← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. JOSEPH RAYMOND BAILEY, Αρ. Υπόθεσης: 8842/11, 25/7/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. JOSEPH RAYMOND BAILEY, Αρ. Υπόθεσης: 8842/11, 25/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B133 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8842/11 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Κατηγορούσας Αρχής v. JOSEPH RAYMOND BAILEY Κατηγορουμένου ----------------------- Ημερομηνία: 25/07/2014. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Eιρ. Σάββα. Για τον Κατηγορούμενο : κ. Ε. Ερωτοκρίτου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει σύμφωνα με το κατηγορητήριο 11 κατηγορίες πλαστογραφίας κατά παράβαση των άρθρων 331,332,333 και 336 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 (κατηγορίες αρ. 1,4,7,10,13,16,19,22,25,28 και 31), 11 κατηγορίες κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331,332,333, 336 και 339 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 (κατηγορίες αρ. 2,5,8,11,14,17,20,23,26,29 και 32), 7 κατηγορίες απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορίες αρ. 3,6,9,12,15,18 και 21) και 4 κατηγορίες απόπειρας απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των ίδιων πιο πάνω άρθρων (κατηγορίες 24,27,30 και 33) . Όπως προκύπτει από τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών, ο κατηγορούμενος σε τρεις ξεχωριστές ημερομηνίες εντός του μηνός Απριλίου 2010 και συγκεκριμένα στις 09, 12 και 15 Απριλίου 2010 κατηγορείται ότι πλαστογράφησε και κυκλοφόρησε 11 ταξιδιωτικές επιταγές και παρουσιάζοντας αυτές σε τρία τραπεζικά και συνεργατικά ιδρύματα απέσπασε διάφορα χρηματικά ποσά στις επτά περιπτώσεις, ενώ στις υπόλοιπες τέσσερις αποπειράθηκε να το πράξει. H κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε πέντε

(5)μάρτυρες κατηγορίας και συγκεκριμένα τον Αστ. 1830 Ν. Π΄΄ Αριστοδήμου (Μ.Κ.1), την κα Άντρεα Καρούζη (Μ.Κ.2), την κα Ρεβέκκα Θρασυβούλου (Μ.Κ.3), την Γ/Αστ. 3439 Θεοδώρα Νεάρχου (Μ.Κ.4) και την κα Αντωνία Ρουσή (Μ.Κ.5). Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή και στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, διακόπηκαν οι κατηγορίες που αφορούσαν τις πλαστογραφίες των επίδικων επιταγών δηλαδή οι κατηγορίες 1,4,7,10,13,16,19,22,25,28 και 31 και παρέμειναν οι υπόλοιπες. Με σχετική ενδιάμεση απόφαση του, το Δικαστήριο κάλεσε τον κατηγορούμενο σε απολογία για τις κατηγορίες αυτές και μετά από αυτό επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Πέραν των πιο πάνω, κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και διάφορα παραδεκτά γεγονότα ως ακολούθως: Α) Δέσμη αποτελούμενη από τις γραπτές κατηγορίες του κατηγορούμενου οι οποίες του απαγγέλθηκαν από τον Αστ. 2495 Α. Τσαππή στη μητρική του γλώσσα συνοδευόμενη από πιστές μεταφράσεις στα Ελληνικά (βλ. τεκμήριο Α1). Σε αυτές ο κατηγορούμενος ουσιαστικά προβάλει τη θέση μέσω των απαντήσεων του ότι δεν γνώριζε ότι οι επίδικες επιταγές ήταν πλαστές. Β) Γραπτή κατάθεση του Αστ. 2495 Α. Τσαππή (τεκμήριο Β) στην οποία αναφέρονται οι ενέργειες του σε σχέση με τη παραλαβή και διακίνηση δέκα δειγμάτων γραφής του κατηγορούμενου (τεκμήριο 2) καθώς επίσης και συγκεκριμένων ταξιδιωτικών επιταγών - τεκμήρια 3,4 και 5). Γ) Γραπτή κατάθεση Α/Αστ. 4554 Μ. Χριστοδούλου, στην οποία αναφέρει ότι στις 16/04/2010 του κατάγγειλε η Μ.Κ.2 ότι στις 12/04/2010 ο κατηγορούμενος μετέβηκε στη ΣΠΕ Κ. Πάφου όπου εργάζεται ως ταμίας και τις παρουσίασε τις ταξιδιωτικές επιταγές τεκμήρια 14-17, όλες για το ποσό των €500, ζήτησε να τις εξαργυρώσει, πράγμα και το οποίο έκανε. Παρέλαβε επίσης τις εν λόγω επιταγές και στις 17/04/2010 τις παρέδωσε στον Γ/Αστ. 3439 Θ. Νεάρχου (Μ.Κ.4). Δ) Η παραλαβή, συσκευασία, σφράγιση, φύλαξη και διακίνηση όλων των τεκμηρίων μέχρι την κατάθεση τους στο Δικαστήριο έγινε ορθά και νομότυπα χωρίς να επέλθει οποιαδήποτε αλλοίωση ή επέμβαση από οποιονδήποτε, πλην για τις επιστημονικές εξετάσεις. Ε) Έκθεση Πραγματογνώμονα Γ. Χρυσάνθου Λοχ. 837 στην οποία αναφέρεται ότι οι υπογραφές στα τεκμήρια 3, 4 και 5 ανήκουν στον κατηγορούμενο. Επίσης, η γραφή του ονόματος «Joseph Bailey» και της ημερομηνίας «09/04/2010» ανήκουν στον κατηγορούμενο. ΣΤ) Έκθεση Πραγματογνώμονα Αστ. 2335 Στ. Φωτίου στην οποία καταλήγει ότι τα τεκμήρια 3,4 και 5 είναι εξολοκλήρου πλαστά έντυπα. Ζ) Έκθεση Πραγματογνώμονα Α/Λοχ. 40 Χρ. Χριστοφίδου στην οποία καταλήγει ότι οι ταξιδιωτικές επιταγές - τεκμήρια 7-18 είναι εξολοκλήρου πλαστές. Η) Έκθεση Πραγματογνώμονα Γ. Χρυσάνθου Λοχ. 837 ημερ. 06/05/2010 στην οποία καταλήγει ότι όλες οι γραφές και υπογραφές σε όλα τα πιο πάνω τεκμήρια 7-18 πλην της γραφής του ονόματος «Joseph Bailey» με μικρά γράμματα στα τεκμήρια 14-17, ανήκουν στον κατηγορούμενο. Ουσιαστικά η θέση του κατηγορουμένου είναι ότι δεν είχε γνώση ότι οι επίδικες επιταγές ήταν πλαστές. Ανέφερε ότι μέσω του διαδικτύου βρήκε δουλειά σε μια εταιρεία με το όνομα «NEW FOODS» με έδρα το LEICESTER της Αγγλίας και τα καθήκοντα του ήταν σαν PAYROLE ASSISTANT. Συγκεκριμένα, η δουλειά του θα ήταν να εξαργυρώνει σε μετρητά ταξιδιωτικές επιταγές και να στέλνει στην εταιρεία τα χρήματα μετά που θα έπαιρνε την προμήθεια του η οποία θα ήταν 100 Στερλίνες για κάθε εξαργύρωση που θα έκανε. Αυτό έπραττε στις προκείμενες περιπτώσεις και δεν γνώριζε ότι οι εν λόγω επιταγές που του αποστάληκαν για εξαργύρωση ήταν πλαστές. Συνοπτικά η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου έχει ως ακολούθως: Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα τεκμήρια: α) 10 δείγματα γραφής και υπογραφής του κατηγορούμενου (τεκμήριο 2), β) τις ταξιδιωτικές επιταγές της AMERICAN EXPRESS με αρ. BP-031-584-267, BP-031-584-268 και BP-031-584-279 ( τεκμήρια 3, 4 και 5) γ) Δέσμη από τέσσερα δείγματα γραφής αποτελούμενα από δέκα δείγματα έκαστη (τεκμήριο 6) και τις ταξιδιωτικές επιταγές της AMERICAN EXPRESS με αρ. P 051 547 882 (τεκμήριο 7), P 051 547 876 (τεκμήριο 8), P 051 547 875 (τεκμήριο 9), P 051 547 837 (τεκμήριο 10), P 051 547 829 (τεκμήριο 11), P 051 547 828 (τεκμήριο 12), P 051 547 827 (τεκμήριο 13), BP 013 163 618 (τεκμήριο 14), BP 013 163 617 (τεκμήριο 15), BP 013 163 616 (τεκμήριο 16) και BP 013 163 615 (τεκμήριο 17). Επίσης, κατατέθηκε και η επιταγή με αρ. P 051 547 899 ως τεκμήριο
  1. Η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι στις 12/04/2010 εργαζόταν ως ταμίας στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κ. Πάφου και περί ώρα 08:30 ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε το κατάστημα όπου παρουσίασε προς εξαργύρωση τις ταξιδιωτικές επιταγές της AMERICAN EXPRESS με αρ. BP013-163-615, BP013-163-616, BP013-163-617 και BP013-163-618 για το ποσό των €500 έκαστη (βλ. τεκμήρια 14 - 17). Αφού έδωσε τα στοιχεία του, το αρ. του διαβατηρίου του, δήλωσε ως διεύθυνση ALOE HOTEL αριθμό δωματίου 346 και υπέγραψε τις εν λόγω επιταγές στο κάτω τους μέρος, τις εξαργύρωσε και του έδωσε το ποσό των €1980, αφού το ποσό των €20 κρατήθηκε από τον εν λόγω ίδρυμα ως προμήθεια. Κατέθεσε στο Δικαστήριο επίσης, την απόδειξη που εξέδωσε ως τεκμήριο
  2. Πέραν των πιο πάνω, ανέφερε ότι οι ταξιδιωτικές επιταγές συνήθως κατέχονται από τουρίστες και παρουσιάζονται στην Τράπεζα για εξαργύρωση, αφού πρώτα ληφθούν και όλα τα στοιχεία τους. Πρέπει, είπε, οι εν λόγω επιταγές να φέρουν δύο υπογραφές. Η μια υπογραφή πρέπει να υπάρχει στην ταξιδιωτική επιταγή πριν ο πελάτης να προσέλθει στο ταμείο ενώ η άλλη, η δεύτερη υπογραφή, θα πρέπει να γίνεται στα ταμείο από τον πελάτη μαζί με την αναγραφή ολογράφως του ονόματος του στο μέσο της επιταγής. Ο ταμίας έχει την ευθύνη να διαπιστώσει ότι η 1η υπογραφή που υπάρχει ήδη στην επιταγή είναι η ίδια με την 2ην υπογραφή που μπαίνει στο ταμείο και επιπλέον συμπληρώνει την ημερομηνία της εξαργύρωσης. Αναγνώρισε τα τεκμήρια 14 - 17 ως αυτά που της παρουσίασε ο κατηγορούμενος και τα εξαργύρωσε αφού βεβαιώθηκε για τα στοιχεία του. Επίσης, ανέφερε ότι οι εν λόγω επιταγές δεν έδειχναν κάτι στην όψη τους που να φαίνεται ότι είναι πλαστές. Τέλος, ανέφερε ότι μετά τη διαπίστωση ότι οι επιταγές ήταν πλαστές, η ίδια δεν επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο αλλά έγιναν προσπάθειες εντοπισμού του στο ξενοδοχείο Aloe όπου της αναφέρθηκε ότι δεν διέμενε τέτοιο άτομο εκεί. Η Μ.Κ.3 ανέφερε ότι στις 09/04/2010 εργαζόταν ως ταμίας στην ALPHA BANK που βρίσκεται στη Λεωφ. Απ. Παύλου 16 στην Πάφου, οπόταν ο κατηγορούμενος προσήλθε στο ταμείο της και παρουσίασε προς εξαργύρωση τρεις ταξιδιωτικές επιταγές της AMERICAN EXPRESS με αρ. BP-031-584-267, BP-031-584-268 και BP-031-584-279 (βλ. τεκμήρια 3, 4 και 5) και αφού του ζήτησε να της παρουσιάσει το διαβατήριο του και να υπογράψει τις εν λόγω επιταγές στην παρουσία της, πράγμα που έκανε, τις εξαργύρωσε και του έδωσε το ποσό των €
  3. Ακολούθως, ανέφερε ότι μετά από κάποιο χρονικό διάστημα ενημερώθηκε από το κεντρικό κατάστημα της Λευκωσίας ότι οι εν λόγω επιταγές δεν μπορούσαν να εξαργυρωθούν καθότι ήταν πλαστές και η ίδια ενημέρωσε τον κατηγορούμενο τηλεφωνικώς ο οποίος πήγε στο κατάστημα και ανέφερε ότι το ποσό που πήρε ήταν προκαταβολή για ένα πρόγραμμα που ετοίμασε για μια εταιρεία Security Company στην Αγγλία και ότι το συνολικό ποσό που θα πληρωνόταν ήταν 3000 ευρώ και ότι τις άλλες επιταγές ύψους 1500 ευρώ τις εξαργύρωσε σε άλλη τράπεζα και την οποία θα ενημέρωνε. Πέραν των πιο πάνω, η μάρτυρας ανέφερε ότι οι εν λόγω επιταγές δεν είχαν κάτι στην όψη τους που να δείχνουν ότι είναι πλαστές και επίσης είπε ότι ο κατηγορούμενος της έδωσε τα πραγματικά του στοιχεία, το τηλέφωνο του το κυπριακό και ότι όταν τον πήρε τηλέφωνο αυτός ανταποκρίθηκε και επισκέφθηκε το κατάστημα που εργαζόταν. Δεν γνώριζε να πει πότε μπαίνει η 1η υπογραφή και περαιτέρω είπε ότι αυτή μπορεί να τύχει να μπει κατά την ώρα που δίνονται στον πελάτη οι ταξιδιωτικές επιταγές. Η Μ.Κ.4 κατά τη μαρτυρία της αναφέρθηκε στις ενέργειες που η ίδια έκανε στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεση και ιδιαίτερα στον τρόπο που περιήλθαν στην κατοχή της οι ταξιδιωτικές επιταγές καθώς επίσης και πού τις παρέδωσε. Περαιτέρω, κατέθεσε στο Δικαστήριο τις ανακριτικές καταθέσεις που έλαβε από τον κατηγορούμενο συνοδευόμενες από μεταφράσεις αυτών, των ημερομηνιών 15/04/2010 (βλ. τεκμήρια 25Α και 25Β) 23/08/2010 (βλ. τεκμήρια 26Α και 26Β) και 17/04/2010 (βλ. τεκμήρια 27Α και 27Β). Πέραν των πιο πάνω, κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δέσμη εγγράφων τα οποία αποτελούν αλληλογραφία του κατηγορούμενου με την κατονομαζόμενη σε αυτά εταιρεία και τις οδηγίες που έπαιρνε για το τι θα έκανε σε κάθε περίπτωση (βλ. τεκμήριο 28). Σε σχέση με την εταιρεία αυτή, η μάρτυρας δεν θυμόταν να πει τι έκανε αλλά στην πορεία ανέφερε ότι έψαξε μέσω της Ιnterpol και δεν βρήκε τέτοια εταιρεία. Επίσης, συμφώνησε ότι τις εν λόγω επιταγές ο κατηγορούμενος τις έπαιρνε από το εξωτερικό μέσω DHL και ότι απόστελλε πίσω μέσω Western Union μέρος των χρημάτων που εξαργύρωνε. Πέραν της πιο πάνω αναφοράς όμως, δεν τέθηκαν οποιαδήποτε άλλα στοιχεία της έρευνας που έκανε, πού αποστέλλονταν από τον κατηγορούμενο και από ποιο αποστέλλονταν στον κατηγορούμενο. Επίσης, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος της παρέδωσε ακόμη τέσσερις επιταγές της AMERICAN EXPRESS με αρ. P-051-547-875, P-051-547-876, P-051-547-882 και P-051-547-
  4. Η Μ.Κ.5 ανέφερε ότι στις 15/04/2010 εργαζόταν στο ταμείο της Τράπεζα Κύπρου Λτδ, στην Λεωφ. Απ. Παύλου στην Πάφο όπου ο κατηγορούμενος παρουσιάστηκε και παρουσίασε προς εξαργύρωση τέσσερις ταξιδιωτικές επιταγές της AMERICAN EXPRESS με αρ. PO51-547-827, PO51-547-828, PO51-547-829 και PO51-547-837 για το ποσό των €500 έκαστη (βλ. τεκμήρια 10-13). Ζήτησε από αυτόν να τις υπογράψει και όταν τις πήρε κατάλαβε από την αφή ότι ενδεχομένως να ήταν πλαστές και ειδοποίησε την Αστυνομία. Επίσης, δεν γνώριζε να πει για ποιο λόγο μπαίνει πρώτα η 1η υπογραφή και ότι αυτό είπε, εξαρτάται από την τράπεζα που πουλά τις επιταγές. Από την αντίπερα όχθη ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης τις γραπτές του καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία (βλ. τεκμήρια 25, 26 και 27). Στις καταθέσεις του ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι τους τελευταίους πέντε μήνες ήταν άνεργος και έψαχνε για δουλειά μέσω του διαδικτύου όπου βρήκε μια εταιρεία με την ονομασία «ΝEW FOODS», εγγεγραμμένη στην Αγγλία και ακριβώς στο LEICESTER, η οποία πρόσφερε δουλειά σαν PAYROLE ASSISTANT. Τότε έστειλε το βιογραφικό του μέσω του διαδικτύου οπόταν τελικά τον προσέλαβαν και θα του έστελλαν όλες τις λεπτομέρειες της δουλειάς που θα έκανε μέσω του διαδικτύου. Η δουλεία του ήταν να εξαργυρώνει σε μετρητά ταξιδιωτικές επιταγές και να στέλλει στην εταιρεία τα χρήματα που θα έπαιρνε αφού αφαιρούσε το ποσό της προμήθειας που θα λάμβανε ο ίδιος για την δουλειά αυτή, που θα ήταν 100 στερλίνες για κάθε εξαργύρωση που θα έκανε. Αναφέρει επίσης, ότι οι εν λόγω επιταγές του αποστέλλονταν με DHL και ο ίδιος έστελλε τα χρήματα που εξαργύρωνε με WESTERN UNION. Περαιτέρω, στην κατάθεση του τεκμήριο 25 αναφέρει ότι στις 15/04/2010 έλαβε μέσω DHL οκτώ ταξιδιωτικές επιταγές των 500 ευρώ η καθεμία. Προσπάθησε να εξαργυρώσει μόνο τις 4 επιταγές και τις άλλες υπολόγιζε να τις εξαργυρώσει την επομένη 16/04/2010 σύμφωνα με οδηγίες που είχε από την εταιρεία γι αυτό δεν τις υπέγραψε. Αναγνώρισε επίσης, το τεκμήριο 28 ως την αλληλογραφία που είχε με την εν λόγω εταιρεία και ότι το μόνο που γνωρίζει γι αυτή την εταιρεία είναι ότι πουλά υγιεινά φαγητά σε όλο τον κόσμο και δεν γνωρίζει περισσότερες λεπτομέρειες επικοινωνίας. Πέραν των πιο πάνω, στις καταθέσεις του τεκμήρια 26 και 27 παραδέχεται την εξαργύρωση και λήψη των χρημάτων από την Alpha Bank Ltd στις 09/04/2010 και από την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κ. Πάφου στις 12/04/2010 και αναφέρει ότι μόλις πληροφορήθηκε ότι οι εν λόγω επιταγές ήταν πλαστές σταμάτησε να εργάζεται για την εν λόγω εταιρεία, απολογήθηκε και ήταν η θέση ότι δεν γνώριζε ότι οι εν λόγω επιταγές ήταν πλαστές και η πρώτη φορά που το έμαθε ήταν όταν συνελήφθηκε. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Όπως έχει προκύψει από την ενώπιον μου προσαχθείσα μαρτυρία, το ζητούμενο στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος είχε γνώση ότι οι επίδικες επιταγές που παρουσίασε στα συγκεκριμένα τραπεζικά ιδρύματα ήταν πλαστές. Όλη η μαρτυρία που παρουσιάστηκε από την κατηγορούσα αρχή ουσιαστικά δεν έτυχε αμφισβήτησης, εκτός από κάποια σημεία στα οποία θα αναφερθώ κατωτέρω και εκείνο που επιχειρήθηκε κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας ήταν να δώσουν κάποιες διευκρινήσεις. Πέραν τούτου, θα πρέπει να αναφερθεί ότι όλοι οι μάρτυρες κατηγορίες μου έκαναν καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι ήρθαν στο Δικαστήριο για να πουν την αλήθεια και να αναφέρουν τα γεγονότα όπως αυτά περιήλθαν στην αντίληψη τους κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Ο Μ.Κ.1 ουσιαστικά κατέθεσε στο Δικαστήριο όλα τα τεκμήρια τα οποία περιήλθαν στην κατοχή του, όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Ο μάρτυρας αυτός δεν έτυχε αντεξέτασης ούτε αμφισβητήθηκε οτιδήποτε από το περιεχόμενο των τεκμηρίων. Επίσης, να σημειωθεί ότι το γεγονός ότι η διακίνηση των τεκμηρίων έγινε νομότυπα καθώς επίσης και το γεγονός ότι οι επίδικες επιταγές είναι πλαστές αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός από πλευράς κατηγορουμένου. Αποδέχομαι ολόκληρη τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και όλα τα τεκμήρια που κατέθεσε. Η Μ.Κ.2 ανέφερε τις ενέργειες που έκανε κατά την εξαργύρωση των τεκμηρίων 14 - 17. Το γεγονός επίσης, ότι ο κατηγορούμενος στις 12/04/2010 επισκέφθηκε στην ΣΠΕ Κ. Πάφου, παρουσίασε τα εν λόγω τεκμήρια και πήρε το συνολικό ποσό των €1980 δεν έτυχε αμφισβήτησης. Εκείνο το οποίο αμφισβητήθηκε από τη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής είναι το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος της δήλωσε ως διεύθυνση διαμονής του το ξενοδοχείο ALOE, Διαμ. Αρ. 346 η οποία αναγράφεται στο τεκμήριο 20 και ότι αυτό δεν αφορά την επίδικη συναλλαγή. Δεν έχω πειστεί ούτε έχει φανεί ότι η μάρτυρας έλεγε ψέματα επί του συγκεκριμένου ζητήματος ή ότι δεν θυμόταν. Επεξήγησε τι είναι αυτό το έγγραφο - απόδειξη - η οποία ετοιμάζεται από τον ταμία και αποτελεί εσωτερικό έγγραφο. Διαφώνησε ότι τοποθέτησε την εν λόγω διεύθυνση η ίδια μετέπειτα στο εν λόγω έγγραφο. Επίσης, προκύπτει ότι αυτό εξεδόθη στις 12/04/2010 και περί ώρα 08:52, μετά πάροδο λίγων λεπτών από την ώρα που ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε το εν λόγω κατάστημα, φέρει σφραγίδα της ίδια ημερομηνίας και εν πάσει περιπτώσει δεν έχει διαπιστωθεί ότι η μάρτυρας αυτή τοποθέτησε την εν λόγω διεύθυνση διαμονής τυχαία ή από μόνη της. Πέραν των πιο πάνω, δεν έχω διαπιστώσει οτιδήποτε άλλο μεμπτό στη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής και ως εκ τούτου την αποδέχομαι στην ολότητα της. Η Μ.Κ.3 επίσης ανέφερε στο Δικαστήριο τις ενέργειες που έπραξε κατά την εξαργύρωση των τεκμηρίων 3, 4 και 5 οι οποίες δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Η αντεξέταση της ήταν περιορισμένη και διευκρινιστικής φύσεως. Δεν έχω διαπιστώσει κάτι μεμπτό στην μαρτυρία και της μάρτυρος αυτής και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Η Μ.Κ.4 ήταν μέλος της ανακριτικής ομάδας που διερευνούσε την υπόθεση αυτή και επεξήγησε όλες τις ενέργειες που η ίδια έκανε στα πλαίσια αυτά. Η μάρτυρας αυτή ανέφερε τα γεγονότα και τις ενέργειες που έκανε με σκοπό να βοηθήσει το Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα χωρίς να έχει οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο ή σκοπό. Παρόλο που είπε την αλήθεια σε σχέση με τις ενέργειες τις οποίες έκανε, εντούτοις φαίνεται να υπάρχουν κάποιες παραλήψεις στη διερεύνηση της εκδοχής του κατηγορουμένου και κάποια σημεία της μαρτυρίας της παρουσιάζουν αδυναμίες και το Δικαστήριο δεν μπορεί να δώσει βαρύτητα σε αυτά. Ερωτούμενη κατά πόσο εξέτασε μέσω της Interpol για την αναφερόμενη εταιρεία που ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος ότι εργαζόταν, απάντησε αρχικά ότι δεν θυμάται. Στη συνέχεια, αφού της ζητήθηκε και φρέσκαρε τη μνήμη της από το φάκελο είπε ότι ερεύνησε μέσω της Interpol και δεν εντόπισε τέτοιες εταιρείες. Παρόλα αυτά όμως, η ίδια δεν έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες αναφορικά με τις ενέργειες που έκανε και πώς προέκυψε ότι δεν υπήρχαν τέτοιες εταιρείες. Η θέση της υπεράσπισης όπως της υποβλήθηκε ήταν ότι μετά τη σύλληψη του κατηγορούμενου οι εν λόγω εταιρείες διαλύθηκαν. Η πιο πάνω αναφορά της και μόνο δεν είναι ικανή να καταρρίψει την εν λόγω θέση, είναι γενική και αόριστη, δεν καθορίζει πότε έλεγξε, με ποιο τρόπο και αν ευθύς εξ' αρχής δεν υπήρχαν τέτοιες εταιρείες. Περαιτέρω, σε σχέση με το ζήτημα αυτό κατά την αντεξέταση της και ερωτούμενη αν έκανε κάποιο έλεγχο στο διαδίκτυο να δει αν υπάρχουν αυτές οι εταιρείες, απάντησε «Όχι εγω προσωπικά όχι» και ούτε γνώριζε αν κάποιος άλλος συνάδελφος της το έπραξε. Με αυτή τη μαρτυρία, το Δικαστήριο αδυνατεί να προβεί σε οποιοδήποτε εύρημα επί του σημείου αυτού και δεν θα δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στους αρχικούς της ισχυρισμούς. Περαιτέρω, κατέθεσε στο Δικαστήριο κατ' ισχυρισμό αλληλογραφία - αντίγραφα ηλεκτρονικών μηνυμάτων που της παρουσίασε ο κατηγορούμενος ως τεκμήριο 28 και ανάφερε ότι οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου συνάδουν με το εν λόγω τεκμήριο και η ίδια αποδέκτηκε ότι οι εν λόγω επιταγές του αποστέλλονταν από το εξωτερικό. Το ζήτημα που προκύπτει εδώ είναι κατά πόσο το Δικαστήριο μπορεί να δώσει βαρύτητα και να αποδεκτεί το εν λόγω τεκμήριο ως γνήσιο και αληθές. Όπως προέκυψε κατά τη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής η οποία κατέθεσε και το τεκμήριο αυτό, η γνησιότητα του δεν φαίνεται να αμφισβητήθηκε ευθέως. Από την άλλη όμως, η αναφορά της για την μη ύπαρξη των εν λόγω εταιρειών αφήνει να νοηθεί ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Θα πρέπει όμως να αναφερθεί ότι η μάρτυρας αυτή κατέθεσε το τεκμήριο αυτό ως μέρος των ενεργειών που έκανε και ότι αυτό περιήλθε στην κατοχή της μετά που της το έδωσε ο κατηγορούμενος. Δεν προκύπτει να αποτέλεσε ρητά παραδεκτό γεγονός και θεωρώ ότι το Δικαστήριο έχει καθήκον να αξιολογήσει το έγγραφο αυτό αλλά και άλλες αναφορές της μάρτυρος, ασχέτως αν δεν έτυχαν αμφισβήτησης (βλ. Ανδρέας Προδρόμου Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 260) Αξιολογώντας το τεκμήριο αυτό, πέραν από την αναφορά της ότι δεν υπήρχαν τέτοιες εταιρείες που αναφέρονταν στο τεκμήριο 28, στην οποία δεν δόθηκε οποιαδήποτε βαρύτητα ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, φάνηκε ότι ουδεμία ενέργεια έγινε, τόσο από τη μάρτυρα αυτή όσο και από ενδεχόμενα άλλα μέλη της ανακριτικής ομάδας να διερευνήσουν τους ισχυρισμούς αυτούς του κατηγορουμένου κατά πόσο ευσταθούν και κατά πόσο όλη η ηλεκτρονική αλληλογραφία που τους παράδωσε ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αναφέρονται συγκεκριμένες διευθύνσεις αποστολής συγκεκριμένων μηνυμάτων από τον κατηγορούμενο προς συγκεκριμένα πρόσωπα και κατ' ισχυρισμό απαντήσεις των εν λόγω ατόμων. Ουδεμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά πόσο η εν λόγω αλληλογραφία εξετάστηκε και αν πράγματι υπήρχαν στην πραγματικότητα οι εν λόγω διευθύνσεις ή τουλάχιστον να αποκλειστεί το ενδεχόμενο όλα αυτά να ήταν δημιούργημα του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, έχω διεξέλθει του περιεχομένου του εγγράφου αυτού και από το περιεχόμενο του δεν μπορεί να προκύψει οποιαδήποτε σαφή εικόνα και τι ακριβώς αυτό αποτελεί. Δεδομένων των πιο πάνω αλλά και του γεγονότος ότι το έγγραφο αυτό αποτελεί μέρος της εκδοχής του κατηγορουμένου, η αξιολόγηση της οποίας ακολουθεί, κρίνω ότι δεν μπορώ να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτό και δε θα δώσω. Το ίδιο ισχύει και για τη θέση της μάρτυρος ότι οι επίδικες επιταγές αποστέλλονταν στον κατηγορούμενο από το εξωτερικό. Δεν φάνηκε ότι η αναφορά της αυτή πρόεκυψε από ανεξάρτητη δική της έρευνας αλλά αντιθέτως, προφανώς, βασίστηκε στο τεκμήριο
  1. Ούτε και σε αυτό το σημείο θα δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα. Εκείνο το οποίο προκύπτει από τα πιο πάνω είναι ότι ουδεμία ενέργεια έγινε από πλευράς Αστυνομίας για διερεύνηση και αντίκρουση των ισχυρισμών του κατηγορουμένου, τη στιγμή μάλιστα που αυτός από την πρώτη στιγμή αμφισβήτησε τη γνώση του για την πλαστότητα των επίδικων επιταγών, δεν υπήρχε οποιαδήποτε άλλη άμεση μαρτυρία να αποδεικνύει κάτι το αντίθετο και όταν αυτός τους παρέθεσε μια εκδοχή παρουσιάζοντας τους και συγκεκριμένα στοιχεία. Προς περαιτέρω υποστήριξη της πιο πάνω κρίσης μου χαρακτηριστική είναι και η πιο κάτω απάντηση της μάρτυρος σε ερώτηση που της υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση της. «Ε. Εσείς ελέγξετε αυτόν τον ισχυρισμό αν όντως στάλθηκαν τα λεφτά με τη Western Union; Α. Έχουν γίνει κάποιες εξετάσεις αλλά δε θυμάμαι το αποτέλεσμα. Πέραν των πιο πάνω, η μάρτυρας ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος μετά την καταγγελία ημερομηνίας 15/04/2010, τους παρέδωσε από μόνος του ακόμη τέσσερις επιταγές με αρ. P051-547-882, P051-547-876, P051-547-875 και P051-547-899 που κατείχε και οι οποίες είναι κατατεθειμένες στο Δικαστήριο ως τεκμήρια 7, 8, 9 και
