S.N.A. Trading Ltd ν. Γεώργιος Φραγκή (Διανομείς) Λτδ κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 11494/11, 1/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B124 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 11494/11 Μεταξύ S.N.A. Trading Ltd -ν-
- Γεώργιος Φραγκή (Διανομείς) Λτδ
- Γεώργιου Φραγκή
- Θεόδοτου Φραγκή
- Ανθούλας Φραγκή Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 1 Ιουλίου, 2014 Για Παραπονούμενο: κα Γεωργιάδου Για Κατηγορούμενο 3: κ. Φακοντής Κατηγορούμενος 3 παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αρχικά το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης στρεφόταν εναντίον 4 κατηγορουμένων. Στις 20.06.14 καταχωρήθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 2 και 4 γραπτή αναστολή της ποινικής δίωξης (nolle prosequi) δυνάμει του άρθρου 154
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, με αποτέλεσμα οι Κατηγορούμενοι 2 και 4 να απαλλαγούν. Κατά συνέπεια η υπόθεση προχώρησε σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1 εταιρεία για απόδειξη και για ακρόαση σε σχέση με τον Κατηγορούμενο
- Ο Κατηγορούμενος 3 αντιμετωπίζει τρεις συνολικά κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της παροχής συνδρομής στην έκδοση επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρου 20(β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών με αρ. 2, 4 και 8, ο πρώην Κατηγορούμενος 2 και ο Κατηγορούμενος 3 κατά τον χρόνο και τόπο που αναφέρεται στις κατηγορίες 1, 3 και 7 αντίστοιχα παρείχαν συνδρομή στην Κατηγορούμενη 1 στην διάπραξη των αδικημάτων της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος και συγκεκριμένα των πιο κάτω επιταγών (στο εξής οι «επίδικες επιταγές»): Ημερ. Αρ. Επιταγής Ποσό Κατηγ. (α) Τράπεζα Κύπρου 18.3.11 83216994 €30.000 2η (Τεκ. 1) (β) Τράπεζα Κύπρου 8.4.11 83216997 €30.000 4η (Τεκ. 2) (γ) Τράπεζα Κύπρου 15.4.11 83216998 €27.730 8η (Τεκ. 3) Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων δήλωσαν τα πιο κάτω γεγονότα ως παραδεκτά τα οποία και εγκρίθηκαν ως τέτοια από το Δικαστήριο: - Επιταγές τεκμήρια 1, 2 και 3 υπογράφονται από τον Κατηγορούμενο
- - Επιταγές τεκμήρια 1, 2 και 3 κατατέθηκαν από την παραπονούμενη εταιρεία για εξαργύρωση στην εκδότρια τράπεζα εμπρόθεσμα. - Επιταγές τεκμήρια 1, 2 και 3 επιστράφηκαν απλήρωτες για τους λόγους που αναγράφονται σε έκαστη εκ των επιταγών, δηλαδή όσον αφορά την επιταγή τεκμήριο 1 διότι ο λογαριασμός παγοποιήθηκε, όσον αφορά την επιταγή τεκμήριο 2 λόγω μη επαρκών υπολοίπων και όσον αφορά την επιταγή τεκμήριο 3 λόγω του ότι ο λογαριασμός παγοποιήθηκε. - Επιταγές Τεκμήρια 1, 2 και 3 παραμένουν απλήρωτες μέχρι σήμερα. - Ο Κατηγορούμενος 3 είναι διευθυντής και γραμματέας της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας από το 2007 μέχρι σήμερα. Περαιτέρω, κατατέθηκαν από κοινού ως Τεκμήρια τα πιο κάτω αναφερόμενα έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων δηλώθηκε ως παραδεκτό: - Τεκμήριο 1 επιταγή με αρ. 83216994 για το ποσό €30.000 - Τεκμήριο 2 επιταγή με αρ. 83216997 για το ποσό €30.000 - Τεκμήριο 3 επιταγή με αρ. 83216998 για το ποσό €27.730 - Τεκμήριο 4 αντίγραφο απόφασης που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό 310/2012 Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ημερομηνίας
- 2012 - Τεκμήριο 5 δέσμη εγγράφων που αφορά έρευνα στο ηλεκτρονικό αρχείο του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη αναφορικά με την Κατηγορουμένη υπ'αριθμό 1 Στο σημείο αυτό δράττομαι της ευκαιρίας να εκφράσω την ευαρέσκεια του Δικαστηρίου για την προεργασία στην οποία προέβησαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με αποτέλεσμα να καταγραφεί σημαντικός αριθμός γεγονότων και εγγράφων ως παραδεκτών, πράγμα το οποίο με την σειρά του συνέτεινε στο να περιοριστούν τα επίδικα θέματα. Μετά το πέρας της υπόθεσης των Παραπονουμένων, o ευπαίδευτoς συνήγορος του Κατηγορούμενου 3 εισηγήθηκε, δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη του έτσι ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. Αντίθετη υπήρξε η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου των Παραπονουμένων, η οποία εισηγήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος 3 θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Οι Παραπονούμενοι προς απόδειξη της υπόθεσης τους κάλεσαν ένα μάρτυρα, ήτοι τον Άγγελο Θεοδώρου (ΜΚ1). Στην συνέχεια θα αναφερθώ σε εκείνα τα σημεία της μαρτυρίας, τα οποία είναι απαραίτητα για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης, έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Ως ΜΚ1 κατέθεσε ο Άγγελος Θεοδώρου, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης του δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Ο ΜΚ1 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι είναι μέτοχος της Παραπονούμενης εταιρείας, η οποία ασχολείται με την χοντρική πώληση προϊόντων και στα πλαίσια των επαγγελματικών της δραστηριοτήτων διατηρούσε συνεργασία με τους Κατηγορούμενους και τις εταιρείες Γεώργιος Φραγκής (Εστιατόρια) και Γεώργιος Φραγκής Λτδ τους οποίους προμήθευε με προϊόντα. Ο Κατηγορούμενος 3 συμμετείχε στις συναλλαγές των Παραπονουμένων με τις πιο πάνω αναφερόμενες εταιρείες. Ο Κατηγορούμενος 3 μαζί με τον πρώην Κατηγορούμενο 2 υπέγραψαν τις επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 1-3) τις οποίες εξέδωσε η Κατηγορούμενη 1 από λογαριασμό που διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου και τις παρέδωσαν στους δικαιούχους, ήτοι τους Παραπονούμενους. Οι επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 1-3), καθώς και οι επιταγές (Τεκμήρια 7-16) εκδόθηκαν ως πληρωμή έναντι του λογαριασμού της εταιρείας Γεώργιος Φραγκής Λτδ. Οι επιταγές (Τεκμήρια 7-16) οι οποίες επίσης εκδόθηκαν από την Κατηγορούμενη 1 προς όφελος των Παραπονουμένων, υπογράφονται από την πρώην Κατηγορούμενη
- Οι επιταγές κατατέθηκαν στην πληρώτρια τράπεζα προς πληρωμή και επιστράφηκαν απλήρωτες. Οι Παραπονούμενοι καταχώρησαν εναντίον της Κατηγορούμενης 1, του πρώην Κατηγορούμενου 2 και των εταιρειών Γεώργιος Φραγκής (Εστιατόρια) και Γεώργιος Φραγκής Λτδ την αγωγή 310/12 Ε.Δ. Πάφου και εκδόθηκε εναντίον τους απόφαση στις 9.4.12 (Τεκμήριο 4). Τέλος, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι οι επίδικες επιταγές εξακολουθούν να παραμένουν μέχρι και σήμερα απλήρωτες. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι οι επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 1-3) υπογράφηκαν από τον πρώην Κατηγορούμενο 2 και τον Κατηγορούμενο 3 στην παρουσία του στα γραφεία που διατηρούν οι Παραπονούμενοι και παραδόθηκαν από τους εν λόγω Κατηγορούμενους στον ίδιο. Ο πρώην Κατηγορούμενος 2 είναι ένας εκ των μετόχων των Παραπονουμένων. Η Κατηγορούμενη 1 και οι πρώην Κατηγορούμενοι 2 και 4 προμηθεύονταν προϊόντα από τους Παραπονούμενους, με τους οποίους διατηρούσαν λογαριασμό και εξέδιδαν επιταγές έναντι του υπολοίπου τους. Σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου 3, ο ΜΚ1 απάντησε ότι κατά το παρελθόν υπήρξαν προβλήματα με επιταγές που δεν είχαν πληρωθεί, δεν ήταν όμως σε θέση να θυμηθεί αν οι επιταγές αυτές εκδόθηκαν από λογαριασμό που διατηρούσε η Κατηγορούμενη 1 στην Τράπεζα Κύπρου. Επίσης, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι την επόμενη ημέρα της παράδοσης των επίδικων επιταγών (Τεκμήρια 1-3) στους Παραπονούμενους, επικοινώνησε μαζί του ο πρώην Κατηγορούμενος 2 και του ζήτησε να μην παρουσιαστούν για πληρωμή κατά τον χρόνο που έκαστη εξ αυτών ήταν πληρωτέα διότι υπήρχε πρόβλημα με τον λογαριασμό και υποσχέθηκε ότι θα τακτοποιούσε την πληρωμή τους. Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 3, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι εξ' όσων γνωρίζει ήταν ο υπεύθυνος για τα εστιατόρια με την επωνυμία «Αυλόγυρος», ότι συμμετείχε σε συνεδριάσεις των Παραπονουμένων, αλλά δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει με βεβαιότητα κατά πόσο ο Κατηγορούμενος 3 ασκούσε οικονομικό έλεγχο στις εταιρείες. Τέλος, ο ΜΚ1 σε σχετικές ερωτήσεις του κ. Φακοντή απάντησε ότι δεν είχε οποιοδήποτε λόγο να πιστεύει ότι ο Κατηγορούμενος 3 όταν υπέγραφε τις επίδικες επιταγές, είχε πρόθεση να μην τιμηθούν από την Κατηγορούμενη
- Αντιθέτως, ο πρώην Κατηγορούμενος 2 όταν παραδόθηκαν οι επίδικες επιταγές τον διαβεβαίωσε ότι θα πληρώνονταν κανονικά. Στην υπόθεση Azinas v. The Republic
(1981)2 C.L.R 9 υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 (All E.R.) 448) η οποία καθορίζει τα κριτήρια για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η απαλλαγή κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορούμενου σε αυτή (Βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of The Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England Issued in 1962 -
(1962)1 All E.R. 448). Η κλήση κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Σε αυτό το στάδιο, το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Azinas and another v. Police (πιο πάνω). Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « . η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155 . δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλά αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από τη μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το Δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατό να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητα της επάρκειάς της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το Δικαστήριο οφείλει, ακόμα και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το Δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο Δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρά στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία». Το άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 , ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, (στο εξής ο «Νόμος») διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.» Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)του Νόμου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- Η έκδοση επιταγής.
- Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε.
- Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή καθίσταται πληρωτέα.
- Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και
- Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Περαιτέρω, το άρθρο 20 (β) του Νόμου έχει ως ακολούθως: «
- Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) .................................. (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον» Έχει νομολογηθεί πως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών σε αυτό, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός, δυνάμει του άρθρου 20 του Νόμου. (βλ. Επίσημος Παραλήπτης και Εκκαθαριστής της Εταιρείας C.H. Zakakiotis (Disco) Ltd v. Kalavas & Associates Ltd κ.ά.
(1999)2 Α.Α.Δ. 523). Η ευθύνη με βάση το άρθρο 305Α του Νόμου βαρύνει τον εκδότη και σε περιπτώσεις επιταγών εταιρείας, εκδότης είναι η ίδια η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή σύμβουλος που υπογράφει την επιταγή, που γενικά θεωρείται ως αντιπρόσωπος της εταιρείας. Στην υπόθεση Bondina Ltd v. Rollaway Shower Blinds Ltd [1986] 1 W.L.R. 517, υποδείχθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, η οποία και παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000 στη σελίδα 70, παράγραφος Α. 5.2, αναφέρεται πως η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, όπως έχει νομολογηθεί, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 ΑΑΔ 261 αναφέρθηκε ότι έστω και αν μπορούσε να θεωρηθεί πως το αδίκημα του άρθρου 305Α του Νόμου είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης, όσον αφορά συνεργό θα πρέπει να αποδεικνύεται ένοχη διάνοια. Τα όσα διατυπώθηκαν στην υπόθεση Παυλόπουλος (πιο πάνω) υιοθετήθηκαν και στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 15.10.2012 στην Ποινική Έφεση αρ. 150/2009, Militos Trading Limited v. Αθηνάς Μαλέκου, στην οποία αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Στην περίπτωση έκδοσης επιταγής από εταιρεία, εκδότης είναι η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή ο σύμβουλος ο οποίος την υπογράφει και ο οποίος ενεργεί υπό την αντιπροσωπευτική του ιδιότητα. Είναι δυνατόν σύμβουλος που υπογράφει την επιταγή να υπέχει ποινική ευθύνη ως συνεργός, νοουμένου ότι αποδεικνύεται η πρόθεσή του σε σχέση με τη συνέργεια και τις περιστάσεις του αδικήματος. Όπως σωστά επισημαίνει και το πρωτόδικο δικαστήριο, η αποδιδόμενη στην εφεσίβλητη συνέργεια στην έκδοση ακάλυπτης επιταγής συνίσταται στο γεγονός ότι αυτή υπέγραψε την επιταγή.» Αντικρύζοντας αντικειμενικά την μαρτυρία που προσάχθηκε από τους Παραπονούμενους, θεωρώ ότι έχει προσφερθεί μαρτυρία που να αφορά τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(1)του Νόμου, όπως αυτά έχουν προσδιοριστεί πιο πάνω. Αυτό συνάγεται, πέραν από την μαρτυρία του ΜΚ1, και από τα παραδεκτά γεγονότα που επίσης καταγράφονται πιο πάνω. Το ζήτημα όμως, όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 3 δεν τελειώνει εδώ. Στο άρθρο 305 Α του Νόμου δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια που να δημιουργεί ποινική ευθύνη του Διευθυντή νομικού προσώπου που εκδίδει ακάλυπτες επιταγές, με αναφορά απλά και μόνο στην ιδιότητα του αυτή. Ο Κατηγορούμενος 3 κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 20(β) του Νόμου ότι παρείχε συνδρομή στην Κατηγορούμενη 1 στο αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Όπως προκύπτει και από την νομολογία που παρατίθεται ανωτέρω, αναφορικά με τον συνεργό θα πρέπει να αποδεικνύεται ένοχη διάνοια ή άλλως υποκειμενική υπόσταση. Το ερώτημα επομένως που τίθεται σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 3 είναι κατά πόσο προσάχθηκε μαρτυρία που να δικαιολογεί την κλήση του σε απολογία. Θεωρώ ότι δεν υπάρχει ενώπιον μου ίχνος μαρτυρίας, είτε άμεσης είτε περιστατικής, που να άπτεται της υποκειμενικής υπόστασης ή άλλως της ένοχης διάνοιας του Κατηγορούμενου 3 έτσι ώστε να δικαιολογείται η κλήση του σε απολογία. Το ότι ο Κατηγορούμενος 3 είναι εκ των διευθυντών της Κατηγορούμενης 1 και ότι υπέγραψε τις επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 1-3), δεν μπορούν, κατά την κρίση μου, από μόνα τους να στοιχειοθετήσουν έστω και στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος. Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οτιδήποτε που να υποστηρίζει ότι ο Κατηγορούμενος 3 προέβη σε οποιαδήποτε πράξη ή παράληψη ή παρείχε οποιαδήποτε βοήθεια στην Κατηγορούμενη 1 για την διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών. Δεν προσφέρθηκε δηλαδή οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να δείχνει ή από την οποία να μπορεί να συναχθεί ότι ο Κατηγορούμενος 3 γνώριζε κατά τον χρόνο έκδοσης των επίδικων επιταγών ότι αυτές δεν θα πληρώνονταν. Αντιθέτως, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι ο πρώην Κατηγορούμενος 2 ήταν που τον διαβεβαίωσε όταν παραδόθηκαν οι επίδικες επιταγές ότι θα πληρώνονταν και δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί αν λέχθηκε οτιδήποτε από τον Κατηγορούμενο
- Περαιτέρω, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι ήταν ο πρώην Κατηγορούμενος 2 που του τηλεφώνησε και του ζήτησε να μην παρουσιαστούν προς πληρωμή οι επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 1 -3) και υποσχέθηκε ότι θα τακτοποιούσε την πληρωμή τους. Επίσης, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν είχε οποιονδήποτε λόγο για να πιστεύει ότι ο Κατηγορούμενος 3 είχε πρόθεση να μην τιμηθούν οι επίδικες επιταγές, ούτε και ήταν σε θέση να γνωρίζει με βεβαιότητα κατά πόσο ο Κατηγορούμενος 3 ασκούσε οικονομικό έλεγχο στις εταιρείες. Επιπρόσθετα σημειώνω ότι ο Κατηγορούμενος 3, σύμφωνα με το Τεκμήριο 5, δεν ήταν ο μόνος διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορούμενης
- Όπως δε προκύπτει από τις επίδικες επιταγές δεν ήταν ο μόνος που είχε δικαίωμα υπογραφής επιταγών για λογαριασμό της Κατηγορούμενης
- Τις μεν επιταγές (Τεκμήρια 1 -3) τις υπογράφει μαζί με άλλο πρόσωπο (σύμφωνα με τον ΜΚ1 είναι ο πρώην Κατηγορούμενος 2) ενώ τις υπόλοιπες επιταγές (Τεκμήρια 7-16) τις υπογράφει, πάντοτε σύμφωνα με τον ΜΚ1, η πρώην Κατηγορούμενη
- Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αναφερόμενη νομολογία και την προσκομισθείσα από τους Παραπονούμενους μαρτυρία, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου 3 έτσι ώστε να δικαιολογείται η κλήση του σε απολογία. Οποιαδήποτε άλλη κατάληξη, θεωρώ ότι απλώς θα έδιδε το δικαίωμα στην πλευρά των Παραπονουμένων να διορθώσει τις ατέλειες της δικής της μαρτυρίας, πράγμα ανεπίτρεπτο στο ποινικό μας σύστημα. Το Δικαστήριο κατά την εξέταση θεμελιακών ζητημάτων για την ευθύνη του Κατηγορούμενου μπορεί, όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν, να απαλλάξει τον Κατηγορούμενο από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση του Έντιμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Ναθαναήλ στις Ποινικές Εφέσεις αρ. 5/12, 6/12, 7/12, 8/12 και 9/12 Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α. ημερομηνίας 11.12.12 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Δεν υπάρχει λοιπόν εγγενώς οποιοδήποτε νομικό πρόβλημα ή εμπόδιο για ένα Δικαστήριο να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, εφόσον καθοδηγείται ορθά από τις νομολογιακές παραμέτρους. Αντίθετα επιβάλλεται, όταν οι συνθήκες της υπόθεσης το απαιτούν.» Για τους λόγους που προσπάθησα πιο πάνω να εξηγήσω, ο Κατηγορούμενος 3 αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, ήτοι από τις κατηγορίες 2,4 και
- Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Κατηγορούμενου 3 και εναντίον των Παραπονουμένων, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο