← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γεώργιος Έλληνας, Αρ. Υπόθεσης: 13603/11, 22/9/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γεώργιος Έλληνας, Αρ. Υπόθεσης: 13603/11, 22/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B166 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13603/11 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Kατηγορούσας Αρχής v Γεώργιος Έλληνας Κατηγορουμένου ----------------------- Ημερομηνία: 22/09/

  1. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Περγαντή. Για τον Κατηγορούμενο : κ. Κ. Σιαηλής. Κατηγορούμενος: παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της Δημόσιας Βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 115 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και συγκεκριμένα ότι κατά την 6ην Ιουλίου του 2009, έδωσε στον Αστυφ. 1698 Κ. Κυριάκου του ΤΑΕ Πάφου, κατάθεση η οποία γνώριζε ότι είναι ψευδής σχετικά με κατά φαντασία ποινικό αδίκημα, δηλαδή κατάγγειλε ότι την 2α Ιουλίου του 2009 τον είχαν απαγάγει και τον κρατούσαν όμηρο μέχρι τις 5/7/2009 όπου τον άφησαν ελεύθερο στην Κισσόνεργα, ενώ γνώριζε ότι η καταγγελία του ήταν ψευδής. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε την πιο πάνω κατηγορία και η κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε τρείς μάρτυρες κατηγορίας, τον Αστυφ. 1698 Κυριάκο Κυριάκου (Μ.Κ.1), τον Αστυφ. 2543 Τρύφωνα Τρύφωνος (Μ.Κ.2) και τον κ. Κώστα Έλληνα (Μ.Κ.3). Επίσης, έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου 20 συνολικά τεκμήρια. Πέραν της πιο πάνω μαρτυρίας, κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα: 1) Γραπτή κατάθεση του Αστυφ. 3990 Ζ. Γεωργίου (τεκμήριο Α) στην οποία αναφέρει ότι στις 07/07/2009 και μεταξύ των ωρών 1355 με 1550 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Γεώργιο Έλληνα σε σχέση με διερευνώμενη υπόθεση συνομωσίας προς διάπραξη πλημμελήματος και δημόσιας βλάβης. 2) Γραπτή κατάθεση του Αστυφ. 2411 Κ. Τιττώνη (τεκμήριο Β) στην οποία αναφέρει ότι στις 20/08/2009 και ώρα 0700 παρέλαβε από τον Αστυφ. 1698 τα ακόλουθα τεκμήρια: 1) Σφραγισμένο φάκελο που περιείχε 9 αποτσίγαρα μάρκας ROYALS με διακριτικά Τ.Τ.2 2) Σφραγισμένο φάκελο που περιείχε ένα πακέτο τσιγάρων μάρκας ROYALS με διακριτικά Τ.Τ.1 και 3) σφραγισμένο φάκελο που περιείχε παρειακά επιχρίσματα του Γεώργιου Έλληνα με διακριτικά Κ.Κ.1 μαζί με συνοδευτικό έντυπο Αστ. 161 και την ίδια μέρα και ώρα 1220 τα μετέφερε στο Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας δια τα περαιτέρω. 3) Ότι τα πιο πάνω τεκμήρια έχουν παραληφθεί και διακινηθεί νομότυπα από την ώρα της λήψης μέχρι και την κατάθεση τους σήμερα στο Δικαστήριο. 4) Το περιεχόμενο του τεκμηρίου 6 το οποίο αποτελεί και περιέχει τα αποτελέσματα της επιστημονικής εξέτασης των πιο πάνω τεκμηρίων από το Ινστιτούτο Νευρολογίας & Γενετικής Κύπρου. Αναφέρεται βασικά σε αυτό ότι σε σχέση το πακέτο τσιγάρων δεν κατέστη δυνατό να απομονωθεί ικανοποιητική ποσότητα πυρηνικού γενετικού υλικού για να επιτραπεί να γίνουν περαιτέρω διερευνήσεις και συγκρίσεις σε μοριακό επίπεδο. Σε σχέση με τα 9 αποτσίγαρα, το γενετικό υλικό που απομονώθηκε από αυτά ταυτίζεται με αυτό που απομονώθηκε από τον Γεώργιο Έλληνα. Πέραν των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων, συνοπτικά η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου έχει ως ακολούθως: Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ω ο εξεταστής της υπόθεσης και ανέφερε όλες τις ενέργειες που έκανε για τη διερεύνηση της υπόθεσης και όλα τα περιβάλλοντα γεγονότα. Ανέφερε ότι στις 02/07/2009 προσήλθε στην Αστυνομία ο Κώστας Έλληνας και κατάγγειλε ότι ο πατέρας του, Γεώργιος Έλληνας είχε εξαφανιστεί. Αναφέρθηκε επίσης, στις ενέργειες της Αστυνομίας για εντοπισμό του κατηγορουμένου μετά από την πιο πάνω καταγγελία και κατέθεσε στο Δικαστήριο και σχετικά τεκμήρια (βλ. τεκμήρια 17 και 18). Συνεχίζοντας, είπε ότι στις 6/7/2009 έλαβε ανοικτή κατάθεση από τον κατηγορούμενο αποτελούμενη από 13 σελίδες, στην οποία του ανάφερε ότι είχε απαχθεί (βλ. τεκμήριο 11). Επίσης, ανέφερε ότι μετά την καταγγελία του κατηγορούμενου, αυτός προέβηκε στην Αστυνομία σε υποδείξεις σκηνών και κατέθεσε στο Δικαστήριο το τεκμήριο 10, το οποίο αποτελεί έντυπο όπου καταγράφηκαν οι εν λόγω υποδείξεις. Βασικά ο μάρτυρας από τις υποδείξεις σκηνών, επικεντρώθηκε στη σκηνή που υπέδειξε ο κατηγορούμενος στο λιμανάκι στο Δήμμα όπου ανέφερε ότι εκεί τον μετέφεραν οι απαγωγείς του και τον έβαλαν να περπατήσει με την απειλή πιστολιού και τον ακολουθούσαν συνεχώς. Διερεύνησε τον ισχυρισμό του αυτό, είπε, επιθεωρώντας το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης που υπήρχε στην περιοχή σε συγκρότημα διαμερισμάτων και διαπίστωσε ότι το εν λόγω κύκλωμα δεν κατέγραψε τέτοιες κινήσεις που ανέφερε ο κατηγορούμενος. Εκείνο που φαίνεται από τον κύκλωμα είπε, είναι ο κατηγορούμενος να περπατά μόνος του στην περιοχή χωρίς να τον απειλεί οποιονδήποτε άτομο με πιστόλι ή κάποιο άλλο πρόσωπο να τον ακολουθά. Τα πιο πάνω τα κατέγραψε ο ίδιος σε δική του κάρτα μνήμης (USB) από τον υπολογιστή του κυκλώματος το οποίο κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 8 και το επεξήγησε. Πέραν τούτου, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ενώ ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι τον άφησαν ελεύθερο στην Κισσόνεργα, αυτός αντί να πάει στο σπίτι του, περπατά πάει στο χωριό Μαμώνια στην οικία του κουμπάρου του, κάποιου Ανδρέα Χ΄΄ Νικολάου. Επιπρόσθετα, ο μάρτυρας ανέφερε και τις υπόλοιπες ενέργειες που έκανε για σκοπούς διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης που ήταν η λήψη κατάθεσης από κάποιο Αγάπιο Δημοσθένους (τεκμήριο 7), η λήψη περαιτέρω ανοικτής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο ημερομηνίας 11/07/2009 (τεκμήριο 13), ανακριτικής κατάθεσης και γραπτή κατηγορία (τεκμήρια 12 και 14). Επίσης, κατέθεσε και σετ φωτογραφιών ως τεκμήριο
