← Κύπρος

PA. CHARALAMBOUS TRADING LTD ν. ODYSSEY TRADING LTD κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 11547/11, 5/9/2014

PA. CHARALAMBOUS TRADING LTD ν. ODYSSEY TRADING LTD κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 11547/11, 5/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B160 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 11547/11 Μεταξύ PA. CHARALAMBOUS TRADING LTD -ν-

  1. ODYSSEY TRADING LTD
  2. ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΠΑΝΑΓΗ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 5 Σεπτεμβρίου, 2014 Για Παραπονούμενους: κ. Μ. Βασιλειάδης Για Κατηγορούμενους 1 και 2: κα Α. Νικολάου Κατηγορούμενος 2: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν 8 συνολικά κατηγορίες. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το τροποποιημένο κατηγορητήριο, οι Κατηγορούμενοι 1 αντιμετωπίζουν στις κατηγορίες με αρ. 1,3,5 και 7 το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των άρθρων 4, 305Α

(1)και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων οι Κατηγορούμενοι 1 εξέδωσαν προς όφελος των Παραπονουμένων τις πιο κάτω αναφερόμενες επιταγές (στο εξής θα καλούνται ως οι «επίδικες επιταγές»), οι οποίες αφού παρουσιάστηκαν στην οικεία Τράπεζα δεν εξοφλήθηκαν διότι ο λογαριασμός ήταν κλειστός: (α) Επιταγή Τράπεζας Κύπρου με αρ.92548936 ημερομηνίας 19.7.11 για το ποσό των €10.000 (Τεκμήριο 2) (β) Επιταγή Τράπεζας Κύπρου με αρ.92548939 ημερομηνίας 19.7.11 για το ποσό των €10.000 (Τεκμήριο 3) (γ) Επιταγή Τράπεζας Κύπρου με αρ.92548937 ημερομηνίας 25.7.11 για το ποσό των €10.000 (Τεκμήριο 4) (δ) Επιταγή Τράπεζας Κύπρου με αρ.92548938 ημερομηνίας 25.7.11 για το ποσό των €10.000 (Τεκμήριο 5) Ο δε Κατηγορούμενος 2, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων του τροποποιημένου κατηγορητηρίου, κατηγορείται στις κατηγορίες με αρ. 2,4,6 και 8 ότι υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντής και/ή Διευθύνων Σύμβουλος των Κατηγορουμένων 1 συνήργησε με αυτούς προς έκδοση των επίδικων επιταγών. Κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν από τους συνηγόρους των διαδίκων και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο τα πιο κάτω γεγονότα ως παραδεκτά: Ο Κατηγορούμενος 2 είναι ο μοναδικός Διευθυντής των Κατηγορουμένων 1 και Ο Κατηγορούμενος 2 είναι ο κάτοχος των 4.950 μετοχών από τις 5.000 μετοχές των Κατηγορουμένων 1. Οι Παραπονούμενοι προς απόδειξη της υπόθεσης τους κάλεσαν πέντε μάρτυρες, ήτοι τον Χαράλαμπο Χαραλάμπους (ΜΚ1), τη Μαρίνα Ζενιέρη (ΜΚ2), το Ματθαίο Αταλιώτη (ΜΚ3), το Μάριο Μακρίδη (ΜΚ4) και το Μιχάλη Ττινιόζο (ΜΚ5). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2 και αφού τους επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, οι ΚατηγορούμενοΙ επέλεξαν να τηρήσουν σιωπή και δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v.Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447, και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ σε εκείνα τα μέρη της μαρτυρίας τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και είναι απαραίτητα για την αξιολόγηση της. Ο ΜΚ1 Χαράλαμπος Χαραλάμπους είναι ο Διευθυντής των Παραπονουμένων. Στην κυρίως εξέταση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι οι Παραπονούμενοι ασχολούνται με ξυλουργικές εργασίες και στα πλαίσια των εργασιών τους είχαν συνεργασία με τους Κατηγορούμενους 1 τους οποίους προμήθευαν με προϊόντα τα οποία οι τελευταίοι μεταπωλούσαν. Γνωρίζει τον Κατηγορούμενο 2, ο οποίος είναι Διευθυντής των Κατηγορουμένων 1 και ήταν το πρόσωπο που έδιδε τις παραγγελίες στους Παραπονούμενους και υπέγραφε τις επιταγές που εξέδιδαν οι Κατηγορούμενοι
  1. Αναφορικά με τις επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 2-5), ο ΜΚ1 είπε ότι συναντήθηκε με τον Κατηγορούμενο 2 στην Χοιροκοιτία και ο Κατηγορούμενος 2 υπέγραψε ενώπιον του τις εν λόγω επιταγές και του τις παρέδωσε. Οι επιταγές δεν τιμήθηκαν διότι, όπως ανέφερε ο ΜΚ1 ο λογαριασμός «μπήκε» στο ΚΑΠ. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ1 είπε ότι οι Παραπονούμενοι διατηρούσαν συνεργασία με τους Κατηγορούμενους 1 και η επικοινωνία γινόταν κατά 80% - 90% με τον Κατηγορούμενο
  2. Σε σχετική ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου των Κατηγορουμένων, ο ΜΚ1 απάντησε ότι συναντιόντουσαν περίπου μία φορά τον μήνα και παρέδιδε στον Κατηγορούμενο 2 τα τιμολόγια που αφορούσαν τις παραγγελίες των Κατηγορουμένων 1 προς τους Παραπονούμενους. Οι αποδείξεις από μέρους των Παραπονουμένων εκδίδονταν όταν εκδίδονταν επιταγές προς πληρωμή από τους Κατηγορούμενους
  3. Περαιτέρω, ο ΜΚ1 είπε ότι τόσο οι επίδικες επιταγές όσο και άλλες επιταγές, οι οποίες μαζί με τις επίδικες ήταν συνολικά 10, του δόθηκαν από τον Κατηγορούμενο 2 τον Φεβρουάριο του 2011 στην Χοιροκοιτία. Ερωτηθείς σε σχέση με το τι συμπλήρωσε ο Κατηγορούμενος 2 στις επιταγές, ο ΜΚ1 είπε ότι δεν συμπλήρωσε μόνο τον δικαιούχο και την ημερομηνία πληρωμής τους, την οποία συμπλήρωσε ο ίδιος ο ΜΚ1 με οδηγίες του εκδότη. Τέλος, ο ΜΚ1 αρνήθηκε υποβολές της κας. Νικολάου ότι οι Κατηγορούμενοι 1 δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στους Παραπονούμενους και ότι οι επίδικες επιταγές δεν υπογράφηκαν από τον Κατηγορούμενο
  4. Ο ΜΚ1 μου προκάλεσε θετική εντύπωση. Από την όλη του παρουσία στο εδώλιο του μάρτυρα είμαι ικανοποιημένος ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια. Ο ΜΚ1 απάντησε με ειλικρίνεια και χωρίς υπεκφυγές τις ερωτήσεις που του τέθηκαν και κατά την αντεξέταση του δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του. Ειδικότερα όσον αφορά το ζήτημα του χρόνου υπογραφής των επίδικων επιταγών, είναι γεγονός ότι ο ΜΚ1 στην κυρίως εξέταση του είπε ότι οι επιταγές εκδοθήκαν τις ημερομηνίες που αναγράφονται στο σώμα της κάθε επιταγής (Τεκμήρια 2-5). Στην αντεξέταση του, όταν ερωτήθηκε πότε του δόθηκαν οι εν λόγω επιταγές ο ΜΚ1 απάντησε τον Φεβρουάριο του
  5. Το πιο πάνω σημείο δεν θεωρώ ότι δημιουργεί ρήγμα στην μαρτυρία του ΜΚ
  6. Όπως προκύπτει από την κυρίως εξέταση του, ο ΜΚ1 δεν ερωτήθηκε για την ημερομηνία κατά την οποία του παραδόθηκαν οι επιταγές, αλλά οι απαντήσεις του δόθηκαν όταν του υποδεικνύονταν οι επιταγές για σκοπούς αναγνώρισης. Όταν δε κατά την αντεξέταση του, τέθηκε ρητά το εν λόγω ζήτημα ο ΜΚ1 απάντησε ευθαρσώς τον Φεβρουάριο του
  7. Είναι επομένως εμφανές, κατά την άποψη μου, ότι όταν ο ΜΚ1 έλεγε ότι οι επίδικες επιταγές εκδοθήκαν την ημερομηνία που αναγράφεται στο σώμα τους, δεν εννοούσε την ημερομηνία που οι επιταγές υπογράφηκαν και του παραδόθηκαν αλλά την ημερομηνία πληρωμής τους. Ενόψει των πιο πάνω αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ
  8. Η ΜΚ2 στην κυρίως εξέταση της ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι είναι τραπεζική υπάλληλος και εργάζεται στο Business Center της Λεωφ. Μακαρίου στην Λάρνακα. Προηγουμένως εργαζόταν στο υποκατάστημα Φανερωμένης της Τράπεζας Κύπρου (στο εξής η «Τράπεζα»), όπου και διατηρούσαν λογαριασμούς οι Κατηγορούμενοι
  9. Τον Κατηγορούμενο 2 τον γνωρίζει καθώς ήταν πελάτης στο πιο πάνω αναφερόμενο υποκατάστημα και Διευθυντής των Κατηγορουμένων
  10. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου των Παραπονουμένων, η ΜΚ2 ανέφερε ότι για το άνοιγμα του λογαριασμού των Κατηγορουμένων 1 με αρ. 055311010017 (στο εξής ο «επίδικος λογαριασμός») αποτάθηκε ο Κατηγορούμενος 2, ο οποίος ήταν το μοναδικό εξουσιοδοτημένο πρόσωπο από τους Κατηγορούμενους 1 για να υπογράφει σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό. Η ΜΚ2 κατέθεσε προς τον σκοπό αυτό αντίγραφο εγγράφου ημερομηνίας 28.12.07 (Τεκμήριο 6), καθώς επίσης και αντίγραφο εντύπου της Τράπεζας στο οποίο περιλαμβάνεται δείγμα της υπογραφής του Κατηγορούμενου 2 (Τεκμήριο 7). Αναφορικά με τις επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 2-5) είπε ότι παρουσιάστηκαν προς πληρωμή, αλλά δεν τιμήθηκαν διότι ο επίδικος λογαριασμός είχε κλείσει. Διευκρίνισε, ότι οι σφραγίδες που τοποθετήθηκαν από την Τράπεζα στις επίδικες επιταγές ήταν αυτές που αναγράφουν «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΕΚΛΕΙΣΕ - ΠΑΡΑΚΑΛΟΥΜΕ ΟΠΩΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΘΕΙ ΞΑΝΑ ΓΙΑ ΣΚΟΠΟΥΣ ΚΑΠ». Τέλος, σε σχετική ερώτηση του κ. Βασιλειάδη, η ΜΚ2 απάντησε ότι ο επίδικος λογαριασμός καταχωρήθηκε στο ΚΑΠ στις 8.4.11 και έκλεισε στις 20.6.
  11. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ2 είπε ότι χειριζόταν τον επίδικο λογαριασμό των Κατηγορουμένων 1 και ότι τις σφραγίδες επί των επιταγών (Τεκμήρια 2-5) δεν τις τοποθέτησε η ίδια αλλά τοποθετήθηκαν από συγκεκριμένη υπηρεσία της Τράπεζας στη Λευκωσία. Αναφορικά με τα έγγραφα που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 6 και 7 (έγγραφο ημερομηνίας 28.12.07 και έντυπο με δείγμα υπογραφής του Κατηγορούμενου 2 αντίστοιχα) η ΜΚ2 είπε ότι εξ όσων γνωρίζει δεν αντικαταστάθηκαν από άλλα έγγραφα, καθώς μελετώντας το αρχείο της Τράπεζας δεν εντόπισε οποιοδήποτε σχετικό μεταγενέστερο έγγραφο. Σε σχετικές ερωτήσεις της ευπαίδευτης συνηγόρου των Κατηγορουμένων, η ΜΚ2 απάντησε ότι οι Κατηγορούμενοι 1 διατηρούσαν και λογαριασμό factors με την Τράπεζα από τον οποίο γίνονταν μεταφορές χρημάτων προς τον επίδικο. Περαιτέρω, επεξήγησε ότι ο λογαριασμός factors ήταν λογαριασμός προεξόφλησης επιταγών, δηλαδή η τράπεζα προεξοφλούσε ένα ποσοστό των επιταγών που κατέθεταν οι Κατηγορούμενοι 1 και το ποσό που αντιστοιχούσε στο εν λόγω ποσοστό μεταφέρετο στον επίδικο λογαριασμό. Ερωτηθείσα σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό, η ΜΚ2 είπε ότι υπήρχαν προβλήματα στην λειτουργία του καθώς παρουσιάζονταν προς πληρωμή επιταγές πέραν του εγκεκριμένου ορίου. Επίσης, η ΜΚ2 ξεκαθάρισε ότι αναφέρεται σε επιταγές άλλες από τις επίδικες, οι οποίες είχαν παρουσιαστεί πριν από αυτές εντός του
  12. Σε ερώτηση της κας. Νικολάου για τον χρόνο που χρειάζεται η Τράπεζα για να τερματίσει την λειτουργία ενός λογαριασμού, η ΜΚ2 είπε ότι συνήθως ένας λογαριασμός τερματίζεται όταν είναι καθυστερημένος, δηλαδή πέραν του εγκεκριμένου ορίου, για περίοδο που υπερβαίνει τις 90 ημέρες. Τέλος, η ΜΚ2 παραδέχθηκε ότι δεν είδε τον Κατηγορούμενο 2 να υπογράφει τις επίδικες επιταγές και στην υποβολή της κας. Νικολάου ότι οι υπογραφές επί των επίδικων επιταγών (Τεκμήρια 2-5) δεν ανήκουν στον Κατηγορούμενο 2, απάντησε ότι είναι σύμφωνες με το δείγμα υπογραφής που έχει η Τράπεζα στην κατοχή της. Η ΜΚ2 απάντησε με ειλικρίνεια όλες τις ερωτήσεις που της τέθηκαν και δεν διαπίστωσα από την παρουσία της στο εδώλιο του μάρτυρα ότι είχε οποιοδήποτε προσωπικό ή άλλο όφελος για να βοηθήσει τους Παραπονούμενους ή για να βλάψει τους Κατηγορούμενους. Άλλωστε κατά την αντεξέταση της, με εξαίρεση το ζήτημα της υπογραφής του Κατηγορούμενου 2 επί των επίδικων επιταγών, δεν αμφισβητήθηκε η μαρτυρία της αλλά κυρίως της υποβλήθηκαν διευκρινιστικές ερωτήσεις. Όσον αφορά όμως το ζήτημα της υπογραφής των επίδικων επιταγών από τον Κατηγορούμενο 2, θεωρώ ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασισθεί σε αυτό το σκέλος της μαρτυρίας της ΜΚ
  13. Ουσιαστικά αποτελεί μαρτυρία γνώμης και ως τέτοια δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Όπως η ίδια η ΜΚ2 παραδέχθηκε κατά την αντεξέτασης της, δεν διαθέτει γνώσεις γραφολογίας, ούτε και είδε τον Κατηγορούμενο 2 να θέτει την υπογραφή του επί των επίδικων επιταγών. Περαιτέρω, από την μαρτυρία της δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η τελευταία είναι πρόσωπο εξοικειωμένο με την υπογραφή του Κατηγορούμενου 2, αντιθέτως διεφάνη ότι η θέση της πως οι υπογραφές επί των επίδικων επιταγών ανήκουν στον Κατηγορούμενο 2 πηγάζει αποκλειστικά από το δείγμα της υπογραφής του Κατηγορούμενου 2 που κατέχει η Τράπεζα. Κατά συνέπεια, με εξαίρεση το πιο πάνω αναφερόμενο μέρος της μαρτυρίας της ΜΚ2, η υπόλοιπη μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος μόνο της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και άλλο μέρος της να το απορρίψει (βλ. Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Ως ΜΚ3 κατέθεσε ο Πρωτοκολλητής του Ε.Δ. Πάφου Ματθαίος Αταλιώτης, η μαρτυρία του οποίου περιορίστηκε στο να καταθέσει ως Τεκμήρια τα πιο κάτω έγγραφα που περιλαμβάνονται στους φακέλους των αγωγών με αρ. 2795/11 και 266/12 του Ε.Δ. Πάφου με διάδικους στην μεν πρώτη τους Παραπονούμενους και τους Κατηγορούμενους 1 και στη δεύτερη τους Παραπονούμενους και τους Κατηγορούμενους 1 και 2: Αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής με αρ. 2795/11 Ε.Δ. Πάφου (Τεκμήριο 8) Τύπος διορισμού δικηγόρου στην αγωγή με αρ. 2795/11 Ε.Δ. Πάφου (Τεκμήριο 9) Ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων στην αγωγή με αρ. 2795/11 Ε.Δ. Πάφου (Τεκμήριο 10) Αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής με αρ. 266/12 Ε.Δ. Πάφου (Τεκμήριο 11) Ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων ημερομηνίας 12.10.12 στην αγωγή με αρ. 266/12 Ε.Δ. Πάφου (Τεκμήριο 12) Ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων ημερομηνίας 5.4.13 στην αγωγή με αρ. 266/12 Ε.Δ. Πάφου (Τεκμήριο 13) Τύπος διορισμού δικηγόρου Εναγομένων 1 στην αγωγή με αρ. 266/12 Ε.Δ. Πάφου (Τεκμήριο 14Α) Τύπος διορισμού δικηγόρου Εναγόμενου 2 στην αγωγή με αρ. 266/12 Ε.Δ. Πάφου (Τεκμήριο 14Β) Ο ΜΚ3 δεν αντεξετάστηκε. Η μαρτυρία του υπήρξε τυπική, αφού όπως ανέφερα και πιο πάνω, περιορίστηκε στην κατάθεση ως τεκμηρίων των εγγράφων που παραθέτω ανωτέρω. Ενόψει των πιο πάνω η μαρτυρία του ΜΚ3 γίνεται αποδεκτή. Ως ΜΚ4 κατέθεσε ο Μάριος Μαρκίδης, ο οποίος στην κυρίως εξέταση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι δυνάμει της Κανονιστικής Διοικητικής Πράξης αρ. 152/98 ημερομηνίας 12.6.98 διορίστηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο ως εμπειρογνώμονας δικαστικός γραφολόγος. Στις 27.5.14 μέσω του δικηγόρου κ. Μιχάλη Βασιλειάδη, έλαβε εντολή από τον Χαράλαμπο Χαραλάμπους, Διευθυντή των Παραπονουμένων, για να διενεργήσει γραφολογική έρευνα και ετοιμασία έκθεσης με αντικείμενο την γραφολογική διερεύνηση της γνησιότητας της υπογραφής που παρουσιάζεται στις επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 2-5). Ετοίμασε σχετική έκθεση την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 15 και της οποίας το περιεχόμενο υιοθέτησε. Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι έτυχε εκπαίδευσης και ειδίκευσης στα εργαστήρια της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών της Αστυνομίας Κύπρου από το 1990-2013, στην εξέταση και ανάλυση γραφής και υπογραφών, στη ψηφιακή φωτογράφηση τεκμηρίων καθώς και στην εξέταση και αναγνώριση των στοιχείων ασφαλείας που περικλείονται στα έντυπα ασφαλείας. Επίσης, το 2007 του παραχωρήθηκε Πιστοποιητικό Διαπίστευσης με αρ. 346 (κατά ΕΛΟΤ ΕΝ ISO/IEC 17025:2005) για δικανική εξέταση αμφισβητούμενης γραφής και υπογραφής. Ο ΜΚ4 ανέφερε ότι η εξέταση μίας υπογραφής απαιτεί να εξακριβωθεί κατά πόσο αυτή είναι γραμμένη με ταχύτητα, ρυθμό και αυτοματισμό χωρίς να παρουσιάζει οποιαδήποτε στοιχεία προσπάθειας απομίμησης, αντιγραφής ή άλλα ύποπτα σημεία. Εντοπίζονται τα ιδιαίτερα γραφολογικά χαρακτηριστικά που υπάρχουν και επαναλαμβάνονται και συγκρίνονται με τα αντίστοιχα που εντοπίζονται στις υπογραφές δείγματα, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο υπάρχει συνέπεια στη μορφή, τρόπο σχηματισμού, στη δομή και τεχνική τους. Σε περίπτωση που η υπό εξέταση υπογραφή συμφωνεί με τα γραφολογικά χαρακτηριστικά του συγκριτικού υλικού που υποβλήθηκε για σύγκριση και εξέταση, τότε σημαίνει ότι η εν λόγω υπογραφή έγινε από το πρόσωπο στο οποίο ανήκουν τα δείγματα υπογραφής. Ο ΜΚ4 για τη γραφολογική σύγκριση μεταξύ των αμφισβητούμενων υπογραφών και των δειγμάτων εφάρμοσε τη «συγκριτική αναλυτική μέθοδο» η οποία είναι και διαπιστευμένη. Σύμφωνα με αυτή το ανθρώπινο χέρι δεν είναι ένας μηχανισμός που παράγει προϊόντα ακρίβειας αλλά ένας μηχανισμός που παράγει προϊόντα τα οποία υπόκεινται σε φυσικές παραλλαγές ή διακυμάνσεις που μπορεί να οφείλονται σε διάφορες αιτίες και κυμαίνονται μεταξύ ενός ανώτατου και ενός κατώτατου ορίου. Οι παραλλαγές αυτές όμως περιορίζονται μόνο στα επιφανειακά μέρη της γραφής, ενώ τα ιδιαίτερα ατομικά χαρακτηριστικά παραμένουν αναλλοίωτα και επαναλαμβάνονται. Προχώρησε σε αξιολόγηση των 4 υπογραφών που εμφαίνονται επί των επίδικων επιταγών οι οποίες συγκρινόμενες μεταξύ τους παρουσιάζουν τα ίδια ατομικά γραφολογικά γνωρίσματα, ενώ είναι γραμμένες ελεύθερα, με ταχύτητα και χαρακτηρίζονται από πολύ καλή ποιότητα γραμμής χάραξης και υψηλό βαθμό δυσκολίας στον τρόπο σχηματισμού τους. Περαιτέρω, ο ΜΚ4 αξιολόγησε και ανάλυσε τα 7 δείγματα υπογραφής και 13 δείγματα μονογραφής που περιλαμβάνονται στα Τεκμήρια 9,10,12,13,14Α και 14Β, τα οποία έχουν μεγάλη γραφολογική αξία διότι είναι δείγματα ανύποπτου χρόνου και χρονολογικά είναι πλησίον στις αμφισβητούμενες υπογραφές. Εξετάζοντας και συγκρίνοντας τα εν λόγω δείγματα υπογραφής μεταξύ τους παρατήρησε ότι παρουσιάζουν τα ίδια γραφολογικά γνωρίσματα. Συγκεκριμένα τόσο στα δείγματα όσο και στις υπογραφές επί των επίδικων επιταγών υπάρχει χαρακτηριστικά ομοιόμορφος τρόπος σχηματισμού των γραμμάτων «Π», «α» και «η», υπάρχει χαρακτηριστική ομοιότητα στη μορφή και ιδιαίτερο τρόπο σχηματισμού των γραμμάτων «ν», «α» και «γ». Επίσης υπάρχει ομοιότητα στη γενική μορφή και εμφάνιση των υπογραφών, καθώς και στον αριθμό των ανεξάρτητων γραφικών κινήσεων των υπογραφών. Τέλος, είναι χαρακτηριστικά ομοιόμορφος ο τρόπος τονισμού και η καταληκτική γραφική κίνηση. Το αποτέλεσμα της εξέτασης του ΜΚ4 καταγράφεται στην σελ. 20 της έκθεσης του (Τεκμήριο 15) και συνοψίζεται στο ότι οι υπογραφές επί των επίδικων επιταγών είναι γνήσιες υπογραφές του Κατηγορούμενου
  1. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΚ4 ανέφερε ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές εξετάστηκαν στην πρωτότυπη τους μορφή ενώπιον του Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Πάφου με τη χρήση μικροσκοπίου και άλλων μεγεθυντικών φακών. Η εξέταση με την χρήση μικροσκοπίου και μεγεθυντικών φακών αποβλέπει στο να διακριβωθεί αν οι υπογραφές είναι γραμμένες με ταχύτητα ή αν παρουσιάζουν στοιχεία προσπάθειας απομίμησης ή αντιγραφής. Σε σχετική ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου των Κατηγορουμένων, ο ΜΚ4 απάντησε ότι τα δείγματα τα οποία σύγκρινε είναι δείγματα ανύποπτου χρόνου και ως τέτοια έχουν μεγαλύτερη γραφολογική αξία από δείγματα τα οποία θα καλείτο να δώσει ένα πρόσωπο εν γνώσει του ότι αυτά θα χρησιμοποιούνταν για σκοπούς σύγκρισης. Επίσης, ο ΜΚ4 πρόσθεσε ότι με βάση την εμπειρία και τις γνώσεις του, τα δείγματα που είχε στην κατοχή του ήταν ποσοτικά επαρκή και ποιοτικά κατάλληλα για γραφολογική σύγκριση με τις αμφισβητούμενες υπογραφές των επίδικων επιταγών. Σε ερώτηση της κας. Νικολάου κατά πόσο προέβη σε έλεγχο αναφορικά με την πίεση και την ποιότητα της χάραξης, ο ΜΚ4 απάντησε ότι προέβη σε εξέταση και διαπίστωσε ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές χαρακτηρίζονται από πολύ καλή ποιότητα γραμμής χάραξης. Ο ΜΚ4 είπε ότι με βάση την εμπειρία του οι αμφισβητούμενες υπογραφές είναι δύσκολο να αντιγραφούν, καθώς παρουσιάζουν πολλά ιδιαίτερα γραφολογικά γνωρίσματα, όπως π.χ. ο ιδιαίτερος τρόπος σχηματισμού κάποιων γραμμάτων όπως του «ν», «α», «γ» και «η». Ερωτηθείς αν είναι σίγουρος ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές ανήκουν στον Κατηγορούμενο 2, ο ΜΚ4 εξέφρασε πλήρη βεβαιότητα. Τέλος, αρνήθηκε υποβολές της κας. Νικολάου ότι το συμπέρασμα του είναι λανθασμένο και ότι τα ευρήματα του δεν είναι τεκμηριωμένα. Η μαρτυρία του ΜΚ4 κατατάσσεται στην κατηγορία της μαρτυρίας πραγματογνώμονα, αφού ο ΜΚ4 κλήθηκε να καταθέσει σε σχέση με το κατά πόσο οι υπογραφές που παρουσιάζονται στις επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 2-5) ανήκουν στον Κατηγορούμενο
  2. Το θέμα επομένως για το οποίο κλήθηκε να καταθέσει είναι εξειδικευμένο για το οποίο απαιτείται ειδική γνώση. Ο ΜΚ4 κατέθεσε για την ειδική εκπαίδευση της οποίας έτυχε αλλά και για την πείρα του και αυτό το σκέλος της μαρτυρίας του δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Ως προς τον τρόπο με τον οποίο τα Δικαστήρια προσεγγίζουν μαρτυρία προερχόμενη από πραγματογνώμονα αναφέρονται τα πιο κάτω στο σύγγραμμα «Δίκαιο της Απόδειξης» του πρώην Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Τάκη Ηλιάδη σελ. 139-140: «To καθήκον ενός πραγματογνώμονα έχει καθορισθεί αρκετά παραστατικά στην υπόθεση Davie v. Edinborough Magistrates ως ακολούθως: " Η υποχρέωση των πραγματογνωμόνων είναι να προμηθεύσουν στο Δικαστή ή στους ενόρκους τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων τους, για να μπορούν έτσι ο Δικαστής ή οι ένορκοι να σχηματίσουν την δική τους ανεξάρτητη γνώμη εφαρμόζοντας αυτά τα κριτήρια πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία" Η ίδια προσέγγιση έχει υιοθετηθεί και στην Κύπρο. Σύμφωνα με το Δικαστή Στυλιανίδη: " Με την πρόοδο της γνώσης, επιστήμης και τεχνολογίας, τα Δικαστήρια δέχονται μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώση τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα γίνεται αποδεκτή για να προμηθεύσει το Δικαστήριο με επιστημονική μαρτυρία, που μπορεί να μην βρίσκεται μέσα στις γνώσεις και εμπειρίες του Δικαστή.... Οι πραγματογνώμονες καλούνται ως μάρτυρες προς υποστήριξη των θέσεων των διαδίκων όταν εξετάζονται τεχνικά θέματα. Το καθήκον των μαρτύρων αυτών είναι η παρουσίαση των αναγκαίων επιστημονικών κριτηρίων για την δοκιμασία της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους, έτσι που να δώσει την ευχέρεια στο Δικαστήριο να σχηματίσει την δική του ανεξάρτητη γνώμη με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία." » Ο ΜΚ4 επεξήγησε την μέθοδο που εφάρμοσε, ήτοι την συγκριτική αναλυτική μέθοδο, προς τον σκοπό σύγκρισης των αμφισβητούμενων υπογραφών (Τεκμήρια 2-5) με τις υπογραφές - δείγματα του Κατηγορούμενου 2 (Τεκμήρια 9,10,12,13,14Α και 14Β). Περαιτέρω, έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τα επιστημονικά κριτήρια με τα οποία εξακριβώνεται κατά πόσο μία υπογραφή είναι γνήσια ή όχι. Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές, καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του ΜΚ4 αποδέχομαι την μαρτυρία του ότι οι υπογραφές επί των επίδικων επιταγών (Τεκμήρια 2-5) ανήκουν στον Κατηγορούμενο
  3. Το γεγονός αυτό άλλωστε επιβεβαιώνεται και από την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΚ1, ο οποίος ήταν αυτόπτης μάρτυρας όταν ο Κατηγορούμενος 2 έθετε την υπογραφή του στις επίδικες επιταγές. Σημειώνω επίσης ότι κατά την αντεξέταση του ΜΚ4 δεν τέθηκε οτιδήποτε το συγκεκριμένο το οποίο να αμφισβητεί ή να θέτει ερωτηματικά σε σχέση με την ποιότητα και την επάρκεια της γραφολογικής εξέτασης που διενήργησε ο τελευταίος. Ουσιαστικά η Υπεράσπιση περιορίστηκε στο να θέσει ορισμένες γενικές υποβολές προς αμφισβήτηση των θέσεων του ΜΚ
  4. Ο ΜΚ5, Μιχάλης Ττινιόζος ανέφερε, μεταξύ άλλων, στην κυρίως εξέταση του ότι εργάζεται στην Τράπεζα και συγκεκριμένα στο Business Center στη Λεωφ. Μακαρίου στη Λάρνακα. Γνωρίζει τον Κατηγορούμενο 2 διότι ήταν πελάτης της Τράπεζας. Έχει πρόσβαση στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της Τράπεζας και από εκεί εκτύπωσε τις καταστάσεις λογαριασμού στις οποίες παρουσιάζεται η κίνηση του επίδικου λογαριασμού για την περίοδο 1.12.10 - 20.6.
  5. Κατέθεσε δε τις εν λόγω καταστάσεις ως Τεκμήριο
  6. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου των Παραπονουμένων, ο ΜΚ5 απάντησε ότι οι καταστάσεις εκτυπώθηκαν μέχρι τις 20.6.11, διότι κατά την εν λόγω ημερομηνία ο επίδικος λογαριασμός έκλεισε, καθώς δόθηκε δάνειο από την Τράπεζα μέρος του οποίου χρησιμοποιήθηκε για να εξοφληθεί το χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού και να κλείσει. Ερωτηθείς με ποιου τις ενέργειες έκλεισε ο επίδικος λογαριασμός, ο ΜΚ5 είπε ότι ο πελάτης υπέβαλε αίτημα για δάνειο, το οποίο με απόφαση της η Τράπεζα ενέκρινε και μέρος του εν λόγω δανείου χρησιμοποιήθηκε για να εξοφληθεί ο επίδικος λογαριασμός. Σε σχετική ερώτηση του κ. Βασιλειάδη, ο ΜΚ5 απάντησε ότι μοναδικός Διευθυντής των Κατηγορουμένων 1 είναι ο Κατηγορούμενος 2, ο οποίος ήταν και το μόνο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για να υπογράφει για λογαριασμό των Κατηγορουμένων 1 σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό και παρέπεμψε προς τον σκοπό αυτό στο Τεκμήριο
  7. Η αλληλογραφία που αφορούσε τον επίδικο λογαριασμό, περιλαμβανομένων των καταστάσεων λογαριασμών οι οποίες με βάση την τακτική της Τράπεζας στέλνονταν στο τέλος εκάστου μήνα, αποστέλλονταν στην διεύθυνση Ίριδος 7Β 6056 Λάρνακα. Περαιτέρω, ο ΜΚ5 ανέφερε ότι το όριο του επίδικου λογαριασμού ήταν €15.000 και αυτό στην τραπεζική πρακτική σημαίνει ότι το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού δεν μπορεί να υπερβαίνει το εν λόγω ποσό. Ο ΜΚ5 επεξήγησε τις καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 16) και ειδικότερα σε σχέση με τις καταστάσεις λογαριασμού που αφορούν τον Φεβρουάριο του 2011 ανέφερε ότι ο εν λόγω μήνας έκλεισε με χρεωστικό υπόλοιπο €18.586,31 και σε ερωτήσεις του κ. Βασιλειάδη κατά πόσο τον εν λόγω μήνα μπορούσαν να τιμηθούν επιταγές ύψους €100.000 ή €40.000 η απάντηση ήταν αρνητική. Επίσης, για τον Φεβρουάριο του 2011 είπε ότι επιστράφηκαν 12 απλήρωτες επιταγές των Κατηγορουμένων 1 και για κάθε μία από αυτές υπήρξε χρέωση €30.
  8. Ωστόσο ο ΜΚ5 διευκρίνισε ότι είναι πιθανόν ορισμένες επιταγές να ξαναπαρουσιάστηκαν και να πληρώθηκαν. Αναφορικά με την τελευταία κατάσταση λογαριασμού που περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 16, ήτοι την κατάσταση ημερομηνίας 20.6.11, ο ΜΚ5 είπε ότι στις 10.6.11 έγινε κατάθεση ύψους €23.873,12 η οποία προήλθε από το δάνειο που χορήγησε η Τράπεζα και ακολούθως στις 20.6.11 ο επίδικος λογαριασμός μηδενίστηκε και έκλεισε. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν ήταν υπεύθυνος για την λειτουργία του επίδικου λογαριασμού, ούτε και γνωρίζει την πρακτική με την οποία λειτουργούσε. Ο ΜΚ5 επιβεβαίωσε ότι ο επίδικος λογαριασμός ήταν συνδεδεμένος με την υπηρεσία factors της Τράπεζας. Σε σχετικές ερωτήσεις της ευπαίδευτης συνηγόρου των Κατηγορουμένων, ο ΜΚ5 απάντησε ότι κατά την γνώμη του ο επίδικος λογαριασμός δεν λειτουργούσε κανονικά, αφ' ης στιγμής υπήρχαν επιστροφές απλήρωτων επιταγών. Ανέφερε επίσης ότι δεν γνωρίζει για ποιο λόγο σε ορισμένες περιπτώσεις το χρεωστικό υπόλοιπο υπερέβηκε τις €15.000 και παρά ταύτα ο λογαριασμός δεν έκλεισε. Διευκρίνισε ωστόσο ότι η Τράπεζα από μόνη της δεν μπορεί να κλείσει ένα λογαριασμό. Αυτό το οποίο μπορεί να κάνει είναι να καταχωρήσει ένα λογαριασμό στο ΚΑΠ, πράγμα το οποίο έγινε με τον επίδικο στις 8.4.
  9. Αναφορικά με την υπηρεσία factors ανέφερε ότι υπήρξαν καταθέσεις τον Φεβρουάριο του 2011 από την εν λόγω υπηρεσία, ενώ η τελευταία κατάθεση που έγινε από την εν λόγω υπηρεσία στον επίδικο λογαριασμό ήταν τον Απρίλιο του
  10. Σε ερώτηση της κας. Νικολάου κατά πόσο υπήρξε κίνηση στον επίδικο λογαριασμό μετά τις 8.4.11, ο ΜΚ5 απάντησε ότι υπήρξε στις 18.4.11 πιστωτική μεταφορά ύψους €1.000, στις 2.5.11 κατάθεση επιταγών ύψους €1.200 και στις 10.6.11 η κατάθεση ποσού ύψους €23.873,12 που αποτελούσε μέρος του δανείου που παραχώρησε η Τράπεζα με το οποίο εξοφλήθηκε ο επίδικος λογαριασμός. Από την όλη παρουσία του ΜΚ5 στο εδώλιο του μάρτυρα, σχημάτισα την εντύπωση ότι ο τελευταίος προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια. Θεωρώ ότι απάντησε με ευθύτητα όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν και κατά την αντεξέταση του δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του. Άλλωστε ο ΜΚ5 δεν αμφισβητήθηκε επί των θεμάτων που κατέθεσε, ούτε και επί των καταστάσεων λογαριασμού (Τεκμήριο 16) που αποτέλεσαν το κύριο μέρος της μαρτυρίας του, αλλά η αντεξέταση του περιστράφηκε κυρίως στην υποβολή διευκρινιστικών ερωτήσεων. Το μοναδικό σημείο που δεν μπορώ να αποδεχθώ από την μαρτυρία του, για τους ίδιους λόγους που δεν αποδέχθηκα επί του εν λόγω σημείου και την μαρτυρία της ΜΚ2, είναι την δήλωση του κατά την αντεξέταση του ότι οι επίδικες επιταγές υπογράφονται από τον Κατηγορούμενο
  11. Με εξαίρεση επομένως το πιο πάνω σημείο αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ5 (βλ. υπόθεση Mustafa ανωτέρω). Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καθώς και τα παραδεκτά γεγονότα καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Ο Κατηγορούμενος 2 είναι ο μοναδικός Διευθυντής των Κατηγορουμένων 1 και κάτοχος 4950 εκ των 5000 μετοχών των Κατηγορουμένων
  12. Οι Παραπονούμενοι ασχολούνται με ξυλουργικές εργασίες και διατηρούσαν συνεργασία με τους Κατηγορούμενους
  13. Συγκεκριμένα, οι Παραπονούμενοι προμήθευαν με προϊόντα τους Κατηγορούμενους 1 κατόπιν παραγγελιών των τελευταίων. Στα πλαίσια της πιο πάνω συνεργασίας ο Χαράλαμπος Χαραλάμπους, Διευθυντής των Παραπονουμένων, συναντήθηκε με τον Κατηγορούμενο 2 τον Φεβρουάριο του 2011 και ο τελευταίος υπέγραψε 4 επιταγές που οι Κατηγορούμενοι 1 εξέδωσαν προς όφελος των Παραπονουμένων. Πιο συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος 2 υπέγραψε τις ακόλουθες επιταγές των Κατηγορουμένων 1: (α) Επιταγή Τράπεζας Κύπρου με αρ.92548936 ημερομηνίας 19.7.11 για το ποσό των €10.000 (β) Επιταγή Τράπεζας Κύπρου με αρ.92548939 ημερομηνίας 19.7.11 για το ποσό των €10.000 (γ) Επιταγή Τράπεζας Κύπρου με αρ.92548937 ημερομηνίας 25.7.11 για το ποσό των €10.000 (δ) Επιταγή Τράπεζας Κύπρου με αρ.92548938 ημερομηνίας 25.7.11 για το ποσό των €10.000 Όλες οι πιο πάνω αναφερόμενες επιταγές εκδόθηκαν από τον λογαριασμό που διατηρούσαν οι Κατηγορούμενοι 1 στην Τράπεζα Κύπρου με αρ. 0553-11-
  14. Ο εν λόγω λογαριασμός παρουσίαζε προβλήματα στην κίνηση του, καθώς κατατίθονταν επιταγές των Κατηγορουμένων 1 οι οποίες επιστρέφονταν απλήρωτες. Στις 8.4.11 ο πιο πάνω λογαριασμός καταχωρήθηκε στο ΚΑΠ και στις 20.6.11 έκλεισε, αφού προηγουμένως στις 10.6.11 κατατέθηκε ποσό ύψους €23.873,12 που αποτελούσε μέρος δανείου που χορήγησε η Τράπεζα Κύπρου. Οι επιταγές που εξέδωσαν οι Κατηγορούμενοι 1 προς όφελος των Παραπονουμένων παρουσιάστηκαν προς πληρωμή (οι πρώτες δύο στις 20.7.11 και οι επόμενες δύο στις 26.7.11) και επιστράφηκαν απλήρωτες. Ο λόγος για την μη πληρωμή τους, ως εμφαίνεται και στη σφραγίδα που έθεσε η Τράπεζα Κύπρου επ' αυτών, είναι ότι ο λογαριασμός έκλεισε. Οι επιταγές εξακολουθούν μέχρι και σήμερα να παραμένουν απλήρωτες. O Κατηγορούμενος 2 δηλώθηκε στην Τράπεζα Κύπρου από τους Κατηγορούμενους 1 ως το μοναδικό εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για να υπογράφει για λογαριασμό τους επιταγές, εντολές πληρωμής, συναλλαγματικές, γραμμάτια κλπ. σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό με αρ. 0553-11-
  15. Νομική Πτυχή Το άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 , ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.» Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
  1. Η έκδοση επιταγής.
