← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Στέλιος Χαριλάου, Αρ. Υπόθεσης: 5615/12, 4/8/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Στέλιος Χαριλάου, Αρ. Υπόθεσης: 5615/12, 4/8/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B137 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5615/12 Μεταξύ Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου -ν- Στέλιος Χαριλάου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 4 Αυγούστου, 2014 Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Νεοκλέους Για Κατηγορούμενο: κ. Δημητριάδης Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τα αδικήματα της αμελούς οδήγησης και της μη συμμόρφωσης σε φώτα τροχαίας. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο Κατηγορούμενος την 22.7.11 στη συμβολή της Λεωφ. Χλώρακας με τις οδούς Αγ. Γεωργίου και Γρίβα Διγενή στη Χλώρακα της επαρχίας Πάφου οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΕΤΚ436 χωρίς την δέουσα προσοχή και φροντίδα και προκάλεσε δυστύχημα. Περαιτέρω, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται πιο πάνω παρέλειψε να συμμορφωθεί σε φώτα τροχαίας, δηλαδή πέρασε με κόκκινο φως. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε τέσσερις μάρτυρες, ήτοι τον Αστ.3199 Γ. Αντωνίου (ΜΚ1), τον Παραπονούμενο Βαλεντίνο Ιωάννου Μέλιο (ΜΚ2), τον Ιάκωβο Ρούσο (ΜΚ3) και την Βαλεντίνα Κλεάνθους (ΜΚ4). Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Επίσης, για λογαριασμό της Υπεράσπισης κλήθηκε και κατέθεσε ο Ονησίφορος Ονησιφόρου (ΜΥ1). Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάχθηκε με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v.Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447, και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ σε εκείνα τα μέρη της τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και είναι απαραίτητα για την εξαγωγή των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Ο ΜΚ1 κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, την κατάθεση του (Τεκμήριο 1). Σε αυτήν, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι την 22.7.11 και περί ώρα 23.55 μετέβη μαζί με τον Αστ.3882, στην Λεωφόρο Χλώρακας στο χωριό Χλώρακα, όπου επεσυνέβη τροχαίο ατύχημα με ενεχόμενα τα οχήματα με αρ. εγγραφής ΕΤΚ436 το οποίο οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο (στο εξής το «όχημα του Κατηγορούμενου») και το όχημα με αρ. εγγραφής KVN772, το οποίο οδηγείτο από τον Παραπονούμενο (στο εξής το «όχημα του Παραπονούμενου»). Κατά την άφιξη του στην σκηνή του δυστυχήματος τα ενεχόμενα οχήματα ήταν στις τελικές τους θέσεις και παρόντες ήταν ο Παραπονούμενος και η Άντρια Χαραλάμπους η οποία επέβαινε στο όχημα του Κατηγορούμενου. Στην παρουσία του Παραπονούμενου και με την βοήθεια του Αστ.3882, ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 3) το οποίο ο Παραπονούμενος υπέγραψε ως ορθό. Αργότερα με βάση το πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 3) ετοίμασε το συμμετρικό σχέδιο (Τεκμήριο 2). Περαιτέρω, ο Παραπονούμενος εφοδίασε τον ΜΚ1 με τα στοιχεία των Ιάκωβου Ρούσου και Βαλεντίνας Κλεάνθους (ΜΚ3 και 4 αντίστοιχα) οι οποίοι ήταν αυτόπτες μάρτυρες του επίδικου δυστυχήματος και επιθυμούσαν να δώσουν κατάθεση. Στις 9.8.11 επέδειξε το πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 3) στον Κατηγορούμενο και του το επεξήγησε και ο τελευταίος αφού το κατάλαβε το υπέγραψε ως ορθό. Ακολούθως την ίδια μέρα έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο (Τεκμήριο 4) και στην συνέχεια τον κατηγόρησε γραπτώς (Τεκμήριο 5) και ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν παραδέχεται την κατηγορία. Το επίδικο δυστύχημα έγινε κατά την διάρκεια της νύχτας, ο καιρός ήταν αίθριος και ο δρόμος στεγνός. Το όριο ταχύτητας είναι 50 ΧΑΩ. Ο ΜΚ1 έλεγξε τα φώτα τροχαίας όταν αφίχθηκε στην σκηνή του δυστυχήματος και διαπίστωσε ότι αυτά λειτουργούσαν κανονικά. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ο ΜΚ1 απάντησε ότι έλαβε καταθέσεις από τους αυτόπτες μάρτυρες (ΜΚ3 και 4). Επίσης ανέφερε ότι οι πορείες των ενεχόμενων οχημάτων ήταν αντίθετες και τα φώτα τροχαίας λειτουργούσαν με τον ίδιο τρόπο για την πορεία που ακολουθούσαν τα δύο οχήματα. Δηλαδή, όταν το φανάρι ήταν πράσινο για το ένα όχημα, ταυτόχρονα ήταν πράσινο και για το άλλο. Αναφορικά με τα φώτα τροχαίας στα οποία βρισκόταν το όχημα των ΜΚ 3 και 4 είπε ότι κατά την εναλλαγή των φώτων μεσολαβεί κάποια χρονική διάρκεια. Τέλος, ανέφερε ότι ο δρόμος στο σημείο που επεσυνέβη το δυστύχημα είναι ευθύς, ο οδικός φωτισμός είναι ικανοποιητικός και σε σχέση με την ορατότητα των ΜΚ3 και 4 προς το σημείο σύγκρουσης είπε ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε φυσικό εμπόδιο. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΚ1 συμφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου ότι για να κατηγορήσει τον πελάτη του στηρίχθηκε κυρίως στις καταθέσεις των ΜΚ3 και
