Χριστάκη Σταυρινού ν. Σάββα Χριστοδούλου κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 10647/11, 16/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B130 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 10647/11 Μεταξύ Χριστάκη Σταυρινού -ν-
- Σάββα Χριστοδούλου
- Χρίστου Χριστοδούλου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 16 Ιουλίου, 2014 Για Παραπονούμενο: κ. Ζανούππας (για ν' ακούσει απόφαση η κα Λεμονάρη) Για Κατηγορούμενο 1: κ. Μιλτιάδους Κατηγορούμενος 1: παρών Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος 1 (στο εξής ο «Κατηγορούμενος») μετά από ακροαματική διαδικασία κρίθηκε ένοχος στο αδίκημα της δωρεάς, παράδοσης και μεταβίβασης περιουσίας του ενώ είχε εκδοθεί εναντίον του διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του κατά παράβαση του άρθρου 116 (ιστ) του περί Πτώχευσης Νόμου Κεφ. 5, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί (στο εξής ο «Νόμος»). Τα γεγονότα που συνθέτουν την υπόθεση εκτίθενται υπό τύπο ευρημάτων και συμπερασμάτων στην απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στις 11.6.14 και δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω εκ νέου. Ο Κατηγορούμενος, όπως αναφέρθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Παραπονούμενου, δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες και μέχρι σήμερα δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια για αποζημίωση του Παραπονούμενου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου αγορεύοντας προς μετριασμό της ποινής του πελάτη του αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου. Τόνισε το γεγονός ότι είναι πολύτεκνος πατέρας 4 παιδιών εκ των οποίων το ένα είναι ανήλικο. Τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και η σύζυγος του είναι άνεργοι και λαμβάνουν από κοινού επίδομα από το Ταμείο Δημοσίου Βοηθήματος ύψους €726,52 μηνιαίως. Ο κ. Μιλτιάδου, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του τον χρόνο που παρήλθε από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι και σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή, εστιάζοντας κυρίως στο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δεν ευθύνεται για την καθυστέρηση που προκλήθηκε. Επιπρόσθετα σε σχέση με τον χρόνο που παρήλθε ο κ. Μιλτιάδου επισήμανε ότι στο διάστημα που μεσολάβησε υπήρξε αλλαγή στις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου ο οποίος από το 2012 είναι άνεργος. Περαιτέρω, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου δήλωσε ότι επιθυμία του πελάτη του είναι να αποζημιώσει τον Παραπονούμενο, αλλά ενόψει της δυσχερούς οικονομικής του κατάστασης στερείται της δυνατότητας να το πράξει. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αναφέροντας ότι από αυτήν προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος είναι ένας φιλήσυχος οικογενειάρχης. Ενόψει των πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη και το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου κάλεσε το Δικαστήριο όπως επιδείξει την μέγιστη δυνατή επιείκεια προς το πρόσωπο του. Η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο, καθώς το Δικαστήριο θα πρέπει να εξισορροπήσει το γενικό συμφέρον της δικαιοσύνης από την μία και να εξατομικεύσει την ποινή στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη από την άλλη. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη, καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, έτσι ώστε η ποινή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Έχει ασφαλώς κατ' επανάληψη νομολογηθεί ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην εξουδετέρωση των στοιχείων εκείνων που σχετίζονται με τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη για προστασία της κοινωνίας (Μιχάλης Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 98/2012, απόφαση ημερομηνίας 10.10.2012). Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας v. Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ. 