← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Άδωνης Χαραλαμπίδης, Αρ. Υπόθεσης: 14315/11, 5/8/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Άδωνης Χαραλαμπίδης, Αρ. Υπόθεσης: 14315/11, 5/8/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B138 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14315/11 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Kατηγορούσας Αρχής v Άδωνης Χαραλαμπίδης Κατηγορουμένου ----------------------- Ημερομηνία: 05/08/2014. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Περγαντή. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χρ. Σιμιλλίδης. Κατηγορούμενος: παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία ότι επέτρεψε ή ανέκτηκε όπως ο σκύλος του οποίου είναι ιδιοκτήτης ή τον οποίο έχει κάτω από τη φροντίδα του προκαλεί θόρυβο με ηχηρό και συνεχές γαύγισμα που προκαλεί οχληρία στο κοινό κατά παράβαση των άρθρων 1,2,18(ε)(ι) του περί σκύλων Νόμου Ν. 184

(1)/02 όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 137/05. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, αυτός κατηγορείται ότι την 31ην Αυγούστου του 2011 στην οδό 1ης Απριλίου 32 στην Έμπα της Επαρχίας Πάφου, επέτρεψε ή ανέχθηκε όπως οι σκύλοι των οποίων είναι ιδιοκτήτης ή των οποίων έχει κάτω από τη φροντίδα του, να προκαλούν θόρυβο με ηχηρό και συνεχές γαύγισμα, που προκαλεί οχληρία στο κοινό. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε την πιο πάνω κατηγορία και η κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας, τον κ. Σόλωνα Χ΄΄ Σολωμού (Μ.Κ.1) και τον Αστ. 4472 Α. Αριστοτέλους (Μ.Κ.2). Ο Μ.Κ.1 υιοθέτησε τη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (τεκμήριο 1) η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως του εξέτασης. Σε αυτήν αναφέρει τις διαφορές που είχε με τον κατηγορούμενο, ο οποίος τυγχάνει να είναι αδελφότεκνος τους αλλά με τον οποίο δεν έχει οποιαδήποτε σχέση. Αναφέρει ότι διαμένει στη διπλανή οικία από το σπίτι του κατηγορούμενου και στο χωράφι της αυλής του ο τελευταίος έκτρεφε μεγάλο αριθμό περιστεριών και άλλων πτηνών τα οποία προκαλούσαν δυσοσμία και γενικά οχληρία. Αναφέρεται στις ενέργειες που έπραξε για την απομάκρυνση τους. Πέραν των πιο πάνω, αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος είναι εκπαιδευτής σκύλων και κατέχει περί τους 20 σκύλους τους οποίους έχει σε περίπου 6-8 κλουβιά. Και για τους σκύλους έκανε καταγγελίες στα διάφορα τμήματα και αναφέρει τις ενέργειες όλες που έπραξε μέχρι σήμερα με σκοπό να μετακινηθούν. Είναι η θέση του ότι εδώ και αρκετό καιρό πρόσεξε ότι ο κατηγορούμενος παίρνει και φέρνει νέους σκύλους και ο αριθμός τους είναι απροσδιόριστος. Λόγω του ότι οι σκύλοι είναι πολλοί και όταν μετακινούνται γαυγίζουν όλοι μεταξύ τους ή όταν αντιληφθούν ότι ο κατηγορούμενος έρχεται κοντά τους σε οποιαδήποτε ώρα του 24ώρου, αυτοί γαυγίζουν χωρίς σταματημό με συνέχεια και λόγω του ότι οι σκύλοι είναι κάτω από τα υπνοδωμάτια τους, δεν τους αφήνουν να κοιμηθούν καθόλου. Υπήρχαν λέει περιπτώσεις που το γαύγισμα τους ήταν τέτοιας έντασης και συνέχειας που τόσο αυτού όσο και της συζύγου του, τους προκλήθηκαν αϋπνίες, ημικρανίες και έντονοι πονοκέφαλοι. Κατά τον ουσιώδη χρόνο και συγκεκριμένα στις 31/08/2011 αναφέρει ότι περί ώρα 14:00 και ενώ ήταν στο σπίτι του μαζί με τη σύζυγο του, πάλι αυτοί οι σκύλοι άρχισαν να γαυγίζουν συνέχεια και χωρίς σταματημό. Αυτό το γαύγισμα ήταν τέτοιο που κράτησε μέχρι η ώρα 07:00 το πρωί της επομένης ημέρας που αναγκαστικά πήγαν δουλειά. Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι από ότι πρόσεξε, στο χωράφι του κατηγορούμενου υπήρχαν περί τους 3 σκύλους μαζί με επιπλέον 10 σκυλάκια και τόσο οι σκύλοι γαύγιζαν όσο και τα μικρά σκυλάκια έκλαιγαν συνεχώς χωρίς σταματημό και με μεγάλη ένταση. Κατά την προφορική του μαρτυρία κατέθεσε επιστολή ημερομηνίας 27/04/2011 η οποία στάληκε από το δικηγόρο του στο Κοινοτικό Συμβούλιο Έμπας, παραπονούμενος για πρόκληση οχληρίας και δυσοσμίας από τον κατηγορούμενο από τους σκύλους και τα περιστέρια που διατηρεί (βλ. τεκμήριο Α). Επίσης, κατέθεσε στο Δικαστήριο επιστολή των Υγειονομικών Υπηρεσιών ημερ. 19/10/2011 με την οποία απαντάται παράπονο του που έγινε στις 30/09/2011 (βλ. τεκμήριο 3) καθώς επίσης και δεύτερη απαντητική επιστολή από το ίδιο τμήμα ημερομηνίας 25/10/2010 για προηγούμενο παράπονο που ο παραπονούμενος είχε υποβάλει. Και στις δύο περιπτώσεις διατυπώνεται η ύπαρξη δυσοσμίας η οποία προκαλείτο από τους σκύλους και τα περιστέρια που διατηρούσε ο κατηγορούμενος σε ακάθαρτα υποστατικά. Τέλος, κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και άλλη επιστολή - παράπονο ημερομηνίας 09/09/2011 προς το Κοινοτικό Συμβούλιο Έμπας (βλ. τεκμήριο 5). Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε ως ο εξεταστής της υπόθεσης και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης την κατάθεση του (βλ. τεκμήριο 6). Ανέφερε ότι μετά από καταγγελία του παραπονουμένου η οποία του διαβιβάστηκε στις 02/09/2011, στις 14/09/2011 επισκέφθηκε το Γραμματέα του Κοινοτικού Συμβουλίου Έμπας και ακολούθως μαζί την οικία του κατηγορούμενου όπου στο μέρος συνάντησαν τη σύζυγο του. Στην αυλή της εν λόγω οικίας και συγκεκριμένα στον πλαϊνό κήπο διαπίστωσε ότι υπήρχε ένα κλουβί στο οποίο βρίσκονταν τέσσερις κυνηγετικοί σκύλοι ως επίσης και 3 κουτάβια της ίδιας ράτσας. Περαιτέρω, αναφέρει ότι από εξετάσεις που έκανε στη γειτονιά και με συνομιλία που είχε με διάφορους γείτονες του ανέφεραν προφορικά ότι πράγματι οι σκύλοι που διατηρεί στην οικία του ο κατηγορούμενος γαυγίζουν ορισμένες μέρες και νύκτες ωστόσο δεν θεωρούν τον λόγο αυτό σημαντικό για να προβούν σε καταγγελία και να χαλάσουν οι καλές γειτονικές σχέσεις που έχουν και να προβούν σε γραπτή κατάθεση. Πέραν των πιο πάνω, ανάφερε ότι στις 15/09/2011 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο την οποία κατάθεσε ως τεκμήριο 7 καθώς επίσης και ότι ακολούθως τον κατηγόρησε γραπτώς για το αδίκημα που αντιμετωπίζει και στο οποίο δεν παραδέχθηκε ενοχή (βλ. τεκμήριο 8) Μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Επίσης, κάλεσε τον κ. Άρη Φεττά ως μάρτυρα υπεράσπισης (Μ.Υ.1). Ο κατηγορούμενος κατά τη μαρτυρία του υιοθέτησε τη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία - τεκμήριο 7 και περαιτέρω επεξήγησε τις σχέσεις που είχε με τον παραπονούμενο και απέδωσε τόσο αυτή τη καταγγελία όσο και όλες τις άλλες του ενέργειες σε αλλότρια κίνητρα, ότι είναι εκδικητικές και ότι ενδεχομένως να είναι και λόγο κάποιου προβλήματος υγείας που αντιμετωπίζει. Συγκεκριμένα, στην κατάθεση του αναφέρει ότι είναι εκπαιδευτής σκύλων και για το σκοπό αυτό διατηρεί φάρμα στο χωριό Άρμου. Στο σπίτι του έχει τέσσερις σκύλους ράτσας Ελληνικού Ιχνηλάτη τους οποίου διατηρεί μέσα σε κλουβιά. Λόγω επαγγέλματος έχει μεγάλη αδυναμία στους σκύλους και γι αυτό τους καθαρίζει και παρακολουθούνται από κτηνίατρο. Σε καμία περίπτωση οι σκύλοι του προκαλούν οχληρία αφού καθημερινά βγαίνουν για περίπατο στο βουνό και γυμνάζονται έτσι όταν επιστρέψουν σπίτι κοιμούνται. Επίσης, τους ταϊζει καθημερινά και δεν διαμαρτύρονται για φαί καθώς επίσης διαθέτει και ειδικά κολάρα ηλεκτροφόρα τα οποία ενεργοποιούνται με το γαύγισμα του σκύλου και το αποτρέπουν. Αναφορικά με την καταγγελία του παραπονούμενου, είναι η θέση του ότι είναι ψευδής και ότι επανειλημμένα τον καταγγέλλει για διάφορα πράγματα και τον ταλαιπωρεί τόσο αυτό όσο και την οικογένεια του ψυχικά και οικονομικά. Ο παραπονούμενος συνεχίζει στην κατάθεση του, λόγω ηλικίας αλλά και προβλημάτων υγείας που μπορεί να έχει, εξωθεί τις ιδιοτροπίες του προς αυτόν. Δεν διαμένει μόνιμα στην Έμπα αλλά διαμένει στη Λευκωσία και τέλος αναφέρει ότι ο ίδιος ποτέ του δεν είχε προβλήματα με τους άλλους γείτονες του. Ο Μ.Υ.1 κατέθεσε ως κτηνίατρος και ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ένας φυσιολογικός σκύλος γαυγίζει συνεχόμενα γύρω στα 30 - 45 λεπτά αλλά όχι περισσότερο και είναι αδύνατο να γαυγίζει συνεχόμενα για 17 ώρες. Εξήγησε επίσης, για ποιο λόγο οι σκύλοι γαυγίζουν και ότι οι σκύλοι ράτσας ιχνηλάτες δεν γαυγίζουν εκ φύσεως του καθότι είναι κυνηγετικοί και όχι φύλακες. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή τη μαρτυρία του παραπονούμενου και έλαβα υπόψη μου το περιεχόμενο αυτής σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Εκείνο το οποίο μπορεί να λεχθεί μελετώντας τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού είναι ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, τόσο προγενέστερα όσο και μεταγενέστερα αυτός προέβηκε σε διάφορα διαβήματα για άρση της κατ' ισχυρισμό οχληρίας που προκαλούσαν σε αυτόν τα διάφορα πτηνά που κατείχε ο κατηγορούμενος στην αυλή του αλλά και οι σκύλοι. Φαίνεται από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι τα συγκεκριμένα διαβήματα απευθύνονταν προς τις υγειονομικές αρχές λόγο κατ' ισχυρισμό, βασικά δυσοσμίας που προκαλούσαν τα πιο πάνω ζώα που κατείχε ο κατηγορούμενος. Πέραν τούτου όμως, δεν θα ήταν ορθό στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στις εν λόγω καταγγελίες και στο περιεχόμενο τους για να προβώ σε συμπέρασμα αναφορικά με τη συγκεκριμένη φύση της οχληρίας που παραπονείτο ο παραπονούμενος. Εκτός του ότι πρόκειται περί εξ' ακοής μαρτυρίας η οποία έτυχε αμφισβήτησης, δεν δόθηκαν περαιτέρω στοιχεία και λεπτομέρειες των ενεργειών που έπραξαν οι συγκεκριμένοι αρμόδιοι λειτουργοί για να καταλήξουν στα συμπεράσματα τους, δεν φαίνεται να αποτελεί ουσιώδες γεγονός για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Εκείνο το οποίο αναζητείται στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής είναι κατά πόσο στις 31/08/2011 υπήρχε τέτοια συμπεριφορά από τους σκύλους έτσι ώστε να εντάσσεται στα πλαίσια του άρθρου 18 του Νόμου. Παρά τα πιο πάνω, όλες οι πιο πάνω ενέργειες του παραπονούμενου που αποκαλύπτονται με τη σχετική αλληλογραφία μπορεί να ληφθούν υπόψη για σκοπούς αξιολόγησης της εκδοχής του. Και το ερώτημα το οποίο προκύπτει είναι κατά πόσο η παρούσα καταγγελία η οποία έγινε κατά τον πιο πάνω χρόνο που λαμβάνουν χώρα όλα τα ανωτέρω, έγινε γνήσια ή σκοπό είχε ενδεχομένως να ενδυναμώσει τα πιο πάνω παράπονα και καταγγελίες ή για κάποιο άλλο λόγο ένεκα των σχέσεων που ο παραπονούμενος είχε με τον κατηγορούμενο; Έχω παρακολουθήσει τον παραπονούμενο κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα και ειδικότερα έλαβα υπόψη μου τον τρόπο απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν αλλά και το περιεχόμενο αυτών. Παρά το γεγονός ότι απαντούσε άμεσα τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν έχω διαπιστώσει μια προσπάθεια του να προσαρμόσει κάποιες από τις απαντήσεις του στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης έτσι ώστε να μην αδυνατίζει την εκδοχή του. Συγκεκριμένα, φάνηκε να μην ήθελε να αποκαλύψει το χρόνο που διαμένει στην οικία του στην Πάφο η οποία γειτονεύει με αυτή του κατηγορουμένου. Ενώ παραδέκτηκε ότι ζούσε και εργαζόταν στη Λευκωσία μέχρι το 1998 που αφυπηρέτησε και εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να ασχολείται με εργασίες στη Λευκωσία, εντούτοις επέμενε ότι διαμένει μόνιμα τόσο στη Λευκωσία όσο και στην Πάφο χωρίς να θέλει να επεξηγήσει επ' ακριβώς τη θέση του αυτή παρά την αντεξέταση που δέχθηκε επί τούτου. Επίσης, ενώ αναφέρει στην κατάθεση του ότι ο κατηγορούμενος είναι συγγενικό του πρόσωπο, είναι η θέση του ότι δεν είχε και ούτε έχει οποιαδήποτε σχέση μαζί του. Αρνήθηκε οποιαδήποτε σχέση ή επαφή με τον κατηγορούμενο ενώ στην πορεία φάνηκε ότι υπήρχε παλαιότερα κάποια σχέση μεταξύ τους. Συγκεκριμένα, ο ίδιος στην μαρτυρία του είπε ότι όταν ο κατηγορούμενος είχε προβλήματα με τη γυναίκα του, αυτή τον επισκέφθηκε στο σπίτι και του τα ανέφερε και τότε ο ίδιος την συμβούλευσε να πάει πίσω στην οικογένεια και τα παιδιά της σε μια προσπάθεια να βοηθήσει τον κατηγορούμενο. Από την αναφορά του αυτή, προκύπτει ότι υπήρχε κάποια σχέση μεταξύ του κατηγορουμένου και του παραπονουμένου και μάλιστα τέτοια που έδινε το θάρρος στη σύζυγο του κατηγορουμένου να του αναφέρει τα προβλήματα της με το κατηγορούμενο και συγγενή του και να ζητήσει βοήθεια. Επομένως η θέση του ότι ουδέποτε είχε οποιαδήποτε σχέση με τον κατηγορούμενο φαίνεται να καταρρίπτεται από την ίδια την μαρτυρία του ή τουλάχιστον εκείνο το οποίο φαίνεται είναι ότι ο παραπονούμενος απέφευγε να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις για το ποια ήταν η σχέση του με τον κατηγορούμενο προηγουμένως και πότε εν τέλει ξεκίνησαν τα προβλήματα μεταξύ τους και για ποιο λόγο. Η πιο πάνω στάση του παραπονούμενου εγείρει ερωτηματικά και δημιουργεί αμφιβολίες σε σχέση με τη γνησιότητα της καταγγελίας του αφού φαίνεται μια απόκρυψη της σχέσης που είχε με τον κατηγορούμενο με απώτερο σκοπό να βοηθήσει την εκδοχή του και να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ύπαρξης οποιουδήποτε αλλότριου κινήτρου. Πέραν των πιο πάνω, η εκδοχή του αυτή καθεαυτή φαίνεται να παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες σε βαθμό που να στερείται πειστικότητας ή τουλάχιστον να εγείρονται αμφιβολίες για το κατά πόσο πράγματι έλαβε χώρα ένα τέτοιο περιστατικό. Η θέση του είναι ότι οι σκύλοι, που όπως διαφάνηκε δεν μπορούσε να προσδιοριστεί ο ακριβής αριθμός τους και η ηλικία τους αλλά και ράτσα αυτών, γαύγιζαν από η ώρα 14:00 μέχρι τις 07:00 της επομένης συνεχώς. Πώς είναι δυνατό να συμβαίνει αυτό και κατά πόσο είναι εφικτό δεν επεξηγήθηκε ούτε τέθηκε ενώπιον μου άλλη μαρτυρία προς αυτήν τη κατεύθυνση από την κατηγορούσα αρχή. Η μόνη μαρτυρία που τέθηκε είναι αυτή του μάρτυρα υπεράσπισης, η αξιολόγηση της οποίας ακολουθεί, η οποία αποκλείει ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Επίσης, ο κατηγορούμενος προς περαιτέρω υποστήριξη της θέσης του επικαλέστηκε μαρτυρίες άλλων γειτόνων και συγκεκριμένα άγγλων που διαμένουν στην περιοχή ότι όταν οι σκύλοι γαυγίζουν βγαίνουν και φωνάζουν «quiet quiet». Δεν τέθηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία ενώπιον μου που να επιβεβαιώνει όλα τα πιο πάνω. Το μόνο το οποίο υπάρχει είναι η αναφορά του Μ.Κ.2, στην οποία θα αναφερθώ κατωτέρω, ότι κάποιοι γείτονες του ανέφεραν ότι κάποιες φορές οι σκύλοι γαυγίζουν αλλά δεν ήταν διατεθειμένοι να δώσουν κατάθεση. Περαιτέρω, φάνηκε ότι κατά την αντεξέταση του δεν θυμόταν να επιβεβαιώσει τα όσα ανέφερε στην κατάθεση του και να εξηγήσει ουσιαστικά πώς είναι δυνατό να συνέβηκε αυτό που ανέφερε. Στην προσπάθεια του να το πράξει επιχείρησε δικές του εικασίες λέγοντας ότι έκλεγαν διότι χωρίστηκαν τα κουτάβια από τις μανάδες τους και διότι δεν τα ταϊζαν χωρίς φυσικά να έχει γνώσεις για το πότε μπορεί ένα σκύλος να γαυγίζει ή ένα κουτάβι να κλαίει. Επίσης, στο τέλος ανέφερε ότι λυπάται τους σκύλους αφήνοντας να νοηθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν τους περιποιόταν. Ενώ αναφέρει ότι επί τόσες ώρες οι σκύλοι προκαλούσαν οχληρία εντούτοις κατάθεση στην Αστυνομία δίνει την επόμενη μέρα. Ερωτούμενος γιατί δεν ειδοποίησε την Αστυνομία να έρθει και να κάνει καταγγελία την ίδια ώρα είπε ότι τους πήρε τηλέφωνο και του είπαν να πάει την επομένη. Κάτι τέτοιο δεν έχει προκύψει από την υπόλοιπη ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού και όλες τις περιστάσεις θεωρώ ότι είναι επικίνδυνο να βασιστώ στη μαρτυρία του και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Ως εκ τούτου την απορρίπτω στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.2 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης και κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Ανέφερε τις ενέργειες που έκανε και δεν έχω διαπιστώσει κάτι μεμπτό στη μαρτυρία του. Εκείνο το οποίο πρέπει να λεχθεί από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού είναι ότι απέναντι από την οικία του κατηγορούμενου υπάρχουν και άλλα σπίτια και ότι όταν επισκέφθηκε τους γείτονες οι αναφορές τους για τους σκύλους του κατηγορούμενου ήταν γενικές και αόριστες και ότι δεν ήθελαν να δώσουν κατάθεση. Από αυτό αλλά και από τις αναφορές του μάρτυρα, δεν μπορεί να προκύψει οποιοδήποτε εύρημα σε σχέση με το κατά πόσο οι σκύλοι του κατηγορούμενου, έστω και γενικά, προκαλούσαν σε αυτούς οχληρία. Η μόνη αναφορά του μάρτυρα ήταν ότι του είπαν ότι κάποιες φορές γαύγιζαν. Εν πάσει περιπτώσει πρόκειται περί εξ' ακοής μαρτυρία και εν όψει του ότι οι εν λόγω γείτονες δεν ήρθαν να καταθέσουν, δεν δίνονται και οποιαδήποτε άλλα στοιχεία των ατόμων αυτών. Εκτός του ότι από την αναφορά του μάρτυρα αυτή δεν μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα διότι είναι γενική, δεν μπορεί να ελεχθεί και η αλήθεια των ισχυρισμών αυτών. Επομένως, δεν θα δώσω βαρύτητα στο μέρος αυτό της μαρτυρίας του. Αποδέχομαι όμως τις αναφορές του σε σχέση με τις ενέργειες που έκανε. Από την αντίπερα όχθη ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως και παράθεσε τη δική του εκδοχή. Η θέση του βασικά όπως διαφάνηκε είναι ότι οι σκύλοι του ουδέποτε γαυγίζουν και δεν ενοχλούν. Επίσης, προσπάθησε να επεξηγήσει τους λόγους που ο παραπονούμενος προέβηκε σε καταγγελία εναντίον του προβάλλοντας ακόμη και την θέση ότι αντιμετωπίζει πρόβλημα υγείας το οποίο και επεξήγησε. Παρόλο που ο κατηγορούμενος απαντούσε με ευθύτητα τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν και παράθεσε το ιστορικό και τις διαφορές που έχει με τον παραπονούμενο και την ταλαιπωρία που υφίσταται από αυτήν του τη συμπεριφορά, εντούτοις έχω διαπιστώσει μια υπερβολή στην εκδοχή του τόσο σε σχέση με το κατά πόσο γαύγιζαν τα σκυλιά του τη συγκεκριμένη ημερομηνία όσο και στους λόγους που ο παραπονούμενος προβαίνει σε καταγγελίες εναντίον του και μάλιστα στους λόγους υγείας στους οποίους αναφέρθηκε οι οποίοι δεν υποστηρίζονται και από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Θεωρώ ότι δεν μπορώ να δώσω βαρύτητα στις θέσεις του κατηγορούμενου καθότι έχω διακρίνει και μια προσπάθεια αποποίησης τυχόν ευθυνών μπορεί να έχει ως κάτοχος των συγκεκριμένων σκύλων. Επομένως, η μαρτυρία του απορρίπτεται. Ο Μ.Υ.1 μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Τα προσόντα του και το γεγονός ότι είναι κτηνίατρος δεν έτυχε αμφισβήτησης από την κατηγορούσα αρχή και ως εκ τούτου τον αποδέχομαι ως τέτοιο. Ο μάρτυρας αυτός θεωρείται εμπειρογνώμονας που απώτερο σκοπό και στόχο έχει να βοηθήσει το Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Είναι γνωστές οι αρχές στο Δικαστήριο πώς αξιολογείται μια τέτοια μαρτυρία (βλ. Κωνσταντίνα Σιακόλα v. Aστυνομίας Ποιν. Εφεση Αρ. 53/11, Ημερομηνίας 24/01/2013, Θεοσκέπαστη Φαρμ v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 534, Evagelou & Another v. Ambizas & Another
(1982)1 C.L.R. 41, Φιλίππου v. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1 και Μάριος Νικολάου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 841). Πέραν του ότι κρίνω ότι ο μάρτυρας αυτός ήταν ειλικρινείς, θεωρώ ότι έδωσε επαρκείς εξηγήσεις αναφορικά με τους λόγους που ένας σκύλος γαυγίζει, τον τρόπο συμπεριφοράς των σκυλιών ράτσας ελληνικού ιχνηλάτη και ειδικότερα ότι είναι αδύνατο για ένα σκύλο να γαυγίζει ηχηρά και συνεχόμενα για 17 περίπου ώρες. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του και κρίνω ότι μπορώ να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Έχοντας υπόψη την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, την μαρτυρία που παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή δεν έτυχε αμφισβήτησης, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν εκπαιδευτής σκύλων και διατηρούσε σε χωράφι στην οικία του σκύλους σε κλουβιά. Επίσης, προκύπτει ότι ένας σκύλος δεν μπορεί να γαυγίζει συνεχόμενα και ηχηρά για 17 ώρες. Πέραν των πιο πάνω, δεν έχει προκύψει από αξιόπιστη μαρτυρία οτιδήποτε άλλο και ειδικότερα κατά πόσο στις 31/08/2011 οι σκύλοι του κατηγορούμενου γαύγιζαν, με ποίο τρόπο και για πόση ώρα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το άρθρο 18(ε)(
  1. i)του Περί Σκύλων Νόμου Ν. 184(Ι)/2002προνοεί τα ακόλουθα: «18. Οποιοδήποτε πρόσωπο - (α)................... ...................... (ε) επιτρέπει ή ανέχεται όπως ο σκύλος του οποίου είναι ιδιοκτήτης ή τον οποίο έχει κάτω από τη φύλαξη του - (
  2. i)προξενεί θόρυβο με ηχηρό και συνεχές γαύγισμα που προκαλεί οχληρία στο κοινό, ...................... ....................... Είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση πρώτης καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές και σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης, σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους είκοσι τέσσερις μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι α) το ηχηρό και συνεχές γαύγισμα σκύλου β) το οποίο να προκαλεί οχληρία στο κοινό και γ) ο ιδιοκτήτης ή αυτός που έχει τη φύλαξη του σκύλου να το επιτρέπει ή να το ανέχεται. Στην Σάββας Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 216 με αναφορά στον Russel on Crime, 12η έκδοση, Τόμος 2, σελ. 1387 εξηγείται τι συνιστά οχληρία και πώς διαχωρίζεται η κοινή ή δημόσια οχληρία από την ιδιωτική. Παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα: «Η οχληρία ή η ενόχληση σημαίνει οτιδήποτε το οποίο προκαλεί βλάβη, στεναχώρια ή ζημιά. Οι οχληρίες είναι δύο ειδών: δημόσια ή κοινή οχληρία η οποία επηρεάζει ουσιωδώς το κοινό, και αποτελεί ουσιώδη ενόχληση για όλους τους υπηκόους ....και ιδιωτική οχληρία η οποία μπορεί να προσδιοριστεί σαν οτιδήποτε το οποίο προκαλεί ουσιαστική ανησυχία και ενόχληση, σε οποιοδήποτε άτομο κατά την χρήση για συνηθισμένους σκοπούς της κατοικίας του ή της περιουσίας του.» Επίσης, στην πιο πάνω απόφαση στην οποία εξεταζόταν κατηγορία δυνάμει του άρθρου 186 του Ποινικού Κώδικα, αποφασίστηκε ότι η δυσοσμία από τα επίδικα λύματα σε περιοχή που υπήρχε κτίριο της Αρχής Βιομηχανικής Κατάρτισης, όπου εργάζονταν δεκάδες άτομα, η εκκλησία του Αποστόλου Βαρνάβα και άλλες ιδιωτικές κατοικίες ήταν αισθητή, ενοχλητική και ανυπόφορη. Η μαρτυρία αυτή λέχθηκε ικανοποιεί τις προϋποθέσεις της νομολογίας. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η σχετική μαρτυρία δεν προέρχεται από μόνο ένα άτομο. Δεν είναι απαραίτητο να προέρχεται από πολλά άτομα. Αυτό που έχει σημασία είναι η ποιότητα της μαρτυρίας. Ουσιαστικά εκείνο που προκύπτει είναι ότι πρέπει να καθίσταται σαφές από τη μαρτυρία ότι η οποιαδήποτε φύση οχληρίας επηρεάζει την ποιότητα της ζωής των κατοίκων της περιοχής ασχέτως αν προέρχεται και μόνο από ένα άτομο. Περαιτέρω, θα πρέπει να λεχθεί ότι όπως είναι συνταγμένο το πιο πάνω άρθρο του Νόμου 184
(1)/2002 αφορά και εννοεί δημόσια οχληρία αφού καθορίζει ότι μια τέτοια οχληρία θα πρέπει να προκαλείται στο κοινό. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Στην παρούσα περίπτωση δεν έχει προκύψει ως πραγματικό γεγονός να δημιουργείτο από τους σκύλους των οποίων την ευθύνη είχε ο κατηγορούμενος οποιαδήποτε οχληρία και συγκεκριμένα σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου από ηχηρό και συνεχές γαύγισμα. Επομένως το θέμα τελειώνει εδώ και η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της. Παρόλα αυτά όμως, ακόμη και να δεχόμουν τη μαρτυρία του παραπονουμένου, πάλι δεν θα μπορούσε να προκύψει με ασφάλεια η καταδίκη του κατηγορουμένου. Παρόλο που τέθηκε μαρτυρία ότι επρόκειτο περί κατοικημένης περιοχής εντούτοις δεν δόθηκαν περισσότερες λεπτομέρειες σε σχέση με τον αριθμό των κατοίκων και των σπιτιών που υπάρχουν στην περιοχή, την απόσταση τους από το σπίτι του κατηγορούμενου και συγκεκριμένα από τα κλουβιά που είχε τους εν λόγω σκύλους και κατά πόσο ήταν δυνατό να προκαλείται οχληρία σε αυτούς από το γαύγισμα των σκύλων. Η αναφορά του Μ.Κ.2 ήταν γενική και αόριστη και δεν δόθηκε σε αυτή βαρύτητα. Επομένως, η κατάληξη είναι ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από αυτήν. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.).............. Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.