  2. Ο Μ.Κ.2 ήταν το πρόσωπο που έλαβε τις φωτογραφίες - τεκμήριο 9 - τις οποίες εξήγησε. Ουσιαστικά ανέφερε ότι απεικονίζουν τις υποδείξεις σκηνών του κατηγορουμένου και τα τεκμήρια που περισυλλέχθηκαν από την οικία κάποιου Ανδρέα Χ΄΄ Νικολάου, στα Μαμώνια. Ο Μ.Κ.3 ο οποίος κλήθηκε από την Αστυνομία ανέφερε ότι λόγο προβλημάτων υγείας δεν μπορεί να επιβεβαιώσει τα όσα ανέφερε σε γραπτή του κατάθεση και ούτε μπορεί να τα υιοθετήσει. Παρουσίασε σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό ως τεκμήριο 20 και η κατηγορούσα αρχή δεν προχώρησε περαιτέρω με τη μαρτυρία του εν λόγω προσώπου ούτε προέβηκε σε οποιονδήποτε άλλο διάβημα. Από την αντίπερα όχθη, ο κατηγορούμενος μετά που κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση υιοθετώντας όλες τις καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία αναφέροντας ότι τα όσα αναφέρει είναι η αλήθεια. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 καθώς επίσης έλαβα υπόψη μου και την εντύπωση που απεκόμισα από αυτόν κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα. Ο μάρτυρας αυτός κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και να το βοηθήσει να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα αναφέροντας τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε στα πλαίσια των καθηκόντων του ως ο εξεταστής της υπόθεσης και παρουσιάζοντας τη μαρτυρία που περισυνέλεξε. Εκείνο το οποίο ουσιαστικά χρήζει να εξεταστεί από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, είναι η επάρκεια της και κατά πόσο το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί σε συγκεκριμένη μαρτυρία και αναφορές του μάρτυρα και να προβεί σε ασφαλή συμπεράσματα. Το ουσιαστικό από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού είναι η κάρτα μνήμης (USB) που κατέθεσε στο Δικαστήριο και καταγράφει συγκεκριμένες κινήσεις του κατηγορουμένου σε συγκεκριμένο μέρος που ο ίδιος υπόδειξε και ανέφερε και κατά τον μάρτυρα, αυτά δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η μαρτυρία αυτή που παρουσιάστηκε από το μάρτυρα είναι πραγματική (real evidence) αφού το Δικαστήριο καλείται να παρατηρήσει χώρους, περιστατικά και πρόσωπα και αφού τα αξιολογήσει σύμφωνα με τη κρίση του να καταλήξει σε συμπεράσματα (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης του κ. Τάκη Ηλιάδη, σελ. 23). Στην παρούσα περίπτωση στη συγκεκριμένη κάρτα μνήμης αποθηκεύτηκε ταινία η οποία λήφθηκε από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης που βρισκόταν εγκατεστημένο σε παρακείμενα διαμερίσματα. Η ταινία αυτή μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία αφού το Δικαστήριο βεβαιωθεί ότι η καταγραφή είναι ακριβής. Αν υπάρχει πιθανότητα ότι υπήρξε επέμβαση πάνω στην καταγραφή ή η καταγραφή είναι πολύ φτωχική ή αδύνατη, τότε δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή (βλ. R v. Maqsud Ali [1966] 1 Q.B. 688, The Statue of Liberty [1968] 2 ALL E.R. 195 και Έπαρχος Λεμεσού v. Στέλιου Γιωργάλλα
(2003)2 Α.Α.Δ. 298). Στην παρούσα περίπτωση εκείνο το οποίο παρατηρείται είναι ότι ο μάρτυρας χρησιμοποιώντας τη κάρτα μνήμης του αποθήκευσε σε αυτή μια ταινία από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης η οποία φέρει ημερομηνία 02/07/2009 και ώρα 12:23:46΄΄ διάρκειας 34΄΄ η οποία απεικονίζει τον κατηγορούμενο να διασταυρώνει ένα δρόμο στην περιοχή την οποία ανέφερε στην κατάθεση του και στις υποδείξεις σκηνών όπου κατά αυτόν, τον έβαλαν οι απαγωγείς του να περπατήσει και τον ακολουθούσαν με την απειλεί πιστολιού. Το γεγονός ότι η συγκεκριμένη κάρτα μνήμης περιέχει αυτούσια την ταινία που λήφθηκε από το κλειστό σύστημα παρακολούθησης δεν έτυχε αμφισβήτησης και ο μάρτυρας επίσης είπε ότι ό,τι είδε στο εν λόγω σύστημα το κατέγραψε στη δική του κάρτα μνήμης. Το ζήτημα που εγείρεται όμως, είναι η ορθότητα και η ακρίβεια της εν λόγω καταγραφής στο κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης. Προέκυψε ότι το εν λόγω κύκλωμα κατέγραφε από μόνο του χωρίς την ανθρώπινη επέμβαση. Εκείνο που έτυχε αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση του μάρτυρα είναι κατά πόσο το εν λόγω σύστημα λειτουργούσε κανονικά και ποια η εμβέλεια του έτσι ώστε εκείνο που απεικονίζεται να είναι ορθό και ακριβής. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει την εν λόγω ταινία κατά την ακρόαση της υπόθεσης και όπως διαπιστώνεται σε αυτή υπάρχουν σημεία στα οποία δεν απεικονίζεται οτιδήποτε και εμφανίζεται το χρώμα μπλε. Απεικονίζει μόνο το σημείο στο οποίο διασταυρώνει το δρόμο ο κατηγορούμενος. Ο μάρτυρας εξηγώντας το θέμα αυτό ανέφερε ότι οι κάμερες αρχίζουν να γράφουν μόλις υπάρχει κάποια κίνηση και όταν δεν υπάρχει κίνηση δεν καταγράφουν. Αυτός είναι ο τρόπος που λειτουργούσε το συγκεκριμένο σύστημα είπε. Κατ' αρχή η επεξήγηση του τρόπου λειτουργίας ενός συστήματος παρακολούθησης, θεωρώ ότι απαιτεί κάποιες εξειδικευμένες γνώσεις αφού όπως διαφάνηκε πρόκειται για ένα μηχάνημα και μια τεχνολογία η οποία καταγράφει χωρίς την ανθρώπινη επέμβαση. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι έχει τέτοιες γνώσεις και τις οποίες απέκτησε στην Αστυνομική Ακαδημία. Παρόλα ταύτα, η γενική αυτή απάντηση του δεν είναι ικανή για να μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο μάρτυρας έχει οποιεσδήποτε γνώσεις σε σχέση με τον τρόπο λειτουργίας του κλειστού συστήματος παρακολούθησης. Ούτε έχουν τεθεί ενώπιον μου οποιαδήποτε στοιχεία της εκπαίδευσης αυτής και τι περιλάμβανε. Περαιτέρω, ο μάρτυρας αυτός είπε ότι το γεγονός ότι οι κάμερες κατέγραφαν όταν υπήρχε κίνηση και μόνο, του το ανέφερε ο ειδικός τον οποίο κάλεσε για να καταγράψει τη συγκεκριμένη ταινία. Είναι προφανές ότι με όλα τα πιο πάνω το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεκτεί το μάρτυρα αυτό ως ειδικό επί του θέματος της λειτουργίας του εν λόγω συστήματος παρακολούθησης. Επίσης, δεν εξηγήθηκε επιστημονικά πώς γίνεται και οι κάμερες γράφουν μόνο όταν υπάρχει κίνηση. Περαιτέρω, φάνηκε ότι μεταξύ του μπλε και της κίνησης που καταγράφεται υπάρχει κάποιο κενό το οποίο ο μάρτυρας δεν μπορούσε να εξηγήσει. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν προέβηκε σε έλεγχο του εν λόγω κλειστού συστήματος παρακολούθησης για να εξετάσει κατά πόσο λειτουργούσε κανονικά. Εκείνο οποίο έπραξε είναι ότι πήρε το πύργο του Η/Υ του συγκεκριμένου συστήματος και κάλεσε τεχνικό για να καταγράψει τη συγκεκριμένη ταινία ο οποίος δεν το έπραξε όμως, λόγω του ότι, σύμφωνα με την αναφορά του μάρτυρα, υπήρχε πρόβλημα. Δεν έδωσε περαιτέρω εξηγήσεις όμως τι πρόβλημα υπήρχε και κατά πόσο γενικότερα υπήρχε πρόβλημα στην ορθή λειτουργία του όλου συστήματος. Δεδομένων όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι είναι επικίνδυνο να προβώ σε οποιαδήποτε συμπεράσματα σε σχέση με το τι απεικονίζει η εν λόγω ταινία και δεν θα ήταν ορθό να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα. Επιπρόσθετα από τα πιο πάνω, ακόμη και να δεχόμουν τα όσα ο μάρτυρας ανέφερε σε σχέση με τη λειτουργία του συστήματος παρακολούθησης και την ακρίβεια των όσων μετέφερε στην κάρτα μνήμης του, πάλι δεν θα μπορούσαν να εξαχθούν οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα και συγκεκριμένα ότι ο κατηγορούμενος διασταύρωνε μόνος του το δρόμο χωρίς οποιαδήποτε απειλή ή παρουσία άλλων προσώπων. Και τούτο, διότι ερωτούμενος ο μάρτυρας να αναφέρει την εμβέλεια στην οποία οι κάμερες κατέγραφαν και το οπτικό τους πεδίο δεν ήταν σε θέση να το καθορίσει και ούτε έλεγξε το ζήτημα αυτό. Επίσης, η αναφορά του κατηγορούμενου στην Αστυνομία είπε, ήταν ότι τον ακολουθούσαν άτομα σε κάποια απόσταση χωρίς να την καθορίσει. Εν όψει των πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν μπορεί να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα από το τι απεικονίζει η συγκεκριμένη ταινία και ειδικότερα το συμπέρασμα που εισηγείται η κατηγορούσα αρχή και ως εκ τούτου δεν μπορώ να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στο τεκμήριο αυτό. Πέραν των πιο πάνω, προέκυψε κατά την αντεξέταση του μάρτυρα ότι δεν προέβηκε σε οποιεσδήποτε άλλες εξετάσεις ή ενέργειες για να διαπιστώσει ότι οτιδήποτε άλλο ο κατηγορούμενος ανέφερε στην κατάθεση του δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, αποδέχομαι τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε που ουσιαστικά πέραν των διαφόρων καταθέσεων, ήταν η λήψη της συγκεκριμένης ταινίας από την οποία όπως αναφέρθηκε ανωτέρω δεν μπορούν με ασφάλεια να εξαχθούν οποιαδήποτε συμπεράσματα. Περαιτέρω, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, παρόλο που φάνηκε ότι ο κατηγορούμενος σε κάποιο χρονικό διάστημα βρισκόταν στην οικία συγγενικού του προσώπου και προς τούτο ανευρέθηκαν και διάφορα τεκμήρια που υποδηλώνουν την παρουσία του στο συγκεκριμένο μέρος, εντούτοις δεν διευκρινίστηκε και ούτε παρουσιάστηκε μαρτυρία από την Αστυνομία που να καταρρίπτει τη θέση του κατηγορούμενου ότι βρέθηκε εκεί μετά που τον είχαν απελευθερώσει οι απαγωγείς του όπως ισχυρίστηκε. Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε ως ο φωτογράφος ο οποίος έλαβε τις φωτογραφίες από τις υποδείξεις σκηνών που έκανε ο κατηγορούμενος και τα τεκμήρια που εντοπίστηκαν σε συγκεκριμένη οικία στο χωριό Μαμώνια, τα οποία αποτέλεσαν και παραδεκτά γεγονότα. Ο μάρτυρας αυτός δεν έτυχε αμφισβήτησης ούτε η αυθεντικότητα των εν λόγω φωτογραφιών. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του και το τεκμήριο 9. Ο Μ.Κ.3 ουσιαστικά δεν ανέφερε οτιδήποτε στο Δικαστήριο σχετικό με την υπόθεση αυτή έτσι ώστε να χρειάζεται η αξιολόγηση του. Βασικά είπε ότι δεν είναι σε θέση να θυμάται οτιδήποτε και η κατηγορούσα αρχή δεν επέμεινε στην κατάθεση του. Από την αντίπερα όχθη ο κατηγορούμενος, μετά κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση υιοθετώντας το περιεχόμενο των καταθέσεων που έδωσε στην Αστυνομία ως αληθές. Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβηκε ο κατηγορούμενος λαμβάνεται υπ' όψιν ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369). Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή του κατηγορουμένου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Να σημειωθεί επίσης, ότι η ανώμοτη δήλωση δεν υπέχει θέση ένορκης μαρτυρίας και δεν μπορεί να αντικρούσει άλλη μαρτυρία η οποία δόθηκε ενόρκως και κρίθηκε αξιόπιστη. Γενικά, η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου έχει πειστική παρά αποδεικτική σημασία ή αξία. Όσον αφορά την εν λόγω κατάθεση, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σ' αυτή. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου και να απορρίψει άλλο ασχέτως αν αυτό αποτελεί άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Είναι φυσικό να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως, ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές, κρίνω ότι δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου και ουσιαστικά στο περιεχόμενο των γραπτών του καταθέσεων καθότι η εκδοχή που προβάλει σε αυτές δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε άλλη αποδεκτή μαρτυρία, η ορθότητα του περιεχομένου τους συνιστά άρνηση διάπραξης του αδικήματος που αντιμετωπίζει και δεν δόθηκε ενόρκως για να μπορεί να εξεταστεί η ορθότητα τους. Η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι το περιεχόμενο αυτής είναι εξωπραγματικό και κατά φαντασία αναφερόμενη σε συγκεκριμένα μέρη αυτής από τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να εξάξει συμπεράσματα, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Είναι ισχυρισμοί και θέσεις του κατηγορουμένου για τους οποίου δεν μπορεί να ελεχθεί η ορθότητα τους. Πέραν των πιο, από την ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου, θεωρώ ότι μπορώ να λάβω υπόψη μου την αναφορά του ότι οι απαγωγείς του τον άφησαν ελεύθερο στις 04/07/2009 και περί ώρα 22:20 στην έξοδο της Κισσόνεργας προς Χλώρακα, και τότε πήγε περπατητός στο χωριό Μαμώνια, στο σπίτι κάποιου Ανδρέα Χ΄΄Νικολάου, συμπέθερου του. Η πιο πάνω αναφορά του είναι ενάντια στα συμφέροντα του και διαφοροποιείται από την αναφορά του στην καταγγελία του με την κατάθεση του ημερομηνίας 06/07/2009 στην οποία αναφέρει ότι οι απαγωγείς του τον άφησαν ελεύθερο στις 05/07/2009 η ώρα 22:20 και τότε περπατητός πήγε στο σπίτι του συμπέθερου του στη Χλώρακα όπου ακολούθως τον μετέφερε στο σπίτι του. Επίσης, η παρουσία του στο χωριό Μαμώνια επιβεβαιώνεται και από τα παραδεκτά γεγονότα και τα τεκμήρια που ανευρέθηκαν στην οικία του πιο πάνω προσώπου. Έχοντας υπόψη την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα παραδεκτά γεγονότα και τη μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη, τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Στις 02/07/2009 ο γιός του κατηγορούμενου προέβηκε σε καταγγελία στην Αστυνομία ότι ο τελευταίος είχε εξαφανιστεί. Η Αστυνομία άρχισε έρευνες για εντοπισμό του τόσο με επίγεια όσο κα με πτητικά μέσα χωρίς αποτέλεσμα, πέραν από την ανεύρεση της μοτοσυκλέτας του στην περιοχή Κάτω Περβόλια στην Πάφο, στις 03/07/