285). Το αδίκημα στο οποίο ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος είναι σοβαρό, γεγονός το οποίο αντικατοπτρίζεται και από την προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή που είναι η επιβολή ποινής φυλάκισης μέχρι 5 έτη. Ο κ. Μιλτιάδους στην αγόρευση για μετριασμό της ποινής ανέφερε ότι δεν εντόπισε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με το αδίκημα για το οποίο ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος. Το γεγονός αυτό, συμπλήρωσε ο κ. Μιλτιάδου, δεικνύει ότι το εν λόγω αδίκημα δεν βρίσκεται σε έξαρση και επομένως δεν υπάρχει ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Όντως δεν υπάρχει, ή τουλάχιστον η έρευνα μου δεν με οδήγησε στον εντοπισμό σχετικής απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου αναφορικά με το συγκεκριμένο αδίκημα από την οποία να μπορεί να αντληθεί καθοδήγηση ειδικότερα σε σχέση με την ενδεικνυόμενη ποινή. Το γεγονός αυτό όμως δεν οδηγεί άνευ ετέρου και στο συμπέρασμα ότι τα αδικήματα αυτής της φύσης τελούνται σπάνια και δεν χρήζουν επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Το άρθρο 116 περιλαμβάνεται στο Μέρος VII του Νόμου, στο οποίο επίσης περιλαμβάνονται τα αδικήματα της εξασφάλισης πίστωσης από πτωχεύσαντες (άρθρο 117) και της απάτης από πτωχεύσαντες (άρθρο 118). Τα εν λόγω άρθρα, μπορεί να ειπωθεί ότι ποινικοποιούν ουσιαστικά διάφορες μορφές καταδολίευσης πιστωτών από πρόσωπα που είτε τελούν σε πτώχευση, είτε έχει εκδοθεί εναντίον τους διάταγμα παραλαβής της περιουσίας τους. Τα αδικήματα που εντάσσονται στην πιο πάνω ενότητα παρουσιάζουν ανησυχητική έξαρση, γεγονός για το οποίο το παρών Δικαστήριο είναι σε θέση να λάβει δικαστική γνώση από τις υποθέσεις που καταχωρούνται και εκκρεμούν ενώπιον του. Στην υπόθεση Stambouli & Bitton Ltd v. Χρίστου
(2005)2 Α.Α.Δ 457, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ως έκδηλα ανεπαρκείς τις συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 9 μηνών που επιβλήθηκαν σε κάθε μία από 10 κατηγορίες που αφορούσαν το αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης από πτωχεύσαντα και τις αντικατέστησε με συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 18 μηνών σε κάθε μία από τις εν λόγω 10 κατηγορίες. Αναφέρθηκαν δε τα εξής σχετικά: «Κρίνουμε, επομένως, πως αυστηρή πρέπει να είναι η ποινή που επιβάλλεται σε αυτού του είδους τις υποθέσεις, ώστε να μεταδίδεται το μήνυμα πως δεν μπορεί ο τελών υπό πτώχευση να καταδολιεύεται ουσιαστικά ανθρώπους, οι οποίοι δεν μπορούν κατά νόμο να έχουν οποιαδήποτε θεραπεία. Σίγουρα, σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όταν εξετάζεται ζήτημα επιμέτρησης της ποινής, ισχύει η αρχή της εξατομίκευσης. Στην υπόθεση όμως που μας απασχολεί δεν υπάρχει κανένα ελαφρυντικό στοιχείο που να αφορά στα γεγονότα της υπόθεσης. Όπως υποδείξαμε η παρανομία του εφεσίβλητου ήταν κατά συρροή και σκόπιμη. Υπό τις περιστάσεις η μόνη επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί έχει ως βάση το γεγονός πως ο εφεσίβλητος παραδέχτηκε τις κατηγορίες, είναι δε 51 ετών χωρίς προηγούμενη εγκληματική δραστηριότητα. Θεωρούμε πως η αρμόζουσα ποινή είναι η φυλάκιση 18 μηνών σε κάθε μια από τις 10 κατηγορίες. Οι ποινές θα συντρέχουν.» Σημειώνω δε ότι για το αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης από πτωχεύσαντα η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή δεν υπερβαίνει τα 3 χρόνια φυλάκισης (βλ. άρθρο 117), ενώ για το παρόν αδίκημα η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή είναι μεγαλύτερη αφού μπορεί να φθάσει μέχρι τα 5 χρόνια. Για σκοπούς μετριασμού και εξατομίκευσης της ποινής του Κατηγορούμενου, λαμβάνω υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο του, τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου όπως αυτές αναπτύχθηκαν από τον συνήγορο του και καταγράφονται στην έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου το χρονικό διάστημα που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι και σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. Το αδίκημα διαπράχθηκε στις 2.5.11 και το Δικαστήριο θα επιβάλει ποινή 3 χρόνια και 2 περίπου