  2. Λαμβανομένου υπόψη μου ολόκληρου του περιεχομένου της μαρτυρία της μάρτυρος αυτής, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ σε αυτή και την αποδέχομαι πλην των όσων ανέφερα ανωτέρω σε σχέση με την ύπαρξη των εν λόγω εταιρειών ή όχι, την αυθεντικότητα του τεκμηρίου 28 και ότι οι επίδικες επιταγές αποστέλλονταν από το εξωτερικό, για τα οποία δεν μπορεί να γίνουν ευρήματα. Η Μ.Κ.5 κατέθεσε και αυτή ως η υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου Λτδ επί της οποία παρουσιάστηκαν οι επιταγές τεκμήρια 10 - 13 προς εξαργύρωση και τις ενέργειες που έκανε και τον τρόπο που αντιλήφθηκε ότι αυτές είναι πλαστές. Δεν γνώριζε να πει κατά πόσο κάποιος κάτοχος τέτοιων επιταγών που δεν έχει πείρα μπορεί να αντιληφθεί ότι ήταν πλαστές. Ούτε η μάρτυρας αυτή αμφισβητήθηκε στις ενέργειες που ανέφερε ότι έπραξε, δεν έχω διαπιστώσει κάτι μεμπτό στη μαρτυρία της και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Από την αντίπερα όχθη ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως. Έχω διεξέλθει της μαρτυρίας του, τόσο αυτής που περιέχεται στις γραπτές του καταθέσεις, τεκμήρια 25,26 και 27 τις οποίες υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης όσο και της υπόλοιπης προφορικής του μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και η μαρτυρία του είναι γενική, αόριστη και ασαφή. Σε πολλά σημεία της αντεξέτασης του εκνευριζόταν, δεν απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν με ευθύτητα και έπεφτε σε αντιφάσεις. Οι εξηγήσεις που προσπάθησε να δώσει στο Δικαστήριο αναφορικά με τις ενέργειες του και τους λόγους που έδρασε με τον τρόπο που έδρασε στερούνται πειστικότητας, είναι εκτός λογικής και δεν παρουσιάστηκαν οποιαδήποτε στοιχεία - έγγραφα που να τις ενισχύουν. Συγκεκριμένα, ενώ αναφέρει ότι χρησιμοποίησε τα συγκεκριμένα τραπεζικά ιδρύματα για να εξαργυρώσει τις επίδικες διότι είχε με αυτά λογαριασμό, δεν παραθέτει οποιαδήποτε στοιχεία που να αποδεικνύουν ή να στηρίζουν το συγκεκριμένο ισχυρισμό του. Αντιθέτως, η εν λόγω θέση του συγκρούεται με την μαρτυρία των υπόλοιπων μαρτύρων την οποία το Δικαστήριο έκανε αποδεκτή και αναφέρει ότι δεν υπήρχε συνεργασία με τον κατηγορούμενο. Επίσης, κατά την αντεξέταση του ιδίου προέκυψε ότι πέραν της ΣΠΕ Γεροσκήπου με την οποία ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι είχε λογαριασμό, δεν είχε λογαριασμό με τα ιδρύματα που επισκέφθηκε και στην πορεία ανάφερε ότι πήγε στη Τράπεζα Κύπρου Λτδ για να εξαργυρώσει τις εν λόγω επιταγές διότι ήταν κοντά στο σπίτι του. Γενικά ο κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέσει να δώσει ικανοποιητικές εξηγήσεις για ποιο λόγο επισκέφθηκε τα τρία αυτά ξεχωριστά τραπεζικά ιδρύματα για εξαργύρωση των επιταγών. Η θέση του αναφορικά με τη φύση της εργασίας που αντιλήφθηκε ότι θα έκανε δεν έχει πειστικότητα και φάνηκε στο Δικαστήριο ότι δεν μπορούσε να δώσει μια ακριβή και σωστή περιγραφή. Είπε ότι θα εισέπραττε τα εν λόγω χρήματα για λογαριασμό της εταιρείας NEW FOODS και ότι αυτοί του έδιναν τα στοιχεία των πελατών τους που τους χρωστούσαν για τις υπηρεσίες τους και αυτός εξέδιδε τιμολόγια τα οποία τους απόστελλε. Εκτός του ότι δεν κατείχε για να παρουσιάσει οποιαδήποτε στοιχεία σε σχέση με αυτά τα τιμολόγια που ανέφερε ότι ετοίμαζε και απόστελλε, η θέση του αυτή στερείται λογικής και πειστικότητας. Αν ήταν έτσι τότε αυτός θα έπρεπε να εισπράττει από τις εν λόγω εταιρείες κατευθείαν και όχι να του αποστέλλονται ταξιδιωτικές επιταγές από την εταιρεία στην οποία είπε ότι εργοδοτήθηκε Πώς είναι δυνατό να εργαζόταν ως εισπράκτορας και τις επιταγές αυτές να τις απόστελλε η εργοδότρια εταιρεία; Επίσης, για ποιο λόγο να του αποστέλλονταν ταξιδιωτικές επιταγές για εξαργύρωση; Περαιτέρω, δεν μπορούσε να καθορίσει και έστω να αναφέρει ποιες εταιρείες αφορούσαν οι επιταγές που εξαργύρωσε λέγοντας ότι δεν έχει στοιχεία διότι μετά από αυτό κατάστρεψε οποιαδήποτε στοιχεία είχε και αφορούσαν αυτή του τη δραστηριότητα διότι ήταν θυμωμένος. Επίσης, ενώ ανέφερε ότι μετά τη σύλληψη του είχε αποστείλει e-mail στην εν λόγω εταιρεία, ούτε αυτό το είχε κρατήσει είπε, προσπαθώντας να δώσει διάφορες εξηγήσεις και ότι έκτοτε μετακόμισε τρεις φορές. Γενικά η μαρτυρία του κατηγορούμενου στερείται πειστικότητας και παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες. Επίσης, η φύση της εργασίας που θα διεκπεραίωνε δεν μπορεί να σταθεί στη λογική. Περαιτέρω, δεν επεξηγήθηκε το τεκμήριο 28 και τι ακριβώς περιλαμβάνει. Εν όψει όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι δεν μπορώ να λάβω υπόψη μου την μαρτυρία του κατηγορούμενου και απορρίπτεται στην ολότητα της. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, των παραδεκτών γεγονότων και της μαρτυρίας η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: - Στις 09/04/2010 και περί ώρα 08:49 ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε το κεντρικό κατάστημα της Alpha Bank Ltd που βρίσκεται στη Λεωφ. Απ. Παύλου 16 στην Πάφο και παρουσίασε προς εξαργύρωση τις ταξιδιωτικές επιταγές της AMERICAN EXPRESS με αρ. ΒP-031-584-267, ΒP-031-584-268, ΒP-031-584-279 (τεκμήρια 3,4 και 5). Σε αυτές αναγραφόταν το όνομα του κατηγορούμενου ως δικαιούχου και υπήρχε η υπογραφή στο 1ο μέρος της επιταγής. Αφού τις υπέγραψε και στο δεύτερο σημείο που υπάρχει σε αυτές στην παρουσία της υπαλλήλου Ρεβέκκας Χριστοδουλίδου (Μ.Κ.3) και παρουσίασε το διαβατήριο του, εισέπραξε το συνολικό ποσό των €1,