  1. Ανέφερε επίσης ότι οι ΜΚ3 και 4 δεν ήταν παρόντες στην σκηνή όταν έφθασε ο ίδιος και πληροφορήθηκε για την ύπαρξη τους από τον Παραπονούμενο. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι έλαβε κατάθεση και από τα δύο πρόσωπα που επέβαιναν στο όχημα του Κατηγορούμενου και όταν σύγκρινε τις εν λόγω καταθέσεις με εκείνη του Κατηγορούμενου διαπίστωσε ότι υπάρχει μεταξύ τους αντίφαση. Διευκρίνισε ωστόσο ότι η αντίφαση που παρατηρείτο δεν αφορούσε το χρώμα του φαναριού της πορείας του Κατηγορούμενου. Ο ΜΚ1 κλήθηκε από τον κ. Δημητριάδη να εξηγήσει γιατί διατύπωσε την γραπτή κατηγορία εναντίον του Κατηγορούμενου στις 9.8.11 (Τεκμήριο 5), ημερομηνία δηλαδή κατά την οποία το ανακριτικό έργο δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί, αφού από την ΜΚ4 έλαβε κατάθεση στις 11.8.11 (Τεκμήριο 8). Ο ΜΚ1 απάντησε ότι γνώριζε εκ των προτέρων τι θα έλεγε η ΜΚ4 καθώς του είχε πει την εκδοχή της όταν επικοινώνησε μαζί της για να διευθετήσουν συνάντηση για την λήψη της κατάθεσης της. Πρόσθεσε επίσης ότι αν η ΜΚ4 παρουσίαζε διαφορετική εκδοχή στην κατάθεση της, θα ήταν σε θέση να εισηγηθεί όπως μην διωχθεί ο Κατηγορούμενος. Περαιτέρω, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι έλαβε και από τον Παραπονούμενο ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 6) διότι υπήρχε το ενδεχόμενο κάποιος μάρτυρας να διαφοροποιηθεί από όσα προφορικά υποστήριξε. Σε σχετικές ερωτήσεις του κ. Δημητριάδη ο ΜΚ1 απάντησε ότι στην διασταύρωση δεν υπάρχουν λωρίδες κυκλοφορίας, απλώς το κάθε όχημα που εισέρχεται εντός της διασταύρωσης πρέπει να ακολουθήσει μία συγκεκριμένη πορεία. Το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται στην πορεία που έπρεπε να ακολουθήσουν τόσο το όχημα του Κατηγορούμενου όσο και το όχημα του Παραπονούμενου. Αναφορικά με τις ζημιές των ενεχόμενων οχημάτων, ο ΜΚ1 είπε ότι δεν διαδραμάτισαν ρόλο στην απόφαση του να κατηγορήσει τον Κατηγορούμενο και δεν επηρεάζουν την κρίση για το ποιος ευθύνεται για το δυστύχημα. Στην επισήμανση του κ. Δημητριάδη πως αν το δυστύχημα επεσυνέβαινε ως οι ισχυρισμοί του Παραπονούμενου, τότε οι ζημιές θα ήταν στο αριστερό μέρος του οχήματος του, ο ΜΚ1 απάντησε ότι εν προκειμένω το όχημα του Παραπονούμενου δεν πρόλαβε να προχωρήσει τόσο ώστε να είναι κάθετη η πορεία του. Ο ΜΚ1 είπε ότι διερεύνησε κατά πόσο οι ΜΚ3 και 4 σχετίζονται με τον Παραπονούμενο και τα τρία πιο πάνω αναφερόμενα πρόσωπα του ανέφεραν ότι δεν έχουν μεταξύ τους οποιαδήποτε σχέση. Τέλος, αρνήθηκε ότι το όχημα του Κατηγορούμενου εισήλθε με πράσινο φως στη διασταύρωση και υποστήριξε ότι το ατύχημα συνέβη διότι ο Κατηγορούμενος παραβίασε το κόκκινο φως της πορείας του. Ο ΜΚ1 μου προκάλεσε θετική εντύπωση. Κατέθεσε με θετικό και σαφή τρόπο και μετέφερε στο Δικαστήριο με αντικειμενικότητα τα ευρήματα του από την σκηνή του δυστυχήματος και από τις έρευνες που πραγματοποίησε. Από την μαρτυρία του δεν διεφάνη ότι είχε οποιοδήποτε λόγο για να κινηθεί ευνοϊκά προς τον Παραπονούμενο ή για να βλάψει τον Κατηγορούμενο. Επίσης, κατά την αντεξέταση του δεν δημιουργήθηκε οποιοδήποτε ρήγμα στην μαρτυρία του. Ειδικότερα όσον αφορά την απόφαση του ΜΚ1 να προσάψει κατηγορία εναντίον του Κατηγορούμενου την ίδια μέρα που έλαβε από αυτόν την ανακριτική του κατάθεση και πριν λάβει την κατάθεση της ΜΚ4, ο ΜΚ1 επεξήγησε τους λόγους που τον οδήγησαν σε αυτή του την απόφαση. Θεωρώ ότι και επί του σημείου τούτου απάντησε με ειλικρίνεια και επίσης κρίνω ως λογική την εξήγηση του. Διευκρινίζω ωστόσο ότι τα πιο πάνω ουδόλως σημαίνουν ότι το Δικαστήριο αποδέχεται την εκτίμηση που εξέφρασε ο ΜΚ1 ως προς το ποιος ευθύνεται για το επίδικο δυστύχημα ή για το ότι ο Κατηγορούμενος πέρασε με κόκκινο φως τα φώτα τροχαίας. Ο ΜΚ1 δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας του επίδικου δυστυχήματος και όσα ανέφερε επί τούτου του σημείου συνιστούν την προσωπική του γνώμη, η οποία ασφαλώς δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η κρίση για το ποιος φέρει την ευθύνη για το δυστύχημα ανήκει στο Δικαστήριο. Με εξαίρεση επομένως τα πιο πάνω σημεία, αποδέχομαι την μαρτυρία του. Αποτελεί δε σταθερή θέση της νομολογίας ότι το Δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα ως αξιόπιστο και άλλο ως αναξιόπιστο (βλ. υπόθεση Mustafa ανωτέρω). Ο Παραπονούμενος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, την κατάθεση του (Τεκμήριο 6). Συνοπτικά σε αυτήν αναφέρει ότι στις 22.7.11 περί ώρα 23.30 οδηγούσε το όχημα του στη Λεωφ. Χλώρακας με κατεύθυνση από Πάφο προς τα φώτα τροχαίας του ξενοδοχείου Αγ. Γεώργιος προκειμένου από τα εν λόγω φώτα να στρίψει δεξιά σύμφωνα με την πορεία του και να κατευθυνθεί προς Χλώρακα. Πλησιάζοντας στα φώτα τροχαίας, ελάττωσε ταχύτητα, εισήλθε στην κεντρική λωρίδα και εφόσον το φως ήταν πράσινο εισήλθε στην διασταύρωση και προχώρησε στο κέντρο της. Φθάνοντας εκεί σταμάτησε και ανέμενε να διέλθει η τροχαία κίνηση των οχημάτων που κατευθύνονταν προς Πάφο. Ευρισκόμενος στο κέντρο της διασταύρωσης άναψε το κόκκινο φως και ελέγχοντας τον δρόμο είδε σε μακρινή απόσταση να έρχεται ένα αυτοκίνητο από την Πέγεια (προφανώς το όχημα του Κατηγορούμενου) το οποίο υπολόγισε ότι θα σταματούσε ενόψει του ότι το φως ήταν κόκκινο και βρισκόταν σε μακρινή απόσταση. Ξεκίνησε με το όχημα του να στρίβει δεξιά, το όχημα του Κατηγορούμενου όμως δεν σταμάτησε με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το μπροστινό μέρος του δικού του οχήματος. Ο ΜΚ1 του επεξήγησε το πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 3), το οποίο ο Παραπονούμενος αφού το κατάλαβε, συμφώνησε με αυτό και το υπέγραψε ως ορθό. Σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ο Παραπονούμενος είπε ότι η απόσταση του οχήματος του Κατηγορούμενου από τα φώτα τροχαίας ήταν περί τα 50-60 μέτρα. Αντεξεταζόμενος ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι πέρασε τα φώτα τροχαίας, όταν το φως ήταν πράσινο, προχώρησε μέχρι το κέντρο της διασταύρωσης και εκεί σταμάτησε και ανέμενε να περάσουν τα οχήματα που ακολουθούσαν την ίδια πορεία με εκείνη του οχήματος του Κατηγορούμενου. Υπήρχε αρκετή κίνηση, ανέμενε να περάσουν όλα τα οχήματα και προτού