  1. Στις 06/07/2009 ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε και προέβηκε σε γραπτή κατάθεση στην Αστυνομία ότι στις 02/07/2009 άγνωστα πρόσωπα τον απήγαγαν και με την απειλή πιστολιού τον μετέφεραν σε διάφορα μέρη, τα οποία υπέδειξε, τον κρατούσαν όμηρο και του ζητούσαν όπως τους παραδώσει τέσσερα κιλά κοκαϊνη (βλ. τεκμήριο 11). Ακολούθως, στις 05/07/2009 και περί ώρα 22:20 τον άφησαν ελεύθερο στην έξοδο της Κισσόνεργας προς Χλώρακα όπου περπατήτος πήγε στο σπίτι του συμπέθερου του στη Χλώρακα ο οποίος τον μετέφερε στο σπίτι του. Κατά τη διερεύνηση της υπόθεση από την Αστυνομία, διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος σε κάποιο χρονικό διάστημα πριν τις 06/07/2009 επισκέφθηκε την οικία του συμπέθερου του στο χωριό Μαμώνια. Ο κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση ανέφερε ότι οι απαγωγείς του τον άφησαν ελεύθερο στις 04/07/2009 στο ίδιο σημείο και ώρα που ανέφερε στην καταγγελία του και ότι περπατητός πήγε στο χωριό Μαμώνια όπου εκεί παρέμεινε μέχρι την επομένη που εμφανίστηκε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το άρθρο 115 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος, γνωρίζει ότι δίνει σε οποιοδήποτε αστυνομικό ψευδή κατάθεση σε συνάφεια με κατά φαντασία ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος δημόσιας βλάβης, και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή σε φυλάκισης ενός χρόνου.» Από τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι α) να δίνεται κατάθεση σε αστυνομικό και β) η οποία να είναι ψευδής σε συνάφεια με κατά φαντασία ποινικό αδίκημα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έχει δώσει κατάθεση σε αστυνομικό έχει αποδειχθεί με βάση τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου. Στις 06/07/2009 ο κατηγορούμενος έδωσε γραπτή κατάθεση στον Αστυφ. 1698 Κ. Κυριάκου. Επίσης, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του αυτή, κατήγγειλε ότι είχε διαπραχθεί εις βάρος του ποινικό ή ποινικά αδικήματα και συγκεκριμένα ότι είχε απαχθεί και τον κρατούσαν όμηρο μέχρι τις 05/07/
  2. Εκείνο το οποίο απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η πιο πάνω κατάθεση ήταν ψευδής και αφορούσε κατά φαντασία ποινικό αδίκημα. Το μόνο το οποίο έχει προκύψει ως πραγματικό γεγονός είναι ότι ο κατηγορούμενος σε κάποιο χρονικό σημείο πριν από τις 06/07/2009 βρισκόταν στο χωριό Μαμώνια της Επαρχίας Πάφου. Πέραν τούτου, δεν έχει διευκρινιστεί και ούτε παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με το από πότε βρισκόταν στο μέρος εκείνο και το ουσιαστικότερο κατά πόσο το χρονικό διάστημα που κατ' αυτόν κρατείτο όμηρος και περιγράφει τις συνθήκες κράτησης του, βρισκόταν εκεί ή οπουδήποτε αλλού, κάτι το οποίο θα κατέρριπτε την όλη την εκδοχή του. Εκείνο το οποίο αποδέκτηκε το Δικαστήριο για σκοπούς ανακολουθίας στην γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου και ως δηλώσεις ενάντια στα συμφέροντα του είναι η ημερομηνία που κατ' αυτόν οι απαγωγείς του τον άφησαν ελεύθερο και τι ακριβώς έπραξε. Ενώ δηλαδή είπε ότι τον απελευθέρωσαν