  3. - Οι εν λόγω επιταγές ήταν πλαστές καθότι δεν διέθεταν τα απαραίτητα στοιχεία ασφαλείας. - Η γραφή σε αυτές του ονόματος του κατηγορουμένου και η ημερομηνία 09/04/2010 ανήκουν στον κατηγορούμενο. - Οι εν λόγω επιταγές δεν είχαν κάτι στην όψη τους που να φαίνεται ότι ήταν πλαστές. - Όταν διαπιστώθηκε από το κεντρικό κατάστημα της τράπεζας στη Λευκωσία ότι οι εν λόγω επιταγές ήταν πλαστές, ειδοποιήθηκε ο κατηγορούμενος γι αυτό και ακολούθως, επισκέφθηκε το κατάστημα της τράπεζας στην Πάφο όπου ανάφερε ότι το πιο πάνω ποσό που πήρε ήταν προκαταβολή για ένα πρόγραμμα που ετοίμασε για μια εταιρεία Security Company στην Αγγλία και ότι το συνολικό ποσό που θα πληρωνόταν ήταν €3000 και ότι τις άλλες επιταγές ύψους €1500 τις εξαργύρωσε σε άλλη τράπεζα και την οποία θα ενημέρωνε. - Στις 12/04/2010 και περί ώρα 08:30 ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε τη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κ. Πάφου και παρουσίασε προς εξαργύρωση τις ταξιδιωτικές επιταγές της AMERICAN EXPRESS με αρ. BP013-163-615, BP013-163-616, BP013-163-617 και BP013-163-618 για το ποσό των €500 έκαστη (βλ. τεκμήρια 14 - 17). Σε αυτές αναγραφόταν το όνομα του κατηγορούμενου ως δικαιούχου και υπήρχε η υπογραφή στο 1ο μέρος της επιταγής. Αφού τις υπέγραψε και στο δεύτερο σημείο που υπάρχει σε αυτές στην παρουσία της υπαλλήλου Άντρεας Καρούζη (Μ.Κ.2) και παρουσίασε το διαβατήριο του και δήλωσε ως διεύθυνση διαμονής το ξενοδοχείο Aloe, δωμάτιο αρ. 346, εισέπραξε το συνολικό ποσό των €1,
  4. Το ποσό των €20 κρατήθηκε από το εν λόγω ίδρυμα ως προμήθεια. - Οι εν λόγω επιταγές ήταν πλαστές καθότι δεν περικλείουν τα απαραίτητα στοιχεία/δικλείδες ασφαλείας. - Στις εν λόγω επιταγές υπάρχουν υπογραφές τόσο στο 1ο μέρος όσο και στο δεύτερο και στη μέση αναγράφεται το όνομα του κατηγορουμένου με μικρά γράμματα. Όλες οι γραφές και υπογραφές ανήκουν στον κατηγορούμενο πλην του ονόματος που αναγράφεται σε αυτές με την γραφή του οποίου δεν μπορεί να συνδεθεί. - Στις 15/04/2010 ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε το κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου Λτδ στην Λεωφ. Απ. Παύλου στην Πάφο και παρουσίασε προς την ταμία της εν λόγω τράπεζας Αντωνία Ρουσή (Μ.Κ.5) τέσσερις ταξιδιωτικές επιταγές της AMERICAN EXPRESS με αρ. PO51-547-837, PO51-547-829, PO51-547-828 και PO51-547-827 για το ποσό των €500 έκαστη (βλ. τεκμήρια 10-13). Η εν λόγω υπάλληλος αφού ζήτησε από τον κατηγορούμενο να τις υπογράψει, κάτι το οποίο έπραξε, όταν τις πήρε διαπίστωσε από την αφή ότι ομοίαζαν με παραχαραγμένες και ειδοποίησε την Αστυνομία. - Οι εν λόγω επιταγές είναι πλαστές καθότι δεν περικλείουν τα απαραίτητα στοιχεία/δικλείδες ασφαλείας και όλες οι γραφές και υπογραφές στις εν λόγω επιταγές ανήκουν στον κατηγορούμενο. - Μετά την καταγγελία ημερομηνίας 15/04/2010, ο κατηγορούμενος παρέδωσε στην Αστυνομία ακόμη τέσσερις επιταγές με αρ. P051-547-882, P051-547-876, P051-547-875 και P051-547-899 τις οποίες κατείχε και ήταν συνεργάσιμος με την Αστυνομία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το άρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα προνοεί τα ακόλουθα: «
  5. Όποιος γνωρίζει και θέτει µε δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήµατος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγµα για το οποίο γίνεται λόγος.» Για τη στοιχειοθέτηση μιας κατηγορίας που βασίζεται στο άρθρο 339 η Κατηγορούσα Αρχή πρέπει να αποδείξει ότι: (i) το έγγραφο είναι πλαστό, (ii) ο κατηγορούμενος γνωρίζει ότι το έγγραφο είναι πλαστό, (iii) ο κατηγορούμενος θέτει το έγγραφο σε κυκλοφορία, και (iv) ο κατηγορούμενος ενεργεί δολίως. Το έγγραφο πρέπει να είναι πλαστό με την έννοια ότι θα πρέπει να λέει ένα ψέμα. (Βλ. υπόθεση Re Windsor 10 COX 118, R. v. Ritson LR 1 CCR 200). Δεν υπάρχει καθορισμός των λέξεων "θέτει εις κυκλοφορία" αλλά μπορεί να λεχθεί ότι οι λέξεις συμπεριλαμβάνουν τη χρήση, προσφορά, δημοσίευση όπως επίσης και παράδοση του εγγράφου (Βλ. υπόθεση R. v. Gambling
(1974)2 AllE.R. 479). Ο κατηγορούμενος πρέπει να γνωρίζει ότι το έγγραφο είναι πλαστό και να υπάρχει η πρόθεση καταδολίευσης. Η γνώση και ο δόλος δεν είναι απαραίτητο να αποδειχθούν με άμεση μαρτυρία, αλλά μπορεί να συμπεραίνεται από τα ίδια τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301 και Φανιέρος v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 104). Περαιτέρω, στην Rocky Safiullah v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 472, αποφασίστηκε ότι ακόμα και η εθελοτυφλία ενός κατηγορούμενου είναι ποινικά κολάσιμη και μπορεί να αποδώσει γνώση. Το εφετείο στην υπόθεση εκείνη παρέπεμψε στο ακόλουθο απόσπασμα από το Criminal Law Review
(1989), σελ. 212: «Commentary. A requirement of knowledge is sometimes held to be satisfied by proof of "willful blindness" as where "the defendant had deliberately shut his eyes to the obvious or refrained from inquiry because he suspected the truth but did not want to have his suspicion confirmed:" Westminister City Council v. Croyalgrange [1986] 2 ALL E.R. 353 at p. 359 (HL).» Σε σχέση με τις κατηγορίες που αφορούν τα αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, το άρθρο 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «
  1. Όποιος με ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελεί αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων.» Το άρθρο 297 του Κεφ. 154 δίδει τον ορισμό της ψευδής παράστασης που αναφέρεται στο πιο πάνω άρθρο και έχει ως ακολούθως: «
  2. Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» Με βάση τις πρόνοιες των πιο πάνω άρθρων, για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα αυτό απαιτείται η απόδειξη: 1) Της ψευδούς παράστασης, δηλαδή της παράστασης γεγονότος παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα. 2) Εκείνος που προβαίνει στην πιο πάνω παράσταση να γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή. 3) Να προβαίνει στην εν λόγω παράσταση με σκοπό την καταδολίευση. 4) Ως αποτέλεσμα αυτής της ψευδής παράστασης, να αποκτά από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. (βλ. Ιωάννου v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφέσεις Αρ. 130/12 και 131/12, Ημερομηνίας 03/07/2012 και Ευθυμίου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 861). Εκείνο το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος είχε γνώση ότι οι επίδικες επιταγές ήταν πλαστές κατά τη κυκλοφορία τους και κατ' επέκταση ότι ενέργησε δολίως. Προτού όμως εξεταστεί το ζήτημα αυτό, κρίνω ορθό να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών που αντιμετωπίζει. Κατ' αρχή το γεγονός ότι όλες οι επίδικες επιταγές που αναφέρονται στις κατηγορίες της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου (βλ. κατηγορίες αρ. 2, 5, 8, 11, 14, 17, 20, 23, 26, 29 και 32) είναι πλαστές, έχει αποδειχθεί και αποτέλεσε και παραδεκτό γεγονός. Το ίδιο ισχύει και για το συστατικό στοιχείο της κυκλοφορίας όλων των επίδικων επιταγών. Είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος στις 09/04/2010, 12/04/2010 και 15/04/2010 παρουσίασε τις επίδικες επιταγές στις συγκεκριμένες υπαλλήλους των τραπεζικών ιδρυμάτων και συγκεκριμένα στην Μ.Κ.2, Μ.Κ.3 και Μ.Κ.5. Η παρουσίαση και παράδοση προς τις εν λόγω μάρτυρες των επίδικων επιταγών συνιστά κυκλοφορία εντός της έννοιας του Νόμου. Ουσιαστικά εκείνο το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο έχει αποδειχθεί και η γνώση του κατηγορούμενου ότι οι εν λόγω επιταγές ήταν πλαστές. Το στοιχείο αυτό στην παρούσα υπόθεση είναι συνυφασμένο με τη δόλια ενέργεια και θα τα εξετάσω μαζί. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν προκύπτει οποιαδήποτε άμεση μαρτυρία που να καταδεικνύει τη γνώση του κατηγορούμενου. Πρόκειται περί γεγονότων που συνιστούν περιστατική μαρτυρία, η οποία όμως θα πρέπει να λεχθεί δεν υπολείπεται σε δύναμη οποιασδήποτε άλλης μορφής μαρτυρίας. Εκείνο το οποίο απαιτείται όμως, είναι τα σκόρπια μέρη της να μπορεί να αποκτήσουν τέτοια συνεκτικότητα που να εδραιώνουν, με ακαταμάχητη πειστικότητα, την καταδίκη για ένα έγκλημα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ.9 και Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R.73). Η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συμβιβάζεται μόνο με την εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά περιπλέον πρέπει τα γεγονότα να μην συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα εκτός από το συμπέρασμα ενοχής του κατηγορουμένου (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Vouniotis v. Republic
(1975)2 CLR 34, Anastasiadis v. Republic
(1977)2 CLR 97). Όταν όλες οι σημαντικές πτυχές της περιστατικής μαρτυρίας δεν συμβιβάζονται με οτιδήποτε άλλο παρά με συμπέρασμα ενοχής, η περιστατική μαρτυρία μπορεί να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορούμενου. Όταν όμως βασικά σημεία της περιστατικής μαρτυρίας συμβιβάζονται όχι μόνο με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά και με μια άλλη λογική εξήγηση που προκύπτει από τη μαρτυρία, τότε η περιστατική μαρτυρία από μόνη της δεν μπορεί να θεμελιώσει την ενοχή του κατηγορούμενου (βλ. επίσης το σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, σελ. 26 -36). Εκείνο το οποίο ουσιαστικά προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι ότι ο κατηγορούμενος στις 09/04/2010, 12/04/2010 και 15/04/2010 επισκέφθηκε την ΣΠΕ Κ. Πάφου, της Alpha Bank Ltd και την Τράπεζα Κύπρου Λτδ παρουσιάζοντας τις επίδικες επιταγές. Η μαρτυρία αυτή από μόνη της ουδόλως καταδεικνύει γνώση του κατηγορούμενου για το γεγονός ότι τα εν λόγω έγγραφα είναι πλαστά. Η ενέργεια του να επισκεφθεί τρεις ξεχωριστές τράπεζες στις οποίες δεν είχε λογαριασμό ή συνεργασία σε τρεις ξεχωριστές ημερομηνίες δεν καταδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη γνώση του για τη πλαστότητα των εγγράφων αυτών και τη δόλια ενέργεια του. Ούτε τα οποιαδήποτε άλλα περιβάλλοντα γεγονότα με αυτή την ενέργεια του καταδεικνύουν γνώση. Αντιθέτως, ρίχνουν περαιτέρω αμφιβολίες περί τούτου. Ο ίδιος όταν ειδοποιείται από την υπάλληλο της Alpha Bank Ltd για την πλαστότητα των εγγράφων, μεταβαίνει στο εν λόγω κατάστημα, συνεργάζεται πλήρως το ίδιο και μετέπειτα. Επίσης, δεν υπάρχει οποιαδήποτε παράξενη συμπεριφορά του κατηγορούμενου κατά την κυκλοφορία των εν λόγω επιταγών ή αντίδραση, δίδει τα ορθά του στοιχεία και οι επίδικες επιταγές δεν παρουσίαζαν κάτι στην όψη τους από το οποίο θα μπορούσε κάποιος στη θέση του κατηγορούμενου να αντιληφθεί εύκολα ότι ήταν πλαστές. Πέραν τούτου, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε ή προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε αναφορικά με τη χρήση των εν λόγων ταξιδιωτικών επιταγών και πώς αυτές εξαργυρώνονταν. Συγκεκριμένα, δεν έχει προκύψει ότι ο ίδιος γνώριζε ότι έπρεπε να υπάρχει η 1η υπογραφή στις επιταγές και αναγραμμένο το όνομα του και ότι θα έπρεπε στο ταμείο να θέσει την υπογραφή του στο δεύτερο σημείο. Δεν έχει τεθεί ούτε προκύψει ότι χρησιμοποίησε ξανά τέτοιου είδους επιταγές ή ότι γνώριζε για το εν λόγω θέμα. Αξιοσημείωτο επίσης είναι ότι στα τεκμήρια 14-17 η γραφή του ονόματος του με μικρά γράμματα στο μέσο των επιταγών δεν έχει συνδεθεί με τη γραφή τη δική του ή ότι αυτός το έγγραψε. Παρόλο που η στοιχειοθέτηση των κατηγοριών της κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων δεν συναρτάται αποκλειστικά και με την πλαστογραφία του εγγράφου από τον ίδιο τον κατηγορούμενο αλλά ούτε και ο τρόπος που περιήλθαν στην κατοχή του απαιτείται να αποδεχθεί (βλ. Αδάμος Γερμανού v. Aστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 127 και Βαγγέλω Ανθίμου v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 56) εντούτοις παραμένει ως απαραίτητο στοιχείο η απόδειξη της γνώσης για την πλαστότητα του εγγράφου. Πέραν από την κατοχή και διακίνηση των εν λόγω επιταγών από τον κατηγορούμενο δεν υπάρχει άλλη απτή και ουσιαστική μαρτυρία που να καταδεικνύει τη γνώση του. Παρά το ότι η εκδοχή του σε σχέση με τον τρόπο απόκτησης τους και οι εξηγήσεις που έδωσε σε σχέση με τον τρόπο που ενήργησε απορρίφθηκε, δεν έχει προκύψει και άλλη θετική μαρτυρία που να ενισχύει τα ευρήματα του Δικαστηρίου και να οδηγεί προς το αναμφισβήτητο συμπέρασμα ότι γνώριζε ότι αυτές ήταν πλαστές. Η απόρριψη της εκδοχής του κατηγορουμένου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μέρος της περιστατικής μαρτυρίας ή ενισχυτική των υπόλοιπων ευρημάτων του Δικαστηρίου. Η υποχρέωση για απόδειξη της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας παραμένει στους ώμους της κατηγορούσας αρχής (βλ. Ανδρέας Προδρόμου Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας (ανωτέρω)). Επιπρόσθετα από τα πιο πάνω, το Δικαστήριο θα εξετάσει και κατά πόσο η λανθασμένη διεύθυνση που έδωσε στην Μ.