← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. DECHO PETROV IVANOV κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15472/11, 25/9/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. DECHO PETROV IVANOV κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15472/11, 25/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B168 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15472/11 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Kατηγορούσας Αρχής v

  1. DECHO PETROV IVANOV
  2. PETAR DIMITROV YIANKOV Κατηγορουμένων ----------------------- Ημερομηνία: 25/09/
  3. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Περγαντή. Για τον Κατηγορούμενο 2 : κα Α. Σαββίδου Κατηγορούμενος: παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αρ. 2 (από τώρα και στο εξής «ο κατηγορούμενος») αντιμετωπίζει, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, την κατηγορία της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος (κατηγορία αρ. 3), τρεις κατηγορίες κλοπής (κατηγορίες αρ. 4, 5 και 6) και την κατηγορία της κλεπταποδοχής (κατηγορία αρ.7). Ο κατηγορούμενος αρ. 1 αντιμετώπιζε και αυτός τις ίδιες πιο πάνω κατηγορίες εκτός από την κατηγορία αρ. 7 και επιπρόσθετα τις κατηγορίες της διάρρηξης κατοικίας και κλοπής (κατηγορίες αρ. 1 και 2). Η υπόθεση εναντίον του όμως, διακόπηκε λόγω μη επίδοσης και αυτός απαλλάγηκε από τις εν λόγω κατηγορίες. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 4 μάρτυρες κατηγορίας και συγκεκριμένα τον Αστ. 2798 Σ. Καραολή (Μ.Κ.1), τον Αστ. 2588 Α. Παπακλεοβούλου (Μ.Κ.2), τον Αστ. 1422 Γ. Λεωνίδα (Μ.Κ.3) και τον κ. Μάριο Χρίστου (Μ.Κ.4). Επίσης, ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκαν τα τεκμήρια Α και Β ως παραδεκτά γεγονότα καθώς επίσης και άλλα γεγονότα τα οποία ουσιαστικά αφορούν τη λήψη και εμφάνιση των φωτογραφιών του τεκμηρίου 4 το οποίο κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Από την ενώπιον μου προσαχθείσα μαρτυρία και τα παραδεκτά γεγονότα προκύπτει ότι η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής είναι ότι ο κατηγορούμενος αρ. 1 στις 06/09/2010 διέρρηξε την οικία κάποιας MALINA ILIEVA GEORGIEVA και έκλεψε από αυτή πέντε χρυσά δακτυλίδια, ένα ζεύγος χρυσά σκουλαρίκια και μια πιστωτική κάρτα της Τράπεζας Κύπρου Λτδ. Ακολούθως, παρέδωσε την πιο πάνω πιστωτική κάρτα στον κατηγορούμενο ο οποίος μετέβηκε στο υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στην οδός Ακαμαντίδος στην Πάφο, όπου μέσω της αυτόματης ταμειακής μηχανής απέσυρε από το λογαριασμό της εν λόγω MALINA ILIEVA GEORGIEVA το συνολικό ποσό των €
  4. Ήταν επίσης η θέση της κατηγορούσας αρχής, ότι ο κατηγορούμενος προβαίνοντας στην ενέργεια αυτή γνώριζε ότι η εν λόγω πιστωτική κάρτα ήταν κλοπιμαία και παρόλα αυτά την αποδέχτηκε και προχώρησε στην ανάληψη του πιο πάνω ποσού χρησιμοποιώντας την τρεις φορές παίρνοντας €180 σε έκαστη φορά για τις πρώτες δύο φορές και €30 στην τρίτη. Η θέση του κατηγορούμενου, όπως διαφάνηκε από την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας αλλά και προκύπτει και μέσα από την γραπτή του κατάθεση είναι ότι αποδέχτηκε την εν λόγω πιστωτική κάρτα από τον 1ον κατηγορούμενο και προέβηκε στην ανάληψη των πιο πάνω ποσών αλλά σε καμία περίπτωση γνώριζε ότι η εν λόγω κάρτα ήταν κλοπιμαία ή ότι δεν άνηκε στον 1ον κατηγορούμενο. Συγκεκριμένα, είναι η θέση του ότι στις 06/09/2010 του τηλεφώνησε ο 1ος κατηγορούμενος και του είπε ότι πήγε να πάρει με την κάρτα χρήματα από μια τράπεζα που βρίσκεται κοντά στο σπίτι του αλλά ήταν χαλασμένη και του ζήτησε όπως συναντηθούν στο σπίτι κάποιων κοινών γνωστών τους για να του δώσει την κάρτα να πάει να πάρει χρήματα από άλλη τράπεζα πιο μακριά. Ο λόγος ισχυρίζεται που έγινε αυτό, είναι διότι αυτός είχε μεταφορικό μέσο και συγκεκριμένα μοτοσυκλέτα ενώ ο 1ος κατηγορούμενος δεν είχε. Αφού συναντήθηκαν και του έδωσε την κάρτα και τον κωδικό της, του είπε να τραβήξει όλα τα χρήματα που είχε και ότι ανέρχονταν στο ποσό των €
  5. Μετά πήγε και προέβηκε στις αναλήψεις που αναφέρονται ανωτέρω. Επέστεψε στο σπίτι των γνωστών τους όπου έδωσε στον 1ον κατηγορούμενο τα χρήματα που πήρε λέγοντας του ότι η κάρτα δεν είχε €700 χωρίς αυτός να του πει τίποτε και αφού ο 1ος κατηγορούμενος πήρε την κάρτα, την έσπασε και την πέταξε έξω από το παράθυρο. Ακολούθως, του είπε ότι την κάρτα την έκλεψε από ένα σπίτι και αφού του έδωσε €5 για την βενζίνη του, έφυγε. Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω το κύριο σημείο αντιπαράθεσης των μερών είναι η γνώση του κατηγορούμενου πριν από την ανάληψη των μετρητών και την χρησιμοποίηση της κάρτας, ότι αυτή ήταν κλοπιμαία και δεν άνηκε στον 1ον κατηγορούμενο. Επομένως, επιβάλλεται να προβώ σε αξιολόγηση της ενώπιον μου τεθείσας μαρτυρίας με σκοπό να καταλήξω σε ευρήματα συγκεκριμένων γεγονότων από τα οποία στη συνέχεια θα αποφασιστεί κατά πόσο προκύπτει μια τέτοια γνώση. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Επίσης, διατηρώ κατά νου την πάγια αρχή της νομολογίας ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί τη μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στο σύνολο της είτε εν μέρει, αφού προηγουμένως αιτιολογήσει την προσέγγιση του αυτή και εφόσον ουσιαστικά ο μάρτυρας αυτός κριθεί αξιόπιστος (βλ. Παντελής Λαζάρου v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633, Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 και Κώστας Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 219/2012, Ημερ. 29/11/2013). Ο M.K.1 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης και ανέφερε στο Δικαστήριο τις ενέργειες τις οποίες έκανε κατά τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης υιοθετώντας και το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (βλ. τεκμήριο 1). Κατέθεσε στο Δικαστήριο την πιστωτική κάρτα κάποιας Malina Ilieva - τεκμήριο 2 - την οποία του παρέδωσε ο Αστ. 1422 Γ. Λεωνίδα Μ.Κ.3 η οποία αποτελούσε προϊον διάρρηξης και κλοπής που έγινε από άλλο πρόσωπο. Το γεγονός ότι η εν λόγω κάρτα ήταν αυτή που χρησιμοποιήθηκε από τον κατηγορούμενο για την ανάληψη των χρημάτων από την αυτόματη ταμειακή μηχανή και ότι άνηκε στο πιο πάνω πρόσωπο και κλάπηκε από την οικία του, δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Επίσης, ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε στο Δικαστήριο τον ψηφιακό δίσκο που παρέλαβε από το υποκατάστημα την Τράπεζας Κύπρου ως τεκμήριο 3 και ο οποίος καταγράφει τις κινήσεις του κατηγορουμένου κατά τον ουσιώδη χρόνο και σετ φωτογραφιών που έγιναν με βάση τον δίσκο αυτό ως τεκμήριο
  1. Η αυθεντικότητα των πιο πάνω τεκμηρίων δεν έτυχε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση αλλά αντιθέτως αποτέλεσε και παραδεκτό γεγονός. Ουσιαστικά από τα τεκμήρια αυτά προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο επισκέφθηκε το υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στην οδό Ακαμαντίδος στην Πάφο και χρησιμοποίησε στην αυτόματη ταμειακή μηχανή την πιστωτική κάρτα τεκμήριο
  2. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας ανέφερε ότι έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (βλ. τεκμήρια 6Α και 6Β) και ότι κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο (βλ. τεκμήρια 7Α και 7Β). Εκείνο το οποίο προκύπτει από τη γραπτή κατηγορία του κατηγορουμένου είναι ότι ο μάρτυρας τον κατηγόρησε για τα αδικήματα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος μαζί με τον 1ον κατηγορούμενο και συγκεκριμένα τη κλοπή χρημάτων μέσω της αυτόματης ταμειακής μηχανής χρησιμοποιώντας την πιο πάνω κλοπιμαία πιστωτική κάρτα, ότι έκλεψε χρησιμοποιώντας την εν λόγω κάρτα από το λογαριασμό της εν λόγω Μalina Ilieva Georgieva το ποσό των €180 έκαστη φορά από τις δύο που την χρησιμοποίησε και το ποσό των €30 την τρίτη φορά. Επίσης, τον κατηγόρησε ότι ενώ γνώριζε ότι η εν λόγω κάρτα ήταν κλοπιμαία την αποδέχθηκε. Ο κατηγορούμενος απάντησε ότι παραδέχεται τις πρώτες τέσσερις κατηγορίες αλλά όχι την 5ην δηλαδή την τελευταία πιο πάνω. Αποδέχομαι όλες τις πιο πάνω ενέργειες του μάρτυρα και τις απαντήσεις που έδωσε ο κατηγορούμενος στις εν λόγω κατηγορίες. Η αξιολόγηση των πιο πάνω όμως, θα γίνει κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της εκδοχής του κατηγορούμενου όπου και θα διαφανεί αν αυτές αποτελούν παραδοχές για τα αδικήματα που κατηγορείται και κατά πόσο είναι ικανές να οδηγήσουν σε καταδίκη, είτε από μόνες τους είτε σε συνδυασμό με άλλα ευρήματα του Δικαστηρίου. Επιπρόσθετα, ο μάρτυρας αντεξεταζόμενος επιβεβαίωσε ότι ο κατηγορούμενος πρόβαλε την εκδοχή που αναφέρεται στην γραπτή του κατάθεση. Πέραν τούτου, ανέφερε ότι είναι άλλο πρόσωπο που έκλεψε την εν λόγω πιστωτική κάρτα και όπως προέκυψε δεν είχε άλλη μαρτυρία που να αναφέρει ρητά ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το γεγονός αυτό πριν να χρησιμοποιήσει την εν λόγω κάρτα. Επίσης, διευκρίνισε ότι δεν έλεγξε τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου που έδωσε στην κατάθεση του και συγκεκριμένα κατά πόσο η μηχανή στην οποία ισχυρίστηκε ότι του είπε ο 1ος κατηγορούμενος ότι επισκέφθηκε, δεν λειτουργούσε και αν ο κατηγορούμενος ήταν ο μόνος που είχε μεταφορικό μέσο. Το μόνο που είπε, είναι ότι υπάρχει μαρτυρία και ισχυρισμός του 1ου κατηγορούμενου ότι είπε στον κατηγορούμενο πριν πάει στην Τράπεζα ότι η κάρτα ήταν κλοπιμαία. Η μαρτυρία αυτή αποτελεί μια γενική αναφορά του μάρτυρα χωρίς να διευκρινίζει πώς προέκυψε και ο 1ος κατηγορούμενος του είπε αυτό το πράγμα και πρόκειται περί εξ' ακοής μαρτυρία η ορθότητα της οποίας δεν μπορεί να ελεχθεί. Επίσης, δεν δόθηκαν περισσότερα στοιχεία γιατί ο 1ος κατηγορούμενος δεν προσήλθε στο Δικαστήριο να καταθέσει. Ο μάρτυρας περί τούτου δεν γνώριζε να διαφωτίσει το Δικαστήριο κατά πόσο ο κατηγορούμενος αυτός μπορεί να εντοπιστεί και κατά πόσο βρίσκεται στην Κύπρο ή όχι. Πέραν τούτου, δεν έχει διευκρινιστεί κατά πόσο η μαρτυρία αυτή του 1ου κατηγορούμενου προέρχεται μέσα από γραπτή του κατάθεση. Είναι νομολογημένο ότι μαρτυρία συγκατηγορούμενου εναντίον κατηγορούμενου που προκύπτει από τη γραπτή του κατάθεση και μόνο δεν είναι αποδεκτή μαρτυρία εναντίον του κατηγορούμενου. Λαμβανομένου υπόψη μου των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν μπορώ να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στην πιο πάνω αναφορά του μάρτυρα (βλ. σχετικά με το θέμα αυτό τις Ανδρέα Αριστοφάνους v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 146/10, Ημερ. 24/10/2011, Ευριπίδου κ.α v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ.337 και Νεάρχου v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 38 και σε σχέση με την εξ' ακοής μαρτυρία και τον τρόπο αξιολόγησης της, τις πρόνοιες του άρθρου 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9 όπως έχει τροποποιηθεί από το Νόμο 32
(1)/
  1. Πέραν των πιο πάνω, αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας έκανε αναφορά στις καταθέσεις κάποιων Panayiotov Panayiotov Dimitrov και Ilya Panayiotov και του ζητήθηκε και τις κατέθεσε στο Δικαστήριο (βλ. τεκμήρια 8Α και 8Β και 9Α και 9Β αντίστοιχα). Τα άτομα αυτά όπως προέκυψε ήταν γνωστοί των κατηγορούμενων όπου συναντήθηκαν στο σπίτι τους και ο 1ος κατηγορούμενος έδωσε την κάρτα στον κατηγορούμενο για να πάει να του φέρει χρήματα από την τράπεζα. Και οι δύο στις καταθέσεις του αναφέρουν ότι ο 1ος κατηγορούμενος δεν τους είπε ότι η κάρτα ήταν κλοπιμαία και ούτε τον άκουσα να λέει κάτι τέτοιο στον κατηγορούμενο. Τον είδαν να του δίνει την εν λόγω κάρτα για να πάει στην τράπεζα να του φέρει χρήματα και όταν ο κατηγορούμενος επέστρεψε δεν τον είδα να δίνει στον 1ον κατηγορούμενο χρήματα και ισχυρίζονται ότι μετά έφυγαν μαζί. Επίσης, αναφέρουν ότι νόμισαν ότι η κάρτα άνηκε στον 1ον κατηγορούμενο και απλά ζήτησε βοήθεια από τον κατηγορούμενο να πάει στην τράπεζα να του φέρει χρήματα. Είναι γεγονός ότι η πιο πάνω μαρτυρία που περιέχεται στις καταθέσεις των εν λόγω προσώπων είναι εξ' ακοής και τα πρόσωπα αυτά δεν ήρθαν στο Δικαστήριο για να καταθέσουν. Επομένως, θα πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο κατά πόσο είναι ασφαλές να βασιστεί στην εν λόγω μαρτυρία και να εξάξει ασφαλές ευρήματα γεγονότων έχοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, την υπόλοιπή μαρτυρία και λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο αξιολόγησης μιας τέτοιας μαρτυρίας έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου (ανωτέρω). Κατ' αρχή, προκύπτει ότι η πλευρά της υπεράσπισης επιχείρησε να βασιστεί στις εν λόγω καταθέσεις για να ενισχύσει την εκδοχή του κατηγορούμενου ότι δεν γνώριζε πριν την χρησιμοποίηση της εν λόγω κάρτας ότι αυτή ήταν προϊόν κλοπής. Πέραν της κατάθεσης των εν λόγω καταθέσεων από τον μάρτυρα αυτόν, έγινε προσπάθεια ανεύρεσης των προσώπων αυτών και κλήτευσης τους για να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο. Κατατέθηκαν εκ συμφώνου ενώπιον του Δικαστηρίου οι μαρτυρικές κλήσεις που εκδόθηκαν και δήλωση του ιδιώτη δικαστικού επιδότη ότι αυτές δεν επιδόθηκαν στα πιο πάνω πρόσωπα λόγω μη ανεύρεσης τους στη δοθείσα διεύθυνση (βλ. τεκμήρια 19 και 20). Παρά το ότι φαίνεται να έγινε κάποια προσπάθεια για κλήτευση των εν λόγω προσώπων, δεν θεωρώ ότι μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι έγιναν επαρκείς προσπάθειες εντοπισμού των εν λόγω προσώπων και δεν εντοπίστηκαν. Η δήλωση του επιδότη και μόνο ότι δεν ανευρέθηκαν στη δοθείσα διεύθυνση δεν διαφωτίζει επαρκώς έτσι ώστε να εξαχθεί το συμπέρασμα αδυναμίας εντοπισμού τους. Για παράδειγμα για ποίο λόγο δεν εντοπίστηκαν στη δοθείσα διεύθυνση; Δεν βρίσκονταν εκεί κατά το χρόνο της επίσκεψης του ή διότι δεν κατοικούν εκεί; Μετοίκησαν κάπου αλλού, εγκατέλειψαν την Κύπρο ή είναι άγνωστο που διαμένουν; Τα πιο πάνω δεν έχουν καταδειχθεί με κατάλληλη μαρτυρία και είναι αδύνατο και ανασφαλές για το Δικαστήριο να καταλήξει στο συμπέρασμα αδυναμίας εντοπισμού τους και κατ' επέκταση παρουσίασης τους στο Δικαστήριο. Πέραν τούτου, οι αναφορές τους στις εν λόγω καταθέσεις δεν συνάδουν με άλλη αποδεκτή μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Η μόνη μαρτυρία που τείνει να συνάδει με αυτή των καταθέσεων είναι αυτή του κατηγορούμενου, ο οποίος επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση η αξιολόγηση της οποίας ακολουθεί. Επίσης, η γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου διαφέρει σε ουσιαστικά σημεία με αυτή των πιο πάνω προσώπων. Πέραν του ότι δεν γνώριζε ότι η κάρτα ήταν κλοπιμαία, ο κατηγορούμενος προβαίνει και σε αναφορές γεγονότων που έλαβαν χώρα στο σπίτι των εν λόγω προσώπων χωρίς αυτά να τα αναφέρουν στην κατάθεση τους. Για παράδειγμα ο κατηγορούμενος λέει ότι ο 1ος κατηγορούμενος του είπε να τραβήξει από την κάρτα €700, όταν επέστρεψε πίσω στο σπίτι των πιο πάνω προσώπων έδωσε τα χρήματα που τράβηξε από τη μηχανή στον 1ον κατηγορούμενο και του είπε ότι η κάρτα δεν είχε €700, ο 1ος κατηγορούμενος έσπασε την κάρτα και την πέταξε έξω από το παράθυρο. Όλα αυτά τα γεγονότα δεν περιέχονται στις καταθέσεις των εν λόγω προσώπων αλλά αντιθέτως υπάρχουν και ισχυρισμοί αντίθετοι με αυτά, όπως για παράδειγμα ότι δεν είδαν τον κατηγορούμενο να δίνει χρήματα στον 1ον κατηγορούμενο και ούτε ότι μετά ο 1ος κατηγορούμενος του είπε ότι ήταν κλοπιμαία. Επιπρόσθετα, φαίνεται ότι τα δύο εν λόγω πρόσωπα ήταν γνωστοί του κατηγορούμενου και δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο με όλα τα γεγονότα της υπόθεσης ότι ήθελαν να βοηθήσουν τον κατηγορούμενο ή ενδεχομένως να αποκρύψουν γεγονότα για να μην θεωρηθούν και οι ίδιοι υπόλογοι ενδεχομένως για κάποιο αδίκημα. Θεωρώ ότι δεν είναι ασφαλές να εξάξω οποιαδήποτε ευρήματα γεγονότων από τις εν λόγω καταθέσεις και θα ήταν επικίνδυνο να δώσω βαρύτητα σε αυτές. Ακόμη όμως και να δεχόμουν τις εν λόγω καταθέσεις και ουσιαστικά τη θέση ότι τα πρόσωπα αυτά ούτε άκουσαν τον 1ον κατηγορούμενο να λέει στον κατηγορούμενο ότι η κάρτα ήταν κλοπιμαία ούτε τον είδαν να δίνει χρήματα στον 1ον κατηγορούμενο, αυτό δεν θα ήταν καταλυτικό για την υπόθεση. Οι αναφορές τους αυτές δεν αποκλείουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο αφού πρόκειται περί αναφορές για τη δική τους αντίληψη και όχι περί γεγονότων που ενδεχομένως να έλαβαν χώρα. Πέραν των πιο πάνω, δεν φάνηκε ο μάρτυρας αυτός να προέβηκε σε οποιεσδήποτε άλλες ενέργειες. Επίσης, κρίνω ότι ήταν αξιόπιστος μάρτυρας, γεγονός άλλωστε που δεν φάνηκε να έτυχε αμφισβήτησης από την υπεράσπισης αφού η γραμμή της κατά την αντεξέταση του είχε διευκρινιστικό χαρακτήρα και με σκοπό να ενισχύσει την εκδοχή του κατηγορούμενου. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα και τα τεκμήρια που κατέθεσε έχοντας υπόψη τις πιο πάνω διευκρινήσεις σε σχέση με διάφορα μέρη της μαρτυρίας που κατέθεσε στα οποία δεν θα δοθεί βαρύτητα. Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε ως ειδικός φωτογράφος της Αστυνομίας και ανέφερε ότι στις 11/09/2010 φωτογράφησε πίσω από τα διαμερίσματα Ταπακούδη στη Χλώρακα τον υπόδικο Descos Ivanov να υποδεικνύει μια πιστωτική κάρτα σχετικά με υπόθεση διάρρηξης και κλοπής. Από τα αναλλοίωτα αρνητικά ετοίμασε τις φωτογραφίες που κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
  2. Επίσης, αναγνώρισε την πιστωτική κάρτα τεκμήριο 2 ως αυτή που φωτογράφησε και φαίνεται στις φωτογραφίες. Ο μάρτυρας αυτός δεν έτυχε αντεξέτασης ούτε αμφισβητήθηκε η αυθεντικότητα των εν λόγω φωτογραφιών. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της καθώς επίσης και το τεκμήριο
  3. Ο Μ.Κ.3 κατέθεσε επίσης, τις ενέργειες που έκανε κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης υιοθετώντας τη γραπτή του κατάθεση τεκμήριο 12 και την ανεύρεση των τεκμηρίων που αφορούσαν προϊόν κλοπής. Σε ότι αφορά την παρούσα υπόθεση αναφέρεται στην ανεύρεση της πιστωτικής κάρτας στο χώρο που αναφέρθηκε ο Μ.Κ.2 ότι φωτογράφησε και στην αναγνώριση αυτής από την ιδιοκτήτρια της και ότι την παρέδωσε στον Μ.Κ.
  4. Επίσης, αναφέρθηκε στις υποδείξεις σκηνών τόσο από τον 1ον κατηγορούμενο όσο και από τον κατηγορούμενο. Σε σχέση με τον τελευταίο αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος υπέδειξε την ταμειακή μηχανή στο υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στην Λεωφ. Ακαμαντίδος στην Πάφο ως αυτή στην οποία χρησιμοποίησε την πιστωτική κάρτα τεκμήριο 2 (βλ. επίσης 14Α και Β). Η αντεξέταση του μάρτυρα ήταν πολύ περιορισμένη και αφορούσε στη μορφή που είχε η κάρτα όταν την εντόπισε και κατά πόσο ήταν διπλωμένη και σπασμένη απαντώντας καταφατικά. Δεν υπάρχει κάτι μεμπτό στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και την αποδέχομαι στην ολότητα της σε ότι αφορά τα ουσιώδη ζητήματα της παρούσας υπόθεσης. Ο Μ.Κ.4 κατέθεσε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν υπεύθυνος τμήματος του υποκαταστήματος της Τράπεζας Κύπρου στην Λεωφ. Ακαμαντίδος και ουσιαστικά με τη μαρτυρία του επιβεβαίωσε το γεγονός ότι η Ilieva διατηρούσε λογαριασμό στην εν λόγω τράπεζα και κάρτα ανάληψης μετρητών από τον εν λόγω λογαριασμό με αρ. 501629100-
  5. Κατέθεσε στο Δικαστήριο μέρος της κορδέλας της αυτόματης ταμειακής μηχανής για το λογαριασμό του πιο πάνω προσώπου στην οποία αναγράφονται και οι τρείς πράξεις που έγιναν στις 06/09/2010 από τον κατηγορούμενο με συγκεκριμένες ώρες, λεπτά και δευτερόλεπτα για κάθε μια από αυτές (βλ. τεκμήριο 16). Επίσης, κατέθεσε και κατάσταση λογαριασμού ως τεκμήριο 17 που φαίνονται οι εν λόγω συναλλαγές. Η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα και τα πιο πάνω τεκμήρια που κατέθεσε δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση κατά το στάδιο της αντεξέτασης του η οποία είχε διευκρινιστικό χαρακτήρα. Ρωτήθηκε βασικά κατά πόσο η απόδειξη που παίρνει αυτός που κάνει τη συναλλαγή αναγράφει και το υπόλοιπο του λογαριασμού για να πει ότι τις περισσότερες φορές αυτό συμβαίνει και ότι ο πελάτης γνωρίζει μετά από κάθε συναλλαγή ποιο είναι το υπόλοιπο του λογαριασμού. Δεν έχω διαπιστώσει κάτι μεμπτό στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει τα πιο πάνω ως εκ της θέσεως που είχε στη συγκεκριμένη τράπεζα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος μη αποδοχής της μαρτυρίας του γι αυτό την αποδέχομαι στην ολότητα της. Από την αντίπερα όχθη, ο κατηγορούμενος προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση ως ακολούθως: «Υιοθετώ αυτά που είπα στην κατάθεση μου τεκμήριο
  6. Δυστυχώς δεν εξέτασα προσεκτικά τη κάρτα που μου έδωσε ο φίλος μου. Δεν είδα ότι έγραφε άλλο όνομα σε αυτή και όχι το δικό του. Έδειξα εμπιστοσύνη και πήγα να τον εξυπηρετήσω. Ήταν βλακεία μου που γι αυτό ταλαιπωρούμαι. Είπα παραδέχομαι στην απάντηση μου στην κατηγορία που είναι τεκμήριο στο Δικαστήριο εννοώντας πως πήγα στη τράπεζα και πράγματι πήρα τα λεφτά. Είμαι αθώος.» Στην γραπτή κατάθεση του στην Αστυνομία, τεκμήριο 6 ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι στις 06/09/2010 τον πήρε τηλέφωνο ο φίλος του Dechko Ivanov και του είπε ότι πήγε σε μια τράπεζα που βρίσκεται κοντά στο σπίτι του για να πάρει λεφτά από τη κάρτα του όμως η μηχανή της τράπεζας ήταν χαλασμένη και τον παρακάλεσε να συναντηθούν στο σπίτι συγκεκριμένων κοινών φίλων τους και επειδή αυτός έχει μοτοσυκλέτα ενώ τόσο αυτός όσο και οι εν λόγω κοινοί φίλοι τους δεν έχουν οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο για να του δώσει την κάρτα να πάει να πάρει χρήματα από άλλη τράπεζα πιο μακριά. Όταν πήγε εκεί και στην παρουσία των συγκεκριμένων φίλων τους του έδωσε μια κάρτα της τράπεζας Κύπρου και του είπε ένα κωδικό, νομίζει 5549 και του είπε να πάει στην τράπεζα Κύπρου που είναι πιο πάνω από τον Αυλόγυρο, δίπλα από το φούρνο και να τραβήξει από την κάρτα όλα τα λεφτά που έχει μέσα που είναι €
  7. Πήγε στην εν λόγω τράπεζα και τράβηξε από αυτή τρεις φορές χρήματα. Την μια φορά τράβηξε €180, τη δεύτερη φορά πάλι €180 και την τρίτη φορά €30 δηλαδή σύνολο τράβηξε €
  8. Όταν τράβηξε την πρώτη φορά €180 η μηχανή έβγαλε απόδειξη ότι το υπόλοιπο της κάρτας ήταν €222 και γι αυτό δεν προσπάθησε να πάρει €700 όπως του είπε το πιο πάνω πρόσωπο. Περαιτέρω, αναφέρει ότι δεν πρόσεξε τι όνομα έγραφε πάνω η κάρτα που του έδωσε ο φίλος του. Όταν πήρε τα χρήματα πήγε πίσω στο σπίτι των κοινών τους φίλων και έδωσε στον εν λόγω Dechko τα χρήματα και την κάρτα και του είπε ότι η κάρτα δεν είχε μέσα €700 και τότε αυτός δεν του είπε τίποτε και έσπασε την κάρτα με τα χέρια του και την πέταξε έξω από το παράθυρο του σπιτιού. Μετά ο Dechko γύρισε και του είπε στην παρουσία των άλλων φίλων τους ότι αυτή την κάρτα την έκλεψε από ένα σπίτι χωρίς να του πει από ποιο και αν έκλεψε και κάτι άλλο και ότι ο κωδικός ήταν μαζί με την κάρτα. Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι από τα €390 που έδωσε στον Dechko αυτός του έδωσε €5 για να βάλει βενζίνη και έφυγε. Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβηκε ο κατηγορούμενος λαμβάνεται υπ' όψιν ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369). Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή του κατηγορουμένου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Να σημειωθεί επίσης, ότι η ανώμοτη δήλωση δεν υπέχει θέση ένορκης μαρτυρίας και δεν μπορεί να αντικρούσει άλλη μαρτυρία η οποία δόθηκε ενόρκως και κρίθηκε αξιόπιστη. Γενικά, η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου έχει πειστική παρά αποδεικτική σημασία ή αξία. Όσον αφορά την γραπτή κατάθεση κατηγορουμένου, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σ' αυτή. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου και να απορρίψει άλλο ασχέτως αν αυτό αποτελεί άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Είναι φυσικό να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως, ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές, κρίνω ότι μπορώ να δώσω βαρύτητα στο μέρος των αναφορών του κατηγορουμένου με το οποίο εξηγεί τον τρόπο που περιήλθε στην κατοχή του η εν λόγω κάρτα και στον τρόπο που αυτός την χρησιμοποίησε στην τράπεζα και το συνολικό ποσό που πήρε. Οι θέσεις αυτές δεν συγκρούονται με άλλη αποδεκτή μαρτυρία, τείνουν να δώσουν μια άλλη υφή στα γεγονότα που βρίσκονται στην αποκλειστική γνώση του κατηγορουμένου και εν πάσει περιπτώσει το γεγονός ότι χρησιμοποιήθηκε η εν λόγω κάρτα με το συγκεκριμένο τρόπο από τον κατηγορούμενο επιβεβαιώνονται και από άλλη αποδεκτή μαρτυρία. Πέραν των πιο πάνω, κρίνω ότι μπορώ να λάβω υπόψη μου και το γεγονός ότι ο εν λόγω Dechko είπε στον κατηγορούμενο να τραβήξει όλα τα χρήματα από την κάρτα τα οποία ανέρχονταν στα €700 και ότι ο εν λόγω Dechko μετά την επιστροφή του κατηγορούμενου από την τράπεζα έσπασε την κάρτα και την πέταξε έξω από το παράθυρο. Τα εν λόγω γεγονότα επίσης δεν συγκρούονται με άλλη αποδεκτή μαρτυρία και μπορεί να θωρηθούν και δηλώσεις ενάντια στα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Επίσης, συνάδουν με άλλη μαρτυρία σε σχέση με το πού ανευρέθηκε η εν λόγω κάρτα. Πέραν των πιο πάνω, δεν μπορώ να αποδεκτώ και να δώσω βαρύτητα σε οποιοδήποτε άλλο μέρος των αναφορών του κατηγορουμένου, τόσο στην ανώμοτη του δήλωση όσο και στην γραπτή του κατάθεση. Οι αναφορές του ότι μετά από την ανάληψη των μετρητών από την ταμειακή μηχανή και την παράδοση των χρημάτων στον εν λόγω Dechko του είπε ότι κάρτα ήταν κλοπιμαία και ότι ο ίδιος μέχρι το σημείο εκείνο δεν γνώριζε για το γεγονός αυτό και ότι ο ίδιος σε κανένα στάδιο πρόσεξε το όνομα που αναγραφόταν στην εν λόγω κάρτα αποτελούν εξηγήσεις για εκ πρώτης όψεως εγκληματική δραστηριότητα και δεν συνάδουν με άλλη αποδεκτή μαρτυρία. Ειδικότερα η αναφορά του ότι μετά τις εν λόγω πράξεις του έλαβε γνώση για το εν λόγω γεγονός συγκρούεται με τη θέση που προώθησε η κατηγορούσα αρχή αφού αυτή είναι ότι γνώριζε ευθύς εξ' αρχής γι αυτό και μάλιστα συνωμότησε με το εν λόγω πρόσωπο για την κλοπή των χρημάτων. Η ορθότητα των πιο πάνω δηλώσεων ή αναφορών δεν μπορεί να ελεχθεί καθότι δεν δόθηκε ενόρκως και δεν συνάδει με άλλη αποδεκτή μαρτυρία και με τη θέση που προωθήθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Τέλος, θα πρέπει να εξεταστεί και η απάντηση του κατηγορουμένου στην γραπτή του κατηγορία τεκμήριο 7 ως αναφέρθηκε και ανωτέρω. Είναι γεγονός ότι ο κατηγορούμενος σε αυτή παραδέχεται την κατηγορία της συνωμοσίας και των κλοπών αλλά αρνείται την κατηγορία την κλεπταποδοχής και ότι ενώ γνώριζε ότι η κάρτα ήταν κλοπιμαία την αποδέκτηκε. Eκείνο το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο η πιο πάνω απάντηση του κατηγορουμένου συνιστά ομολογία για τη διάπραξη των αδικημάτων. Θα πρέπει να εξεταστεί το λεκτικό των εν λόγω κατηγοριών για να διαφανεί κατά πόσο η απάντηση του ότι «παραδέχεται» συνιστά ομολογία. Όπως φαίνεται από το λεκτικό των κατηγοριών, σε αυτές αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος έκλεψε τα συγκεκριμένα ποσά και συνωμότησε με το άλλο πρόσωπο να το πράξει αποσύροντας τα από το λογαριασμό της Μalina Ilieva Georgieva χρησιμοποιώντας την κλοπιμαία κάρτα. Με βάση το εν λόγω λεκτικό και τα γεγονότα που αναφέρονται στις γραπτές κατηγορίες δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η απάντηση του κατηγορουμένου σε αυτές συνιστά παραδοχή των αδικημάτων. Εκείνο το οποίο μπορεί να εξαχθεί με βεβαιότητα ότι παραδέχεται είναι ότι χρησιμοποιώντας την κλοπιμαία πιστωτική κάρτα απέσυρε από το λογαριασμό του πιο πάνω προσώπου τα συγκεκριμένα ποσά. Πέραν των πιο πάνω γεγονότων, δεν περιέχονται στις εν λόγω γραπτές κατηγορίες άλλα γεγονότα τα οποία προκύπτει ξεκάθαρα ότι παραδέχεται. Η αναφορά των λέξεων «κλοπή χρημάτων» και «συνομώτησες» δεν μπορεί να καταδείξουν ότι πράγματι παραδέχεται τα εν λόγω αδικήματα καθότι στο λεκτικό δεν περιλαμβάνονται γεγονότα που στοιχειοθετούν τα συστατικά στοιχεία των εν λόγω αδικημάτων. Ειδικότερα, που είναι και το επίδικο ζήτημα, δεν αναφέρεται ρητά ότι χρησιμοποίησε την εν λόγω κάρτα και απέσυρε τα συγκεκριμένα ποσά από το λογαριασμό του πιο πάνω προσώπου ενώ γνώριζε ότι άνηκε σε αυτήν με σκοπό να της τα αποστερήσει. Το γεγονός αυτό δεν φαίνεται να είναι αποδεκτό από τον κατηγορούμενο και αυτό προκύπτει και από την ίδια την γραπτή κατηγορία αφού στην τελευταία κατηγορία που αφορά το αδίκημα της κλεπταποδοχής και περιλαμβάνεται η φράση «γνωρίζοντας ότι η πιο πάνω κάρτα αποτελούσε προϊόν κλοπής» αρνείται τη διάπραξη του. Επίσης, αυτό ενισχύεται και από την όλη εκδοχή που έδωσε στην κατάθεση του. Επομένως, δεν θεωρώ ότι από την απάντηση του κατηγορουμένου στις γραπτές κατηγορίες μπορεί να εξαχθεί το ασφαλές συμπέρασμα ότι αυτή συνιστά ομολογία διάπραξης των αδικημάτων η οποία θα μπορούσε να συνυπολογιστεί μαζί με άλλη μαρτυρία για να εξεταστεί η ενοχή του ή όχι ή ακόμη και από μόνη της. Έχοντας υπόψη την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα παραδεκτά γεγονότα και την μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή αποτέλεσε κοινό έδαφος, τα πιο κάτω αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Στις 06/09/2010 κάποιος Dechko Petrov Ivanov τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο και του ζήτησε όπως συναντηθούν στο σπίτι των κοινών τους φίλων Panayiotov Dimitrov και Ilya Panayiotov με σκοπό να του δώσει την πιστωτική κάρτα για να πάει στην Τράπεζα να του φέρει χρήματα. Όταν συναντήθηκαν του έδωσε την κάρτα της Τράπεζας Κύπρου Λτδ με αρ. 5016291000996542, του έδωσε τον μυστικό αριθμό της και του είπε να επισκεφθεί συγκεκριμένο υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου και να αποσύρει όλο το ποσό το οποίο είχε και ανερχόταν στα €700. Ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε το υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου που βρίσκεται στην Λεωφ. Ακαμαντίδος στην Πάφο και προέβηκε στην ανάληψη του συνολικού ποσού των €390 χρησιμοποιώντας την εν λόγω κάρτα τρείς φορές. Συγκεκριμένα, την πρώτη φορά έκανε ανάληψη του ποσού των €180 και στην απόδειξη την οποία έβγαλε το μηχάνημα φάνηκε ότι ο λογαριασμός δεν είχε €700. Ακολούθως, τοποθέτησε ξανά την κάρτα και έκανε ανάληψη ακόμη €180 και στη συνέχεια τρίτη φορά κάνοντας ανάληψη το ποσό των €30. Μετά από αυτό στο λογαριασμό παρέμεινε το ποσό των €12,52 ως υπόλοιπο. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος επέστρεψε στην οικία των συγκεκριμένων κοινών φίλων τους όπου παρέδωσε την κάρτα στον εν λόγω Dechko και αυτός αφού την δίπλωσε και την έσπασε, την πέταξε έξω από το παράθυρο. Επίσης, έχει προκύψει ότι η συγκεκριμένη πιστωτική κάρτα και ο λογαριασμός στην Τράπεζα Κύπρου με τον οποίο ήταν συνδεδεμένη άνηκαν σε κάποια Malina Ilieva Georgieva. Περαιτέρω, η εν λόγω κάρτα ήταν κλοπιμαία μετά από διάρρηξη της οικίας της ιδιοκτήτριας της. Τέλος, στην εν λόγω κάρτα αναγράφεται και το όνομα της ιδιοκτήτριας της. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος συνωµοτεί µε άλλο να διαπράξει κακούργηµα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε µέρος του κόσµου η οποία αν διενεργόταν στη ∆ηµοκρατία θα ήταν κακούργηµα και η οποία είναι ποινικό αδίκηµα σύµφωνα µε τους νόµους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήµατος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειµένου για κακούργηµα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή.» Έχει αναφερθεί στην Αbdebraouf Ben Abdallah Gani v. Της Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 ότι οι πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου αλλά και του άρθρου 372 που αφορά τη συνομωσία προς διάπραξη πλημμελήματος, ενσωματώνουν την έννοια του αδικήματος της συνωμοσίας σύμφωνα με το κοινοδίκαιο. Σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Επίσης, προκύπτει ότι η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας σε κάθε περίπτωση είναι ζήτημα πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Περαιτέρω, η συνομωσία, εκτός της ύπαρξης συμφωνίας, περιλαμβάνει και το στοιχείο της πρόθεσης (men rea) και για τούτο, η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει όχι μόνο τη συμφωνία μεταξύ των κατ' ισχυρισμό συνωμοτών να εκτελέσουν ένα παράνομο σκοπό (αποδεικνυόμενης είτε με λόγια είτε με άλλο τρόπο επικοινωνίας μεταξύ τους), αλλά επιπρόσθετα θα πρέπει να αποδεικνύει την πρόθεση στη σκέψη καθενός κατ' ισχυρισμό συνωμότη να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό (R v. Thompson, 50 Cr. App. R.1) (βλ. Παντελής Λαζάρου κ.α v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «. 255.—
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται µε δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκοµίζει οτιδήποτε που µπορεί να καταστεί αντικείµενο κλοπής µε σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη µόνιµα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγµατος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόµιµα, αν είναι θεµατοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, µε δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη. Οι πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου καταδεικνύουν ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής είναι τα ακόλουθα: α) Η απόκτηση κατοχής και η αποκόμιση οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής, β) χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, γ) με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, και δ) με πρόθεση να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτήν. Τέλος, σε σχέση με το αδίκημα της κλεπταποδοχής το άρθρο 306(α) του Ποινικού Κώδικα προνοεί τα ακόλουθα: «306. Όποιος απεδέχεται ή κατακρατεί περιουσία, που γνωρίζει ότι αυτή εκλάπηκε ή αποκτήθηκε µε οποιοδήποτε τρόπο κάτω από περιστάσεις που συνιστούν κακούργηµα ή πληµµέληµα, είναι ένοχος ποινικού αδικήµατος του ίδιου βαθµού (κακουργήµατος ή πληµµελήµατος) και υπόκειται— (α) στην περίπτωση κακουργήµατος, σε φυλάκιση πέντε χρόνων ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας υπόψη μου τα ευρήματα του Δικαστηρίου και την πιο πάνω νομική πτυχή, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι γεγονός ότι ο κατηγορούμενος απέσυρε από το λογαριασμό κάποιας Malina Ilieva Georgieva το συνολικό ποσό των €390 χρησιμοποιώντας την πιστωτική της κάρτας η οποία ήταν προϊόν κλοπής και την οποία του την έδωσε συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο. Εκείνο το οποίο θα πρέπει να αποφασιστεί είναι κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή απέδειξε τη γνώση του κατηγορούμενου για το γεγονός ότι εν λόγω πιστωτική κάρτα άνηκε στο πιο πάνω πρόσωπο πριν ή κατά την ώρα που την χρησιμοποιούσε. Μια τέτοια γνώση, θεωρώ ότι είναι άμεσα συνυφασμένη με τα συστατικά στοιχεία ή μέρος αυτών όλων των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Συγκεκριμένα, για το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, από τη στιγμή που δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία για ρητή συμφωνία, τότε ένα τέτοιο συμπέρασμα θα πρέπει να αναζητηθεί από όλες τις περιστάσεις και γεγονότα της υπόθεσης. Σημαντικό στοιχείο σε αυτό το αδίκημα είναι και το γεγονός κατά πόσο ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η εν λόγω κάρτα ήταν κλοπιμαία. Επίσης, για το αδίκημα της κλοπής πέραν από την απόκτηση κατοχής των χρημάτων που προέβηκε σε ανάληψη ο κατηγορούμενος, θα πρέπει να αποδειχθεί και η πρόθεση του να τα αποστερήσει από τον ιδιοκτήτη, ότι τα έλαβε χωρίς τη συναίνεση του και τα απέκτησε με δόλιο τρόπο. Όλα αυτά τα συστατικά στοιχεία προϋποθέτουν γνώση για το ποιός ήταν ο ιδιοκτήτης της εν λόγω κάρτας και ότι δεν υπήρχε η συναίνεση του εν λόγω ιδιοκτήτη. Περαιτέρω, για το αδίκημα της κλεπταποδοχής απαιτείται ρητά γνώση ότι η αποδοχή της εν λόγω κάρτας έγινε εν γνώσει του ότι ήταν κλοπιμαία. Το πιο πάνω γεγονός, δηλαδή η γνώση ότι η κάρτα ήταν κλοπιμαία και άνηκε στο συγκεκριμένο πρόσωπο, δεν έχει προκύψει από άμεση αποδεκτή μαρτυρία. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου υπάρχει περιστατική μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η εν λόγω κάρτα περιήλθε στην κατοχή του κατηγορούμενου και ακολούθως τον τρόπο που έδρασε κατά την ανάληψη των χρημάτων. Η εν λόγω μαρτυρία θα πρέπει να εξετάσει από το Δικαστήριο κατά πόσο είναι τέτοιας φύσεως που να μπορεί να οδηγήσει στο αναμφίβολο συμπέρασμα ότι υπήρχε τέτοια γνώση. H περιστατική μαρτυρία, θα πρέπει να λεχθεί, δεν υπολείπεται σε δύναμη οποιασδήποτε άλλης μορφής μαρτυρίας. Εκείνο το οποίο απαιτείται όμως, είναι τα σκόρπια μέρη της να μπορεί να αποκτήσουν τέτοια συνεκτικότητα που να εδραιώνουν, με ακαταμάχητη πειστικότητα, την καταδίκη για ένα έγκλημα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ.9 και Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R.73). Η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συμβιβάζεται μόνο με την εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά περιπλέον πρέπει τα γεγονότα να μην συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα εκτός από το συμπέρασμα ενοχής του κατηγορουμένου (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Vouniotis v. Republic
(1975)2 CLR 34, Anastasiadis v. Republic
(1977)2 CLR 97). Όταν όλες οι σημαντικές πτυχές της περιστατικής μαρτυρίας δεν συμβιβάζονται με οτιδήποτε άλλο παρά με συμπέρασμα ενοχής, η περιστατική μαρτυρία μπορεί να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορούμενου. Όταν όμως βασικά σημεία της περιστατικής μαρτυρίας συμβιβάζονται όχι μόνο με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά και με μια άλλη λογική εξήγηση που προκύπτει από τη μαρτυρία, τότε η περιστατική μαρτυρία από μόνη της δεν μπορεί να θεμελιώσει την ενοχή του κατηγορούμενου (βλ. επίσης το σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, σελ. 26 -36). Στην παρούσα περίπτωση, εκείνο το οποίο έχει προκύψει ως πραγματικό γεγονός είναι ότι ο κατηγορούμενος, αφού παραλαμβάνει την κλοπιμαία κάρτα από το άλλο πρόσωπο και τον κωδικό της, μεταβαίνει στην Τράπεζα και προβαίνει σε ανάληψη από τον λογαριασμό της ιδιοκτήτριας της κάρτα συνολικού ποσού €390, με τον τρόπο που αναφέρθηκε ανωτέρω. Εκείνο που πρέπει να εξεταστεί είναι ο τρόπος που ο κατηγορούμενος το έπραξε σε συνάρτηση με το τι του ανέφερε το άλλο πρόσωπο να πράξει. Κατ' αρχή ενώ του είπε να τραβήξει όλο το ποσό που είχε η κάρτα ύψους €700, αυτός όταν μεταβαίνει στην Τράπεζα δεν επιχειρεί να αποσύρει δια μιας το εν λόγω ποσό χωρίς να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε εξήγηση από τον κατηγορούμενο. Αυτό που κάνει είναι να προβεί σε αρχική ανάληψη €180 και ακολούθως σε δεύτερη ανάληψη για το ίδιο ποσό. Στη συνέχεια προβαίνει σε τρίτη ανάληψη για το ποσό των €30 και αφήνει υπόλοιπο στη κάρτα το ποσό των €12,50. Οι ενέργειες του αυτές δεν συνάδουν με αυτά που του ανέφερε το πρόσωπο που του έδωσε την κάρτα και εγείρουν ερωτηματικά. Πέραν τούτου όμως, εκτός από το όνομα της ιδιοκτήτριας της εν λόγω κάρτας που αναγραφόταν σε αυτήν, δεν έχει προκύψει οτιδήποτε άλλο που να υποδήλωνε σε ποιόν άνηκε η κάρτα ή ο λογαριασμός στον οποίο χρησιμοποιήθηκε. Συγκεκριμένα, δεν έχει προκύψει ότι στις αποδείξεις της αυτόματης ταμειακής μηχανής, πέραν από την αναγραφή του υπολοίπου το οποίο έλεγξε ο κατηγορούμενος, αναγραφόταν και το όνομα του δικαιούχου του λογαριασμού. Ούτε προέκυψε οποιαδήποτε παράξενη συμπεριφορά του κατηγορούμενου κατά την ανάληψη των εν λόγω χρημάτων. Επίσης, δεν έχει προκύψει οποιαδήποτε διασύνδεση του κατηγορούμενου με τη διάρρηξη της κατοικίας και την κλοπή της εν λόγω κάρτας. Πέραν του τρόπου που προέβηκε σε ανάληψη των χρημάτων, δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία η οποία να οδηγεί στο μόνο και αναμφίβολο συμπέρασμα ότι γνώριζε ότι η εν λόγω κάρτα ήταν κλοπιμαία. Η αναγραφή και μόνο του ονόματος της ιδιοκτήτριας στην κάρτα δεν αλλάζει την κατάσταση από τη στιγμή που δεν τέθηκε οτιδήποτε γύρω από το ζήτημα αυτό που να οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος είδε το εν λόγω όνομα ή όφειλε να το είχε δει. Πέραν από τα πιο πάνω, δεν έχει προκύψει και μαρτυρία η οποία να αναιρεί τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου σε σχέση με τον τρόπο που περιήλθε στην κατοχή του η εν λόγω κάρτα και ότι προέβηκε στην ανάληψη των εν λόγω χρημάτων για να βοηθήσει τον φίλο του νομιζόμενος ότι η κάρτα του άνηκε. Δεδομένου και αυτού του στοιχείου και θέσης του κατηγορούμενου που αναφύεται και προκύπτει από τα γεγονότα, ακόμη και να μπορούσε να θεωρηθεί ότι όλα τα γεγονότα της υπόθεσης οδηγούν στο συμπέρασμα ότι είχε γνώση, πάλι δεν θα μπορούσε το Δικαστήριο να προβεί σε καταδίκη. Και τούτο διότι τα γεγονότα συμβιβάζονται και με άλλη λογική εξήγηση, ότι δηλαδή οι ενέργειες του κατηγορούμενου ήταν για να βοηθήσει το φίλο του στην ανάληψη μετρητών χωρίς γνώση για το κλοπιμαίο της κάρτας. Ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, η περιστατική μαρτυρία δεν θα ήταν ικανή να οδηγήσει σε καταδίκη. Για τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, καταλήγω ότι δεν μπορώ να καταλήξω στο ασφαλές συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος είχε γνώση για το κλοπιμαίο της κάρτας και ότι ενέργησε δόλια . Ως εκ τούτου, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες 3,4,5,6 και 7 που αντιμετωπίζει. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.) ............... Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.