  2. Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε.
  3. Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή καθίσταται πληρωτέα.
  4. Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και
  5. Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει το αδίκημα της συνέργειας στην έκδοση επιταγών άνευ αντικρίσματος. Ουσιαστικά κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα το οποίο έχει ως εξής: «
  6. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχτεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος είτε σε ποινικό αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Καταδίκη για το αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη ποινικού αδικήματος, συνεπάγει ίδιες συνέπειες από κάθε άποψη, καθώς και καταδίκη για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Εκείνος που προάγει άλλο στη διενέργεια πράξης ή παράλειψης τέτοιας φύσης ώστε, αν γινόταν από τον ίδιο θα διενεργείτο από αυτό κάποιο ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη δύναται να διωχτεί δε όπως αν είχε διενεργήσει το ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη.» Έχει νομολογηθεί πως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών σε αυτό, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός, δυνάμει του άρθρου 20 του Νόμου. (βλ. Επίσημος Παραλήπτης και Εκκαθαριστής της Εταιρείας C.H. Zakakiotis (Disco) Ltd v. Kalavas & Associates Ltd κ.ά.
(1999)2 Α.Α.Δ. 523). Η ευθύνη με βάση το άρθρο 305Α του Νόμου βαρύνει τον εκδότη και σε περιπτώσεις επιταγών εταιρείας, εκδότης είναι η ίδια η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή σύμβουλος που υπογράφει την επιταγή, που γενικά θεωρείται ως αντιπρόσωπος της εταιρείας. Στην υπόθεση Bondina Ltd v. Rollaway Shower Blinds Ltd [1986] 1 W.L.R. 517, υποδείχθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, η οποία και παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000 στη σελίδα 70, παράγραφος Α. 5.2, αναφέρεται πως η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, όπως έχει νομολογηθεί, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 ΑΑΔ 261 αναφέρθηκε ότι έστω και αν μπορούσε να θεωρηθεί πως το αδίκημα του άρθρου 305Α του Νόμου είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης, όσον αφορά συνεργό θα πρέπει να αποδεικνύεται ένοχη διάνοια. Τα όσα διατυπώθηκαν στην υπόθεση Παυλόπουλος (πιο πάνω) υιοθετήθηκαν και στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 15.10.2012 στην Ποινική Έφεση αρ. 150/2009, Militos Trading Limited v. Αθηνάς Μαλέκου, στην οποία αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Στην περίπτωση έκδοσης επιταγής από εταιρεία, εκδότης είναι η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή ο σύμβουλος ο οποίος την υπογράφει και ο οποίος ενεργεί υπό την αντιπροσωπευτική του ιδιότητα. Είναι δυνατόν σύμβουλος που υπογράφει την επιταγή να υπέχει ποινική ευθύνη ως συνεργός, νοουμένου ότι αποδεικνύεται η πρόθεσή του σε σχέση με τη συνέργεια και τις περιστάσεις του αδικήματος. Όπως σωστά επισημαίνει και το πρωτόδικο δικαστήριο, η αποδιδόμενη στην εφεσίβλητη συνέργεια στην έκδοση ακάλυπτης επιταγής συνίσταται στο γεγονός ότι αυτή υπέγραψε την επιταγή.» Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι ( Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Συμπεράσματα Όπως έχω αναφέρει και πιο πάνω στην παράθεση της νομικής πτυχής, για την στοιχειοθέτηση των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 2 θα πρέπει να καταδειχθεί η ύπαρξη ένοχης διάνοιας εκ μέρους του, θα πρέπει να αποδειχθεί δηλαδή τόσο η αντικειμενική όσο και η υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων. Επομένως, θεωρώ ορθότερο να γίνει ξεχωριστή αναφορά στα συμπεράσματα όσον αφορά τους Κατηγορούμενους 1 και τον Κατηγορούμενο 2. Αναφορικά με τους Κατηγορούμενους 1, κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν. Συγκεκριμένα έχει αποδειχθεί η έκδοση των επιταγών από τους Κατηγορούμενους 1 (Τεκμήρια 2-5), η παρουσίαση τους στην Τράπεζα Κύπρου (η οποία είναι η τράπεζα επί των οποίων εκδοθήκαν) και η παρουσίαση τους έγινε μετά την ημερομηνία που κατέστησαν πληρωτέες. Επίσης, έχει αποδειχθεί ότι η μη εξόφληση τους οφείλεται στο γεγονός πως ο λογαριασμός επί του οποίου εκδοθήκαν ήταν κλειστός (βλ. τόσο τις σφραγίδες που έθεσε η Τράπεζα Κύπρου επί των επίδικων επιταγών όσο και τη μαρτυρία της ΜΚ2) καθώς και το ότι οι επίδικες επιταγές παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο 15 ημερών μετά την παρουσίαση τους στην Τράπεζα Κύπρου (βλ. μαρτυρία ΜΚ1 ο οποίος ανέφερε ότι οι επιταγές εξακολουθούν μέχρι και σήμερα να είναι απλήρωτες). Η ευπαίδευτη συνήγορος των Κατηγορούμενων εισηγήθηκε στην τελική της αγόρευση ότι δεν αποδείχθηκε το αντάλλαγμα για την έκδοση των επίδικων επιταγών. Με όλο το σεβασμό προς την εισήγηση της κας. Νικολάου, θεωρώ ότι για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος που καθιερώνει το άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα δεν οφείλει η πλευρά των Παραπονουμένων να αποδείξει το αντάλλαγμα για το οποίο εκδοθήκαν οι επίδικες επιταγές. Το άρθρο 30 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο περί της ύπαρξης ανταλλάγματος. Σχετικά με το πιο πάνω ζήτημα είναι όσα ειπώθηκαν στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ποινική Έφεση 18/12 ημερομηνίας 16.4.14 Nikiforos Technologies Ltd v. Χρήστου (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): « Τα πιο πάνω πάντοτε υπό το φως του δεδομένου ότι μια επιταγή από τη φύση της είναι χρεόγραφο μεταβιβάσιμο, ο κομιστής του οποίου στη βάση του άρθρου 30
(1)των περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, θεωρείται, εκ πρώτης όψεως, ότι έδωσε αξιόλογη και καλή αντιπαροχή για τη λήψη της, (Λοΐζου ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 108). ....................................... Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αντιμετώπισε την ενώπιον του υπόθεση στην ορθή της διάσταση. Θεώρησε κατ΄ αρχάς ότι οι κατηγορίες δεν στοιχειοθετήθηκαν επειδή οι εφεσείοντες απέτυχαν να αποδείξουν με αξιόπιστη μαρτυρία το νόμιμο αντάλλαγμα των επιδίκων επιταγών. Τέτοια υποχρέωση δεν είχαν βεβαίως οι εφεσείοντες και το Δικαστήριο διέπραξε λάθος αρχής. Η ίδια η έκδοση των επιταγών συνεπάγεται την ύπαρξη νομίμου ανταλλάγματος.» Ερχόμενος τώρα στον Κατηγορούμενο 2 επαναλαμβάνω ότι για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη του θα πρέπει να αποδειχθεί η ένοχη πράξη ή αντικειμενική υπόσταση (actus reus) η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία, ήτοι
(1)την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση
(2)σε αδίκημα. Επίσης θα πρέπει να αποδειχθεί και η ένοχη διάνοια ή υποκειμενική υπόσταση (mens rea), η οποία αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για το συνεργό είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτείται πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού (βλ. Παυλόπουλος ανωτέρω). Θα ήθελα να επισημάνω στο σημείο αυτό ότι η προϋπόθεση της ύπαρξης γνώσης εκ μέρους του συνεργού έχει εφαρμογή ακόμη και στις περιπτώσεις, όπου το κύριο αδίκημα είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης (Callow v. Tillstone [1900] 83 LT 411, Παυλόπουλος (ανωτέρω) και Pavlos Zenonos General Motors Ltd ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 5). Περαιτέρω, όπως τονίστηκε στην Παυλόπουλος (ανωτέρω) και επαναλήφθηκε με ακόμα πιο ξεκάθαρο τρόπο στη Militos Trading Limited v. Αθηνάς Μαλέκκου, Ποινική Έφεση 150/2009, ημερομηνίας 15/10/2012 η συνέργεια σε σχέση με το αδίκημα του Άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα επιτελείται κατά τον χρόνο της υπογραφής της επιταγής. Η Υπεράσπιση επικεντρώθηκε στο ότι ο Κατηγορούμενος 2 δεν ήταν το πρόσωπο που υπέγραψε τις επίδικες επιταγές. Από την μαρτυρία ωστόσο των ΜΚ1 και 4 προκύπτει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Κατηγορούμενος 2 έθεσε την υπογραφή του επί των επίδικων επιταγών (Τεκμήρια 2-5). Το γεγονός ότι έγγραφο υπογράφεται από συγκεκριμένο πρόσωπο δύναται να αποδειχθεί είτε δια της μαρτυρίας του υπογράφοντος, είτε δια της μαρτυρίας προσώπου το οποίο υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της υπογραφής, είτε δια της μαρτυρίας γραφολόγου είτε τέλος, δια της μαρτυρίας προσώπου εξοικειωμένου με την υπό αμφισβήτηση υπογραφή (Cross on Evidence, 5th edition, Butterworths, σελ. 603 επ.). Στην προκείμενη περίπτωση υπήρξε μαρτυρία τόσο αυτόπτη μάρτυρα των υπογραφών του Κατηγορούμενου 2 (ΜΚ1) όσο και γραφολόγου (ΜΚ4), των οποίων η μαρτυρία έχει γίνει αποδεκτή. Υπήρξε επίσης εισήγηση από μέρους της Υπεράσπισης, με παραπομπή στην Παυλόπουλος (ανωτέρω) και την πιο πρόσφατη Militos Trading Ltd (ανωτέρω), ότι δεν δόθηκε μαρτυρία σε σχέση με τον χρόνο υπογραφής των επίδικων επιταγών. Θα διαφωνήσω με την εν λόγω εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου των Κατηγορουμένων. Στην προκείμενη περίπτωση υπήρξε μαρτυρία για τον χρόνο υπογραφής των επίδικων επιταγών από τον ΜΚ1, ο οποίος στην αντεξέταση του δήλωσε ότι οι επιταγές υπογράφηκαν τον Φεβρουάριο του
  1. Αυτό που απομένει να εξεταστεί είναι η υποκειμενική υπόσταση, δηλαδή κατά πόσο ο Κατηγορούμενος 2 κατά τον χρόνο υπογραφής και παράδοσης των επίδικων επιταγών τον Φεβρουάριο του 2011, αντιλαμβανόταν ή γνώριζε ή έστω ήταν πρόδηλο ότι συνέβαλλε στην διάπραξη του αδικήματος από τους Κατηγορούμενους
  2. Ότι δηλαδή κατά τον χρόνο εμφάνισης των επίδικων επιταγών τον Ιούλιο του 2011 δεν θα εξοφλούνταν επειδή ο λογαριασμός θα ήταν κλειστός. Θεωρώ ότι υπάρχουν κενά στην μαρτυρία των Παραπονουμένων όσον αφορά την υποκειμενική υπόσταση. Από το σύνολο της αποδεκτής μαρτυρίας δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος 2 όταν υπέγραφε τις επίδικες επιταγές τον Φεβρουάριο του 2011 γνώριζε ή είχε λόγο να πιστεύει ότι οι επίδικες επιταγές τον Ιούλιο του 2011 δεν θα εξοφλούνταν επειδή ο λογαριασμός θα ήταν κλειστός. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω η συνέργεια επιτελείται κατά τον χρόνο υπογραφής των επίδικων επιταγών (βλ. Militos Trading Limited ανωτέρω). Καταρχάς, δεν λέχθηκε οτιδήποτε αναφορικά με τον λόγο για τον οποίο οι επιταγές θα πληρώνονταν τον Ιούλιο του 2011, ούτε και υπάρχει μαρτυρία για οποιαδήποτε ενέργεια του Κατηγορούμενου 2 κατά τον χρόνο υπογραφής των επιταγών που να υποδηλοί ότι οι επίδικες επιταγές δεν θα εξοφλούνταν. Οι ΜΚ2 και 5 ανέφεραν μεν ότι ο λογαριασμός ήταν προβληματικός και ότι παρουσιάζονταν επιταγές οι οποίες δεν πληρώνονταν, την ίδια ώρα όμως είναι γεγονός ότι μέχρι τις 8.4.11 ο λογαριασμός λειτουργούσε κανονικά παρά το γεγονός ότι υπήρχε χρεωστικό υπόλοιπο που υπερέβαινε το εγκεκριμένο όριο των €15.
  3. Δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για το εν λόγω γεγονός, όταν δε κλήθηκε ο ΜΚ5 να απαντήσει κατά πόσο γνώριζε την πρακτική βάσει της οποίας λειτουργούσε ο λογαριασμός, απάντησε αρνητικά. Ειδικότερα δε όσον αφορά τον Φεβρουάριο του 2011, ο ΜΚ5 είπε ότι υπήρξαν πιστώσεις ύψους €56.918,99 αλλά και 12 επιστροφές απλήρωτων επιταγών διευκρινίζοντας όμως ότι ορισμένες εξ αυτών πιθανόν να ξαναπαρουσιάστηκαν και να πληρώθηκαν. Περαιτέρω, δεν υπάρχει θετική μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος 2 ήταν το πρόσωπο που είχε τον οικονομικό έλεγχο των Κατηγορουμένων
  4. Η μαρτυρία περιορίστηκε στο ότι ο Κατηγορούμενος 2 ήταν το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για να δεσμεύει τους Κατηγορούμενους 1 με την υπογραφή του σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό όσον αφορά την έκδοση επιταγών, συναλλαγματικών κλπ. (βλ. Τεκμήριο 6). Όταν δε ερωτήθηκε ο ΜΚ5 κατά πόσο ο Κατηγορούμενος 2 είχε γνώση των καταστάσεων λογαριασμού (Τεκμήριο 16), ο ΜΚ5 απάντησε ότι οι καταστάσεις λογαριασμού στέλλονταν στη διεύθυνση Ίριδος 7Β 6056 Λάρνακα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Παραπονουμένων στην τελική του αγόρευση επικαλέστηκε το γεγονός αυτό, παραπέμποντας το Δικαστήριο και στη διεύθυνση που αναγράφεται στο κατηγορητήριο της υπόθεσης ως διεύθυνση επίδοσης του Κατηγορούμενου 2, για να υποστηρίξει ότι ο Κατηγορούμενος 2 είχε γνώση των καταστάσεων του επίδικου λογαριασμού αφού αυτές στέλλονταν στην ίδια διεύθυνση με αυτή του κατηγορητηρίου. Ωστόσο στο κατηγορητήριο ως διεύθυνση των Κατηγορουμένων 1 και 2 αναγράφεται η οδός Ίριδος 1Β και όχι 7Β που αναφέρεται στις καταστάσεις λογαριασμού. Το γεγονός αυτό δημιουργεί επίσης αμφιβολίες στο κατά πόσο ο Κατηγορούμενος 2 είχε γνώση των καταστάσεων του επίδικου λογαριασμού. Επιπρόσθετα, δεν διευκρινίστηκε ούτε από την ΜΚ2 ούτε από τον ΜΚ5 ποιος υπέβαλε το αίτημα για το κλείσιμο του επίδικου λογαριασμού και την χορήγηση του δανείου, προϊόν του οποίου χρησιμοποιήθηκε για την εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού και το κλείσιμο του. Οι ΜΚ2 και 5 είπαν ότι το αίτημα για την χορήγηση του δανείου υποβλήθηκε από τον πελάτη, χωρίς να διευκρινιστεί όμως κατά πόσο ο «πελάτης» ήταν ο Κατηγορούμενος 2 προσωπικά ή υπό την ιδιότητα του Διευθυντή των Κατηγορουμένων 1 ή κάποιο άλλο πρόσωπο εκ μέρους των Κατηγορουμένων
  5. Δεν μπορεί να ειπωθεί με ασφάλεια ότι το αίτημα για την χορήγηση δανείου και το κλείσιμο του λογαριασμού υποβλήθηκε από τον Κατηγορούμενο 2 προσωπικά ή υπό την ιδιότητα του Διευθυντή των Κατηγορουμένων
  6. Η μόνη μαρτυρία που έχω ενώπιον μου είναι αυτή των ΜΚ2 και 5 που απλώς αναφέρουν αόριστα ότι το αίτημα υποβλήθηκε από τον «πελάτη». Ούτε μπορεί να εξαχθεί ένα τέτοιο συμπέρασμα από το έγγραφο ημερομηνίας 28.12.2007 (Τεκμήριο 6), το οποίο, για τους λόγους που θα εξηγήσω πιο κάτω, θεωρώ ότι προσθέτει στις αμφιβολίες που υπάρχουν ως προς το κατά πόσο ο Κατηγορούμενος 2 προσωπικά ή υπό την ιδιότητα του Διευθυντή των Κατηγορουμένων 1 αιτήθηκε το κλείσιμο του επίδικου λογαριασμού και την χορήγηση του δανείου. Από το εν λόγω έγγραφο προκύπτει ότι υπάρχει και άλλος αξιωματούχος των Κατηγορουμένων 1, ήτοι κάποια Μαρία Χαραλάμπους Παναγή, η οποία υπογράφει ως Γραμματέας των Κατηγορουμένων
  7. Επίσης προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος 2 είχε εξουσιοδοτηθεί για να υπογράφει επιταγές, εντολές πληρωμής, συναλλαγματικές κλπ. των Κατηγορουμένων 1, πουθενά όμως αναφέρει ότι εξουσιοδοτήθηκε για να τερματίζει την λειτουργία του λογαριασμού ή για να συνάπτει δάνεια. Αντιθέτως, στον όρο 6 του Τεκμηρίου 6, όπου θα έπρεπε να καταγραφεί το όνομα του προσώπου που θα είχε εξουσία να διευθετεί με την Τράπεζα Κύπρου διευκολύνσεις υπό μορφή δανείου και/ή υπερβάσεως και/ή οποιεσδήποτε άλλες τραπεζικές διευκολύνσεις οποιασδήποτε μορφής, παρέμεινε κενό. Ενώ λοιπόν στα υπόλοιπα σημεία του Τεκμηρίου 6 που έπρεπε να δηλωθεί κάποιο όνομα αναγράφηκε αυτό του Κατηγορούμενου 2, στον όρο 6 όπου γίνεται ρητή αναφορά σε δάνεια και άλλες τραπεζικές διευκολύνσεις δεν αναγράφηκε οποιοδήποτε όνομα. Επομένως, εγείρονται αμφιβολίες κατά πόσο ο Κατηγορούμενος 2 υπέβαλε ή μπορούσε να υποβάλει για λογαριασμό των Κατηγορουμένων 1 αίτημα για χορήγηση δανείου. Αμφιβολίες οι οποίες θα μπορούσαν εύκολα να αντιμετωπισθούν με την παρουσίαση π.χ. του αιτήματος που υποβλήθηκε για την χορήγηση του δανείου. Σημειώνω επίσης ότι για το εν λόγω ζήτημα, δηλαδή το κενό που παρουσιάζεται στον όρο 6 του Τεκμηρίου 6, δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση. Από το σύνολο επομένως της παραδεκτής μαρτυρίας δεν μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια σε συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος 2 γνώριζε ή αντιλαμβανόταν ή έστω ότι ήταν πρόδηλο όταν υπέγραφε τις επίδικες επιταγές τον Φεβρουάριο του 2011 ότι ο λογαριασμός θα έκλεινε ή θα έπρεπε να κλείσει στις 20.6.
  8. Ως εκ τούτου, οποιοδήποτε συμπέρασμα για την ύπαρξη του απαραίτητου νοητικού στοιχείου από τον Κατηγορούμενο 2 στα περιστατικά της παρούσας, θα συνιστούσε υπόθεση και μόνο. Όπως όμως είναι γνωστό δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Επίσης στην υπόθεση Hodfield v. Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2002)2 Α.Α.Δ 414, τονίστηκε ότι σε περίπτωση ταλαντεύσεων για την ύπαρξη πρόθεσης ο κατηγορούμενος δικαιούται στο ευεργέτημα της αμφιβολίας και σε απαλλαγή του. Καταλήγοντας, θα ήθελα να σχολιάσω ακόμα μία εισήγηση που ανέπτυξε στην τελική της αγόρευση η ευπαίδευτη συνήγορος των Κατηγορουμένων. Η κα. Νικολάου εισηγήθηκε ότι η παρούσα υπόθεση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, εφόσον οι Παραπονούμενοι δεν κατήγγειλαν την υπόθεση στην αστυνομία και εκκρεμούν πολιτικές αγωγές για τις επίδικες επιταγές. Καταρχάς σημειώνω ότι δεν αποτελεί προϋπόθεση για την καταχώρηση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης η υποβολή καταγγελίας στην αστυνομία. Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της εισήγησης της κας. Νικολάου, η νομολογία μας έχει ξεκαθαρίσει ότι το γεγονός της παράλληλης έγερσης πολιτικής αγωγής δεν συνιστά από μόνο του κατάχρηση της διαδικασίας (Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522) . Στην πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι οι οποιεσδήποτε σκέψεις ή και τα ελατήρια του Παραπονουμένου δεν μπορεί να έχουν αποφασιστική σημασία. Σε κάθε περίπτωση από τη δοθείσα μαρτυρία δεν θεωρώ ότι προέκυψε, αυτό που εισηγείται η κα Νικολάου, δηλαδή ο εξαναγκασμός των Κατηγορουμένων. Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που να δεικνύει τον οποιοδήποτε αλλότριο σκοπό της παρούσας διαδικασίας. Υπό το φως των πιο πάνω, οι Κατηγορούμενοι 1 κρίνονται ένοχοι στις κατηγορίες υπ' αρ. 1,3,5 και
  1. Ο Κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, ήτοι από τις κατηγορίες υπ' αρ. 2,4,6 και
  2. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Παραπονουμένων και εναντίον των Κατηγορουμένων 1 ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 2, ενόψει του ότι η υπεράσπιση του ήταν κοινή με τους Κατηγορούμενους 1, δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.