Κ.2 κατά την εξαργύρωση των επιταγών στην ΣΠΕ Κ. Πάφου και η αναφορά του στην Μ.Κ.3 για το λόγο που κατείχε και εξαργύρωσε τις εν λόγω επιταγές στην Αlha Bank Ltd και ότι ήταν μέρος της αμοιβής του για ένα πρόγραμμα που ετοίμασε για μια εταιρεία στην Αγγλία, συνιστούν ψεύδη τα οποία μπορούν να αποτελέσουν περιστατική μαρτυρία ενισχυτική των πιο πάνω ευρημάτων του Δικαστηρίου. Το ψεύδος ή η ψευδή δήλωση θα πρέπει να τείνει να καταδείξει και οδηγήσει σε ενοχοποιητικά συμπεράσματα. Σύμφωνα με τη νομολογία θα πρέπει να ικανοποιούνται τέσσερα κριτήρια έτσι ώστε κάποιο ψέμα να συνιστά ενοχοποιητική περιστατική μαρτυρία ως ακολούθως: α) Το ψέμα πρέπει να είναι ηθελημένο. β) Πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδες ζήτημα. γ) Το κίνητρο για το ψέμα πρέπει να είναι η επίγνωση της ενοχής και ο φόβος της αλήθειας. Το δικαστήριο πρέπει να έχει κατά νου ότι είναι ενδεχόμενο κάποιος να λέει ψέματα στην προσπάθεια του, για παράδειγμα, να προβάλει μια δίκαιη υπόθεση ή από ντροπή ή από πανικό. δ) Το ψέμα πρέπει να αποδεικνύεται με ανεξάρτητη μαρτυρία είτε με παραδοχή, είτε με μαρτυρία από ανεξάρτητο μάρτυρα. (βλ. Αλ Χαματ κ.α. v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, Παφίτης v Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 449 και Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας (ανωτέρω)). Στην παρούσα περίπτωση η αναφορά του κατηγορούμενου στην Μ.Κ.2 ότι διαμένει στο ξενοδοχείο Αloe στο Δ.346 ήταν ψευδής. Αυτό αποδείχτηκε από την μαρτυρία της μάρτυρος αυτής η οποία σε μεταγενέστερο στάδιο αναζήτησε τον κατηγορούμενο στο ξενοδοχείο αυτό και τέτοιο άτομο δεν διέμενε εκεί. Επίσης, προκύπτει και από τις ανακριτικές καταθέσεις του κατηγορουμένου στις οποίες αναφέρει τη διεύθυνση που διέμενε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η αναφορά του αυτή έγινε ηθελημένα ή δεν έχει προκύψει ότι εξαναγκάστηκε να προβεί σε αυτήν την αναφορά. Πέραν τούτου όμως, δεν μπορεί να προκύψει με την απαραίτητη ασφάλεια, στο στάδιο που είπε αυτό το ψέμα ότι το κίνητρο του ήταν η επίγνωση της ενοχής του τη στιγμή μάλιστα που τα υπόλοιπα στοιχεία που δίνει ήταν τα ορθά. Επίσης, αν ο σκοπός αυτής της αναφοράς ήταν η αδυναμία εντοπισμού του σε κατοπινό στάδιο, γιατί δεν έπραξε το ίδιο και στις υπόλοιπες περιπτώσεις αλλά δίνει όλα τα ορθά του στοιχεία ακόμη και το τηλέφωνο του και στην πορεία συνεργάζεται πλήρως και όταν ειδοποιείται μεταβαίνει στη συγκεκριμένη τράπεζα; Θεωρώ ότι υπό τις παρούσες περιστάσεις το ψέμα αυτό του κατηγορουμένου δεν πληρεί όλα τα κριτήρια που τάσσει η νομολογία και δεν μπορεί να οδηγήσει σε ενοχοποιητικά συμπεράσματα. Σε σχέση με την αναφορά του για τον τρόπο και το λόγο κατοχής και απόκτησης των επίδικων επιταγών που παρουσιάστηκαν στην Alpha Bank, δεν έχει αποδειχθεί με ανεξάρτητη μαρτυρία ότι αυτή ήταν ψέμα. Ούτε ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση του για το ζήτημα αυτό και να προκύψει από παραδοχή του ότι ήταν ψέμα. Το γεγονός και μόνο ότι συγκρούεται με την εκδοχή που πρόβαλε στο Δικαστήριο και η οποία απορρίφθηκε, δεν είναι ικανό να αποδείξει το ψευδές της εν λόγω δήλωσης. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι υπάρχουν κενά στην περιστατική μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου που δεν μπορεί να οδηγήσει στο ασφαλές συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος είχε γνώση ότι οι επίδικες επιταγές ήταν πλαστές. Εκείνο το οποίο μπορεί να λεχθεί ότι εγείρεται από τα ευρήματα του Δικαστηρίου και όλα τα γεγονότα της υπόθεσης είναι ότι υπάρχουν υποψίες ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ήταν πλαστές οι επίδικες επιταγές και ότι δολίως ενήργησε. Οι υποψίες αυτές όμως, δεν είναι ικανές να οδηγήσουν και σε απόδειξη του συστατικού αυτού στοιχείου και να οδηγήσουν σε καταδίκη. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβαίνει σε εικασίες αλλά ούτε και σε συμπεράσματα όσο εύλογα και αν είναι αυτά (βλ. Λοϊζου v. Aστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363)). Αμφιβολίες για την ύπαρξη γνώσης από πλευράς κατηγορουμένου οδηγούν στην αθώωση του (βλ. Χαράλαμπος Χαραλάμπους κ.α. v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 424). Η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου συμπαρασύρει και τις υπόλοιπες κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, αυτές δηλαδή που αφορούν τα αδικήματα των ψευδών παραστάσεων και της απόπειρας καθότι η γνώση ότι η παράσταση που προέβαινε και συγκεκριμένα η παρουσίαση των επίδικων επιταγών ως γνήσιων και ότι ανταποκρίνονταν στο περιεχόμενο τους, είναι απαραίτητο συστατικό στοιχείο. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, η κατάληξη είναι ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται από όλες τις εναπομείνασες κατηγορίες με αρ. 2, 3, 5, 6, 8, 9, 11, 12, 14, 15, 17, 18, 20, 21, 23, 24, 26, 27, 29, 30, 32 και 34). Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.). ............. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.