στις 05/07/2009, ακολούθως ο ίδιος στην ανακριτική του κατάθεση αναφέρει ότι είναι στις 04/07/2009 που τον άφησαν ελεύθερο και αντί όπως αρχικά είπε μετέβηκε σε οικία συγγενικού του προσώπου στη Χλώρακα, είπε ότι μετέβηκε στα Μαμώνια. Οι πιο πάνω δηλώσεις του κατηγορουμένου με κανένα τρόπο δεν συνιστούν ρητή και ξεκάθαρη παραδοχή για το ψευδές της καταγγελίας του. Μπορεί να θεωρηθούν ενοχοποιητικές και ενάντια στα συμφέροντα του αλλά από μόνες τους δεν μπορούν να οδηγήσουν σε καταδίκη στον απαραίτητο βαθμό. Ακόμη και στις περιπτώσεις που υπάρχει ομολογία από ένα κατηγορούμενο, που δεν είναι η παρούσα περίπτωση, είναι επιθυμητό για το Δικαστήριο να αναζητεί άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία που να την καθιστά αληθοφανή προκειμένου η καταδίκη να ακολουθεί πάντοτε τη διαπίστωση από το Δικαστήριο πως η ενοχή αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας από το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας. (βλ. Μιχαλάκης Ιακωβίδης ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 110, Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 166, 172, Μιχάλης Αναξαγόρα Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2ΑΑΔ 330 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τάσου Γεωργίου
(2006)2ΑΑΔ 217 και Μάριος Καππέλος v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 241). Περαιτέρω, οι πιο πάνω δηλώσεις του κατηγορουμένου, ακόμη και να θεωρηθούν ως ψεύδη, δεν είναι ικανά πάλι από μόνα τους να οδηγήσουν σε καταδίκη ενόψει πάντοτε της απουσίας οποιονδήποτε άλλων ευρημάτων του Δικαστηρίου σε σχέση με την ουσία της καταγγελίας του. Το ψεύδος συνιστά περιστατική μαρτυρία ενισχυτική των υπόλοιπων ευρημάτων του Δικαστηρίου και στην παρούσα δεν υπάρχουν άλλα ευρήματα που να καταρρίπτουν την ουσία της εκδοχής του κατηγορουμένου (βλ. Αλ Χαματ κ.α. v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, Παφίτης v Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 449 και Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 260) αναφορικά με τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται ένα ψέμα να συνιστά ενοχοποιητική περιστατική μαρτυρία). Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή δεν έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό το ψευδές της καταγγελίας και ότι επρόκειτο για κατά φαντασία ποινικό αδίκημα. Εκείνο το οποίο μπορεί να λεχθεί ότι εγείρεται από το όλο περιεχόμενο της καταγγελίας και τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι ότι υπάρχουν υποψίες ότι η καταγγελία του κατηγορουμένου ήταν ψευδής. Οι υποψίες αυτές όμως, δεν είναι ικανές να οδηγήσουν και σε απόδειξη του συστατικού αυτού στοιχείου και να οδηγήσουν σε καταδίκη. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβαίνει σε εικασίες αλλά ούτε και σε συμπεράσματα όσο εύλογα και αν είναι αυτά (βλ. Λοϊζου v. Aστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363)). Ως εκ τούτου, η κατάληξη είναι ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου, αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.).............. Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.