μήνες μετά. Πρέπει να σημειώσω όμως ότι από πλευράς Παραπονούμενου δεν υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση του κατηγορητηρίου, το οποίο καταχωρήθηκε στις 27.7.11. Από την άλλη, όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης, οι πλείστες αναβολές δόθηκαν είτε διότι το Δικαστήριο ήταν απασχολημένο με την εκδίκαση άλλων υποθέσεων, είτε λόγω αιτήματος που υποβλήθηκε από κοινού από τους συνηγόρους των διαδίκων. Δεν παραγνωρίζω ασφαλώς την αλλαγή στις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου, η οποία σύμφωνα με το συνήγορο του έγκειται στο γεγονός ότι από το 2012 ο Κατηγορούμενος είναι άνεργος, πλην όμως το χρονικό διάστημα που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι και σήμερα δεν είναι τέτοιο έτσι ώστε να είναι ικανό να διαφοροποιήσει το είδος της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Πεγειώτης κ.α
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 και Γενικός Εισαγγελέας v. Σενέκκη και Γενικός Εισαγγελέας v. Λιασή Ποινικές Εφέσεις 190/11 και 195/11 ημερομηνίας 23.5.12). Το χρονικό διάστημα επομένως που μεσολάβησε λαμβάνεται υπόψη μου σε σχέση με το ύψος της ποινής. Συνεκτιμώντας όλα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω, λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία από την μία και από την άλλη την σοβαρότητα του αδικήματος, τις συνθήκες διάπραξης του, την συμπεριφορά που επέδειξε ο Κατηγορούμενος έναντι του Παραπονούμενου όπως αυτή καταγράφεται στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11.6.14, καθώς επίσης και το γεγονός ότι δεν επιδείχθηκε οποιαδήποτε έμπρακτη μεταμέλεια, θεωρώ ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι η επιβολή ποινής φυλάκισης. Επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια προς τον Κατηγορούμενο δίδοντας ιδιαίτερη βαρύτητα (χωρίς ασφαλώς να παραγνωρίζονται οι λοιποί μετριαστικοί παράγοντες οι οποίοι αναφέρονται πιο πάνω) αφενός στο λευκό ποινικό μητρώο του και αφετέρου στο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι και σήμερα επιβάλλω στον Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Έχοντας αποφασίσει την επιβολή της πιο πάνω ποινής φυλάκισης, θα προχωρήσω να εξετάσω την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου για αναστολή εκτέλεσης της. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της ( Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373) Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου N95/72, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Έχοντας υπόψη μου τις πρόνοιες του άρθρου 3
(2)του Νόμου 95/72, όπως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, και τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία ( Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161) θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος για την αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Ούτε οι περιστάσεις της υπόθεσης, ούτε και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου δικαιολογούν την αναστολή της εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης. Η σοβαρότητα του αδικήματος είναι δεδομένη, οι δε περιστάσεις της υπόθεσης καταδεικνύουν τον δόλιο τρόπο με τον οποίο ο Κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε στον Παραπονούμενο. Όσον αφορά τις προσωπικές του περιστάσεις, θεωρώ ότι το γεγονός ότι είναι άνεργος από το 2012 και το γεγονός ότι είναι πολύτεκνος πατέρας 4 παιδιών, εκ των οποίων σημειώνω ότι τα τρία είναι ενήλικα ένα εξ αυτών έγγαμο, το άλλο αρραβωνιασμένο ενώ το τρίτο βρίσκεται στο εξωτερικό για εργασία, δεν δικαιολογούν την αναστολή της ποινής φυλάκισης. Σε ότι αφορά τα έξοδα της διαδικασίας και ενόψει της επιβολής άμεσης ποινής φυλάκισης στον κατηγορούμενο, δεν θα εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή εις βάρος του. Αποτελεί σταθερή θέση της νομολογίας μας ότι όταν ένας κατηγορούμενος καταδικάζεται σε φυλάκιση δεν επωμίζεται και τα έξοδα της διαδικασίας (Γεν. Εισαγγελέας ν. Στυλιανού
(2009)2 ΑΑΔ 543) (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο