← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΒΙΚΤΩΡΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 1990/11, 12/9/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΒΙΚΤΩΡΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 1990/11, 12/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B162 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1990/11 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΒΙΚΤΩΡΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 12.09.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορούμενο: κα Α. Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, στην κατηγορία επίθεσης προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής εκτίθενται αναλυτικά στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.08.14, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους για σκοπούς μετριασμού της ποινής και δεν χρειάζονται να επαναδιατυπωθούν. Η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε στο Δικαστήριο πως ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες ενώ δήλωσε πως έχουν δημιουργηθεί έξοδα ύψους €395,00 αναφορικά με την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής. Λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 32 ετών, νυμφευμένος και πατέρας δύο ανήλικων παιδιών ηλικίας 13 ετών και 19 μηνών. Είναι συνιδιοκτήτης κέντρου αναψυχής (club) ενώ η σύζυγος του είναι άνεργη και αναζητεί εργασία. Ο ίδιος με την οικογένεια του διαμένουν σε ιδιόκτητη μεζονέτα τριών υπνοδωματίων και λοιπών βοηθητικών χώρων καλής οικιστικής κατάστασης. Από την εργασία του ο κατηγορούμενος λαμβάνει μηνιαίως εισόδημα ύψους €1.000,00. Παράλληλα, βαρύνεται με το ποσό των €240.000,00 στα πλαίσια πιστωτικών διευκολύνσεων που έλαβε από τη ΣΠΕ Χλώρακας για τη δημιουργία του κέντρου αναψυχής με τη δόση να μην καταβάλλεται στο παρόν στάδιο καθώς οφείλει και το ποσό των €30.000,00 που δανείστηκε από την Τράπεζα Κύπρου για έξοδα λειτουργίας του εν λόγω κέντρου με την δόση επίσης να μην πληρώνεται στο στάδιο αυτό. Περαιτέρω, στην έκθεση αναφέρεται ότι λόγω της μείωσης των εργασιών του ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις. Ο κατηγορούμενος προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια με τον πατέρα του να είναι σήμερα συνταξιούχος και την μητέρα του να εργάζεται ως καθαρίστρια σε τράπεζα. Οι σχέσεις του με τη σύζυγο του περιγράφονται αρμονικές ενώ επιδεικνύει ενδιαφέρον για τα παιδιά του. Από το συγγενικό και ευρύτερο περιβάλλον του ο κατηγορούμενος περιγράφεται ως συνεργάσιμο άτομο και καλός οικογενειάρχης. Κατά την αγόρευση της για μετριασμό της ποινής η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης αφού επισήμανε πως ο πελάτης της απολογείται για την αξιόποινη συμπεριφορά του και ότι έχει αντιληφθεί πλήρως τη σοβαρότητα του αδικήματος που διέπραξε, ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι το περιστατικό συνέβηκε συνεπεία στιγμιαίας αντίδρασης του κατηγορουμένου, χωρίς έτσι να υπάρχει στοιχείο προσχεδιασμού. Επιπλέον, η εν λόγω συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα. Ερχόμενη στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου, η συνήγορος υπεράσπισης υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας. Καταλήγοντας, η εν λόγω συνήγορος ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την αναστολή της. Αναμφίβολα το αδίκημα που ο κατηγορούμενος διέπραξε είναι σοβαρό, πράγμα που αναγνώρισε ευθέως και η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης. Η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενη από το νόμο ποινή. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας

(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης επισύρει, με βάση το άρθρο 243 του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης 3 ετών. Επίσης, η σοβαρότητα του αδικήματος της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης έγκειται στο γεγονός ότι ενέχει πράξεις που προκαλούν βία και πόνο στο θύμα και ταυτόχρονα δημιουργούν αίσθημα φόβου και ανασφάλειας σ' αυτό, καταρρακώνουν την προσωπικότητα και αξιοπρέπεια ατόμων, πλήττουν το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας και γενικότερα διασαλεύουν την ειρηνική διαβίωση πολιτών. Το αδίκημα αυτό θεωρείται ακόμη σοβαρό για τον επιπλέον λόγο της συχνότητας και ευκολίας με την οποία αυτό διαπράττεται, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοια περιστατικά με τη δέουσα σοβαρότητα και αυστηρότητα σε μια προσπάθεια να διαβιβάσουν το μήνυμα στους παραβάτες ότι τέτοιου είδους συμπεριφορές δεν είναι ανεκτές και δεν έχουν χώρο στην κυπριακή κοινωνία. Οι πολίτες δεν μπορούν κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες να επιλύουν τις διαφορές τους με βία και ένταση. Σίγουρα οι παλικαρισμοί και η επίδειξη ισχύος δεν εξυπηρετούν κανένα λογικό σκοπό και ο νόμος οπωσδήποτε δεν τους αποδέχεται. Ουδείς έχει το δικαίωμα, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, να παίρνει το νόμο στα χέρια του και να επιτίθεται σε άλλο συνάνθρωπο του, αλλά να επιδεικνύει αυτοσυγκράτηση και να εφαρμόζει μηχανισμό αυτοελέγχου έστω και αν προκαλείται ή εξωθείται για κάτι τέτοιο. Με ειρηνικό τρόπο και πνεύμα αλληλοκατανόησης οι πολίτες θα πρέπει να καταλήγουν σε μια φιλική συνεννόηση μεταξύ τους. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95 το Ανώτατο Δικαστήριο εξέφρασε την αποδοκιμασία του στη χρήση βίας από ένα άτομο σε συνάνθρωπο του μέσω του πιο κάτω αποσπάσματος: "Η χρήση βίας κατά των συνανθρώπων συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας. Πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης είτε ως μέσο εκδίκησης είτε ως μέσο τιμωρίας δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς." Το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε στην υπόθεση Χριστοφή v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 504. Θεώρηση της νομολογίας επισημαίνει ότι η ποινή που επιβάλλεται είναι ανάλογη της σοβαρότητας που χαρακτηρίζει την κάθε υπόθεση ξεχωριστά στη βάση των γεγονότων και περιστατικών που την περιβάλουν. Ο βαθμός της σοβαρότητας αυξάνεται όταν η επίθεση είναι σφοδρή ή διεξαχθεί σε δημόσιο χώρο και στην παρουσία άλλων προσώπων ή στην παρουσία άλλων μελών της οικογένειας. Σε τέτοιες περιπτώσεις ενδεικνυόμενη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Στην υπόθεση Γεώργιος Βασιλειάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 409 επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο που διέπραξε το αδίκημα της κοινής επίθεσης ποινή φυλάκισης 3 μηνών, η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επίσης, στην υπόθεση Αιμίλιος Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 327 όπου το ίδιο αδίκημα διαπράχτηκε σε δημόσιο χώρο και στην παρουσία άλλων παρευρισκομένων επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, μετά από παραδοχή, με λευκό ποινικό μητρώο και κατόπιν συμφιλίωσης με τον παραπονούμενο, ποινή φυλάκισης ενός μηνός. Περαιτέρω, στην υπόθεση Ευθυμίου v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 581 ποινή φυλάκισης ενός μηνός που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα που επιτέθηκε στο θύμα του προκαλώντας του πραγματική σωματική βλάβη σε δημόσιο χώρο στην απουσία στοιχείου προσχεδιασμού, κατόπιν πρόκλησης και με παραδοχή, δεν κρίθηκε έκδηλα υπερβολική και επικυρώθηκε κατ' έφεση. Εν πάσει περιπτώσει, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι το υπό εκδίκαση αδίκημα είναι σοβαρό δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής, χωρίς όμως η εξατομίκευση αυτή να οδηγεί σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας του εν λόγω αδικήματος (Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι τα γεγονότα που την περιβάλλουν καθώς και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχτηκε το αδίκημα για το οποίο ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, την καθιστούν σοβαρή. Ο κατηγορούμενος αναίτια και χωρίς πρόκληση επιτέθηκε εναντίον του παραπονούμενου. Το ότι προηγουμένως ο παραπονούμενος είχε αρπάξει ένα γυάλινο ποτήρι και σκόπιμα για ψυχαγωγία το έριξε στο έδαφος χωρίς ευτυχώς να τραυματίσει οποιοδήποτε, συνεπεία του οποίου εκδιώχτηκε από το κέντρο αναψυχής του κατηγορουμένου χωρίς αντίδραση τόσο από τον παραπονούμενο όσο και από τον κατηγορούμενο σε συνδυασμό με το χρονικό διάστημα που ακολούθησε δεν δικαιολογεί την βίαιη εκ των υστέρων συμπεριφορά του τελευταίου. Το θέμα είχε λήξει με την αποχώρηση του παραπονούμενου από το εν λόγω κέντρο αναψυχής και ο κατηγορούμενος δεν είχε κανένα λόγο, καμία ουσία και καμία δικαιολογία να ζητήσει εκ των υστέρων εξηγήσεις από τον παραπονούμενο. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος είναι που δημιούργησε την κατάσταση που εξελίχτηκε σε επεισόδιο με την πρωτοβουλία του να έλθει και να συζητήσει το περιστατικό του ποτηριού με τον παραπονούμενο. Όλα αυτά εκλαμβάνονται επιβαρυντικά για τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, παρατηρώ ότι η επίθεση έγινε σε δημόσιο χώρο και συγκεκριμένα σε δρόμο κοντά στο κέντρο αναψυχής του κατηγορουμένου και στην παρουσία συνεργατών του κατηγορουμένου αλλά και φίλων του παραπονούμενου. Σίγουρα από την επίθεση αυτή η προσωπικότητα του παραπονούμενου δέχτηκε πλήγμα ενώ η αξιοπρέπεια του καταρρακώθηκε. Είναι ακόμη αυτονόητο ότι ο κατηγορούμενος παραβίασε το συνταγματικό δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του παραπονούμενου. Όλα αυτά επιβαρύνουν τη θέση του κατηγορουμένου. Όσον αφορά την επίθεση, αυτή χαρακτηρίζεται βίαιη και σφοδρή αγγίζοντας τα όρια της επικίνδυνης για τη ζωή του παραπονούμενου. Ο κατηγορούμενος γρονθοκόπησε τον παραπονούμενο στο πρόσωπο. Από την δύναμη και την ένταση της γροθιάς ο παραπονούμενος σωριάστηκε στο έδαφος. Αυτό δεν εμπόδισε το κατηγορούμενο που ήταν εκτός εαυτού να συνεχίσει να κτυπά τον παραπονούμενο ενόσω αυτός βρισκόταν ανήμπορος χάμω στην άσφαλτο με κλωτσιές και γροθιές στα πλευρά, στην κοιλιά και στο πρόσωπο. Ο παραπονούμενος παρέμεινε αιμόφυρτος χωρίς να είναι σε θέση να επικοινωνεί με το περιβάλλον του. Ο παραπονούμενος μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Η επίθεση στον παραπονούμενο ήταν τόσο σφοδρή και έντονη που ο τελευταίος επέστρεψε στο νοσοκομείο αισθανόμενος άλγος στο κεφάλι και στη δεξιά πλευρά. Ο επί καθήκον ιατρός έκρινε ότι η κράτηση του παραπονούμενου στο νοσοκομείο ήταν απαραίτητη. Σαφώς και όλα αυτά είναι επιβαρυντικά για τον κατηγορούμενο. Δεν διαφεύγουν ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου, το είδος, η σοβαρότητα και η έκταση των σωματικών βλαβών που ο παραπονούμενος υπέστηκε συνεπεία της επίθεσης του κατηγορουμένου, τα οποία και λαμβάνονται υπόψη. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι ο παραπονούμενος υπέστηκε κάκωση πλευρών, οίδημα και εκχύμωση τριχωτού κεφαλής, εκδορά αριστερού αγκώνα και εκχύμωση κάτω χειλών από τα οποία έτρεχε αίμα. Ασφαλώς και οι πιο πάνω τραυματισμοί επέφεραν πόνο και ταλαιπωρία στον παραπονούμενο, πράγμα που επίσης λαμβάνεται υπόψη. Η συμπεριφορά του κατηγορουμένου είναι καταδικαστέα και δεν αναμενόταν από ένα εκλελεγμένο μέλος χωρητικής αρχής (μέλος Κοινοτικού Συμβουλίου). Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (β) Την απολογία του στο Δικαστήριο όπως αυτή εκφράστηκε δια της συνηγόρου του. (γ) Το γεγονός ότι ο ίδιος προθυμοποιήθηκε να μεταφέρει τον παραπονούμενο στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου ενώ παράλληλα ενδιαφέρθηκε για την κλήση ασθενοφόρου οχήματος από το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, πράγμα που δείχνει ότι έστω και καθυστερημένα αντιλήφθηκε τη σοβαρότητα των πράξεων του και ταυτόχρονα αισθάνθηκε φόβο και ανησυχία για την πορεία της υγείας του παραπονούμενου. (δ) Το ότι η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου κρίνεται στιγμιαία και αυθόρμητη λόγω στιγμιαίας έκρηξης θυμού και απώλειας της ψυχραιμίας και του αυτοελέγχου του με τον κατηγορούμενο να μην είναι σε θέση να εκτιμήσει και να διαχειριστεί ορθά, λογικά, με σύνεση και με νηφαλιότητα την κατάσταση που ο ίδιος δημιούργησε, χωρίς έτσι να ενέχεται στοιχείο προμελέτης ή προσχεδιασμού. (ε) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτέθηκαν από την συνήγορο υπεράσπισης και ειδικότερα ότι: · Είναι νυμφευμένος και πατέρας 2 ανήλικων τέκνων ηλικίας 13 ετών και 19 μηνών αντίστοιχα. · Η σύζυγος του είναι άνεργη. · Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα. · Οι σχέσεις του κατηγορουμένου με τη σύζυγο του περιγράφονται αρμονικές ενώ επιδεικνύει ενδιαφέρον για τα παιδιά του. · Ο κατηγορούμενος περιγράφεται ως συνεργάσιμο άτομο και καλός οικογενειάρχης. Ένα ζήτημα που χρήζει εξέτασης για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής είναι ο χρόνος που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης με την καταχώρηση της υπόθεσης λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής. Ο λόγος για τον οποίο προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του παραβάτη. Παρόλα αυτά, η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την ημερομηνία επιβολής ποινής, είναι ένας παράγοντας που από μόνος του λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην επιβολή της ποινής, ιδιαίτερα αν η σοβαρότητα του αδικήματος δικαιολογεί την επιβολή ποινής φυλάκισης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. 358 και Μυροφόρα ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84). Όπου όμως ο κατηγορούμενος ευθύνεται για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (Γεώργιος Τσιόλης v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 154, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Πεγειώτη και άλλης (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 και Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223). Στην προκειμένη περίπτωση παρατηρώ ότι το αδίκημα διαπράχτηκε στις 15.05.10 και με γνώμονα ότι η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 08.02.11 ουδεμία ολιγωρία ή καθυστέρηση υπάρχει από μέρους της κατηγορούσας αρχής στην προώθηση της ενώπιον του Δικαστηρίου. Μετά την καταχώρηση της υπόθεσης η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε συνολικά 10 φορές από τις οποίες 2 φορές λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου, 1 φορά μετά από αίτημα της κατηγορούσας αρχής επειδή δεν υπήρχαν διαθέσιμοι μάρτυρες κατηγορίας, 4 φορές κατόπιν αιτημάτων της υπεράσπισης που εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, μία φορά όταν ο κατηγορούμενος ζήτησε να αλλάξει απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή ως ήταν δικαίωμα του και μία φορά όταν ο κατηγορούμενος ζήτησε αυτή τη φορά να αλλάξει απάντηση από παραδοχή σε μη παραδοχή ως επίσης ήταν δικαίωμα του. Περαιτέρω, κατά την διάρκεια εκδίκασης της υπόθεσης ο κατηγορούμενος αιτήθηκε μία φορά αναβολή έτσι ώστε ο δικηγόρος του να μεταβεί στην κηδεία του τέως Υπουργού Άμυνας. Η υπεράσπιση όμως ζήτησε δεύτερη φορά αναβολή με σκοπό να προσπαθήσει να τακτοποιήσει θέμα αποζημίωσης του παραπονούμενου από τον κατηγορούμενο. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, για τους λόγους που έχουν προαναφερθεί, θεωρείται συνυπεύθυνος για την απόρροια του χρόνου από της καταχώρησης της υπόθεσης μέχρι την ολοκλήρωση της εκδίκασης της υπόθεσης. Παρά ταύτα, το Δικαστήριο λαμβάνει σοβαρά υπόψη το συνολικό χρόνο των 4 ετών και 4 μηνών περίπου που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που καλείται να επιβάλει ποινή χωρίς όμως, με βάση το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, να παρατηρείται να έχει σημειωθεί μεταβολή των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου. Η απόκτηση δεύτερου παιδιού που σήμερα είναι ηλικίας 19 μηνών δεν είναι από μόνο του δεδομένο που διαφοροποιεί την προσωπική κατάσταση του κατηγορουμένου. Ούτε όμως η συνήγορος υπεράσπισης έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε αλλαγή στις προσωπικές συνθήκες του πελάτη της. Αυτό ασφαλώς σε καμία περίπτωση σημαίνει ότι το δεδομένο αυτό παραγνωρίζονται. Αντίθετα, το στοιχεία αυτό όπως και κάθε άλλο στοιχείο λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα του αδικήματος στη βάση των περιστατικών που διέπουν την υπόθεση αυτή σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αυστηρής ποινής, καθιστά αναγκαία και συνάμα αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν η ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Εξάλλου αυτό ήταν και αίτημα της συνηγόρου υπεράσπισης. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Στην παρούσα περίπτωση ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Παρόλο ότι έχουν περάσει περίπου 4 χρόνια και 4 μήνες από τότε που διέπραξε το αδίκημα του παρόντος κατηγορητηρίου εντούτοις δεν απασχόλησε ξανά την δικαιοσύνη. Είναι γεγονός ότι η απερίσκεπτη και παράλογη ενέργεια του κατηγορουμένου να συζητήσει με τον παραπονούμενο ένα περιστατικό που διαδραματίστηκε προηγουμένως σε άλλο χώρο και είχε λήξει οδήγησε στη στιγμιαία έκρηξη θυμού και απώλεια της ψυχραιμίας και του αυτοελέγχου του, ως αποτέλεσμα των οποίων επήλθε χωρίς σχεδιασμό η επίθεση που τραυμάτισε τον παραπονούμενο. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι σήμερα εντός του οποίου ο κατηγορούμενος έγινε για δεύτερη φορά πατέρας. Δεν περνά ακόμη απαρατήρητη η προθυμία του κατηγορουμένου να μεταφέρει τον παραπονούμενο στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου καθώς και το ενδιαφέρον του για κλήση ασθενοφόρου οχήματος, πράγμα που δείχνει αντίληψη της σοβαρότητας της αξιόποινης συμπεριφοράς του σ' ενα περιστατικό που μπορεί να εκληφθεί ως μεμονωμένο. Κάτω από αυτές τις συνθήκες και εξαντλώντας κάθε δυνατή επιείκεια κρίνω, κατόπιν μεγάλου προβληματισμού, ότι ο κατηγορούμενος δικαιούται να έχει μία δεύτερη ευκαιρία και να προχωρήσει με τη ζωή του, ελπίζοντας ότι έχει παραδειγματιστεί από το μεγάλο του λάθος. Με βάση τα πιο πάνω συντρέχουν τέτοιες προϋποθέσεις που συνηγορούν στην αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου, διατάσσεται όπως η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ανασταλεί για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Έπεται ότι το αίτημα της ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης εγκρίνεται. (Εξηγείται στον κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής της ποινής φυλάκισης) Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος να καταβάλει αυθημερόν έξοδα ύψους €395,00. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.