ξεκινήσει να στρίβει δεξιά έλεγξε για να δει αν ερχόταν άλλο όχημα. Σε υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου ότι δεν μπορούσε να δει το όχημα του τελευταίου διότι προπορεύονταν του οχήματος του άλλα οχήματα, ο Παραπονούμενος διαφώνησε και είπε ότι αν προπορευόταν άλλο όχημα τότε η σύγκρουση θα γινόταν με αυτό. Ανέφερε επίσης ότι ο χρόνος που μεσολάβησε από την στιγμή που ξεκίνησε να στρίβει μέχρι την σύγκρουση ήταν ελάχιστος και συγκεκριμένα είπε ότι πέρασαν 2-3 δευτερόλεπτα. Ο Παραπονούμενος αρνήθηκε υποβολή του κ. Δημητριάδη ότι το όχημα του Κατηγορούμενου βρισκόταν ήδη στην είσοδο της διασταύρωσης όταν επιχείρησε να στρίψει δεξιά και ανάφερε ότι άναψε το κόκκινο φως και στη συνέχεια περίμενε για λίγο χρόνο προτού ξεκινήσει να στρίβει δεξιά. Αναφορικά με τους ΜΚ3 και 4, ο Παραπονούμενος είπε ότι μετά την σύγκρουση ήλθαν τα εν λόγω πρόσωπα για να βοηθήσουν και εκεί τους ζήτησε τα στοιχεία τους για να καταθέσουν. Ο Παραπονούμενος παραδέχθηκε ότι είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τους ΜΚ3 και 4 και ανέφερε ότι τον ΜΚ3 τον γνωρίζει εξ όψεως από το σχολείο, ενώ την ΜΚ4 δεν την γνωρίζει. Σε σχετική ερώτηση, ο Παραπονούμενος απάντησε ότι όταν είδε πως το όχημα του Κατηγορούμενου δεν σταμάτησε στα φώτα τροχαίας δεν μπορούσε να αντιδράσει, καθώς αφενός δεν μπορούσε να κινηθεί όπισθεν, αφετέρου αν προχωρούσε το όχημα του Κατηγορούμενου θα του χτυπούσε στις πόρτες και έτσι έμεινε εκεί όπου βρισκόταν χωρίς να κάνει οποιαδήποτε κίνηση. Τέλος, ο Παραπονούμενος αρνήθηκε τις υποβολές του κ. Δημητριάδη ότι κινείτο με μεγάλη ταχύτητα, δεν σταμάτησε στο κέντρο της διασταύρωσης και ότι με απότομη κίνηση έστριψε δεξιά με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του Κατηγορούμενου. Από την όλη παρουσία του Παραπονούμενου στο εδώλιο του μάρτυρα, έμεινα ικανοποιημένος ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια. Οι απαντήσεις του ήταν αυθόρμητες και πηγαίες και δεν διέκρινα οποιαδήποτε προσπάθεια του για να αλλοιώσει ή να αποκρύψει την πραγματικότητα. Κατά την αντεξέταση του παρέμεινε σταθερός και δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του. Ενδεικτικό της ειλικρινούς στάσης του Παραπονούμενου είναι ότι δεν δίστασε να δώσει απαντήσεις οι οποίες θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να πλήξουν την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Για παράδειγμα ο Παραπονούμενος ευθαρσώς ανέφερε ότι είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τους ΜΚ3 και 4 και παραδέχθηκε επίσης ότι τον ΜΚ3 τον γνώριζε εξ όψεως. Στην βάση όλων των πιο πάνω η μαρτυρία του Παραπονούμενου γίνεται δεκτή. Ο ΜΚ3 επίσης υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, την κατάθεση του (Τεκμήριο 7). Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι στις 22.7.11 περί ώρα 23.30 οδηγούσε το όχημα του στην οδό Γρίβα Διγενή προς την διασταύρωση με τη Λεωφ. Χλώρακας, όπου υπάρχουν φώτα τροχαίας. Σταμάτησε στην διασταύρωση καθώς το φως για την πορεία του ήταν κόκκινο. Όταν άναψε το πράσινο είδε περίπου στο κέντρο της διασταύρωσης ένα όχημα (προφανώς το όχημα του Παραπονούμενου) το οποίο ερχόταν από Πάφο και ήθελε να στρίψει δεξιά προς Χλώρακα. Όταν το όχημα του Παραπονούμενου ξεκίνησε να στρίβει δεξιά, είδε ένα άλλο όχημα που κατευθυνόταν από Πέγεια προς Πάφο (προφανώς το όχημα του Κατηγορούμενου) το οποίο ανέπτυξε ταχύτητα για να προλάβει να περάσει. Το φως όμως για το όχημα του Κατηγορούμενου ήταν κόκκινο διότι δευτερόλεπτα πριν είχε ανάψει το πράσινο για την δική του πορεία. Το όχημα του Κατηγορούμενου χτύπησε το όχημα του Παραπονούμενου το οποίο ήταν ήδη στην διασταύρωση. Σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ο ΜΚ3 απάντησε ότι δεν είναι φίλος με τον Κατηγορούμενο, τον γνωρίζει όμως εξ όψεως. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι όταν ήταν σταματημένο το όχημα του στα φώτα τροχαίας δεν υπήρχαν μπροστά του άλλα οχήματα. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου, απάντησε ότι δεν θυμάται πότε είδε το όχημα του Παραπονούμενου, νομίζει όμως ότι το είδε την ώρα που ξεκίνησε ο ίδιος να στρίβει. Όσον αφορά το όχημα του Κατηγορούμενου το είδε στα φώτα τροχαίας δεν θυμάται όμως αν το είδε όταν πλησίαζε τα φώτα τροχαίας. Σε διευκρινιστική ερώτηση του κ. Δημητριάδη κατά πόσο είδε το όχημα του Κατηγορούμενου μετά που άναψε το πράσινο φως για τον ίδιο απάντησε ότι νομίζει πως το είδε όταν άναψε το πράσινο φως και σε παρόμοια ερώτηση που αφορούσε όμως το όχημα του Παραπονούμενου, ο ΜΚ3 απάντησε καταφατικά. Ερωτηθείς αν το όχημα του Παραπονούμενου ήταν στη διασταύρωση όταν το φως για την πορεία του ήταν κόκκινο, ο ΜΚ3 απάντησε: «Νομίζω όχι. Ότι είπα στην κατάθεση μου». Ο ΜΚ3 συμφώνησε με την υποβολή του κ. Δημητριάδη ότι το όχημα του Παραπονούμενου εισήλθε στη διασταύρωση μετά που άναψε το πράσινο φως της δικής του πορείας, ήτοι του ΜΚ
  2. Αρνήθηκε υποβολή ότι ήταν φίλοι με τον Παραπονούμενο και ανέφερε ότι τον γνωρίζει εξ όψεως από το σχολείο και συμπλήρωσε ότι τον Κατηγορούμενο τον γνωρίζει καλύτερα απ' ότι τον Παραπονούμενο. Στην υποβολή του κ. Δημητριάδη ότι το όχημα του Κατηγορούμενου εισήλθε στη διασταύρωση με πράσινο φως, ο ΜΚ3 παρέπεμψε στην κατάθεση του λέγοντας ότι έχουν περάσει τρία χρόνια και δεν θυμάται. Θεωρώ ότι θα ήταν επισφαλές για το Δικαστήριο να προσδώσει βαρύτητα στην μαρτυρία του ΜΚ
  3. Δεν αμφισβητώ τις ειλικρινείς προθέσεις του, όμως από τις απαντήσεις του ήταν ξεκάθαρο ότι ο τελευταίος δεν θυμόταν καλά τα γεγονότα που έλαβαν χώρα το βράδυ της 22.7.
