί ενός ανθρώπου ηλικίας 83 χρόνων που αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας. Κατέθεσε προς τούτο σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό (τεκμήριο Β) και ήταν η θέση του ότι δεν μπορεί να περπατήσει, δεν μπορεί να κάτσει, είναι υπερήλικας ο οποίος χρήζει φροντίδας και δεν έχει τη δυνατότητα να φυγοδικήσει. Επίσης, είναι ένας άνθρωπος ο οποίος έχει ζήσει τα 83 χρόνια της ζωής του στη Κρήτου Τέρρα όπου έχει μεγάλη περιουσία. Ο μόνος λόγος που συντρέχει, είπε, στην παρούσα περίπτωση είναι ότι είναι φόνος το αδίκημα που αντιμετωπίζει και όντως είναι σοβαρό. Η νομολογία όμως, αναφέρει ότι η κράτηση ενός υποδίκου δεν συναρτάται μόνο με τη σοβαρότητα του αδικήματος και ότι πρέπει να συντρέχουν και άλλες προϋποθέσεις. Περαιτέρω, παράπεμψε στην Μyrofora Theodosiou v. The Police, Crim. Apll. No 2/63, Ημερ. 30/07/1963 όπου και εκεί η κατηγορία που αντιμετώπιζε η εφεσείουσα ήταν φόνος και παρόλα αυτά διατάχθηκε η απόλυση της με όρους καθότι υπήρχαν εξαιρετικές περιστάσεις. Το ίδιο είπε και στην παρούσα περίπτωση υπάρχουν τέτοιες εξαιρετικές περιστάσεις που δικαιολογούν την απόλυση του κατηγορουμένου με όρους. Επίσης, αναφέρθηκε στο λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου παρά την ηλικία του και ότι δεν είναι του χαρακτήρα του τέτοια συμπεριφορά. Τέλος, ο ευπαίδευτος συνήγορος ανέφερε ότι αν διαταχθεί η κράτηση του κατηγορουμένου τότε αυτή θα βασίζεται μόνο στη σοβαρότητα του αδικήματος, πράγμα αντινομικό και αυτό θα παραβίαζε και το τεκμήριο της αθωότητας. Η εξουσία του Δικαστηρίου όσο αφορά το αίτημα κράτησης του κατηγορούμενου μέχρι την ημερομηνία της δίκης του, εδράζεται στο άρθρο 157
(1)της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155. Το Δικαστήριο εξετάζοντας ένα αίτημα κράτησης κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη του πρέπει να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος, εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο και ότι η κράτηση του αποτελεί ένα σοβαρό περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος. Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου κ.α.
(2001)2 A.A.Δ. 373 αναφέρθηκε ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτονται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι. Ως ζήτημα γενικής αρχής η οποία κατοχυρώνεται και συνταγματικά εφόσον αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας, ένας υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στη δίκη του. Ταυτόχρονα πρέπει να σταθμίζεται με αυτά και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία των κατηγορουμένων στο δικαστήριο. Η κράτηση υπόδικου καθίσταται παραδεκτή, εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης (βλ. Criminal Procedure in Cyprus των κ. κ. Λοϊζου & Πική, στη σελ 35). Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου εξασκείται με βάση καλά καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Στην Κωνσταντινίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 A.A.Δ. 109 απαριθμούνται οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου και είναι:
- H πιθανότητα/κίνδυνος μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο.
- Η πιθανότητα / κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων.
- Η πιθανότητα/κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων. Καθένας από τους πιο πάνω παράγοντες εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς μπορεί να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης. Δεν είναι λοιπόν απαραίτητη η συνδρομή και των τριών πιο πάνω παραγόντων για να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου (βλ. Βασιλείου v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7). Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και επιβολή αυστηρής ποινής, αποτελούν βασικούς δείκτες που αφορούν την εκτίμηση της πιθανότητας προσέλευσης του κατηγορουμένου στη δίκη του (βλ. Θεοδωρίδης κ.α. v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139). Στην εν λόγω απόφαση αναφέρθηκε ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία, ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του υποδίκου να αποφύγει τη δίκη του. Βεβαίως υπάρχουν διαβαθμίσεις στη σοβαρότητα των αδικημάτων ανάλογα με τις συνθήκες, τα γεγονότα και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση. Σε σχέση με την ορατή πιθανότητα καταδίκης, εξετάζεται το υπάρχον μαρτυρικό υλικό στην όψη του και μόνο, χωρίς το Δικαστήριο να προβαίνει σε αξιολόγηση του ή σε οποιαδήποτε ευρήματα επί της ουσίας της υπόθεσης, εφόσον δεν αποφασίζεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας η ενοχή ή μη του κατηγορουμένου. Θέματα που σχετίζονται με ισχυρισμούς που αφορούν τη νομιμότητα της σύλληψης του υπόπτου, όπως επίσης και τη δεκτότητα της μαρτυρίας που βασίζεται σε δηλώσεις του κατηγορούμενου ή άλλα θέματα που αφορούν τη δεκτότητα μαρτυρίας, όπως ότι λήφθηκε παράνομα, εξετάζονται κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας της ουσίας της υπόθεσης και όχι στο στάδιο της εξέτασης αίτησης για την κράτηση ή όχι κατηγορουμένου. Όπως ήδη ειπώθηκε, το μαρτυρικό υλικό που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου αντικρίζεται στην όψη του και μόνο (βλ. Θεοδωρίδης κ.α. v. Αστυνομίας (ανωτέρω), Στέλλα Μαλά v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 135). Η πιθανότητα μη προσέλευσης ενός κατηγορουμένου στη δίκη δεν πρέπει να εκτιμάται μόνο με αναφορά στη σοβαρότητα των αδικημάτων, την πιθανότητα καταδίκης και τις ποινές. Παράγοντες που λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, είναι εκείνοι που συνδέονται με τον χαρακτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία του, το επάγγελμα του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με τη χώρα στην οποία διώκεται, καθώς και γενικότερα θέματα υγείας (βλ. Κρίνος Θεοχάρους κ.α. v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48, Ψύλλας v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 444, Χ΄΄Δημητρίου v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45). Όλοι οι πιο πάνω παράγοντες έχουν αναγνωριστεί από τη νομολογία ως παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια αιτήσεων κράτησης. Ωστόσο, τέτοιοι παράγοντες, όπως και οι επιπτώσεις της κράτησης στην προσωπική, οικογενειακή και επαγγελματική ζωή ενός υποδίκου, έστω και αν είναι δυσμενείς, δεν υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης (βλ. Βασιλείου v. Δημοκρατίας (ανωτέρω) και Γενικός Εισαγγελέας v. Λουκάς Σιδερένιος κ.α., Ποινικές Εφέσεις 73-76/2008, ημερομηνίας 23/04/2008). Τέλος, λαμβάνεται υπόψη και ο χρόνος κράτησης του υποδίκου (βλ. Χ΄΄Δημητρίου v. Δημοκρατίας (ανωτέρω). Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω το αίτημα στην παρούσα υπόθεση. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι είναι άκρως σοβαρά. Ενδεικτικό της σοβαρότητας τους είναι και οι προβλεπόμενες στο Νόμο ποινές. Για το αδίκημα του φόνου, μόνη ενδεδειγμένη και επιτακτική ποινή η οποία επιβάλλεται είναι η δια βίου φυλάκιση. Πρόκειται για το σοβαρότερο αδίκημα από οποιαδήποτε άλλα αδικήματα τα οποία προνοούνται στον Ποινικό Κώδικα. Πέραν τούτου, τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως φαίνεται από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου είναι ιδιαίτερα σοβαρά αφού φαίνεται ότι το θύμα εξέπνευσε μετά από τραυματισμό του ο οποίος δυνατό να προήλθε από κτύπημα με πέτρα, γροθιά ή επίμηκες όπλο. Είναι λοιπόν ξεκάθαρο ότι εδώ έχουμε το σοβαρότερο αδίκημα που περιέχεται στον Ποινικό Κώδικα. Επιπρόσθετα από τα πιο πάνω, θα πρέπει να εξεταστεί και κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα καταδίκης των κατηγορουμένων. Ενώπιον του Δικαστηρίου έχει κατατεθεί το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης (βλ. τεκμήριο Α) το οποίο αποτελεί και τη βάση πάνω στην οποία το Δικαστήριο θα εξετάσει τη πιθανότητα αυτή. Έχει αναφερθεί ανωτέρω ότι η μαρτυρία αυτή αντικρίζεται στην όψη της και μόνο, δεν αξιολογείται και ούτε εξετάζονται ζητήματα δεκτότητας της ή όχι. Λέγοντας αυτό, απαντάται και η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η μαρτυρία που υπάρχει είναι εξ' ακοής και κατ' επέκταση αδύνατη. Δεν θα αξιολογήσει την υπάρχουσα μαρτυρία το παρόν Δικαστήριο αλλά το εκδικάζον. Είναι γεγονός όμως και προκύπτει από όλο το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε σαφή και ξεκάθαρη άμεση μαρτυρία η οποία να ενοχοποιεί και τους δύο κατηγορούμενους και να επεξηγεί τον τρόπο και τις ακριβείς συνθήκες κάτω από τις οποίες κτυπήθηκε ή τραυματίστηκε το θύμα και πώς και από ποιό γενικά προήλθε ο θάνατος της. Παρόλα αυτά, ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει περιστατική μαρτυρία η οποία όμως θα πρέπει να λεχθεί δεν υπολείπεται σε δύναμη οποιασδήποτε άλλης μορφής μαρτυρίας. Εκείνο το οποίο απαιτείται όμως, είναι τα σκόρπια μέρη της να αποκτήσουν τέτοια συνεκτικότητα που να εδραιώνουν, με ακαταμάχητη πειστικότητα, την καταδίκη για ένα έγκλημα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ.9 και Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R.73). Έχω διεξέλθει με προσοχή του μαρτυρικού υλικού και από αυτό προκύπτει μαρτυρία για τα ακόλουθα γεγονότα, χωρίς επαναλαμβάνω αυτή να αξιολογείται και χωρίς να προβαίνω σε συγκεκριμένα ευρήματα γεγονότων: Η 1η κατηγορούμενη είναι αδελφή του θύματος και ο 2ος κατηγορούμενος ο σύζυγος της. Τόσο το θύμα όσο και ο 2ος κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο και προηγουμένως ζούσαν έξω από το χωριό Κρήτου Τέρρα, σε χωράφι το οποίο διατηρούσαν και κοιμόνταν πάνω σε κουβέρτες κάτω από δένδρα. Ομολογουμένως, οι συνθήκες διαβίωσης τους όπως αναφύονται από το μαρτυρικό υλικό ήταν πρωτόγνωρες για την εποχή που ζούμε. Επίσης, προκύπτει ότι η 1η κατηγορούμενη ενώ διατηρούσε σπίτι στο χωριό Κρήτου Τέρρα, κάποιες φορές διέμενε μαζί με την αδελφή της και το γαμπρό της στο συγκεκριμένο σημείο. Κατά τον ουσιώδη χρόνο και η 1η κατηγορούμενη διέμενε μαζί τους. Έφυγε από το σπίτι της στις 19/07/2014 και επέστρεψε στις 22/07/2014 αργά το απόγευμα. Επίσης, στο μέρος ανευρέθηκαν τρεις κουβέρτες σε τρία ξεχωριστά σημεία. Πέραν των πιο πάνω, προκύπτει ότι στις 22/07/2014 και περί ώρα 19:00 περίπου συγκεκριμένο άτομο που βρισκόταν στην περιοχή άκουσε τον 2ον κατηγορούμενο να φωνάζει και να βρίζει και δύο γυναικείες φωνές που υπολογίζει ότι πρέπει να ήταν του θύματος και της 1ης κατηγορούμενης. Μετά από πάροδο μισής με μια ώρα, η 1η κατηγορούμενη βγήκε σε παρακείμενο δρόμο και κάνοντας ώτοστοπ μεταφέρθηκε στο σπίτι της στο χωριό Κρήτου Τέρρα. Μαρτυρία την φέρει να είναι σοβαρά τραυματισμένη αλλά να αρνείται να πει τι έπαθε και από πού προήλθαν τα τραύματα της και η ίδια να είναι ανήσυχη. Το ίδιο συμβαίνει και την επομένη μέρα, αφού φαίνεται να είναι ανήσυχη και συγχυσμένη έχοντας περίεργη συμπεριφορά έναντι των γειτονισσών της χωρίς να δέχεται να τύχει περίθαλψης για τα τραύματα της και να αναφέρει σε κάποια στιγμή ότι προήλθαν από πέσιμο στο έδαφος, θέση την οποία αργότερα αναφέρει και στην Αστυνομία η οποία όμως φαίνεται να καταρρίπτεται από ιατροδικαστική μαρτυρία. Επίσης, προκύπτει ότι θύμα και κατηγορούμενοι συζητούσαν και είχαν περιουσιακές διαφορές και επισκέπτονταν συχνά το Κτηματολόγιο και δικηγόρους. Μια εβδομάδα προηγουμένως του θανάτου του θύματος η 1η κατηγορούμενη με το θύμα επισκέφθηκαν συγκεκριμένο δικηγόρο όπου έκαμαν διαθήκη. Το θύμα και ο 2ος κατηγορούμενος είχαν διαφορές και τσακώνονταν συχνά και ο 2ος κατηγορούμενος απείλησε το θύμα πολλές φορές ότι θα την σκοτώσει και ότι θα την κτυπήσει στο κεφάλι με το μπαστούνι του. Το θύμα φοβόταν για τη ζωή της από τον κατηγορούμενο και προκειμένου να τον αποκλείσει από την κληρονομιά της περιουσίας του ήταν διατεθειμένη να τον χωρίσει και να καταγγείλει και υπόθεση στην Αστυνομία για πλαστογραφία και ότι ένεκα αυτής απέκτησε περιουσία του θύματος. Η 1η κατηγορούμενη φάνηκε ότι έπαιρνε το μέρος του 2ου κατηγορούμενου τη συγκεκριμένη στιγμή και καθησύχαζε και απέτρεπε το θύμα από το να προβεί σε οποιαδήποτε από τις ενέργειες αυτές. Περαιτέρω, ανέφερε στο συγκεκριμένο δικηγόρο ότι ο 2ος κατηγορούμενος ήθελε να πάει στην Αμερική μαζί της. Πέραν των πιο πάνω, υπάρχει μαρτυρία από την ιατροδικαστή Χαρά Σπηλιωτοπούλου ότι αιτία θανάτου του θύματος ήταν η υπαραχνοειδής αιμορραγία τραυματικής αιτιολογίας. Διαπιστώθηκε ότι στο θύμα υπήρχαν κακώσεις στην περιοχή της κεφαλής και αιμορραγικές διυθήσεις στα μαλακά μόρια του τριχωτού της κεφαλής και στην επικράνια απονεύρωση αριστερά. Αυτό σημαίνει, σύμφωνα με την εν λόγω ιατροδικαστή, κτυπήματα εξωτερικά πάνω στο κρανίο χωρίς να έχουν τόση σφοδρότητα. Επίσης, τα τραύματα τόσο της 1ης όσο και του 2ου κατηγορούμενου αλλά και του θύματος αναφέρεται ότι προήλθαν από θόλον όργανο που μπορεί να είναι πέτρα, μπορεί να είναι κάποιο επίμηκες όργανο και μπορεί να είναι με γροθιά. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι η δύναμη της πλήξης δεν ήταν μεγάλη, διότι κάποιο από τα τρία άτομα δεν είχε κάποιο κάταγμα στην περιοχή της κεφαλής. Δεν αποκλείεται οι κακώσεις αυτές να έχουν γίνει από ηλικιωμένο άτομο ή από πρόσωπο με μικρή μυϊκή δύναμη. Περαιτέρω, λεπτομέρειες θα δοθούν από τη συγκεκριμένη ιατροδικαστή, όπως φαίνεται από τις αναφορές της στην κατάθεση της, στην ιατροδικαστική έκθεση που θα ετοιμάσει. Επίσης, προκύπτει ότι το θύμα ανευρέθηκε νεκρό στο χώρο όπου διέμενε μαζί με τους κατηγορουμένους σκεπασμένο με μια κουβέρτα μέχρι το κεφάλι, στο οποίο έφερε τραύμα. Αυτό έγινε μετά που ο 2ος κατηγορούμενος επιχείρησε και μετέβηκε στο Νοσοκομείο για περίθαλψη των τραυμάτων του. Περαιτέρω, σε κατάθεση της η 1η κατηγορούμενη ημερομηνίας 28/07/2014 φαίνεται να εμπλέκει άμεσα τον 2ον κατηγορούμενο με τον τραυματισμό και το θάνατο του θύματος. Αναφέρει ότι το θύμα συζήτησε με τον 2ον κατηγορούμενο ο οποίος ήταν πολύ θυμωμένος και όταν μπήκε στη μέση να τους χωρίσει, το θύμα έπεσε στο έδαφος. Πιο κάτω αναφέρει ότι το θύμα το έσπρωξε ο 2ος κατηγορούμενος και έπεσε στο έδαφος και η ίδια την βοήθησε να σηκωστεί και της ανέφερε το θύμα ότι ζαλιζόταν και την έβαλε κάτω από τη συκαμινιά για να κοιμηθεί και την σκέπασε με μια κουβέρτα. Επίσης, πιο κάτω στην κατάθεση της προβάλει και τη θέση ότι τα τραύματα της προήλθαν από κτυπήματα που της επέφερε ο 2ος κατηγορούμενος με το μπαστούνι. Πιο κάτω περαιτέρω, αναφέρει ότι ο 2ος κατηγορούμενος κτύπησε τόσο το θύμα όσο και αυτή με το μπαστούνι και ότι ο 2ος κατηγορούμενος κτυπούσε συχνά το θύμα τόσο με τα χέρια του όσο και με το μπαστούνι του. Πέραν των πιο πάνω, ο 2ος κατηγορούμενος αναφέρει σε καταθέσεις του ημερομηνίας 25 και 28/07/2014 ότι το θύμα ήταν τραυματισμένο, ξαπλωμένο κάτω από το δένδρο και έλεγε της 1ης κατηγορουμένης να την πάρουν στο γιατρό και αυτή του έλεγε ότι θα της περάσει. Η πιο πάνω περιστατική μαρτυρία καθώς και η μαρτυρία που προκύπτει από τις καταθέσεις των ιδίων των κατηγορουμένων και η υπόλοιπή μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου και η συμπεριφορά των κατηγορούμενων μετά τη σύλληψη τους, κρίνω ότι συνδέει και εμπλέκει και τους δύο κατηγορούμενους με τη διάπραξη των αδικημάτων. Η αξιολόγηση όλης αυτής της μαρτυρίας και πού αυτή στο τέλος μπορεί να οδηγήσει είναι ζητήματα που θα εξετάσει το εκδικάζον Δικαστήριο. Εκείνο το οποίο μπορεί να λεχθεί για σκοπούς του σταδίου αυτού είναι ότι με βάση το μαρτυρικό υλικό υπάρχει ορατή πιθανότητα καταδίκης, χωρίς επαναλαμβάνω να υπεισέρχομαι σε θέματα ουσίας και χωρίς φυσικά να αποκλείεται το ενδεχόμενο αθώωσης τους. Σε σχέση με τον τρόπο που θα πρέπει να αντιμετωπίζεται το μαρτυρικό υλικό στα στάδιο αυτό και κατά πόσο αυτό είναι τέτοιο που να ικανοποιεί την προϋπόθεση της πιθανότητας καταδίκης, παραπέμπω στο πιο κάτω απόσπασμα από την Χριστόδουλος Νικήτα κ.α. v. Δημοκρατίας
(2011)2 A.A.Δ. 54: «Η πιθανολόγηση της καταδίκης τους συναρτήθηκε με το ενώπιον του Κακουργιοδικείου μαρτυρικό υλικό, το οποίο, στο στάδιο αυτό, εκτιμάται στην όψη του και μόνο, χωρίς τελικές διαπιστώσεις . Υπάρχει μαρτυρία - και σ' αυτήν αναφέρθηκε το Κακουργιοδικείο - η οποία συνδέει τους εφεσείοντες με τα αδικήματα. Ποια η βαρύτητα αυτής της μαρτυρίας και μέχρι πού μπορεί να οδηγήσει δεν είναι του παρόντος. Ούτε η απουσία των εκθέσεων των εμπειρογνωμόνων και άλλων εγγράφων, για τα οποία γίνεται αναφορά σε καταθέσεις, επηρεάζει, στο στάδιο αυτό, για τους λόγους που έχουμε προαναφέρει. Το ενώπιον του Κακουργιοδικείου υλικό ικανοποιούσε το ενδεχόμενο της καταδίκης των εφεσειόντων και αυτό ήταν αρκετό. Περί πιθανολόγησης και μόνο ο λόγος - (βλ. Ευριπίδου κ.α. v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337 και Κουννάς κ.α. v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 423).» Πέραν τούτου, σε περίπτωση καταδίκης, οι ποινές που θα επιβληθούν για τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να είναι αυστηρές. Για την ακρίβεια μια είναι η ποινή που επιβάλλεται για το αδίκημα της 2ης κατηγορίας, αυτή της δια βίου φυλάκισης όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω. Τα πιο πάνω από μόνα του όμως, δεν είναι αρκετά για να διαταχθεί η κράτηση των κατηγορούμενων. Στα πιο πάνω, θα πρέπει να συνυπολογιστούν και οι υποκειμενικοί παράγοντες. Από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου αλλά και από το μαρτυρικό υλικό, σε σχέση με την 1ην κατηγορούμενη προκύπτει ότι αυτή τα τελευταία 35 - 40 χρόνια διέμενε