← Κύπρος

Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ν. GOLDEN LAND CATERING LTD κ.α., ΑΡ. ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 4/13, 17/9/2014

Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ν. GOLDEN LAND CATERING LTD κ.α., ΑΡ. ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 4/13, 17/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B163 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. ΑΡ. ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 4/13 Μεταξύ: Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων Κατηγορούσας Αρχής -Εναντίον-

  1. GOLDEN LAND CATERING LTD
  2. ΜΑΡΟΥΛΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ Κατηγορουμένων ----------------------- Ημερομηνία:17 Σεπτεμβρίου 2014 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ Γ. Προδρόμου Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κα Δ. Καρακώστα για κ.κ. Λ. Λουκαϊδου Θεοφάνους Δ.Ε.Π.Ε. Κατηγορούμενοι: 1 και 2 παρόντες ------------------------ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν το αδίκημα της μη πληρωμής μισθού σε εργοδοτούμενο κατά παράβαση των άρθρων 2,9

(1)και 20 του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου, Ν.35
(1)/2007, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες διάπραξης του αδικήματος, οι Κατηγορούμενοι περί τα τέλη Αυγούστου 2012 στο εστιατόριο "Oceano" δεν κατέβαλαν στον εργοδοτούμενο τους Χάρη Παναγή το μισθό του για την πιο πάνω περίοδο συνολικού ύψους €1.600 ως όφειλαν να πράξουν. Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν από τους συνηγόρους των διαδίκων και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο τα πιο κάτω γεγονότα ως παραδεκτά: Η Κατηγορούμενη 1 κατά τον επίδικο χρόνο ήταν εταιρεία νομότυπα εγγεγραμμένη στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη. Η Κατηγορούμενη 2 κατά τον επίδικο χρόνο ήταν Διευθύντρια της Κατηγορούμενης
  1. Ο Παραπονούμενος, Χάρης Παναγή, κατά τον επίδικο χρόνο ήταν εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης
  2. Ο Παραπονούμενος εργοδοτείτο στο εστιατόριο "Oceano" Οι Παραπονούμενοι προς απόδειξη της υπόθεσης τους κάλεσαν δύο μάρτυρες, ήτοι την Μαριλένα Κακουλλή (ΜΚ1) και τον Παραπονούμενο Χάρη Παναγή (ΜΚ2). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2 και αφού τους επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, οι Κατηγορούμενοι επέλεξαν να τηρήσουν σιωπή και προσκόμισαν προς Υπεράσπιση τους δύο μάρτυρες, ήτοι τον Γιάννη Σαμψών (ΜΥ1) και τον Αναξαγόρα Γεωργίου (ΜΥ2). Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v.Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447, και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ σε εκείνα τα μέρη της μαρτυρίας τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και είναι απαραίτητα για την αξιολόγηση της. Η ΜΚ1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9, το έντυπο κατάθεσης της (Τεκμήριο 1). Σε αυτό αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι εργάζεται ως επιθεωρήτρια στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων της Επαρχίας Πάφου. Στις 26.9.12 υπέβαλε παράπονο ο Παραπονούμενος (ΜΚ2) κατά της Κατηγορούμενης 1 ισχυριζόμενος ότι δεν του καταβλήθηκε ο μισθός του για τον μήνα Αύγουστο 2012 ύψους €1.
  1. Ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι ξεκίνησε να εργάζεται στο εστιατόριο "Oceano" (στο εξής το «κέντρο») τον Απρίλιο του 2012, σταμάτησε οικειοθελώς τον Μάιο του 2012 και εργοδοτήθηκε ξανά στις 17.7.12 ενημερώνοντας εξαρχής τον εργοδότη του ότι θα εργαζόταν μέχρι το τέλος Αυγούστου
  2. Η ΜΚ1 επικοινώνησε με την Κατηγορούμενη 2 και την ενημέρωσε για το παράπονο που υποβλήθηκε εναντίον της Κατηγορούμενης
  3. Η Κατηγορούμενη 2 την παρέπεμψε στο σύζυγο της (ΜΥ2), ο οποίος ανέφερε στην ΜΚ1 ότι παλαιότερα είχε δανείσει στον Παραπονούμενο Λ.Κ.1.000, χρήματα τα οποία ο τελευταίος ουδέποτε επέστρεψε. Επίσης, ο ΜΥ2 είπε ότι ο Παραπονούμενος εγκατέλειψε την εργασία του χωρίς προειδοποίηση με αποτέλεσμα να προκαλέσει οικονομική ζημία στην Κατηγορούμενη
  4. Η ΜΚ1 ενημέρωσε για τα πιο πάνω τον Παραπονούμενο, ο οποίος είπε ότι το ποσό των Λ.Κ.1.000 το έλαβε το 1998 και δεν αφορούσε τον μισθό του Αυγούστου 2012, ενώ αρνήθηκε ότι εγκατέλειψε την εργασία του. Ακολούθως, στις 12.10.12 στάληκε επιστολή (Τεκμήριο 3) στην Κατηγορούμενη 1 με την οποία ζητείτο από την τελευταία όπως παρουσιάσει στοιχεία για την καταβολή του μισθού του Αυγούστου
  5. Δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση και στις 4.12.12, η ΜΚ1 επικοινώνησε με τον ΜΥ
  6. Στην προφορική της μαρτυρία, η ΜΚ1 ανέφερε ότι μετά την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης προσκομίστηκαν από μέρους της Κατηγορούμενης 1 στοιχεία που αφορούσαν την καταβολή διαφόρων ποσών στον Παραπονούμενο στην βάση των οποίων η Κατηγορούμενη 1 ισχυρίστηκε ότι ο μισθός του Αυγούστου 2012 είχε προπληρωθεί. Ο Παραπονούμενος από την άλλη ισχυρίστηκε ότι τα ποσά που είχε λάβει ήταν για τις υπερωρίες που είχε εργαστεί και όχι για τον μισθό του Αυγούστου
  7. Τα ποσά που δόθηκαν από την Κατηγορούμενη 1 ήταν ορισμένα σε επιταγές, άλλα σε μετρητά, ενώ ένα ποσό αφορούσε την πληρωμή ρεύματος του Παραπονούμενου στην Α.Η.Κ και άλλο την πληρωμή εξωδίκου. Σε ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, η ΜΚ1 απάντησε ότι το συνολικό ποσό που έλαβε ο Παραπονούμενος από την Κατηγορούμενη 1, με βάση τα στοιχεία που προσκόμισε η τελευταία, μπορούσε να καλύψει με μικρή διαφορά και τον μισθό του Αυγούστου
  8. Αντεξεταζόμενη, η ΜΚ1 αναφέρθηκε αναλυτικά στα ποσά που η Κατηγορούμενη 1 ισχυρίστηκε ότι κατέβαλε στον Παραπονούμενο και κατέθεσε ως Τεκμήριο 10 την σχετική κατάσταση που παρουσίασε η Κατηγορούμενη 1 στο Τμήμα της και στην οποία περιλαμβάνονται όλα τα ποσά που καταβλήθηκαν στον Παραπονούμενο. Ο Παραπονούμενος αποδέχθηκε ότι του καταβλήθηκαν τα εν λόγω ποσά, ισχυρίστηκε όμως ότι αυτά δεν καλύπτουν τον μισθό του Αυγούστου 2012 αλλά τις υπερωρίες που είχε εργαστεί. Η ΜΚ1 ανέφερε ότι για τον Ιούλιο του 2012 ο Παραπονούμενος, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της θα έπρεπε να λάβει μισθό €
  9. Επίσης το συνολικό ποσό που θα έπρεπε να λάβει από την Κατηγορούμενη 1 για ολόκληρη την περίοδο εργοδότησής του, χωρίς να υπολογιστούν οι υπερωρίες και οι ημέρες ανάπαυσης που ισχυρίστηκε ο Παραπονούμενος ότι εργάστηκε, ανέρχεται στο ποσό των €5,
  10. Σε σχετικές ερωτήσεις της ευπαίδευτης συνηγόρου των Κατηγορουμένων, η ΜΚ1 είπε ότι ο Παραπονούμενος της ανέφερε ότι εργαζόταν 7 μέρες την εβδομάδα, χωρίς ημέρα ανάπαυσης και περισσότερες από 8 ώρες την ημέρα. Περαιτέρω, η ΜΚ1 είπε ότι ο Παραπονούμενος όταν ήρθε να υποβάλει παράπονο για το μισθό Αυγούστου 2012 της ανέφερε προφορικά για τις υπερωρίες του, ωστόσο δεν καταγράφηκε επίσημο παράπονο για το εν λόγω ζήτημα. Η ΜΚ1 μου προκάλεσε θετική εντύπωση. Κατέθεσε με ειλικρίνεια για τις ενέργειες στις οποίες προέβη τόσο πριν όσο και μετά την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης στα πλαίσια των καθηκόντων της ως Επιθεωρήτρια του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων της Επαρχίας Πάφου. Κατά την αντεξέταση της δεν αμφισβητήθηκε η ακεραιότητα και η αμεροληψία της, αλλά η συνήγορος των Κατηγορουμένων περιορίστηκε κυρίως στην υποβολή διευκρινιστικών ερωτήσεων. Εν πάση περιπτώσει δεν διέκρινα οποιαδήποτε προσπάθεια από μέρους της ΜΚ1 για να ευνοήσει την μία ή την άλλη πλευρά. Ενόψει των πιο πάνω, η μαρτυρία της ΜΚ1 γίνεται αποδεκτή. Ο Παραπονούμενος ΜΚ2 ανέφερε, μεταξύ άλλων, στην κυρίως εξέταση του, ότι για την εργοδότηση του στο κέντρο είχε μιλήσει με τον κύριο Αναξαγόρα (ΜΥ2), ο οποίος είναι σύζυγος της Κατηγορούμενης 2, με τον οποίο και συμφώνησε για την εργοδότηση του. Εργάστηκε στο κέντρο από τον Απρίλιο του 2012 μέχρι την ημέρα του Κατακλυσμού του 2012, οπότε και αποχώρησε. Επέστρεψε στις 17.7.12 και εργάστηκε μέχρι τις 31.8.12 και σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι όταν αποχώρησε από την εργασία του την ημέρα του Κατακλυσμού είχε να λαμβάνει χρήματα από την Κατηγορούμενη που αφορoύσαν δεδουλευμένα και ημέρες ανάπαυσης (off) τις οποίες είχε εργαστεί. Περαιτέρω, ανέφερε ότι όταν επέστρεψε στην εργασία στις 17.7.12 μίλησε με τον ΜΥ2 με τον οποίο κατέγραψαν τις ώρες που εργάστηκε και δικαιούτο να πληρωθεί και του δόθηκε επιταγή για το ποσό των €1000 - €
  11. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δούλευε αρκετές ώρες, συγκεκριμένα ανέφερε ότι έβγαζε δουλειά για πέντε άτομα και παρά τις εισηγήσεις του για να προσληφθεί και άλλο άτομο στην κουζίνα δεν εισακούστηκε από τους εργοδότες του. Σε ερωτήσεις του κ. Προδρόμου ανέφερε ότι δούλευε τις 4 ημέρες ανάπαυσης που δικαιούτο να λαμβάνει κάθε μήνα και επιπρόσθετα δούλευε και κατά τις ημέρες ανάπαυσης της συναδέλφου του που είχε προσληφθεί στην κουζίνα. Αναφορικά με τη δεύτερη περίοδο εργασίας του στο κέντρο ανέφερε ότι το ωράριο εργασίας του ήταν από τις 4μμ μέχρι τις 11μμ τις καθημερινές και τα Σαββατοκυρίακα μέχρι τις 12μμ. Σε σχέση με τα ποσά των €100 και €150 που έλαβε τον Αύγουστο, είπε ότι αυτά αφορούσαν τις 4 ημέρες ανάπαυσης που δικαιούτο να λάβει ενδιάμεσα. Στην επισήμανση του κ. Προδρόμου ότι τα χρήματα που έλαβε από την Κατηγορούμενη 1 καλύπτουν την περίοδο που εργάστηκε, ο ΜΚ2 απάντησε ότι στα εν λόγω χρήματα περιλαμβάνονται και οι πληρωμές για τις ημέρες ανάπαυσης που εργάστηκε και δεν καλύπτουν το μισθό του για τον μήνα Αύγουστο του
  12. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι όταν υπέβαλε το παράπονο του για την μη καταβολή του μισθού για τον Αύγουστο του 2012, υπέβαλε παράπονο και για τις ημέρες ανάπαυσης. Σε ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου των Κατηγορουμένων σε σχέση με τα ποσά των €100 και €150 που έλαβε τον Αύγουστο, του 2012 ο ΜΚ2 απάντησε ότι αφορούσαν πληρωμή «off» για τον μήνα Αύγουστο δεν θυμόταν όμως αν αφορούσαν δύο ή τέσσερα «off». Ερωτηθείς για τον λόγο που αποχώρησε από την εργασία του τον Κατακλυσμό του 2012, ο ΜΚ2 είπε ότι δεν υπήρχε σεβασμός από τα γκαρσόνια προς το πρόσωπο του. Συγκεκριμένα, τον εξύβρισε γκαρσόνι με το οποίο στη συνέχεια λογομάχησε και για τον λόγο αυτό εγκατέλειψε την εργασία του. Αναφορικά με την πληρωμή του ρεύματος του και του εξωδίκου, συμφώνησε ότι για το πρώτο θα έπρεπε να αποκοπεί από τον μισθό του όχι όμως και για το εξώδικο αναφέροντας ότι δεν του ειπώθηκε ότι θα γινόταν αποκοπή. Σε σχετικές ερωτήσεις της κας. Καρακώστα, ο ΜΚ2 απάντησε ότι αποφάσισε να επιστρέψει στην εργασία του, καθώς στις 16.7.12 του είχε τηλεφωνήσει επανειλημμένως ο ΜΥ2 ζητώντας του να επιστρέψει. Συζήτησε με τον ΜΥ2 και συμφώνησαν να επιστρέψει, ξεκαθαρίζοντας του όμως ότι τέλος Αυγούστου θα σταματούσε καθώς έπρεπε να μεταβεί στις 2.9.12 στην Αγγλία για γάμο συγγενικού του προσώπου. Στις 31.8.12 όταν ανακοίνωσε στον ΜΥ2 ότι θα αποχωρούσε, ο τελευταίος στην παρουσία και μίας άλλης κοπέλας που βρισκόταν εκείνη την ώρα στην κουζίνα άρχισε να φωνάζει ότι δεν θα τον πληρώσει ούτε ένα σεντ. Αναφορικά με το ωράριο της εργασίας του κατά την πρώτη περίοδο (δηλαδή μέχρι την ημέρα του Κατακλυσμού) είπε ότι εργαζόταν από το πρωί μέχρι τις 12 το βράδυ, ωστόσο δεν έκανε οποιοδήποτε παράπονο για υπερωρίες, απλά ανέφερε στον ΜΥ2 ότι χρειαζόταν να προσληφθούν και άλλα άτομα στην κουζίνα. Στην ερώτηση της κας. Καρακώστα για ποιο λόγο δεν αναζήτησε κάπου αλλού δουλειά με καλύτερες συνθήκες, ο ΜΚ2 απάντησε ότι δεν είχε ανάγκη να εργάζεται απλά διευκόλυνε τον ΜΥ2 ο οποίος, όπως ανέφερε, ήταν καλός άνθρωπος. Τέλος, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι όταν αποχώρησε την πρώτη φορά από την εργασία του δεν υπέβαλε παράπονο στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων για το ότι του οφείλονταν «off» και αρνήθηκε την υποβολή της ευπαίδευτης συνηγόρου των Κατηγορούμενων ότι ο μισθός του Αυγούστου του έχει καταβληθεί. Από την όλη παρουσία του ΜΚ2 στο εδώλιο του μάρτυρα δεν έμεινα ικανοποιημένος ότι ο τελευταίος προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια. Κύριος άξονας της μαρτυρίας του ήταν το ότι ο μισθός του Αυγούστου δεν του καταβλήθηκε, καθώς τα ποσά που παρουσίασε η εργοδοτική πλευρά περιλαμβάνουν τις πληρωμές για τις υπερωρίες που εργάστηκε και τις ημέρες ανάπαυσης που δικαιούτο να λάβει κατά την πρώτη περίοδο απασχόλησης του, δηλαδή μέχρι την ημέρα του Κατακλυσμού. Δεν έθεσε όμως ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε συγκεκριμένη μαρτυρία για τις υπερωρίες και τις ημέρες ανάπαυσης που κατ' ισχυρισμό εργάστηκε και για το ποσό που αντιστοιχούσε στα πιο πάνω. Περιορίστηκε να αναφέρει γενικά ότι εργαζόταν αρκετές ώρες και ότι εργάστηκε όλες τις ημέρες ανάπαυσης του, αλλά και τις ημέρες που δικαιούτο ανάπαυση η άλλη κοπέλα που δούλευε μαζί του στην κουζίνα. Την ίδια ώρα όμως ισχυρίστηκε ότι είχαν υπολογίσει με τον ΜΥ2 τις ώρες και τις ημέρες ανάπαυσης που είχε εργαστεί κατά την πρώτη περίοδο και πληρώθηκε για αυτές τον Ιούλιο. Δημιουργεί επομένως ερωτηματικά το γεγονός ότι ο ΜΚ2 δεν συγκεκριμενοποίησε στην μαρτυρία του τις ισχυριζόμενες υπερωρίες και το χρηματικό ποσό που αντιστοιχούσε σε αυτές. Ούτε και παρουσιάστηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία ή οποιοδήποτε στοιχείο που να επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του ΜΚ2 ότι εργαζόταν κατά τις ημέρες ανάπαυσης του και πέραν του κανονικού ωραρίου. Επιπρόσθετα, ο ΜΚ2 στην προσπάθεια του να ενισχύσει την θέση του ότι εργαζόταν κατά τις ημέρες ανάπαυσης του και πέραν του κανονικού ωραρίου, ισχυρίστηκε ότι ήταν ο μοναδικός μάγειρας και ότι παρά τις εισηγήσεις του για πρόσληψη και άλλου προσωπικού για την κουζίνα οι εργοδότες του δεν προχώρησαν σε άλλες προσλήψεις. Ωστόσο, όταν ερωτήθηκε από τον κ. Προδρόμου για τις ημέρες ανάπαυσης που εργάστηκε κατά την πρώτη περίοδο απασχόλησης του, ανέφερε ότι πέραν των ημερών που ο ίδιος δικαιούτο για ανάπαυση εργαζόταν και τις ημέρες που δικαιούτο ανάπαυση η άλλη κοπέλα που ήταν στην κουζίνα. Ο ΜΚ2 δηλαδή παραδέχθηκε στην ουσία ότι υπήρχε και άλλο άτομο που εργαζόταν μαζί του και κατά την πρώτη περίοδο απασχόλησης του. Επίσης αίσθηση προκαλεί το γεγονός ότι ο ΜΚ2 όταν αποχώρησε την πρώτη φορά από την εργασία του δεν υπέβαλε οποιοδήποτε παράπονο για τις απλήρωτες υπερωρίες και ημέρες ανάπαυσης, ούτε και αποτέλεσε το γεγονός αυτό την αιτία για την αποχώρηση του. Όταν δε ο ΜΥ2 του ζήτησε επιμόνως στις 16.7.12 να επιστρέψει στην εργασία του, αυτός επέστρεψε την επομένη ημέρα και όπως προκύπτει από την μαρτυρία του δεν έθεσε ως προϋπόθεση για την επιστροφή του την πληρωμή των όσων η Κατηγορούμενη 1 του όφειλε. Όπως δε προκύπτει από την μαρτυρία της ΜΚ1, όταν ο ΜΚ2 υπέβαλε παράπονο στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων δήλωσε ότι σταμάτησε να εργάζεται κατά την πρώτη περίοδο απασχόλησης διότι ήταν αρκετές οι ώρες και ο φόρτος εργασίας. Κατά την αντεξέταση του ωστόσο ως αιτία για την αποχώρηση του από την εργασία του ανέφερε την έλλειψη σεβασμού από τα γκαρσόνια προς το πρόσωπο του και αναφέρθηκε σε συγκεκριμένο επεισόδιο που έλαβε χώρα με γκαρσόνι μετά από το οποίο αποφάσισε να εγκαταλείψει την εργασία του. Ξενίζει επίσης το γεγονός ότι ενώ τον Κατακλυσμό του 2012 αποχώρησε από την εργασία του διότι λογομάχησε με σερβιτόρο και γενικά διότι δεν υπήρχε σεβασμός προς το πρόσωπό του από τους σερβιτόρους, δεν έπραξε όμως το ίδιο όταν, κατά τον ισχυρισμό του, στις 2 ή 3 Αυγούστου ο ΜΥ2 του επιτέθηκε πιάνοντας τον από τον λαιμό. Εύλογα θα ανέμενε κάποιος και στη δεύτερη αυτή περίπτωση ο ΜΚ2 να αποχωρήσει από την εργασία του από την στιγμή που για πιο ασήμαντα περιστατικά είχε κατά το παρελθόν αποχωρήσει από την εργασία του. Ιδιαιτέρως αν κάποιος αναλογιστεί ότι ο ΜΚ2, σύμφωνα με τους δικούς του ισχυρισμούς, δεν είχε ανάγκη να δουλεύει και επέστρεψε στην εργασία του διότι ήθελε να διευκολύνει τον ΜΥ
  13. Τα πιο πάνω αναδεικνύουν ορισμένες από τις ουσιώδεις αντιφάσεις που παρατηρούνται στη μαρτυρία του ΜΚ2 και καταδεικνύουν, κατά την άποψη μου, την ανακολουθία της μαρτυρίας του. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην μαρτυρία του ΜΚ2, η οποία και απορρίπτεται. Ο ΜΥ1 ανέφερε, μεταξύ άλλων, στην κυρίως εξέταση του ότι είναι γαμπρός της Κατηγορούμενης 2 και κατά τον επίδικο χρόνο ήταν υπεύθυνος στο κέντρο. Στο κέντρο, εκτός από τον Παραπονούμενο (ΜΚ2), εργάζονταν ακόμα τρεις μάγειρες περιλαμβανομένης της Κατηγορούμενης 2 η οποία βοηθούσε τον Παραπονούμενο στην κουζίνα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν είναι ο ίδιος που προσέλαβε τον Παραπονούμενο ούτε και γνωρίζει τους όρους βάσει των οποίων απασχολείτο ο τελευταίος. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι είχαν συχνά αψιμαχίες με τον Παραπονούμενο για τον τρόπο που φερόταν στα γκαρσόνια. Περαιτέρω, ο ΜΥ1 είπε ότι δεν γνωρίζει τον λόγο για τον οποίο επαναπροσλήφθηκε ο Παραπονούμενος και τέλος ανέφερε ότι δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με τις πληρωμές του προσωπικού. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της μαρτυρίας του ΜΥ1, η μαρτυρία του δεν σχετίζεται άμεσα με τα επίδικα θέματα. Ο ΜΥ1 χαρακτηριστικά δήλωσε ότι δεν γνωρίζει τους όρους εργοδότησης του Παραπονούμενου, ούτε και είχε οποιαδήποτε σχέση με την πληρωμή του προσωπικού της Κατηγορούμενης
  14. Ενόψει των πιο πάνω, θεωρώ ότι η μαρτυρία του ΜΥ1 δεν έχει να προσφέρει οτιδήποτε στην επίλυση των επίδικων θεμάτων και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Ο ΜΥ2 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, την γραπτή δήλωση του (Τεκμήριο 11). Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι το κέντρο άρχισε να λειτουργεί τον Απρίλιο του 2012 και κατά την έναρξη της λειτουργίας του εργοδοτούντο σε αυτό πέντε σερβιτόροι, δύο μπαρμαν, δύο μάγειροι, δύο βοηθοί μάγειροι και μία καθαρίστρια. Τον Παραπονούμενο (ΜΚ2) τον γνώριζε από παλιά και 15 περίπου μέρες πριν την έναρξη λειτουργίας του κέντρου συναντήθηκε μαζί του και του πρότεινε να δουλέψει στο κέντρο. Συγκεκριμένα, συμφώνησαν ότι ο μηνιαίος μισθός του θα ήταν €1.600 πλεον κοινωνικές ασφαλίσεις, θα εργαζόταν με το σύστημα βάρδιας, δηλαδή είτε το πρωί από τις 8πμ μέχρι τις 5μμ ή το απόγευμα από τις 3μμ μέχρι τις 12μμ. Θα εργαζόταν συνολικά 9 ώρες την ημέρα με μία ώρα διάλειμμα για φαγητό και θα δικαιούτο 4 μέρες ανάπαυσης τον μήνα. Υπήρχαν προβλήματα με την συμπεριφορά του Παραπονούμενου, καθώς μάλωνε και έβριζε τους σερβιτόρους, ενώ λίγες μέρες πριν τον Κατακλυσμό του 2012 εγκατέλειψε απροειδοποίητα την εργασία του. Περί τις 15.7.12, τηλεφώνησε στον Παραπονούμενο και του ζήτησε να επιστρέψει στο κέντρο για εργασία, καθώς πλησίαζε ο Αύγουστος, υπήρχε αυξημένη κίνηση στο κέντρο και ήταν δύσκολο να εξεύρει μάγειρα εκείνη την περίοδο. Παραμονή του Δεκαπενταυγούστου εγκατέλειψε και πάλι χωρίς προειδοποίηση την εργασία του διότι μάλωσε με τους σερβιτόρους. Τέλος του Αυγούστου τον ενημέρωσε ότι θα σταματούσε την εργασία του και παρά την παράκληση του ΜΥ2 να παραμείνει μέχρι το τέλος του Σεπτέμβρη, ο Παραπονούμενος αποχώρησε. Ο ΜΥ2 ανέφερε ότι ο Παραπονούμενος ουδέποτε εργάστηκε στις ημέρες ανάπαυσης του, ούτε και εργάστηκε υπερωρίες. Ο ΜΥ2 εκπλάγηκε όταν ενημερώθηκε από το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων για το παράπονο που υπέβαλε ο Παραπονούμενος και αντιδρώντας ανέφερε ότι θα απαιτούσε και ο ίδιος το ποσό των Λ.Κ.1.000 που του είχε παλαιότερα δανείσει. Τα ποσά τα οποία αναφέρονται στην κατάσταση (Τεκμήριο 10), που ετοιμάστηκε από τους λογιστές της Κατηγορούμενης 1, αφορούν τους μισθούς που έλαβε ο Παραπονούμενος και δεν σχετίζονται με πληρωμές για υπερωρίες ή για ημέρες ανάπαυσης που ισχυρίζεται ο τελευταίος ότι εργάστηκε. Όσον αφορά τα ποσά που πληρώθηκαν για την Α.Η.Κ και για το εξώδικο, ο Παραπονούμενος συμφώνησε ότι αυτά θα αποκόπτονταν από τον μισθό του. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ2 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η συμφωνία που συνήψε για την εργοδότηση του Παραπονούμενου ήταν προφορική. Ο ΜΥ2 κατονόμασε κάποια Μιχαέλα Φεράξου ως την δεύτερη μάγειρα που εργαζόταν μαζί με τον Παραπονούμενο στην κουζίνα του κέντρου. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ο ΜΥ2 ανέφερε ότι ο Παραπονούμενος λόγω του χαρακτήρα του, δημιουργούσε προβλήματα στην ομαλή λειτουργία του κέντρου. Πάρα ταύτα αναγκάστηκε να τον επαναπροσλάβει διότι είχε αυξηθεί η δουλειά και ενόψει του επικείμενου Αυγούστου ήταν δύσκολο να βρει και να εργοδοτήσει άλλο μάγειρα εκείνη την περίοδο. Κληθείς να υποδείξει επί του Τεκμηρίου 10 το ποσό που έλαβε ο Παραπονούμενος για τον μισθό του Αυγούστου του 2012, ο ΜΥ2 απάντησε ότι η εν λόγω κατάσταση (Τεκμήριο 10) παρουσιάζει όλα τα ποσά που έλαβε ο ΜΚ2 κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του τα οποία αντιστοιχούν στις μέρες που εργάστηκε και προκύπτει μάλιστα ότι του καταβλήθηκαν και πέραν των ποσών που δικαιούτο να λάβει με βάση την συμφωνία εργοδότησης του. Επίσης, ο ΜΥ2 ανέφερε ότι ο Παραπονούμενος ουδέποτε περίμενε να πληρωθεί τον μισθό του στο τέλος του μήνα, αλλά πάντα ζητούσε χρήματα έναντι. Σε σχετική ερώτηση του κ. Προδρόμου, ο ΜΥ2 απάντησε ότι ανάφερε στη ΜΚ1 για το ποσό των Λ.Κ.1.000 διότι πικράθηκε από την συμπεριφορά του Παραπονούμενου, αρνήθηκε όμως ότι είπε στη ΜΚ1 ότι δεν θα πληρώσει τον μήνα Αύγουστο διότι του οφείλει το εν λόγω ποσό. Τέλος, ο ΜΥ2 αρνήθηκε υποβολές του κ. Προδρόμου ότι ο Παραπονούμενος εργάστηκε κατά τις ημέρες ανάπαυσης του και υπερωρίες καθώς και ότι εκδικητικά δεν του πλήρωσε τον μισθό του Αυγούστου 2012 διότι δεν παρέμεινε για να εργαστεί στο κέντρο και τον Σεπτέμβρη. Ο ΜΥ2 σε γενικές γραμμές μου προξένησε θετική εντύπως ως μάρτυρας της αλήθειας. Θεωρώ ότι μετέφερε με αντικειμενικότητα στο Δικαστήριο τα γεγονότα, παρά το ότι σε ορισμένα στάδια της αντεξέτασης του απαντούσε με έντονο τρόπο. Δεν παραβλέπω το γεγονός ότι όσον αφορά το ποσό των Λ.Κ 1000 υπάρχει κάποια φαινομενική αντίφαση μεταξύ της μαρτυρίας της ΜΚ1, η οποία έγινε αποδεκτή, και της μαρτυρίας του ΜΥ
  15. Συγκεκριμένα, κατά την αντεξέταση του ΜΥ2 του υποβλήθηκε η θέση πως ανέφερε στην ΜΚ1 ότι δεν θα πλήρωνε το μισθό του Παραπονούμενου καθώς ο τελευταίος δεν του είχε επιστρέψει το ποσό των Λ.Κ.1.000 που του είχε δανείσει. Ωστόσο από την μαρτυρία της ΜΚ1 προκύπτει ότι η Κατηγορούμενη 2 ήταν αυτή που της ανέφερε πως δεν θα πλήρωναν τον μισθό του Παραπονούμενου διότι δεν είχε αποπληρώσει το ποσό των Λ.Κ.1.000, ενώ για τον ΜΥ2 είπε ότι της ανέφερε πως είχε δανείσει το εν λόγω ποσό στον Παραπονούμενο ο οποίος δεν του το επέστρεψε (βλ. Τεκμήριο 1). Κατά συνέπεια δεν υπάρχει ουσιαστικά αντίφαση μεταξύ των δύο, αφού η ΜΚ1 δεν ισχυρίστηκε στην μαρτυρία της ότι ο ΜΥ2 της είπε πως δεν θα πλήρωνε τον μισθό του Παραπονούμενου επειδή ο τελευταίος δεν του επέστρεψε το ποσό των Λ.Κ.1.
  16. Κατά τα λοιπά δεν δημιουργήθηκε οποιοδήποτε ρήγμα στην μαρτυρία του ΜΥ2, ούτε και κλονίστηκε η αξιοπιστία του κατά την αντεξέταση του. Ως εκ των πιο πάνω, η μαρτυρία του ΜΥ2 γίνεται αποδεκτή. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, λαμβάνοντας επίσης υπόψη μου και τα παραδεκτά γεγονότα που αναφέρθηκαν πιο πάνω, καταλήγω στα ακόλoυθα ευρήματα: Η Κατηγορούμενη 1 κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση χρόνο ήταν δεόντως εγγεγραμμένη εταιρεία στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επισήμου Παραλήπτη και η Κατηγορούμενη 2 ήταν διευθύντρια της Κατηγορούμενης
  17. Ο Παραπονούμενος κατά την περίοδο Απριλίου 2012 - Αυγούστου 2012, με εξαίρεση τον Ιούνιο του 2012 ήταν εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης 1 και συγκεκριμένα απασχολείτο στο καφέ - εστιατόριο με την επωνυμία "Oceano" ως μάγειρας. Τον Παραπονούμενο προσέλαβε για λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 ο Αναξαγόρας Γεωργίου, (ΜΥ2) σύζυγος της Κατηγορούμενης
  18. Μεταξύ των δύο συμφωνήθηκε προφορικά ότι ο μηνιαίος καθαρός μισθός του Παραπονούμενου θα ήταν €1.
  19. Ο Παραπονούμενος, λόγω προβλημάτων που είχε με τους σερβιτόρους στο κέντρο "Oceano", αποχώρησε χωρίς προειδοποίηση από την εργασία του λίγες μέρες πριν τον Κατακλυσμό του 2012 και μετά από πρόταση του Αναξαγόρα Γεωργίου επέστρεψε στην εργασία του στις 17.7.
  20. Στις 31.8.12, ο Παραπονούμενος ανακοίνωσε στον Αναξαγόρα Γεωργίου ότι θα αποχωρήσει από την εργασία του. Ακολούθως, στις 26.9.12 ο Παραπονούμενος υπέβαλε στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων Πάφου παράπονο ισχυριζόμενος ότι η Κατηγορούμενη 1 του οφείλει τον μισθό του Αυγούστου
  21. Ο μισθός του Παραπονούμενου δεν καταβαλλόταν ολόκληρος στο τέλος εκάστου μήνα, αλλά σε διάφορα διαστήματα κατά την διάρκεια κάθε μήνα καθώς ο Παραπονούμενος ζητούσε κατά την διάρκεια κάθε μήνα την πληρωμή ποσών έναντι του μισθού του. Η Κατηγορούμενη 1 για την περίοδο που εργοδότησε τον Παραπονούμενο κατέβαλε σε αυτόν το συνολικό ποσό των €5.
  22. Νομική Πτυχή Η Κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει το αδίκημα της μη πληρωμής μισθού σε μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό. Το άρθρο 9
(1)του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου Ν.35
(1)/2007, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί (στο εξής ο «Νόμος») διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «9. -
(1)Η συχνότητα της πληρωμής των μισθών πρέπει να είναι τουλάχιστον εβδομαδιαία, εκτός για μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό, οπότε πρέπει να είναι τουλάχιστον μηνιαία.» Στο δε ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου, οι έννοιες «εργοδοτούμενος» και «μισθός» καθορίζονται ως εξής: «"εργοδοτούμενος" σημαίνει πρόσωπο που εργάζεται για άλλο πρόσωπο, είτε δυνάμει σύμβασης εργασίας ή μαθητείας, είτε κάτω από τέτοιες περιστάσεις, από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου και ο όρος "εργοδότης" θα ερμηνεύεται ανάλογα και θα περιλαμβάνει την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας· "μισθός" σημαίνει κάθε χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από απασχόληση εργοδοτούμενου και κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση που είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης, και περιλαμβάνει τις εισφορές ταμείων προνοίας, καθώς επίσης και την εισφορά που πρέπει να καταβάλλεται στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών, το οποίο ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου και δεν περιλαμβάνει έκτακτες προμήθειες ή κατά χάριν (ex- gratia) πληρωμές·» Σύμφωνα επομένως με τα πιο πάνω, η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρχε σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου, στα πλαίσια της οποίας ο Παραπονούμενος δικαιούτο να λάβει μισθό. Όσον αφορά το βάρος απόδειξης για την καταβολή του μισθού, σύμφωνα με το άρθρο 12
(3)του Νόμου, αυτό το φέρει ο εργοδότης. Συγκεκριμένα το πιο πάνω αναφερόμενο άρθρο έχει ως ακολούθως: «
(3)Το βάρος της απόδειξης για την καταβολή του μισθού σε εργοδοτούμενο φέρει ο εργοδότης.» Το πιο πάνω αναφερόμενο εδάφιο 3 του άρθρου 12, προστέθηκε στο Νόμο με την τροποποίηση που επέφερε ο Ν.200
(1)/2012 στις 28.12.
  1. Η τροποποίηση δηλαδή με την οποία ο Νομοθέτης καθόρισε ότι το σχετικό βάρος απόδειξης εναποτίθεται στους ώμους του εργοδότη έλαβε χώρα μετά την διάπραξη του επίδικου αδικήματος το οποίο διαπράχθηκε τον Αύγουστο του
  2. Παρά ταύτα θεωρώ ότι η εν λόγω πρόνοια έχει αναδρομική ισχύ και εφαρμόζεται εν προκειμένω, καθώς δεν είναι ουσιαστικής φύσης αλλά σχετίζεται με την απόδειξη. Σχετικά είναι όσα ειπώθηκαν στην υπόθεση Σοφοκλέους κ.α. ν. Στυλιανού
(1992)1Α Α.Α.Δ 81: «Το ζήτημα της αναδρομικής ισχύος των Νόμων και οι αρχές που το διέπουν, ανάλογα με το αν οι νομικές πρόνοιες είναι ουσιαστικής ή δικονομικής φύσης, έχουν εξηγηθεί σε μεγάλη σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Πράγματι, αντίθετα προς όσα ισχύουν για τους ουσιαστικούς νόμους, οι δικονομικοί κανόνες αλλά και εκείνοι που σχετίζονται με την απόδειξη, θεωρούνται ότι έχουν αναδρομική ισχύ εκτός αν φανεί οτι προκύπτει καθαρά αντίθετη πρόθεση του νομοθέτη ή, όπως έχει τεθεί διαφορετικά, υπάρχει καλός λόγος για το αντίθετο.» Στην παρούσα περίπτωση, ο Νομοθέτης δεν συμπεριέλαβε στον τροποποιητικό νόμο οποιαδήποτε ρύθμιση από την οποία να προκύπτει ότι η πρόθεση του ήταν η μη απόδοση αναδρομικής ισχύος στην εν λόγω νομική πρόνοια. Επομένως, το βάρος απόδειξης για την καταβολή του μισθού το φέρει η Κατηγορούμενη 1. Αποτελεί δε σταθερή θέση του δικαίου της απόδειξης ότι όταν το βάρος απόδειξης εναποτίθεται στους ώμους του Κατηγορούμενου, αυτό το βάρος μπορεί να αποσεισθεί με μαρτυρία που ικανοποιεί το Δικαστήριο με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και όχι πέραν από κάθε λογική αμφιβολία όπως χρειάζεται στην περίπτωση της Κατηγορούσας Αρχής για να αποδείξει την κατηγορία. (Γενικός Εισαγγελέας v. Μακρής
(1984)2 Α.Α.Δ 332). Η Κατηγορούμενη 2 κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ότι συμμετείχε στη διάπραξη του αδικήματος. Το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα έχει ως εξής: «20. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχτεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος είτε σε ποινικό αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Καταδίκη για το αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη ποινικού αδικήματος, συνεπάγει ίδιες συνέπειες από κάθε άποψη, καθώς και καταδίκη για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Εκείνος που προάγει άλλο στη διενέργεια πράξης ή παράλειψης τέτοιας φύσης ώστε, αν γινόταν από τον ίδιο θα διενεργείτο από αυτό κάποιο ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη δύναται να διωχτεί δε όπως αν είχε διενεργήσει το ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη.» Έχει νομολογηθεί πως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών σε αυτό, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. (βλ. Επίσημος Παραλήπτης και Εκκαθαριστής της Εταιρείας C.H. Zakakiotis (Disco) Ltd v. Kalavas & Associates Ltd κ.ά.
(1999)2 Α.Α.Δ. 523). Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000 στη σελίδα 70, παράγραφος Α. 5.2, αναφέρεται πως η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι ( Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, δηλαδή την μαρτυρία που έχω κρίνει ως αποδεκτή, τα παραδεκτά γεγονότα, την νομική πτυχή, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι μεταξύ της Κατηγορούμενης 1 και του Παραπονούμενου υπήρχε σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου, στα πλαίσια της οποίας ο Παραπονούμενος δικαιούτο κάθε μήνα να λαμβάνει μισθό ύψους €1.600 από την Κατηγορούμενη
  1. Αυτό που απομένει πλέον να εξεταστεί είναι κατά πόσο η Κατηγορούμενη 1 απέσεισε στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων το βάρος της απόδειξης για την καταβολή του μισθού Αυγούστου
  2. Όπως προκύπτει από την αποδεκτή μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΥ2, η εργοδοτική πλευρά παρουσίασε στοιχεία που αφορούν το συνολικό ποσό που έλαβε ο Παραπονούμενος για τις περιόδους που εργάστηκε στο κέντρο Oceano (Τεκμήριο 10) και το οποίο συμποσούται στο ποσό των €5.
  3. Το εν λόγω ποσό καλύπτει τους μισθούς που όφειλε η Κατηγορούμενη 1 να καταβάλει στον Παραπονούμενο για την περίοδο της εργοδότησης του, αφού σύμφωνα με τους υπολογισμούς της ΜΚ1 το συνολικό ποσό που θα έπρεπε να λάβει ανέρχεται σε €5.
  4. Σημειώνω επίσης ότι και ο Παραπονούμενος στην μαρτυρία του παραδέχθηκε ότι πράγματι έλαβε το πιο πάνω συνολικό ποσό. Επίσης, όπως προκύπτει από την μαρτυρία που έχω κρίνει ως αποδεκτή, ο Παραπονούμενος ουδέποτε κατά την διάρκεια της εργοδότησης του ανέμενε να πληρωθεί στο τέλος του μήνα, αλλά αντιθέτως μετά από δικά του αιτήματα προπληρωνόταν τον μισθό του σε διάφορα διαστήματα κατά τη διάρκεια εκάστου μήνα. Όσον δε αφορά τα ποσά των €252,23 για την πληρωμή της Α.Η.Κ και του ποσού των €85,00 για την πληρωμή εξωδίκου, η Κατηγορούμενη 1 νομιμοποιείτο να τα αποκόψει από τον μισθό του Παραπονούμενου εφόσον υπήρξε συγκατάθεση του και δεν υπήρξε οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι με την αποκοπή των εν λόγω ποσών δεν μπορούσε να συντηρήσει τον εαυτό του και την οικογένεια του (βλ. άρθρο 10
(1)(ε) και
(4)του Νόμου). Συνεπώς, η Κατηγορούμενη 1 απέδειξε στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι κατέβαλε στον Παραπονούμενο τον μισθό του για τον Αύγουστο του 2012. Από την άλλη ο ισχυρισμός του Παραπονουμένου ότι στο πιο πάνω ποσό περιλαμβάνονταν πληρωμές για υπερωρίες και για τις ημέρες ανάπαυσης που εργάστηκε, παρέμεινε μετέωρος και ατεκμηρίωτος. Η πιο πάνω κατάληξη είναι αυτονόητο ότι συμπαρασύρει και την κατηγορία εναντίον της Κατηγορούμενης 2, η οποία κατηγορείτο δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 ότι συμμετείχε στη διάπραξη του αδικήματος. Σε κάθε ωστόσο περίπτωση, ακόμα δηλαδή και αν η Κατηγορούμενη 1 κρινόταν ένοχη, η Κατηγορούμενη 2 θα αθωωνόταν από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν διεφάνη η οποιαδήποτε συμμετοχή της Κατηγορούμενης 2 στο υπό εκδίκαση αδίκημα. Αντιθέτως, αυτό που διεφάνη από την προσκομισθείσα μαρτυρία είναι ότι η Κατηγορούμενη 2 δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στην επίδικη διαφορά ή οποιαδήποτε γνώση των περιστάσεων διάπραξης του αδικήματος. Από την άλλη το γεγονός ότι η τελευταία είναι Διευθύντρια της Κατηγορούμενης 1 δεν δημιουργεί από μόνο του ποινική ευθύνη για την Κατηγορούμενη 2 (βλ. Ευριβιάδης ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 600 και άρθρο 20
(5)του Νόμου). Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.