  4. Σε αρκετές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ο ΜΚ3 απάντησε ότι δεν θυμόταν και παρέπεμπε στην κατάθεση του (Τεκμήριο 7). Αναφέρω χαρακτηριστικά ότι όταν του τέθηκε η υποβολή ότι το όχημα του Κατηγορούμενου εισήλθε με πράσινο φως στη διασταύρωση, ο ΜΚ3 με ειλικρίνεια απάντησε ότι έχουν παρέλθει τρία χρόνια και δεν θυμάται. Ενόψει των πιο πάνω και λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη μου το γεγονός ότι ο ΜΚ3 αδυνατούσε σε καίρια ζητήματα σε σχέση με τα επίδικα θέματα, να εκφέρει σαφή άποψη, η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η ΜΚ4 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την κατάθεση της (Τεκμήριο 8), δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σε αυτήν συνοπτικά αναφέρει ότι την 22.7.11 κατά τις 23.30 ήταν συνοδηγός στο όχημα του ΜΚ3 και βρίσκονταν σταματημένοι στο κόκκινο φως των φώτων τροχαίας της οδού Γρίβα Διγενή. Στο κέντρο της διασταύρωσης ήταν σταματημένο ένα όχημα το οποίο ήθελε να στρίψει δεξιά, σύμφωνα με την πορεία του για να κατευθυνθεί προς Χλώρακα (προφανώς το όχημα του Παραπονούμενου). Αφού άναψε το πράσινο φως για την δική τους πορεία, το όχημα του Παραπονούμενου έστριψε δεξιά για να πορευθεί προς Χλώρακα. Την ίδια στιγμή ένα άλλο όχημα, το οποίο κατευθυνόταν από Πέγεια προς Πάφο (προφανώς το όχημα του Κατηγορούμενου) εισήλθε στην διασταύρωση και συγκρούστηκε με το όχημα του Παραπονούμενου. Το όχημα του Κατηγορούμενου πέρασε με κόκκινο φως, καθώς είχε ήδη ανάψει το πράσινο φως για την πορεία που ακολουθούσαν με τον ΜΚ3, παρήλθαν 2-3 δευτερόλεπτα και μετά εισήλθε στην διασταύρωση το όχημα του Κατηγορούμενου. Στην προφορική της μαρτυρία η ΜΚ4 μετά από σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής είπε ότι δεν γνωρίζει τον Παραπονούμενο, ενώ γνωρίζει τον Κατηγορούμενο με τον οποίο πήγαιναν μαζί μάθημα. Αντεξεταζόμενη είπε ότι δεν προπορευόταν άλλο όχημα του οχήματος του ΜΚ
  5. Το όχημα του Παραπονούμενου εισήλθε στην διασταύρωση πριν ανάψει το πράσινο φως της δικής τους πορείας. Η ΜΚ4 διευκρίνισε ωστόσο, ότι δεν ήταν σίγουρη για το φως το οποίο μπορεί να ήταν και πορτοκαλί. Αυτό το οποίο θυμόταν είναι ότι το όχημα του ΜΚ3 στο οποίο επέβαινε ήταν σταματημένο στα φώτα τροχαίας, είδε το όχημα του Παραπονούμενου που προσπαθούσε να «μπει», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε και συμπλήρωσε ότι «.πήγε να μπει και άναψε πράσινο για εμάς που σημαίνει ήταν σταματημένος». Σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου, η ΜΚ4 απάντησε ότι το φως της πορείας του Κατηγορούμενου ήταν κόκκινο διότι όταν έγινε το δυστύχημα το φως για την δική τους πορεία ήταν πράσινο. Η ΜΚ4 αρνήθηκε τις υποβολές του κ. Δημητριάδη ότι έδωσε κατάθεση διότι της το ζήτησε ο ΜΚ3, καθώς επίσης και ότι το όχημα του Κατηγορούμενου ήταν στην αρχή της διασταύρωσης όταν άρχισε να στρίβει δεξιά το όχημα του Παραπονούμενου. Η ΜΚ4 είπε συγκεκριμένα ότι «μπήκε ο Παραπονούμενος και ο Κατηγορούμενος τον χτύπησε». Η ΜΚ4 μου προξένησε θετική εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Κατέθεσε με φυσικό και πειστικό τρόπο και κατά την αντεξέταση της δεν κλονίστηκε με οποιοδήποτε τρόπο η αξιοπιστία της. Υπήρξαν φυσικά ερωτήσεις που η ΜΚ4 απάντησε με ευθύτητα ότι δεν θυμόταν όλες τις λεπτομέρειες του επίδικου συμβάντος. Θεωρώ φυσική εξέλιξη το γεγονός ότι η ΜΚ4 δεν ήταν σε θέση να θυμάται επακριβώς όλες τις λεπτομέρειες που περιστοιχίζουν το επίδικο δυστύχημα. Η ΜΚ4 κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 2.7.14, τρία σχεδόν χρόνια μετά το επίδικο δυστύχημα και θεωρώ ότι είναι φυσιολογικό να μην έχει συγκρατήσει στην μνήμη της όλες τις λεπτομέρειες ιδιαίτερα αφ' ης στιγμής η ίδια δεν ήταν άμεσα εμπλεκόμενη στο δυστύχημα. Η ΜΚ4 παρέμεινε σταθερή στην θέση της ότι το όχημα του Παραπονούμενου ήταν σταματημένο εντός της διασταύρωσης όταν το όχημα στο οποίο επέβαινε ήταν επίσης σταματημένο στα φώτα τροχαίας της πορείας τους. Ορισμένες επουσιώδεις αντιφάσεις που παρατηρούνται στην μαρτυρία της, όχι μόνο δεν κλονίζουν την αξιοπιστία της αλλά αντίθετα την ενισχύουν (βλ. Κουδουνάρης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 320). Από την μαρτυρία της ΜΚ4 δεν μπορώ ωστόσο να δεχθώ την θέση της ότι το όχημα του Κατηγορούμενου πέρασε με κόκκινο φως. Η ΜΚ4 ανέφερε μεν ότι όταν επεσυνέβη η σύγκρουση είχε ανάψει το πράσινο φως της δικής τους πορείας, από την μαρτυρία της όμως δεν μπορεί να συναχθεί με ασφάλεια ότι όταν είδε το όχημα του Κατηγορούμενου για πρώτη φορά αυτό βρισκόταν πριν τα φώτα τροχαίας της δικής του πορείας και ότι την ίδια ώρα το φως ήταν πράσινο στα φώτα τροχαίας που βρισκόταν με τον ΜΚ
  1. Ως εκ τούτου και με εξαίρεση το πιο πάνω σημείο αποδέχομαι την μαρτυρία της ΜΚ4 (βλ. υπόθεση Mustafa ανωτέρω). Ο Κατηγορούμενος επίσης υιοθέτησε την ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 4), ως μέρος της κυρίως εξέτασης του δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι στις 22.7.11 περί ώρα 23.30 οδηγούσε το όχημα του με κατεύθυνση από Κισσόνεργα προς τα φώτα τροχαίας του ξενοδοχείου Αγ. Γεώργιος. Συνεπιβάτες του ήταν ο ΜΥ1 και η Άντρια Χαραλάμπους. Κινείτο με ταχύτητα περί τα 40-50 ΧΑΩ. Πλησιάζοντας τα φώτα τροχαίας το φως της πορείας του ήταν πράσινο. Καθώς προχωρούσε είδε στην εξ αντιθέτου λωρίδα να έρχεται προς το μέρος του ένα όχημα με μεγάλη ταχύτητα (προφανώς εννοεί το όχημα του Παραπονούμενου). Αφού είχε ήδη εισέλθει στη διασταύρωση με πρόθεση να συνεχίσει την πορεία του προς Πάφο, το όχημα του Παραπονούμενου επίσης εισήλθε στην διασταύρωση και έστριψε δεξιά σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του οχήματος του και να συγκρουστούν. Ο Κατηγορούμενος συμφώνησε με το πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 3) το οποίο του υπέδειξε και επεξήγησε ο ΜΚ1 και το υπέγραψε ως ορθό. Αντεξεταζόμενος ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι η πρώτη φορά που είδε το όχημα του Παραπονούμενου ήταν πριν τα φώτα τροχαίας της δικής του πορείας σε απόσταση περίπου 30-40 μέτρων. Όταν είδε το όχημα του Παραπονούμενου υπέθεσε ότι ο Παραπονούμενος θα τον ανέμενε να διέλθει, καθώς είχε προτεραιότητα αφού κινείτο σε ευθεία, ενώ ο Παραπονούμενος θα έστριβε δεξιά. Σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι αντιλήφθηκε πως το όχημα του Παραπονούμενου θα έστριβε δεξιά διότι στον δρόμο υπήρχε λωρίδα για τα οχήματα που επιθυμούν να στρίψουν δεξιά. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος είπε ότι όταν αντιλήφθηκε το όχημα του Παραπονούμενου να στρίβει δεξιά, εφάρμοσε τα φρένα του οχήματος του και προσπάθησε να αποφύγει την σύγκρουση. Διευκρίνισε δε ότι εφάρμοσε τα φρένα του οχήματος του, μετά τα φώτα τροχαίας της πορείας του. Σε ερώτηση του κ. Νεοκλέους για ποιο λόγο καθυστέρησε να εφαρμόσει τα φρένα του οχήματος του, εφόσον είδε το όχημα του Παραπονούμενου πριν τα φώτα τροχαίας, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι υπολόγισε πως ο Παραπονούμενος θα τον ανέμενε να διέλθει και μετά θα έστριβε δεξιά. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε τις υποβολές του κ. Νεοκλέους ότι το όχημα του Παραπονούμενου δεν κινείτο με ιλιγγιώδη ταχύτητα και ότι ήταν σταματημένο στην μέση της διασταύρωσης. Επίσης αρνήθηκε την υποβολή ότι παραβίασε τον φωτεινό σηματοδότη των φώτων τροχαίας που βρίσκονταν στην πορεία του περνώντας με κόκκινο φως. Τέλος, ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι κινείτο με ταχύτητα μεγαλύτερη των 40-50 ΧΑΩ. Η μαρτυρία του Κατηγορούμενου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η μαρτυρία του σε σχέση με ουσιώδη σημεία για τα επίδικα θέματα, όπως για παράδειγμα το φως της πορείας του, το αν κινείτο με ιλιγγιώδη ταχύτητα το όχημα του Παραπονούμενου, το αν ήταν σταματημένο το τελευταίο στην διασταύρωση, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την μαρτυρία του Παραπονούμενου και της ΜΚ4 των οποίων η μαρτυρία έχει γίνει αποδεκτή. Ως προς το ζήτημα της ταχύτητας, σημειώνω ότι δεν τέθηκε ούτε στον εξεταστή της υπόθεσης (ΜΚ1), αλλά ούτε και στους ΜΚ3 και
  2. Επιπρόσθετα, η εκδοχή του Κατηγορούμενου, αντικριζόμενη στην βάση της δικής του μαρτυρίας, καταδεικνύει ότι το όχημα του Παραπονούμενου είχε ήδη ξεκινήσει να στρίβει δεξιά πριν το όχημα του Κατηγορούμενου περάσει τα φώτα τροχαίας της πορείας του. Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι εφάρμοσε τα φρένα του οχήματος του μετά τα φώτα τροχαίας και όταν είδε το όχημα του Παραπονούμενου να στρίβει δεξιά. Όπως προκύπτει από το συμμετρικό σχέδιο (Τεκμήριο 2) τα ίχνη τροχοπέδησης των δεξιών ελαστικών του οχήματος του ξεκινούν σε απόσταση 3μ μετά το σταθερό σημείο, δηλαδή τα φώτα τροχαίας. Το γεγονός αυτό υποδηλώνει ότι ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι το όχημα του Παραπονούμενου έστριβε δεξιά πριν να περάσει τα φώτα τροχαίας, αφού η εφαρμογή των φρένων προϋποθέτει κάποια απόσταση σκέψης μέχρι να αντιδράσει ο οδηγός και να κλειδώσουν οι τροχοί του οχήματος. Τα πιο πάνω προκύπτουν ως ζήτημα κοινής λογικής και με την διατύπωση τους δεν θεωρώ ότι το Δικαστήριο μετατρέπεται σε εμπειρογνώμονα πράγμα το οποίο θα ήταν ανεπίτρεπτο. Στην υπόθεση Σιαλαμπή ν. Παναγή
(2008)1Α Α.Α.Δ 75 λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με την απόσταση σκέψης: «Με την πιο πάνω αναφορά του το Δικαστήριο με κανένα τρόπο δεν μετατράπηκε σε εμπειρογνώμονα και ούτε η εκτίμηση του αναφορικά με την απόσταση σκέψης, είχε οποιαδήποτε επίδραση στην κρίση του. Συνήθως τα Δικαστήρια λαμβάνουν υπόψη, ότι είναι φυσικό να χρειάζεται κάποια απόσταση μέχρι να αντιδράσει ο οδηγός και ότι είναι εξίσου φυσικό η εφαρμογή των φρένων να προϋποθέτει και κάποια απόσταση σκέψης μέχρι να κλειδώσουν οι τροχοί. Όπως υποδείχθηκε στη Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 748, δεν χρειάζεται να είναι κάποιος εμπειρογνώμονας για να λάβει υπόψη τα πιο πάνω. Εκείνο που η νομολογία προστάσσει να αποφεύγεται, είναι οι μαθηματικοί υπολογισμοί με σκοπό την εξαγωγή συμπερασμάτων, για παράδειγμα για την ταχύτητα ενός οχήματος (Βλ.Patsalides v. Milikouri
(1981)1 C.L.R. 158).» Ενόψει των πιο πάνω η μαρτυρία του Κατηγορούμενου απορρίπτεται. Ο ΜΥ1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση του (Τεκμήριο 9), δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Συνοπτικά σε αυτήν αναφέρει ότι στις 22.7.11 και ώρα 23.30 επέβαινε στο όχημα του Κατηγορούμενου στην θέση του συνοδηγού και κατευθύνονταν από Πέγεια προς Πάφο. Όταν πλησίασαν στα φώτα τροχαίας το φως της πορείας τους ήταν πράσινο και συνέχισαν την πορεία τους εισερχόμενοι στην διασταύρωση. Φθάνοντας στο κέντρο της διασταύρωσης, ένα όχημα που ερχόταν εξ αντιθέτου (προφανώς το όχημα του Παραπονούμενου) ήθελε να στρίψει δεξιά, σύμφωνα με την πορεία του, και χωρίς να δείξει έστριψε δεξιά, απέκοψε την πορεία του οχήματος τους και συγκρούστηκαν. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι την ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα την φέρει ο Παραπονούμενος διότι παρεμβλήθηκε στην πορεία τους στρίβοντας δεξιά χωρίς να δείξει την εν λόγω πρόθεση του και κινείτο με μεγάλη ταχύτητα. Στην επισήμανση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι στην κατάθεση του (Τεκμήριο 9) δεν δήλωσε ότι το όχημα του Κατηγορούμενου κινείτο με μεγάλη ταχύτητα, ο ΜΥ1 είπε ότι μάλλον του διέφυγε και αρνήθηκε ότι το ανέφερε στην προφορική του μαρτυρία διότι τον πληροφόρησε ο Κατηγορούμενος ότι εκείνος στην δική του μαρτυρία προέβαλε την εν λόγω εκδοχή. Ο ΜΥ1 δεν θυμόταν που βρισκόταν το όχημα του Παραπονούμενου όταν το είδε για πρώτη φορά, ούτε και θυμόταν πόση απόσταση χώριζε τα δυο οχήματα όταν το είδε για πρώτη φορά. Συμπλήρωσε ότι είδε το όχημα του Παραπονούμενου να έρχεται με μεγάλη ταχύτητα 2-3 δευτερόλεπτα πριν την σύγκρουση. Στην ερώτηση του κ. Νεοκλέους πως μπορεί να ισχυρίζεται ότι το όχημα του Παραπονούμενου κινείτο με μεγάλη ταχύτητα αφ' ης στιγμής δεν θυμάται σε πόση απόσταση το είδε, ο ΜΥ1 απάντησε ότι το είδε και ότι η σύγκρουση ήταν ισχυρή καθώς ο ίδιος χτύπησε στον ανεμοθώρακα του οχήματος και τραυματίστηκε. Περαιτέρω, ο ΜΥ1 δεν θυμόταν αν ο Κατηγορούμενος έκανε οποιαδήποτε κίνηση για να αποφύγει το δυστύχημα. Ο ίδιος δεν είπε οτιδήποτε στον Κατηγορούμενο προς αποφυγή του δυστυχήματος, διότι το όχημα του Παραπονούμενου δεν έδειξε ότι θα στρίψει δεξιά. Επίσης, ο ΜΥ1 δεν θυμόταν ποια λωρίδα τηρούσε το όχημα του Παραπονούμενου και επανέλαβε ότι συμπέρανε πως θα κινείτο ευθεία διότι δεν είχε δείξει ότι θα έστριβε δεξιά. Τέλος, αρνήθηκε τις υποβολές του κ. Νεοκλέους ότι το φως στην πορεία τους ήταν κόκκινο όταν πέρασαν τα φώτα τροχαίας, καθώς και ότι το όχημα του Παραπονούμενου ήταν σταματημένο στη μέση της διασταύρωσης. Από την όλη παρουσία του ΜΥ1 στο εδώλιο του μάρτυρα δεν έχω ικανοποιηθεί ότι ο τελευταίος προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια. Όπως διαφαίνεται από την μαρτυρία του, τα κύρια σημεία της οποίας παρέθεσα πιο πάνω, ο ΜΥ1 προσήλθε για να ενισχύσει την υπόθεση του Κατηγορούμενου. Τα μόνα σημεία για τα οποία ήταν σε θέση να εκφέρει σαφή άποψη ήταν ότι το όχημα του Κατηγορούμενου πέρασε με πράσινο φως τα φώτα τροχαίας και ότι το όχημα του Παραπονούμενου κινείτο με μεγάλη ταχύτητα και δεν έδειξε την πρόθεση του να στρίψει δεξιά ούτε και αντιλήφθηκαν ότι είχε τέτοια πρόθεση ο Παραπονούμενος. Ξεκινώντας από το τελευταίο αυτό σημείο επισημαίνω ότι η εν λόγω θέση του βρίσκεται σε διάσταση με την θέση του Κατηγορούμενου ο οποίος υποστήριξε ότι αντιλήφθηκε εξ αρχής ότι το όχημα του Παραπονούμενου θα έστριβε δεξιά. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του για την ταχύτητα του οχήματος του Παραπονούμενου, σημειώνω ότι η εν λόγω αναφορά έγινε για πρώτη φορά κατά την προφορική του μαρτυρία αφού ουδέν περί τούτου αναφέρει στην κατάθεση του (Τεκμήριο 9). Επίσης, προκύπτει εύλογα το ερώτημα πως είναι σε θέση να ισχυρίζεται ότι το εν λόγω όχημα κινείτο με μεγάλη ταχύτητα από την στιγμή που δεν μπορούσε να προσδιορίσει την απόσταση που το είδε για πρώτη φορά, αλλά και το που βρισκόταν όταν το είδε για πρώτη φορά. Τέλος, η μαρτυρία του ΜΥ1 σε ουσιώδη, σε σχέση με τα επίδικα θέματα, σημεία βρίσκεται σε αντίθεση με την μαρτυρία του Παραπονούμενου και της ΜΚ4 των οποίων η μαρτυρία έγινε αποδεκτή. Ενόψει των πιο πάνω η μαρτυρία του ΜΥ1 δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Την 22.7.11 και περί ώρα 23.30 το όχημα με αρ. εγγραφής KVN772 οδηγείτο από τον Παραπονούμενο στην Λεωφ. Χλώρακας και συγκεκριμένα κινείτο από Πάφο προς τα φώτα τροχαίας του ξενοδοχείου Αγ. Γεώργιος με πρόθεση να στρίψει δεξιά προς Χλώρακα. Ο Παραπονούμενος πέρασε με πράσινο φως τα εν λόγω φώτα τροχαίας, εισήλθε στην διασταύρωση της Λεωφ. Χλώρακας με τις οδούς Γρίβα Διγενή και Αγ. Γεωργίου και σταμάτησε στο μέσο περίπου της διασταύρωσης αναμένοντας να διέλθουν τα οχήματα που κινούνταν εξ αντιθέτου δηλαδή από Πέγεια προς Πάφο, προκειμένου να στρίψει δεξιά και να κατευθυνθεί προς Χλώρακα. Μπροστά από το όχημα του Παραπονούμενου δεν υπήρχε άλλο όχημα. Ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΕΤΚ436 με κατεύθυνση από Πέγεια προς Πάφο, κινείτο δηλαδή σε αντίθετη πορεία σε σχέση με εκείνη του Παραπονούμενου. Στο όχημα του Κατηγορούμενου βρίσκονταν επίσης ο ΜΥ1, ως συνοδηγός, και η Άντρια Χαραλάμπους η οποία καθόταν στα πίσω καθίσματα. Όταν άναψε το κόκκινο φως των φώτων τροχαίας της πορείας του Παραπονούμενου, ο τελευταίος έλεγξε για να δει κατά πόσο ερχόταν άλλο όχημα και ξεκίνησε να στρίβει δεξιά το όχημα του. Ο Κατηγορούμενος παραβίασε το κόκκινο φως των φώτων τροχαίας της δικής του πορείας, εισήλθε στη διασταύρωση και συγκρούστηκε με το όχημα του Παραπονούμενου με αποτέλεσμα να τραυματιστεί τόσο ο ίδιος όσο και ο ΜΥ1. Το όχημα του Κατηγορούμενου υπέστη ζημιές στην δεξιά μπροστινή γωνία, και συγκεκριμένα στον προφυλακτήρα, την γρίλια, το φανάρι, το φτερό, το καπό και τον ανεμοθώρακα. Το δε όχημα του Παραπονούμενου υπέστη ζημιές στα μπροστινά φανάρια, τον προφυλακτήρα, την γρίλια , το καπό και τα φτερά. Οι ΜΚ3 και 4 επέβαιναν σε όχημα το οποίο οδηγούσε ο ΜΚ3 και πριν το δυστύχημα βρίσκονταν σταματημένοι στο κόκκινο φως των φώτων τροχαίας της οδού Γρίβα Διγενή η οποία είναι κάθετη στη Λεωφ. Χλώρακας. Το επίδικο δυστύχημα επεσυνέβη ελάχιστη ώρα μετά που άναψε το πράσινο φως των φώτων τροχαίας της δική τους πορείας. Ο δρόμος στο σημείο που επεσυνέβη το δυστύχημα είναι ευθύς, ο οδικός φωτισμός είναι ικανοποιητικός και οι ΜΚ3 και 4 είχαν απεριόριστη ορατότητα προς το σημείο σύγκρουσης. Το όχημα του Κατηγορούμενου άφησε ίχνη τροχοπέδησης στην άσφαλτο και συγκεκριμένα τα ίχνη τροχοπέδησης των δεξιών ελαστικών του καλύπτουν έκταση 13,40μ και των αριστερών ελαστικών 8,50μ. Τα ίχνη τροχοπέδησης ξεκινούν σε απόσταση 3μ από τα φώτα τροχαίας της πορείας του Κατηγορούμενου. Τα φώτα τροχαίας της πορείας που ακολουθούσε ο Κατηγορούμενος και τα φώτα τροχαίας της πορείας που ακολουθούσε ο Παραπονούμενος λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο, οι σημάνσεις δηλαδή είναι ταυτόχρονα οι ίδιες και για τα δύο φώτα τροχαίας. Τέλος, τα εν λόγω φώτα τροχαίας λειτουργούσαν κανονικά. Νομική Πτυχή Το αδίκημα της αμελούς οδήγησης έχει τύχει πλούσιας και εκτεταμένης ανάλυσης από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σε μια κατηγορία για αμελές οδήγημα η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος δεν ενήργησε ως συνετός και προσεκτικός οδηγός και όχι ως ένας τέλειος οδηγός. Στην Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 202 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την αμέλεια (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπληρώσεως του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, τον γείτονα, όπως επιγραμματικά αναφέρεται στην απόφαση του Λόρδου Atkin στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson
(1932)A.C. 562. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί- α) η φύση του καθήκοντος, και β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Είναι νομολογημένο ότι για τον καθορισμό της αμέλειας, το μέτρο με το οποίο κρίνονται οι πράξεις προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο, είναι εκείνο του μέσου συνετού ανθρώπου, και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ενός εκάστου ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 68 ειπώθηκαν τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παραβίαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/1972, είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι τέλειου οδηγού.» Όπως προκύπτει και από τη σχετική Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου v. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R 188). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Αργυρού v.Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ 378). Αναφορικά με το αδίκημα της 2ης κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, ο Κανονισμός 58
(2)(δ) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, προβλέπει: «58
(2)Κάθε πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκινήτου οχήματος έχει τα πιο κάτω καθήκοντα και υποχρεώσεις .............................. (δ) να συμμορφώνεται προς όλα τα σήματα τροχαίας, συμπεριλαμβανομένων πινακίδων, που τοποθετούνται ή χαράσσονται πάνω ή κοντά σε οποιοδήποτε δρόμο με ή κατ' εντολή της Αστυνομίας ή αρχής τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλης αρχής, στην οποία ανατέθει δυνάμει οποιασδήποτε νομοθετικής διάταξης ο έλεγχος ή η ρύθμιση της τροχαίας κυκλοφορίας». Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι ( Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω αναφερόμενα και συγκεκριμένα την μαρτυρία που έχω κρίνει ως αποδεκτή, την νομική πτυχή, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα μου καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του Παραπονούμενου, ο τελευταίος πέρασε με πράσινο φως τα φώτα τροχαίας, εισήλθε στην διασταύρωση και σταμάτησε περίπου στο κέντρο της. Το τελευταίο αυτό γεγονός, ότι δηλαδή ήταν σταματημένο το όχημα του Παραπονούμενου επιβεβαιώνεται και από την ανεξάρτητη μαρτυρία της ΜΚ4. Όταν άναψε το κόκκινο φως της πορείας του και αφού διήλθαν όλα τα οχήματα που κινούνταν εξ αντιθέτου και βρίσκονταν στη διασταύρωση, ο Κατηγορούμενος έλεγξε ξανά το δρόμο και εντόπισε το όχημα του Κατηγορούμενου το οποίο βρισκόταν σε απόσταση περί τα 50-60 μέτρα. Ο Παραπονούμενος ξεκίνησε την προσπάθεια του για να στρίψει δεξιά, το όχημα του Κατηγορούμενου όμως δεν σταμάτησε στο κόκκινο φως της πορείας του, εισήλθε στην διασταύρωση και ανέκοψε την πορεία του οχήματος του Παραπονούμενου. Σημειώνω, ότι δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση ότι τα φώτα τροχαίας της πορείας του Κατηγορούμενου και του Παραπονούμενου λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο και οι σημάνσεις είναι ταυτόχρονα οι ίδιες και στα δύο. Επίσης δεν αμφισβητήθηκε ότι τα εν λόγω φώτα τροχαίας λειτουργούσαν κανονικά. Αν και δεν δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή μαρτυρία σε σχέση με την αρμόδια αρχή που τοποθέτησε τα εν λόγω φώτα τροχαίας, εντούτοις ενόψει της απουσίας οποιασδήποτε αμφισβήτησης από μέρους της Υπεράσπισης θεωρώ ότι τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής το τεκμήριο της κανονικότητας (omnia praesumuntur rite esse acta). Στην υπόθεση Γιωργαλλίδης v. Δήμου Λάρνακος
(2001)2 Α.Α.Δ 789, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο δικηγόρος του εφεσίβλητου, διαφωνώντας με την πιο πάνω εισήγηση, προτείνει πως τέτοια μαρτυρία δεν χρειαζόταν, ενόψει μάλιστα του γεγονότος πως δεν υπήρξε καμιά βάσιμη αμφισβήτηση της νομιμότητας της συγκεκριμένης σηματοδότησης. Μας παρέπεμψε σχετικά στη Γ. Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ντίνου Φλωρίδη
(1999)2 Α.Α.Δ. 95 όπου, το Δικαστήριο, ομολογουμένως εν παρόδω γιατί η υπόθεση αποφασίστηκε πάνω σε άλλο σημείο, προέβη στις πιο κάτω παρτηρήσεις. «Ωστόσο, ενόψει της φύσης της υπόθεσης αλλά και του στοιχείου για το οποίο γίνεται λόγος, όπως και της έλλειψης αμφισβήτησης, θα μπορούσε ενδεχομένως να συζητηθεί η επενέργεια του τεκμηρίου της κανονικότητας: omnia praesumuntur rite esse acta. Τα όρια του οποίου, σε ποινικές υποθέσεις, εξετάστηκαν επισταμένα πρώτα στη Scott v. Baker [1968] 2 All E.R. 993 - όπου εξηγήθηκε η κατάληξη στην Gibbins v. Skinner [1951] 2 K.B. 379 και Swift v. Barrett [1940] Times L.R. vol.LVI 650 - και έπειτα στην Dillon v. R. [1982] 1 All E.R. 1017 (P.C.). Δεν παρίσταται όμως ανάγκη να μας απασχολήσει αυτή η πτυχή περαιτέρω αφού η εξειδικευμένη θέση της Κατηγορούσας Αρχής δεν άφησε ούτως ή άλλως περιθώριο για τέτοιο τεκμήριο». Η απόφαση του αγγλικού Δικαστηρίου (King's Bench Division) στην υπόθεση Boyd-Gibbins v. Skinner, δημοσιευμένη επίσης στη σειρά [1951] 1 All E.R. p.1049, η οποία αναφέρεται στην πιο πάνω απόφαση του δικού μας εφετείου, καλύπτει, κατά τη γνώμη μας, κατ' αναλογία το ειδικό ζήτημα που αντιμετωπίζεται εδώ, ακόμη και μετά τις επεξηγήσεις της υπόθεσης που δόθηκαν στην Scott v. Baker. Ο Λόρδος Goddard εκδίδοντας την απόφαση στη Skinner, είπε τα εξής: (σελίδα 1052) «If, therefore, there is a sign of the type prescribed by the Minister under s.1
(8)erected at the beginning of a length of road indicating a speed limit of thirty miles an hour, that, in my opinion, is prima facie evidence that all necessary steps have been taken to prescribe that that road should be regarded as being in a built up area». Σε μετάφραση: «Αν, επομένως, υπάρχει σήμα του τύπου που καθορίστηκε από τον Υπουργό βάσει του άρθρου 1
(8)τοποθετημένο στην αρχή του μήκους ενός δρόμου που δείχνει όριο ταχύτητας τριάντα μίλια την ώρα, αυτό, κατά τη γνώμη μου, συνιστά εκ πρώτης όψεως μαρτυρία πως έχουν ληφθεί όλα τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να υποδεικνύεται πως ο δρόμος δέον να θεωρείται πως βρίσκεται σε κατοικημένη περιοχή.» Ενόψει των ανωτέρω η έφεση απορρίπτεται. Δεν γίνεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα.» Ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να επιτελέσει το καθήκον μέριμνας και φροντίδας προς τους άλλους χρήστες του δρόμου και συγκεκριμένα προς τον Παραπονούμενο, καθώς παραβίασε το κόκκινο φως της πορείας του, με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του οχήματος του Παραπονούμενου το οποίο βρισκόταν νόμιμα εντός της διασταύρωσης και επιχείρησε να στρίψει δεξιά. Στην βάση επομένως των πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος παραβίασε το δικό του καθήκον επιμέλειας. Σημειώνω, ίσως εκ του περισσού, ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας δεν εξετάζει και δεν αποφαίνεται κατά πόσο φέρει οποιαδήποτε συντρέχουσα ευθύνη και ο Παραπονούμενος. Για τους λόγους που προσπάθησα πιο πάνω να εξηγήσω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενους ο οποίος κατά συνέπεια κρίνεται ένοχος. (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.