στο Σικάγο στην Αμερική. Η ίδια σε κατάθεση της ημερομηνίας 23/07/2014 αναφέρει ότι είναι μόνιμη κάτοικος του Σικάγου Ηνωμένων Πολιτειών και ότι ήρθε στην Κύπρο πριν από περίπου ένα μήνα για διακοπές και υπολογίζει να πάει πίσω σε κανένα μήνα. Δεν είναι παντρεμένη, δεν έχει παιδιά και στην Κύπρο είναι μόνη της ενώ στο Σικάγο έχει, σύμφωνα με τον εξεταστή μεγάλη περιουσία. Αντεξεταζόμενος ο ανακριτής, του υποβλήθηκε ότι η κατηγορούμενη ήρθε πριν από περίπου ένα χρόνο περίπου με πρόθεση να μείνει μόνιμα στην Κύπρο χωρίς να είναι σε θέση να το επιβεβαιώσει παραπέμποντας στις καταθέσεις της ιδίας που ανέφερε σε μια από αυτές ότι ήρθε πριν 2 -3 μήνες στην Κύπρο και ότι ήρθε και τον Νοέμβριο του 2013 και επέστρεψε πίσω ξανά. Όπως και να έχουν όμως τα ακριβή γεγονότα, εκείνο το οποίο προκύπτει σε σχέση με τις προσωπικές συνθήκες της κατηγορούμενης είναι ότι αυτή είναι ηλικίας 77 χρόνων, άγαμη και χωρίς παιδιά και άλλους στενούς συγγενείς στην Κύπρο. Φαίνεται ότι έζησε όλη της τη ζωή στο Σικάγο της Αμερικής και ερχόταν στην Κύπρο για διακοπές τα καλοκαίρια. Επίσης, φαίνεται να διαθέτει μεγάλη περιουσία στην Αμερική. Από όλα τα πιο πάνω, προκύπτει ότι η κατηγορούμενη έχει δεσμούς με άλλη χώρα του εξωτερικού και συγκεκριμένα με το Σικάγο Αμερικής, οι οποίοι είναι ισχυρότεροι από αυτούς που έχει με την Κύπρο οι οποίοι θα έλεγα είναι πολύ χαλαροί και με το θάνατο της αδελφής της, πλέον δεν υπάρχει κάποιο άλλο στενό συγγενικό πρόσωπο το οποίο θα αποτελούσε λόγο παραμονής της στην Κύπρο. Τα πιο πάνω σε συνδυασμό με όλα τα ανωτέρω που ανέφερα και τη σοβαρότητα του αδικήματος που αντιμετωπίζει καθιστούν τον κίνδυνο φυγοδικίας της ορατό. Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που θα συνηγορούσε στην ανατροπή της σκέψης της κατηγορουμένης να εγκαταλείψει την Κύπρο και να φυγοδικήσει. Παρόλο που ο συνήγορος της κατηγορουμένης υποστήριξε την απόλυση της με όρους, δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου συγκεκριμένοι και ολοκληρωμένοι όροι που κατά την εισήγηση του θα ήταν επαρκείς να διασφαλίσουν την παρουσία της κατά τη δίκη. Εντούτοις, κρίνω ότι οι όποιοι όροι ενδεχομένως να μπορούσαν να τεθούν δεν θα εξάλειφαν τον ορατό κίνδυνο φυγοδικίας. Σε σχέση με τον 2ον κατηγορούμενο εκείνο το οποίο έχει προκύψει από όλα τα ενώπιον μου στοιχεία είναι ότι πρόκειται για άνθρωπο ηλικίας 83 χρόνων ο οποίος όλα τα χρόνια της ζωής του τα έζησε στην Πάφο και στο χωριό του Κρήτου Τέρρα ασχολούμενος με τα χωράφια του. Έχει ένα τέκνο από τον 1ον του γάμο ενώ με το θύμα δεν απέκτησε παιδιά. Περαιτέρω, φαίνεται ότι έχει περιουσία και οικονομική ευχέρεια. Σε σχέση με την υγεία του, έλαβα υπόψη μου τα όσα ο συνήγορος του ανέφερε τα οποία όμως, θεωρώ, είναι υπερβολικά και δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματική του κατάσταση όπως αυτή φαίνεται από τα ιατρικά πιστοποιητικά που βρίσκονται στο φάκελο του μαρτυρικού υλικού αλλά ακόμη από το ίδιο το ιατρικό πιστοποιητικό το οποίο κατατέθηκε από το συνήγορο ως τεκμήριο Β. Παρόλο που ο ιατρός ο οποίος εξέδωσε το Τεκμήριο Β δεν προσήλθε στο δικαστήριο να δώσει περισσότερες διευκρινίσεις σε σχέση με τα όσα αναφέρει σε αυτό, λόγω του ότι η υπεράσπιση δεν επιθυμούσε κάτι τέτοιο και παρόλο που προκλήθηκε περί τούτου από την κατηγορούσα αρχή, εντούτοις ακόμη και από το ίδιο το περιεχόμενο του δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει κάποια προβλήματα υγείας μόνιμης φύσεως. Η γνώμη του συγκεκριμένου ιδιώτη - ιατρού είναι ότι ο κατηγορούμενος υπέστη τραυματισμούς στα άκρα, χέρι αριστερά (αντιβραχίονα), αγκόνα δεξιά και γόνατα. Λόγω πόνων δεν μπορεί να σταθεί και να περπατήσει. Χρήζει συντηρητικής αγωγής με αντιφλεγμονώδη και αναλγητικά. Τα πιο πάνω τραύματα, ελλείψει οποιασδήποτε άλλης επεξήγησης, φαίνεται να είναι παροδικής φύσεως και εν πάση περιπτώσει δεν προκύπτει να έχει οποιοδήποτε μόνιμο κινητικό πρόβλημα. Πέραν των πιο πάνω, ενώπιον μου έχει τεθεί μαρτυρία από τον ανακριτή της υπόθεσης, η οποία δεν έτυχε αμφισβήτησης, ότι παρά το ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 83 χρόνων και ποτέ του δεν είχε διαβατήριο, εντούτοις περί τον Μάρτιο του 2014 αποτάθηκε στις αρχές και εξασφάλισε διαβατήριο το οποίο ήθελε για να το χρησιμοποιήσει και να μεταβεί στην Αμερική. Επίσης, υπάρχει μαρτυρία και γραπτή κατάθεση συγκεκριμένου δικηγόρου ο οποίος αναφέρει ότι μια εβδομάδα πριν από το θάνατο του θύματος όταν επισκέφθηκε το γραφείο του η 1η κατηγορούμενη του ανέφερε ότι ο 2ος κατηγορούμενος ήθελε να μεταβεί στην Αμερική και την πίεζε να τον πάρει μαζί του. Εκείνο το οποίο αναφύεται από τα πιο πάνω είναι η επιθυμία του κατηγορούμενου να φύγει από την Κύπρο και να μεταβεί στο εξωτερικό και προς την κατεύθυνση αυτή προβαίνει σε συγκεκριμένη πράξη δηλαδή την εξασφάλιση διαβατηρίου. Εκείνο το οποίο έχουμε στην παρούσα περίπτωση δεν είναι μόνο το γεγονός ότι έχουμε ένα κατηγορούμενο που για 83 χρόνια ζει μόνιμα στην Πάφο και με ισχυρούς δεσμούς με την Κύπρο. Προκύπτει να έχουμε ένα κατηγορούμενο, ο οποίος εκφράζει και επιθυμία το τελευταίο διάστημα εγκατάλειψης της Κύπρου και μετάβασης του σε άλλη χώρα και προς τούτο προβαίνει και σε συγκεκριμένη πράξη. Δεν φαίνεται να έχει οποιαδήποτε εξαρτώμενα, έχει οικονομική άνεση και τα προβλήματα υγείας που προέκυψαν ότι αντιμετωπίζει δεν φαίνεται να μπορούν να αποτελούν εμπόδιο, αφού φαίνεται να είναι παροδικά με βάση πάντα τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Δεδομένων των πιο πάνω και σε συνδυασμό και με τα υπόλοιπα που αναφέρθηκαν ανωτέρω και ιδιαίτερα τη σοβαρότητα του αδικήματος που αντιμετωπίζει η επιθυμία του αυτή να φύγει στο εξωτερικό καθίσταται πλέον και μια ανάγκη και ως εκ τούτου η πιθανότητα να φυγοδικήσει ορατή. Παρά τα πιο πάνω όμως, ακόμη και το γεγονός και μόνο ότι έχει ισχυρούς δεσμούς με τη Κύπρο και ότι για 83 χρόνια έζησε τη ζωή στην Πάφο δεν θα μπορούσε από μόνο του να έχει καταλυτική σημασία λαμβανομένου υπόψη και όλων των περιστάσεων της υπόθεσης. Στην Νικολάου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 790 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «..είναι αυτονόητο ότι ένας Κύπριος κατηγορούμενος έχει κατά κανόνα δεσμούς με τη χώρα του που μπορεί να είναι δυνατοί ή χαλαροί, ανάλογα με τις ιδιαίτερες του συνθήκες. Οι δεσμοί αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν ως ασπίδα για τον ύποπτο ή υπόδικο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται.» Πέραν των πιο πάνω, ο τρόπος που αποκαλύφθηκε η υπόθεση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ως ένδειξη παρουσίας του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο κατά τη δίκη του. Ο ίδιος, όπως προκύπτει αναγκάστηκε να μεταβεί στο Νοσοκομείο για περίθαλψη λόγω των τραυμάτων του και άτομα τα οποία τον είδαν και τον μετέφεραν στο Νοσοκομείο ειδοποίησαν την Αστυνομία και αποκαλύφθηκε εν τέλει η υπόθεση. Το πιο πάνω δεν μπορεί να θεωρηθούν ως ένδειξη εμφάνισης του στη δίκη (βλ. Παρασκευάς v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 607 για το πότε και πώς λαμβάνεται υπόψη η οικειοθελής εμφάνισης του υποδίκου στην Αστυνομία). Επειδή ο ευπαίδευτος συνήγορος έκανε αναφορά στην Τheodosiou v. The Police (ανωτέρω) και την παραλλήρησε με την παρούσα, οφείλω να αναφέρω ότι εκείνη η υπόθεση αποφασίστηκε με βάση τα δικά της περιστατικά και θεωρήθηκε ως εξαίρεση. Παρόλα αυτά θα πρέπει να αναφερθεί ότι σε τέτοιου είδους αιτήματα όλες οι υποθέσεις αποφασίζονται με βάση τα δικά τους περιστατικά και εκείνο το οποίο επιχειρείται να γίνει είναι η πιθανολόγηση προσέλευσης ή όχι ενός υποδίκου κατά τη δίκη του με βάση καλά νομολογιακά καθιερωμένες αρχές. Εντούτοις όμως, ακόμη και να επιχειρηθεί σύγκριση λόγω του ότι και εκεί το αδίκημα που αντιμετώπιζε η εφεσείουσα ήταν φόνος φαίνεται ότι υπάρχουν αρκετές διαφορές με τη παρούσα. Κατ' αρχή σε εκείνη την υπόθεση οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος ήταν διαφορετικές. Επίσης, η εφεσείουσα ήταν παντρεμένη γυναίκα και μητέρα δύο ανήλικων τέκνων και καλή και αφοσιωμένη σύζυγος, εξαιρετικού χαρακτήρα και με λευκό ποινικό μητρώο. Εδώ παρά το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου δεν μπορεί να λεχθεί τουλάχιστον ότι ήταν εξαιρετικού χαρακτήρα, όπως προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό. Συγκεκριμένα, υπάρχουν καταθέσεις συγχωριανών και γνωστών του που αναφέρουν ότι ήταν οξύθυμος, επιτίθετο ρίχνοντας πέτρες και γυρίζοντας το μπαστούνι και η συμπεριφορά του απέναντι στο θύμα δεν ήταν καλή και εκτόξευε συνεχώς απειλές ότι θα την σκοτώσει. Συνοψίζοντας λοιπόν, κρίνω ότι οι προσωπικές συνθήκες και τα προβλήματα υγείας του κατηγορουμένου δεν είναι τέτοια που να υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον απονομής της ποινικής δικαιοσύνης. Οι πιο πάνω υποκειμενικοί παράγοντες του κατηγορουμένου σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα του αδικήματος δεν είναι τέτοιοι που να μπορούσαν να ανατρέψουν τη σκέψη του κατηγορούμενου για φυγοδικία και πιθανολογώ ότι υπάρχει ορατό ενδεχόμενο. Έχω λάβει υπόψη μου επίσης και τους συγκεκριμένους όρους που ο ευπαίδευτος συνήγορος ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του. Κρίνω ότι αυτοί δεν θα ήταν ικανοί να αποκλείσουν το ενδεχόμενο φυγοδικίας το οποίο εξασφαλίζεται μόνο με την κράτηση του κατηγορούμενου. Σε σχέση με το χρόνο κράτησης των κατηγορουμένων, αυτός κρίνω ότι δεν είναι τέτοιος που θα μπορούσε να ανατρέψει όλα τα πιο πάνω. Η περίοδος αυτή του ενάμιση περίπου μήνα μέχρι τη δικάσιμο δεν είναι υπερβολικός χρόνος σύμφωνα πάντα και με την νομολογία μας (βλ. Χ΄΄Δημητρίου v. Δημοκρατίας (ανωτέρω) και Salib v. Aστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 49). Εν όψει των πιο πάνω, καταλήγω ότι υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο οι κατηγορούμενοι να φυγοδικήσουν αν αφεθούν ελεύθεροι και το ενδεχόμενο να μην παρουσιαστούν στην δίκη τους, είναι ορατό. Έχοντας κατά νου όλα όσα ανέφερα προηγουμένως έχω ικανοποιηθεί υπό τις περιστάσεις ότι πρέπει να διατάξω την κράτηση των κατηγορουμένων 1 και 2 μέχρι την δίκη τους και κατά συνέπεια, ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, εκδίδω διάταγμα για την κράτηση των κατηγορουμένων 1 και 2 μέχρι την 16ην/09/2014 οπόταν η υπόθεση είναι ορισμένη ενώπιον του κακουργιοδικείου. (Υπ.) ........................................ Χρ. Χριστοδούλου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο