Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ANDREI ALIN BANDITS κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 457/14, 18/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B164 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 457/14 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.
- ANDREI ALIN BANDITS
- HOCA MARIUS FLORIN Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 18.09.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού Για Κατηγορουμένους 1 και 2: κα Α. Σαββίδου Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΔΙΚΗΣ ΕΝΤΟΣ ΔΙΚΗΣ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥΣ 1 ΚΑΙ 2) Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν 6 κατηγορίες διάρρηξης κατοικίας εκ των οποίων η μία νυκτερινή, 6 κατηγορίες κλοπής από κατοικίες και 6 κατηγορίες συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος καθώς επίσης ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει επιπλέον κατηγορία παράνομης κατοχής περιουσίας, στις οποίες αμφότεροι δήλωσαν σε όλες μη παραδοχή. Κατά την ακροαματική διαδικασία ο πρώτος μάρτυρας κατηγορίας, αστυφύλακας 2827 Χαράλαμπος Ιακώβου (ΜΚ1), επιχείρησε να καταθέσει ως τεκμήριο γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου 2 μέσα από την οποία παραδέχεται τη διάπραξη των κατ' ισχυρισμό αδικημάτων του κατηγορητηρίου. Αυτή η προσπάθεια προσέκρουσε στην ένσταση της υπεράσπισης, η οποία ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι το συγκεκριμένο έγγραφο δεν πρέπει να κατατεθεί επειδή έχει ληφθεί χωρίς την ελεύθερη βούληση του κατηγορουμένου 2 αλλά δόθηκε κατόπιν υποσχέσεων που του δόθηκαν ότι θα αφεθεί ελεύθερος αν παραδεχόταν και έδινε το περιεχόμενο που έδωσε και ότι δεν θα κατηγορείτο. Παρόμοιος ισχυρισμός τέθηκε και για την γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου 1 μέσα από την οποία ο εν λόγω κατηγορούμενος παραδέχεται τη διάπραξη των αδικημάτων. Είναι η θέση της υπεράσπισης ότι η κατάθεση του κατηγορουμένου 1 δόθηκε χωρίς τη θέληση του αφού δέχθηκε και αυτός υποσχέσεις ότι θα αφηνόταν ελεύθερος χωρίς να κατηγορηθεί αν παραδεχόταν και έδινε το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε. Παράλληλα, είναι η θέση της υπεράσπισης ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος απειλήθηκε ότι αν δεν παραδεχόταν η σύζυγος και η θυγατέρα του θα κατέληγαν στην φυλακή. Ανάλογος ισχυρισμός υπεβλήθηκε για τα αστυνομικά έντυπα υποδείξεων σκηνών από τους κατηγορουμένους. Ειδικότερα είναι η θέση της υπεράσπισης ότι: (α) οι υποδείξεις σκηνών από τον κατηγορούμενο 1 δεν ήταν προϊόν ελεύθερης βούλησης επειδή η αστυνομία τον μετέφερε στα διάφορα σπίτια με το αστυνομικό όχημα που είχε μεταβεί προηγουμένως ο κατηγορούμενος 2 και η σύζυγος του κατηγορουμένου 2 και τότε του λέχθηκε ότι μόνο αν πραγματοποιούσε τις δηλώσεις που προέβηκε στις υποδείξεις σκηνών δεν θα συλλάμβαναν τη σύζυγο και τη θυγατέρα του και ότι θα τις άφηναν ελεύθερες, χωρίς αυτές να εμπλακούν σαν κατηγορούμενες στην υπόθεση αυτή, (β) οι υποδείξεις σκηνών από τον κατηγορούμενο 2 δεν ήταν προϊόν ελεύθερης βούλησης αλλά έγιναν κατόπιν υπόδειξης τους από την αστυνομία, μέλη της οποίας τον έβαλαν μέσα σε αστυνομικό όχημα και τον έπαιρναν στα σπίτια και κάθε φορά του έλεγαν τι να πει και ακολούθως η διερμηνέας του υποδείκνυε που να υπέγραφε και ο εν λόγω κατηγορούμενος έλεγε αυτά που οι αστυνομικοί του έλεγαν, αν και αντιλαμβανόταν ότι ήταν ένοχος, επειδή του υποσχέθηκαν πως μόνο με αυτόν τον τρόπο θα αφηνόταν ελεύθερος και ότι σε 2-3 εβδομάδες θα επέστρεφε στη χώρα καταγωγής του (Ρουμανία). Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο διέταξε τη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης για να διευκρινιστούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες λήφθηκαν τα προαναφερόμενα επίμαχα έγγραφα καθώς και γενικότερα να εξεταστούν τα πιο πάνω σημεία. Τα εν λόγω έγγραφα που είναι συνταγμένα στη μητρική γλώσσα των κατηγορουμένων που είναι η ρουμανική αλλά και μεταφράστηκαν πιστά στην ελληνική γλώσσα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια ΔΕΔ2Α, 2Β, 3Α, 3Β, 4Α, 4Β, 5Α, 5Β, 6Α, 6Β, 7Α, 7Β, 8Α, 8Β, 9Α, 9Β, 10Α και 10Β. Στη διαδικασία δίκης εντός δίκης που ακολούθησε η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε τρεις μάρτυρες ενώ η υπεράσπιση παρουσίασε τους δύο κατηγορουμένους. Πρώτος μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής ήταν ο αστυφύλακας 2827 Χαράλαμπος Ιακώβου (ΜΚΔΕΔ1). Στην κυρίως εξέταση του ο ΜΔΕΔ1 κατάθεσε ως ΔΕΔ1 γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 17.01.14 μέσα από την οποία αναφέρει πως η αστυνομία διερεύνησε την καταγγελία της Αλίνας Χριστίνα Κωνσταντινέσκου από τη Ρουμανία αλλά και ποιο ήταν το αποτέλεσμα των ερευνών που οι ανακριτικές αρχές διεξήγαγαν. Ερχόμενος στις συνθήκες κάτω από τις οποίες λήφθηκαν τα επίμαχα έγγραφα, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι όταν στις 14.02.14 μετέβηκε στα κρατητήρια της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου για ανάκριση των υπόπτων ο κατηγορούμενος 2 εξέφρασε την επιθυμία να προβεί σε θεληματική κατάθεση και να αποκαλύψει τις διαρρήξεις που διέπραξε, πράγμα που έγινε με τη βοήθεια διερμηνέα και στην παρουσία του αστυφύλακα 1422 Γιώργου Λεωνίδα. Ακολούθως είπε ότι ο ίδιος κατηγορούμενος εξέφρασε την επιθυμία να προχωρήσει σε υποδείξεις σκηνών, πράγμα που επίσης έγινε. Επιπλέον, ο ΜΔΕΔ1 σημείωσε ότι την επόμενη ημέρα ο κατηγορούμενος 1 ζήτησε να τον δει και κατά την συνάντηση τους του εξέφρασε την επιθυμία να δώσει και αυτός θεληματική κατάθεση, πράγμα που έγινε με τη βοήθεια διερμηνέα και στην παρουσία του αστυφύλακα 2798 Σάββα Καραολή. Όπως ο μάρτυρας αυτός ακόμη ανάφερε, ο κατηγορούμενος 2 στη συνέχεια εξέφρασε την επιθυμία να προχωρήσει σε υποδείξεις σκηνών, πράγμα που έπραξε. Ο εν λόγω μάρτυρας απέρριψε τον ισχυρισμό των κατηγορουμένων ότι τους δόθηκαν υποσχέσεις εις αντάλλαγμα να προβούν σε γραπτές θεληματικές καταθέσεις. Ακόμη απέρριψε τη θέση της υπεράσπισης ότι η αστυνομία υποσχέθηκε στον κατηγορούμενο 2 ότι αν προέβαινε σε θεληματική κατάθεση θα αφηνόταν ελεύθερος και προς ενίσχυση αυτού επικαλέστηκε γνώση του εν λόγω κατηγορουμένου ότι εναντίον του εκκρεμούσε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Επίσης ο εν λόγω μάρτυρας απέρριψε την εκδοχή της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος 1 απειλήθηκε πως αν αρνιόταν να προβεί σε θεληματική κατάθεση και/ή ότι αν δεν πραγματοποιούσε υποδείξεις σκηνών η σύζυγος και θυγατέρα του θα οδηγούνταν στη φυλακή και προς ενίσχυση της θέσης του αυτής επικαλέστηκε το γεγονός ότι τα πρόσωπα αυτά αφέθηκαν ελεύθερα αμέσως μετά τη σύλληψη τους. Ο μάρτυρας αυτός περαιτέρω απέρριψε κατηγορηματικά την τοποθέτηση της υπεράσπισης ότι η αστυνομία μετέφερε και τους δύο κατηγορουμένους με αστυνομικό όχημα χωρίς τη θέληση τους λέγοντας τους τι να πουν και με τη διερμηνέα να καταγράφει τις δηλώσεις τους και επισήμανε ότι αμφότεροι κατηγορούμενοι εξέφρασαν την επιθυμία να προβούν σε υποδείξεις σκηνών και αφού του υποδείκνυαν τις κατοικίες αυτός τους εφιστούσε την προσοχή στο νόμο, αυτοί απαντούσαν και η αυτός αφού κατέγραφε τις απαντήσεις τους η διερμηνέας τις διάβαζε. Επιπλέον ο ΜΔΕΔ1 απέρριψε τον ισχυρισμό της υπεράσπισης ότι υπήρξε υπόσχεση προς τον κατηγορούμενο 2 πως ως αντάλλαγμα των υποδείξεων σκηνών ο εν λόγω κατηγορούμενος θα αφηνόταν ελεύθερος και σε 2-3 εβδομάδες θα μπορούσε να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του που είναι η Ρουμανία. Αντεξεταζόμενος ο ΜΔΕΔ1, ανάμεσα σ' άλλα, απέρριψε κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης επιμένοντας παράλληλα στις ίδιες τοποθετήσεις που εξέφρασε στην κυρίως εξέταση του. Δεύτερος μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής ήταν ο αστυφύλακας 1422 Γεώργιος Λεωνίδα (ΜΚΔΕΔ2), ο οποίος στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο ίδιος βρισκόταν παρών κατά τις υποδείξεις σκηνών από τον κατηγορούμενο 2 μαζί με τον ΜΔΕΔ1 και τη διερμηνέα Εμμανουέλα Ιωάννου. Όπως εξήγησε, ο ίδιος οδηγούσε το αστυνομικό όχημα με συνοδηγό την πιο πάνω διερμηνέα και συνεπιβάτες τον κατηγορούμενο 2 και τον ΜΔΕΔ
- Σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα, καθ' υπόδειξη του κατηγορουμένου 2 οδηγούσε το όχημα στις περιοχές που ο δεύτερος κατηγορούμενος του έλεγε. Όταν του υποδείχτηκαν τα Τεκμήρια 3Α, 3Β, 5Α, 5Β, 6Α, 6Β, 7Α και 7Β που είναι τα έντυπα υποδείξεων σκηνών που αφορούν τον κατηγορούμενο 2, ο μάρτυρας αυτός αναγνώρισε την υπογραφή του στο κάτω δεξιό μέρος αυτών. Ακολούθως, ο εν λόγω μάρτυρας απέρριψε κατηγορηματικά τη θέση της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος απειλήθηκε ότι θα παρέμενε υπό κράτηση εάν δεν προέβαινε στις υποδείξεις σκηνών που καταγράφονται στα προαναφερόμενα τεκμήρια. Αντεξεταζόμενος ο ΜΔΕΔ2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως ήταν παρών κατά τη διαδικασία συμπλήρωσης των εντύπων που σχετίζονταν με τις υποδείξεις σκηνών αναφορικά με τον κατηγορούμενο
- Περιγράφοντας την διαδικασία που ακολουθήθηκε, ο μάρτυρας είπε ότι ο κατηγορούμενος 2 υποδείκνυε τις σκηνές ομιλώντας στη μητρική γλώσσα του, του οποίου τα λεγόμενα μεταφράζονταν από τη διερμηνέα και καταγράφονταν από το συνάδελφο του στα πιο πάνω έντυπα με επίστηση της προσοχής του στο νόμο. Στη συνέχεια του διαβαζόταν η απάντηση που είχε δώσει και είχε καταγραφεί στο έντυπο και αφού συμφωνούσε με αυτή ο κατηγορούμενος 2 υπέγραφε στην παρουσία του ιδίου, του συναδέλφου του και της διερμηνέας. Όπως ο εν λόγω μάρτυρας διευκρίνισε, όλη η διαδικασία διεξήχθηκε με τη βοήθεια της διερμηνέας Εμμανουέλας Ιωάννου. Απορρίπτοντας τη θέση της συνηγόρου υπεράσπισης ότι οδηγούσε το όχημα καθ' υπόδειξη του συναδέλφου του, ο ΜΔΕΔ2 δήλωσε πως ο κατηγορούμενος 2 τους οδήγησε στις τοποθεσίες που ήθελε να τους υποδείξει. Τελευταίος μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής ήταν η διερμηνέας Εμμανουέλα Έλενα Ιωάννου (ΜΚΔΕΔ3), η οποία στη κυρίως εξέταση της παρουσίασε γραπτή κατάθεση της ημερομηνίας 18.01.14 ως Τεκμήριο ΔΕΔ
- Με βάση το περιεχόμενο της αναφέρεται ότι στις 13.01.14 κλήθηκε από την αστυνομία όπου και βοήθησε στη λήψη θεληματικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο 2 και στη συνέχεια υποδείξεις σκηνών από αυτόν. Σύμφωνα ακόμη με το περιεχόμενο της, η εν λόγω μάρτυρας βοήθησε την ίδια ημέρα στη λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο 1 αλλά και την επόμενη ημέρα στη λήψη θεληματικής κατάθεσης από τον εν λόγω κατηγορούμενο όπως και στην συνέχεια υποδείξεις σκηνών από τον ίδιο κατηγορούμενο. Στη δια ζώσης μαρτυρία της στα πλαίσια της διαδικασίας δίκης εντός δίκης η ΜΔΕΔ3 ανάφερε κατηγορηματικά ότι ο κατηγορούμενο 2 προέβηκε σε θεληματική κατάθεση χωρίς να του ασκηθεί οποιαδήποτε σωματική ή ψυχολογική πίεση. Αναφερόμενη στον κατηγορούμενο 1, η μάρτυρας αυτή ανάφερε ότι και αυτός προέβηκε σε θεληματική κατάθεση χωρίς να του ασκηθεί οποιαδήποτε σωματική ή ψυχολογική πίεση και δίχως να έχει λάβει οποιεσδήποτε υποσχέσεις. Αναγνωρίζοντας την υπογραφή της στα έντυπα υποδείξεων σκηνών που κατατέθηκαν ως τεκμήρια και συγκεκριμένα στο δεξί άκρο αυτών, ΜΔΕΔ3 ανάφερε ότι οι υποδείξεις έγιναν θεληματικά από τους κατηγορουμένους χωρίς να τους έχει ασκηθεί οποιαδήποτε πίεση από την αστυνομία. Σύμφωνα με την εν λόγω μάρτυρα αμφότεροι κατηγορούμενοι καθοδηγούσαν με ακρίβεια τους οποίους βρίσκονταν οι κατοικίες που υπέστηκαν διαρρήξεις. Αντεξεταζόμενη η ΜΔΕΔ3 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως οι κατηγορούμενοι καθοδηγούσαν τη διαδρομή κατευθύνοντας το όχημα της αστυνομίας στις οικίες που διέρρηξαν. Όπως η μάρτυρας αυτή ανάφερε, οι κατηγορούμενοι έδειχναν την πορεία και ακολούθως εξηγούσαν πως εισέρχονταν στις οικίες που διέρρηξαν, πως τις διέρρηξαν και πως έκλεψαν αυτά που έκλεψαν από αυτές. Η μεταφράστρια τότε μετέφραζε τα λεγόμενα των κατηγορουμένων στον αστυνομικό που ήταν μαζί τους τα οποία και κατέγραφε στο σχετικό έντυπο στη ρουμάνικη γλώσσα ενώ ταυτόχρονα ο αστυνομικός τα κατέγραφε στην ελληνική γλώσσα. Παράλληλα, η ΜΔΕΔ3 απέρριψε τον ισχυρισμό της υπεράσπισης ότι κατά την υπόδειξη σκηνών η ίδια μαζί με τον αστυνομικό κατέγραφαν αυτά που ήθελαν και ότι μετά έβαζαν τους κατηγορουμένους να υπογράφουν αυτά που είχαν σημειώσει. Στην κυρίως εξέταση στην παρούσα διαδικασία δίκης εντός δίκης ο κατηγορούμενος 1 ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι τις σκηνές τις γνωρίζει επειδή του τις υπέδειξε η αστυνομία. Όπως ο εν λόγω κατηγορούμενος ανάφερε, η αστυνομία του ζήτησε να πει ότι οι κλοπές των σπιτιών που του υπέδειξαν είχαν γίνει από τον κατηγορούμενο 2 αλλιώς η σύζυγος του και η θυγατέρα του θα οδηγούνταν στη φυλακή. Παράλληλα, του είπαν ότι θα χρησιμοποιείτο ως μάρτυρας χωρίς να είναι κατηγορούμενος και έτσι δεν θα οδηγείτο στη φυλακή. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος 1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος 2, που είναι αδελφότεκνος του, είχε κλέψει το άρωμα και το ρολόι από την κοπέλα με το όνομα Alina αλλά δεν κατέφυγε στην αστυνομία για να το αναφέρει επειδή φοβόταν ότι ο συγκατηγορούμενος του θα κατέληγε στη φυλακή. Ακόμη παραδέχτηκε ως αληθές το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2 του είχε πει ότι εισήλθε σε οικία από παράθυρο μπάνιου που ήταν ανοικτό. Επίσης ανάφερε ότι η σύζυγος και η θυγατέρα του είπαν στον ίδιο ότι η αστυνομία τις απείλησε ότι θα τις οδηγήσουν στη φυλακή. Την απειλή ότι αυτά τα μέλη της οικογένειας του θα φυλακίζονταν επανέλαβαν, όπως είπε, μέλη της αστυνομίας αν δεν παραδεχόταν και για άλλες υποθέσεις. Επιπλέον ο εν λόγω κατηγορούμενος ανάφερε ότι ο ίδιος δεν υπέδειξε καμία οικία στην αστυνομία αλλά ότι αυτή του υπέδειξε σπίτια και ζήτησε τη θέση του. Παράλληλα, ο κατηγορούμενος 1 παραπονέθηκε ότι μέλη της αστυνομίας τον έδειραν στον ώμο και πίσω στο κεφάλι και τον απείλησαν ότι θα ζητούσαν ανανέωση της προσωποκράτησης του για άλλες 8 ημέρες. Όπως ο ίδιος είπε, βρισκόταν υπό το καθεστώς φόβου. Περαιτέρω, ο εν λόγω κατηγορούμενος είπε ότι με την υπογραφή της γραπτής κατάθεσης του η αστυνομία τον πληροφόρησε ότι δεν θα αντιμετώπιζε εγκλεισμό του στην φυλακή. Στο Δικαστήριο δήλωσε παραδοχή υπό την έννοια, όπως είπε, ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν αυτός που έκλεψε τα αντικείμενα για τα οποία δήλωσε παραδοχή. Ο κατηγορούμενος 2 ήταν το τελευταίο άτομο που κατάθεσε στα πλαίσια της διαδικασίας δίκης εντός δίκης. Στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι είχε ενημερώσει την αστυνομία ότι διέρρηξε την οικία της Alina από την οποία έκλεψε αντικείμενα αλλά αρνήθηκε ότι διέπραξε τα υπόλοιπα που του αποδίδουν. Επίσης ο εν λόγω κατηγορούμενος αποκάλυψε ότι μέλη της αστυνομίας του είπαν ότι δεν θα αφηνόταν ελεύθερος καθότι εναντίον του εκκρεμούσε εδώ και 2 χρόνια ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Του είπαν όμως ότι αν παραδεχόταν όλα τα αδικήματα θα επέστρεφε στη Ρουμανία εντός 2-3 εβδομάδων. Πάνω σ' αυτή τη βάση έκανε συμφωνία με την αστυνομία. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος 2, ανάμεσα σ' άλλα, επανέλαβε την κατ' ισχυρισμό συμφωνία του με την αστυνομία εκφράζοντας παράλληλα την επιθυμία του για υλοποίηση της. Κατά την αγόρευση του ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχτεί ότι το περιεχόμενο των επίμαχων εγγράφων (Τεκμήρια ΔΕΔ2 μέχρι ΔΕΔ10) είναι προϊόν επιθυμίας των κατηγορουμένων 1 και
- Αντίθετη ήταν η θέση της συνηγόρου υπεράσπισης η οποία ότι τα επίμαχα έγγραφα είναι προϊόν υπόσχεσης περί έκτισης της ποινής στη Ρουμανία και όχι στην Κύπρο που οι εν λόγω κατηγορούμενοι έλαβαν από μέλη της αστυνομίας, εννοώντας, εμμέσως πλην σαφώς, ότι δεν θα πρέπει να επιτραπεί η κατάθεση των εν λόγω εγγράφων ως μέρος του μαρτυρικού υλικού στην διαδικασία ακρόασης της κυρίως υπόθεσης. Όταν η κατηγορούσα αρχή επιχειρεί να παρουσιάσει στο Δικαστήριο μια κατάθεση κατηγορούμενου ή γενικότερα ένα έγγραφο που καθ' οιονδήποτε τρόπο καταγράφει δηλώσεις του όπως τα επίμαχα (Τεκμήρια ΔΕΔ2 έως ΔΕΔ10) ως μέρος του μαρτυρικού υλικού, τότε φέρει το βάρος απόδειξης ότι αυτά λήφθηκαν με τη θέληση του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Επομένως, η κατηγορούσα αρχή οφείλει να αποδείξει ότι το σκοπούμενο προς κατάθεση έγγραφο είναι προϊόν ελεύθερης βούλησης του κατηγορούμενου και ότι δεν λήφθηκε κάτω από συνθήκες που επέδρασαν δυσμενώς στη θέληση του κατηγορούμενου, όπως η άσκηση εξουσίας αστυνομικού οργάνου που έκδηλα θέτει τον κατηγορούμενο σε δυσμενή θέση έναντι αυτού, η άσκηση άμεσης ή έμμεσης βίας ή απειλής ή η άμεση ή έμμεση υπόσχεση για αποκόμιση πλεονεκτήματος. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις R. v. Sfongaras 22 C.L.R. 113, Kokkinos v. Police
(1967)2 C.L.R. 217, Petri v. The Police
(1968)2 C.L.R. 1, Ioannides v. The Republic
(1968)2 C.L.R. 169 και Psaras & Another v. Police
(1987)2 C.L.R. 132. H υπόθεση Fournides v. The Republic
(1986)2 C.L.R. 73, συνοψίζει τις αρχές που διέπουν τη δεκτότητα μιας κατάθεσης αλλά και οποιουδήποτε εγγράφου τύπου όπως το επίμαχο στη συγκεκριμένη περίπτωση, στο ακόλουθο χαρακτηριστικό απόσπασμα: "Είναι αλήθεια ότι σειρά αποφάσεων της Κυπριακής Νομολογίας αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να απορρίψει μια κατάθεση αν λήφθηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες. Η ουσία αυτών των αποφάσεων έγκειται εις το ότι ένα Δικαστήριο που καλείται να αποφασίσει τη δεκτότητα μιας κατάθεσης πρέπει να υιοθετεί μια ευρεία θεώρηση των γεγονότων που περιβάλλουν και συνθέτουν τη λήψη της κατάθεσης και δεν πρέπει να διστάζει να απορρίψει μια κατάθεση αν λήφθηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες. Αυτές οι αρχές, αντανακλούν τη δέσμευση μας για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τη διατήρηση του κράτους δικαίου. Ωστόσο καμιά από αυτές τις αυθεντίες στοχεύει στην αλλαγή της βασικής αρχής ότι η θεληματικότητα είναι το κριτήριο της δεκτότητας. Αυτό επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 ΑΑ..Δ. Επίσης οι Δικαστικοί Κανόνες, όπως έχει τονισθεί, δεν αποτελούν από μόνοι τους Κανόνες Δικαίου, παράβαση των οποίων καθιστά μη αποδεκτή την κατάθεση. Αποτελούν, ωστόσο, σημαντικά βοηθήματα για να αποφασισθεί κατά πόσο μια κατάθεση είναι θεληματική." Παρόλο που επίσης πρέπει να καταδεικνύεται ότι το επίμαχο έγγραφο λήφθηκε σύμφωνα με τους Δικαστικούς Κανόνες, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί κατάθεση όπου υπήρξε παρέκκλιση από τους κανόνες, η οποία ασκείται με γνώμονα τη θεληματικότητα αυτής, όπως αναφέρεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Ονησίλλου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 556: "Παρέκκλιση από τους Δικαστικούς Κανόνες κατά τη λήψη κατάθεσης υπόπτου από τις αστυνομικές αρχές, δε συνεπάγεται και την απόρριψη της κατάθεσης ως μαρτυρίας. Η αρχή δικαίου η οποία ισχύει είναι τούτη: Παρέκκλιση από τους Δικαστικούς Κανόνες παρέχει διακριτική ευχέρεια στο εκδικάζον την υπόθεση δικαστήριο να τις απορρίψει με έρεισμα τις επιπτώσεις που ενέχει άμεσα ή έμμεσα στο εκούσιο της κατάθεσης που συνιστά και το κύριο εχέγγυο για την ορθότητα και την ακρίβεια του περιεχομένου της ." Το Δικαστήριο οφείλει να αποδεχθεί κατάθεση όταν είναι βέβαιο στον απαιτούμενο βαθμό ότι οι συνθήκες που περιβάλλουν τη λήψη του επίμαχου εγγράφου είναι ελεύθερες από κάθε υποψία και οποιονδήποτε βαθμό καταπίεσης και βέβαια απουσιάζουν συνθήκες άμεση ή έμμεση υπόσχεση για αποκόμιση πλεονεκτήματος. Η λέξη 'καταπίεση' επεξηγήθηκε στην υπόθεση R. v. Priestley
(1965)51 Cr. App. R. 1 ως: ".to my mind this word, in the context of the principles under consideration, imports something which tends to sap, and has sapped, that free will which must exist before a confession is voluntary .. Whether or not there is oppression in an individual case depends upon many elements. I am not going into all of them. They include such things as the length of time of any individual period of questioning, the length of time intervening between periods of questioning, whether the accused person had been given proper refreshment or not, and the characteristics of the person who makes the statement. What may be oppressive as regards a child, an invalid, or an old man, or somebody inexperienced in the ways of this world may turn out not to be oppressive when one finds that the accused person is of a tough character and an experienced man of the world." Στην υπόθεση R. v. Prayer
(1972)56 Cr. App. R. 151 αποφασίστηκε ότι 'καταπιεστική ανάκριση' είναι ανάκριση που από τη φύση της, τη διάρκεια της ή άλλα περιστατικά (περιλαμβανομένης και της κράτησης) δημιουργεί ελπίδες (όπως την ελπίδα απόλυσης) ή φόβους ή επηρεάζει με τέτοιο τρόπο το μυαλό του κατηγορουμένου έτσι που η θέση του να μειώνεται και να ανοίγει το στόμα του όταν στην αντίθετη περίπτωση θα έμενε σιωπηλός. Στην υπόθεση R. v. Houghton
(1979)68 Cr. App. R. 197 έχει λεχθεί ότι το Δικαστήριο πρέπει να θέσει το ερώτημα τι οδήγησε τον κατηγορούμενο να πει αυτά που είπε. Αναμφίβολα, η θεληματικότητα μιας κατάθεσης οδηγεί στη διαπίστωση ευρημάτων. Η αξιολόγηση όμως της μαρτυρίας σε μια δίκη εντός δίκης πρέπει να περιορίζεται σε όσο το δυνατό στενότερα πλαίσια για να καλύψουν μόνο τα επίδικα θέματα της δίκης εντός δίκης. Η διατύπωση ευρημάτων για την αξιολόγηση μαρτύρων αποφεύγεται όσο είναι δυνατό, ώστε να μην επηρεαστεί η ευρύτερη αξιοπιστία των μαρτύρων στο πλαίσιο της κυρίως δίκης (Petri v. Police
(1968)2 C.L.R. 40 και Ioannides v. The Republic
(1968)2 C.L.R. 169). Δεν πρέπει ακόμη να εξάγονται συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να επηρεάσουν δυσμενώς την υπεράσπιση του κατηγορούμενου. Έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας που προσκομίστηκε στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης και χωρίς να μου διαφεύγει ότι το θέμα γενικά της αξιοπιστίας των μαρτύρων στη διαδικασία αυτή πρέπει να παραμείνει ανοικτό, προχωρώ να εξετάσω τα προαναφερόμενα εγειρόμενα ζητήματα. Θα ξεκινήσω από τις θέσεις της υπεράσπισης για τα επίδικα έγγραφα που σχετίζονται με τον κατηγορούμενο
- Όπως καταδεικνύεται από την μαρτυρία που προσκομίστηκε ενώπιον μου και ιδιαίτερα από την ένορκη μαρτυρία του κατηγορουμένου 2, ο τελευταίος φαίνεται ότι δεν είχε κανένα δισταγμό να πει από μόνος του στην αστυνομία ότι διέπραξε τα αδικήματα των κατηγοριών 2 και 3 του κατηγορητηρίου στην υπόθεση αυτή. Συγκεκριμένα ο ίδιος είπε στην προφορική μαρτυρία του ότι ανάφερε στην αστυνομία από την πρώτη στιγμή ότι διέρρηξε την οικία της Alina και ότι από την οποία έκλεψε αντικείμενα και ότι είναι για τις άλλες περιπτώσεις των υπολοίπων κατηγοριών του κατηγορητηρίου που δήλωνε ότι ουδεμία σχέση είχε με αυτές. Τη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων φέρεται ακόμη να είχε αποκαλύψει προηγουμένως χωρίς αναστολή και στον κατηγορούμενο 1, πράγμα που αυτός ανάφερε στην ένορκη μαρτυρία του κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας αυτής. Αυτό δείχνει ότι τουλάχιστο στην περίπτωση της Alina ο κατηγορούμενος 2 φέρεται να ανάφερε ότι είπε χωρίς να ζητήσει ή να συμφωνήσει ή έμπρακτα να του δοθούν από την αστυνομία οποιαδήποτε ανταλλάγματα ή υποσχέσεις. Είναι εκ των υστέρων η θέση του κατηγορουμένου 2 ότι παρόλο που δεν είχε σχέση με τις περιπτώσεις διαρρήξεων και κλοπών που η αστυνομία του αποδίδει, με εξαίρεση βέβαια της περίπτωση της οικίας της Alinas για την οποία μας είπε ότι ευθύνεται τόσο για τη διάρρηξη όσο και για την κλοπή, εντούτοις συμφώνησε με τις ανακριτικές αρχές να παραδεχτεί τις υπόλοιπες κατηγορίες του κατηγορητηρίου με αντάλλαγμα να μεταφερθεί εντός 2-3 εβδομάδων στη Ρουμανία που είναι η χώρα καταγωγής του και αφού πρώτα το Δικαστήριο του επέβαλλε ποινή. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η μεταγενέστερη θέση του αυτή καταρρίπτει την αρχική του τοποθέτηση, η οποία είναι μία από αυτές που χρήζουν εξέτασης μέσα από την παρούσα διαδικασία δίκης εντός δίκης και ήταν ότι αν προέβαινε στις θεληματικές δηλώσεις που περιέχονται στα επίμαχα έγγραφα θα αφηνόταν ελεύθερος χωρίς να κατηγορηθεί και ότι εντός 2-3 εβδομάδων θα μπορούσε να επιστρέψει στην χώρα καταγωγής του. Η εν λόγω θέση του κατηγορουμένου 2 στερείται λογικής καθότι δεν υπάρχει νόημα ο ίδιος να προβεί σε θεληματικές δηλώσεις και μετά να αφεθεί ελεύθερος για να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του. Σε τέτοια περίπτωση ουδεμία χρησιμότητα θα είχαν οι κατ' ισχυρισμό θεληματικές δηλώσεις του κατηγορουμένου
- Συνεπώς, το ενδεχόμενο να υπήρξε συμφωνία μεταξύ της αστυνομίας και του κατηγορουμένου 2 ή υπόσχεση της πρώτης προς το δεύτερο πάνω σ' αυτή τη βάση μπορεί με ασφάλεια να αποκλειστεί. Ανεξαρτήτως όμως των πιο πάνω, κανένα στοιχείο δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να επαληθεύει τον ισχυρισμό αυτό του κατηγορουμένου 2, ο οποίος απλά περιορίζεται σε λεκτική διατύπωση που στερείται λογικής και πραγματικού ερείσματος. Τα λεγόμενα του κατηγορουμένου 2 παραπέμπουν ότι στις 13.01.14 που προέβηκε σε κατ' ισχυρισμό θεληματική κατάθεση (Τεκμήρια ΔΕΔ2Α και 2Β) και σε κατ' ισχυρισμό θεληματικές υποδείξεις σκηνών, στα αστυνομικά έντυπα των οποίων καταγράφονται δηλώσεις του (Τεκμήρια ΔΕΔ3Α, 3Β, 5Α, 5Β, 6Α, 6Β, 7Α και 7Β), ο ίδιος είχε συμφωνήσει με την αστυνομία να παραδεχτεί στις κατηγορίες που του αποδίδουν εισπράττοντας, όπως ισχυρίζεται, υπόσχεση από την αστυνομία ότι θα επέστρεφε στην Ρουμανία εντός 2-3 εβδομάδων και αφού πρώτα το Δικαστήριο του επέβαλλε ποινή. Η τοποθέτηση αυτή του κατηγορουμένου 2 δεν φαίνεται όμως να ευσταθεί. Αν όντως υπήρχε τέτοια συμφωνία σε ισχύ τότε στις 22.01.14, δηλαδή μετά πάροδο 9 ημερών από την ύπαρξη των επίμαχων εγγράφων που τον αφορούν, όταν η παρούσα υπόθεση τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου κατόπιν αυθημερόν καταχώρησης της, ο κατηγορούμενος 2 λογικά θα δήλωνε παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου προκειμένου να εισπράξει το υποτιθέμενο όφελος από την κατ' ισχυρισμό συμφωνία του με την αστυνομία. Στις 22.01.14 όμως ο κατηγορούμενος 2 μαζί με τον κατηγορούμενο 1 δήλωσαν μη παραδοχή στις κατηγορίες 3, 4, 11, 12, 13, 14, 15 και 16, ως βεβαίως ήταν δικαίωμα τους. Επιπρόσθετα, ο κατηγορούμενος 2 αρνήθηκε τις κατηγορίες 5, 6 και 7, ως επίσης ήταν δικαίωμα του. Μάλιστα μία από τις κατηγορίες που ο κατηγορούμενος 2 αρνήθηκε στο Δικαστήριο ήταν αυτή που αφορούσε κλοπή από την οικία της Alina (κατηγορία 3), για την οποία ο ίδιος είπε στην ένορκη μαρτυρία του ότι από την πρώτη στιγμή δήλωσε στην αστυνομία ότι ευθύνεται και ότι συνεχίζει να έχει την ίδια θέση. Η από την αρχή δήλωση μη παραδοχής των κατηγορουμένων στις πιο πάνω κατηγορίες και ειδικότερα όταν η υπόθεση τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου, στάση που διατηρήθηκε και μετά που έτυχαν νομικής συμβουλής από τους δικηγόρους που διόρισαν και χειρίζονται την υπόθεση αυτή εκ μέρους και λογαριασμό τους, φανερώνει ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ του κατηγορουμένου 2 και της αστυνομίας ή υπόσχεση της τελευταίας προς τον πρώτο για να προβεί ο εν λόγω κατηγορούμενος σε ενυπόγραφες θεληματικές δηλώσεις και παράλληλα παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου με αντάλλαγμα την επιστροφή του στη Ρουμανία αφού πρώτα το Δικαστήριο του επέβαλλε ποινή. Επιπλέον ο κατηγορούμενος 2, προκειμένου να στηρίξει τη θέση του περί συμφωνίας με την αστυνομία για επιστροφή του στη Ρουμανία, επικαλείται ενημέρωση που είχε από την αστυνομία ότι εναντίον του εκκρεμεί ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης για προβλήματα που είχε με τη δικαιοσύνη στη Ρουμανία και ότι θα έκτιε την ποινή που του επιβλήθηκε μετά από καταδίκη του στη χώρα αυτή. Το ότι είχε προβλήματα με τις αρχές της Ρουμανίας οι οποίες τον αναζητούσαν είναι γεγονός που ήταν σε γνώση του κατηγορουμένου 2, ο οποίος και το ανάφερε στην ένορκη κατάθεση του στο Δικαστήριο. Παράλληλα, ο εν λόγω κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε ως γεγονός την εναντίον του έκδοση από τις ρουμανικές αρχές ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και ότι καταδικάστηκε να εκτίσει εκεί ποινή φυλάκισης, ζητήματα που ο ίδιος επικαλέστηκε και έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Η έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης διέπεται στην Κύπρο από το Ν.113(Ι)/2004που διαβάζεται σε συνάρτηση με την Απόφαση-Πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002, μέρος της οποίας τροποποιήθηκε από την Απόφαση-Πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 26ης Φεβρουαρίου
- Όπως εξηγείται στο άρθρο 3 του Ν.113(Ι)/2004, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή Διάταγμα δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την παράδοση προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης του εντάλματος, μεταξύ άλλων, για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας. Κατ' επέκταση το ενδεχόμενο να πρέπει ο κατηγορούμενος 2 να εκτίσει τυχόν ποινή στερητικής της ελευθερίας του στη Ρουμανία κατόπιν παράδοσης του από τις κυπριακές αρχές δεν μπορεί, με βάση τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, να αποτελέσει προνόμιο ή πλεονέκτημα ή όφελος που προσφέρθηκε στον εν λόγω κατηγορούμενο ως υπόσχεση με αντάλλαγμα να προβεί σε γραπτή θεληματική κατάθεση αλλά και στις υπόλοιπες γραπτές δηλώσεις που καταγράφηκαν στα υπόλοιπα έγγραφα επειδή η δυνατότητα έκτισης τέτοιας ποινής στη Ρουμανία ούτως ή άλλως παρέχεται μέσα από την προαναφερόμενη νομοθεσία. Από την άλλη, οι μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής παρουσίασαν μία ολοκληρωμένη, σταθερή και συνεπή εκδοχή των γεγονότων αναφορικά με τις συνθήκες λήψης των επιδίκων εγγράφων με τα οποία ο κατηγορούμενος 2 συνδέεται, με τις θέσεις των μαρτύρων αυτών να παραμένουν αλώβητες μέχρι τέλους. Θα προχωρήσω ευθύς να ασχοληθώ με τις θέσεις της υπεράσπισης για τις γραπτές δηλώσεις του κατηγορουμένου 1 που περιέχονται στην γραπτή κατ' ισχυρισμό θεληματική κατάθεση του (Τεκμήριο ΔΕΔ4Α, πιστή μετάφραση του οποίου στην ελληνική γλώσσα είναι κοινά παραδεκτό από τα μέρη ότι είναι το Τεκμήριο ΔΕΔ4Β) αλλά και στα αστυνομικά έντυπα υποδείξεων σκηνών που τον αφορούν (Τεκμήρια ΔΕΔ8Α, 9Α και 10Α, πιστές μεταφράσεις των οποίων στην ελληνική γλώσσα είναι κοινά παραδεκτό από τα μέρη ότι είναι τα Τεκμήρια ΔΕΔ8Β, 9Β και 10Β). Μέσα από την ένορκη κατάθεση του στο Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας δίκης εντός δίκης, ο κατηγορούμενος 1 αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι η αστυνομία του είπε να υποδείξει τον κατηγορούμενο 2 ως το άτομο που ευθύνεται για τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα των κατηγοριών 12, 13, 18 και 19 αλλιώς η σύζυγος και η θυγατέρα του θα οδηγούνταν στη φυλακή. Ακολούθως όμως στην δια ζώσης μαρτυρία του αναιρεί την πιο πάνω θέση του προβάλλοντας νέα κατ' ισχυρισμό πρόταση της αστυνομίας λέγοντας ότι η αστυνομία του πρότεινε πως αν ο ίδιος τώρα παραδεχτεί ότι διέπραξε τα προαναφερόμενα κατ' ισχυρισμό αδικήματα θα αφήσουν ελεύθερες τη σύζυγο και θυγατέρα του που στο μεταξύ είχαν συλληφθεί και ότι ο ίδιος δεν θα έμενε στη φυλακή για χρονικό διάστημα πέραν των 4 μηνών, πλην όμως αυτός αρνήθηκε να το πράξει επειδή, όπως είπε, δεν γνώριζε οτιδήποτε αλλά και επειδή δεν μπορούσε να ενοχοποιήσει ένα αθώο άνθρωπο στέλλοντας τον στη φυλακή, φωτογραφίζοντας τον κατηγορούμενο
- Αμέσως μετά, πάντοτε κατά την προφορική μαρτυρία του, προβάλλει νέα γενική, αόριστη και ασαφή εκδοχή που αναιρεί τα πιο πάνω λέγοντας πως η αστυνομία επανήλθε με νέα πρόταση και συγκεκριμένα να υπογράψει ένα χαρτί με αντάλλαγμα ότι ο ίδιος θα ήταν μάρτυρας και όχι κατηγορούμενος και ότι δεν θα οδηγείτο φυλακή. Ο κατηγορούμενος 1 όμως δεν εξηγεί όμως τι χαρτί ήταν αυτό που λέει ότι του ζητήθηκε να υπογράψει, ποιο το περιεχόμενο του και πως αυτό συνδέεται με όλα τα επίμαχα έγγραφα. Ούτε αναφέρει αν τελικά το υπέγραψε. Πέραν αυτού, ο κατηγορούμενος 1 δεν ανάφερε αν η τελευταία πρόταση της αστυνομίας συνδέεται ή περιλαμβάνει απειλή φυλάκισης ή υπόσχεση απελευθέρωσης της συζύγου και θυγατέρας του, όπως ρητά ανάφερε ότι ίσχυε κάτι τέτοιο στις αρχικές δύο άλλες διαφορετικές κατ' ισχυρισμό προτάσεις της αστυνομίας. Ο δε ισχυρισμός του κατηγορουμένου 1 ότι η αστυνομία θα οδηγούσε στη φυλακή τη σύζυγο και θυγατέρα του αν δεν συμφωνούσε με τις δύο αρχικές προτάσεις της στερείται του αναγκαίου πραγματικού υποβάθρου που θα τον καθιστούσε σαφή, συγκεκριμένο και με πραγματική υπόσταση. Ειδικότερα, ουδεμία μαρτυρία υπάρχει ως προς το ποιος αστυνομικός είπε κάτι τέτοιο στον κατηγορούμενο 1, που του το είπε, πότε του το είπε και ποιοι άλλοι ήταν παρόντες. Παράλληλα, ο κατηγορούμενος 1 μέσα από την δια ζώσης μαρτυρία του στο Δικαστήριο δηλώνει ενήμερος από τον κατηγορούμενο 2 για κατ' ισχυρισμό διάπραξη των αδικημάτων που περιέχονται στις κατηγορίες 2 και 3 από τον τελευταίο προβάλλοντας μάλιστα σαν δικαιολογία που δεν τα ανάφερε στην αστυνομία στο φόβο να μην οδηγηθεί ο αδελφότεκνος του (κατηγορούμενος 2) στη φυλακή. Επιπλέον, στην κυρίως εξέταση του ο κατηγορούμενος 1 δηλώνει κατηγορηματικά ότι γνώριζε που ακριβώς βρισκόταν η οικία που συνδέεται με τις κατηγορίες 2 και 3 του κατηγορητηρίου και αποκαλύπτει ότι ο ίδιος οδήγησε την αστυνομία στην εν λόγω οικία. Βέβαια εκ των υστέρων στην αντεξέταση του ο κατηγορούμενος 1 επιχειρεί να συνδέσει την πιο πάνω πρωτοβουλία του με ισχυρισμό απειλής της οικογένειας του από μέρους της αστυνομίας, χωρίς όμως να διευκρινίζει ποια ακριβώς ήταν η απειλή, από ποιον προήλθε και στην παρουσία ποιων ατόμων έγινε. Αντίθετα από τα λεγόμενα του κατηγορουμένου 2 συνάγεται ότι ο ισχυρισμός δεν περιστρεφόταν σε απειλή κατά της οικογένειας του αλλά σε έκκληση του να αφεθεί ελεύθερος, δίχως όμως αυτό να το συνδέει με θετική ανταπόκριση από μέρους της αστυνομίας. Παράλληλα, η δήλωση του κατηγορουμένου 1 κατά την ένορκη κατάθεση του ότι αναγνώρισε τις δύο άλλες οικίες που βρίσκονται πλησίον της δικής του κατοικίας και συνδέονται με τις κατηγορίες 12, 13, 18 και 19 παραπέμπει σε από μέρους του οικειοθελή και συνάμα θεληματική υπόδειξη των εν λόγω σκηνών στην αστυνομία. Η δε θετική αναφορά του κατηγορουμένου 1 κατά την αντεξέταση του ότι η ιδιοκτήτρια ενός σπιτιού που βρίσκεται 50 μέτρα περίπου από το δικό του είναι κινεζικής καταγωγής, το όνομα της οποίας και η διεύθυνση της οικίας της σημειώνονται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών 18 και 19 του κατηγορητηρίου αλλά και στα Τεκμήρια ΔΕΔ8Α και 8Β, δείχνει γνώση τοποθεσίας της επίδικης σκηνής και ταυτόχρονα επιβεβαιώνει την αμέσως προαναφερόμενη κατάληξη του Δικαστηρίου. Την ίδια στιγμή δεν υπάρχει συγκεκριμένη μαρτυρία που να δείχνει πότε ακριβώς η σύζυγος του κατηγορουμένου 1 υπέδειξε (αν υπέδειξε) σκηνές στην αστυνομία και ειδικότερα αν τέτοιες ενέργειες πραγματοποιήθηκαν πριν ή μετά τη διαδικασία υπόδειξης σκηνών με τον κατηγορούμενο
- Επιπροσθέτως, το εάν η υπόδειξη σκηνών με τον κατηγορούμενο 2 διαδραματίστηκε προγενέστερα από αυτή με τον κατηγορούμενο 1 δεν σημαίνει ότι τέτοιες υποδείξεις αποτελούσαν πρωτοβουλίες της αστυνομίας και ούτε φανερώνει αν ο κατηγορούμενος 1 απλά συμφωνούσε και δήλωνε το τι ενδεχομένως του υπαγόρευαν να πει. Όλα τα πιο πάνω οδηγούν με ασφάλεια στο ένα και μοναδικό συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν προέβηκε ενυπόγραφα στις γραπτές δηλώσεις που περιέχονται στα επίμαχα έγγραφα κάτω από τις συνθήκες που αυτός ισχυρίστηκε. Πέραν και ανεξαρτήτως όμως αυτού, ο ίδιος κατηγορούμενος 1, εμμέσως πλην σαφώς, απέρριψε την ύπαρξη των συνθηκών κάτω από τις οποίες επικαλέστηκε ότι προέβηκε στις γραπτές δηλώσεις όταν σε ερώτηση του εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής για ποιο λόγο δήλωσε από την αρχή παραδοχή στις κατηγορίες 3, 4, 11, 12, 13, 14, 15 και 16 αυτός είπε ότι το έπραξε εννοώντας ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι αυτός που ευθύνεται για την κατ' ισχυρισμό διάπραξη των αδικημάτων στις εν λόγω κατηγορίες και όχι ο ίδιος. Από την άλλη, οι μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής παρουσίασαν μία ολοκληρωμένη, σταθερή και συνεπή εκδοχή των γεγονότων αναφορικά με τις συνθήκες λήψης των επιδίκων εγγράφων με τα οποία ο κατηγορούμενος 1 συνδέεται, με τις θέσεις των μαρτύρων αυτών να παραμένουν μέχρι το τέλος ακλόνητες. Εν πάσει περιπτώσει, ενώπιον του Δικαστηρίου κανένα στοιχείο υπάρχει που να δημιουργεί εύλογη υποψία ότι τα επίμαχα έγγραφα λήφθηκαν κάτω από ύποπτες συνθήκες ή υπό τις συνθήκες που οι κατηγορούμενοι 1 και 2 επικαλούνται. Αντίθετα, από την ενώπιον μου μαρτυρία οδηγούμαι στο ασφαλές συμπέρασμα ότι οι γραπτές ενυπόγραφες δηλώσεις των κατηγορουμένων 1 και 2 που περιέχονται στα επίδικα έγγραφα είναι προϊόν ελεύθερης βούλησης τους. Με βάση όλα όσα σημειώνονται πιο πάνω, καταλήγω ότι οι συνθήκες λήψης των επίμαχων εγγράφων είναι όπως τις ανέφεραν στο Δικαστήριο οι μάρτυρες κατηγορίας. Θεωρώ ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι τα επίδικα έγγραφα λήφθηκαν κάτω από συνθήκες ελεύθερης βούλησης των κατηγορουμένων 1 και 2 με τους κατηγορουμένους 1 και 2 να θέτουν την υπογραφή τους σ' αυτά ως προϊόν ελεύθερης βούλησης τους και χωρίς πίεση, απειλή, επηρεασμό ή υπόσχεση για απόκτηση οποιασδήποτε μορφής πλεονεκτήματος ή οφέλους. Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι τα γεγονότα έχουν ως ακολούθως: Επειδή στις 13.01.14 ο κατηγορούμενος 2 εξέφρασε την επιθυμία να προβεί σε θεληματική κατάθεση ο ΜΚΔΕΔ1 τον μετέφερε στα γραφεία του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Πάφου και με τη βοήθεια της διερμηνέας στη ρουμανική γλώσσα ΜΚΔΕΔ3 κατέγραψε τα Τεκμήρια ΔΕΔ2Α και 2Β. Ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε το Τεκμήριο ΔΕΔ2Α ως ορθό, πιστή μετάφραση του οποίου πιστοποιήθηκε ενυπόγραφα από τον ΜΚΔΕΔ1 με τη βοήθεια της ΜΔΔΕΔ3 (Τεκμήριο ΔΕΔ2Β). Ακολούθως την ίδια ημέρα ο εν λόγω κατηγορούμενος εξέφρασε ελεύθερα την βούληση του να υποδείξει σκηνές, πράγμα που έγινε με την βοήθεια της ΜΚΔΕΔ3 και στην παρουσία των ΜΚΔΕΔ1 και ΜΚΔΕΔ
- Ο κατηγορούμενος 2 βρισκόταν ως συνεπιβάτης σε αστυνομικό όχημα που οδηγείτο από τον ΜΚΔΕΔ2 με συνοδηγό την ΜΚΔΕΔ3 και επιπλέον συνεπιβάτη τον ΜΚΔΕΔ
- Το όχημα ακολουθούσε την πορεία που ο εν λόγω κατηγορούμενος έλεγε, ο οποίος και υπέδειξε τις σκηνές των περιοχών στις οποίες το αστυνομικό όχημα μετέβηκε. Κατά τις διαδρομές ο κατηγορούμενος 2 υποδείκνυε τις σκηνές ομιλώντας στη μητρική γλώσσα του, η ΜΚΔΕΔ3 μετέφραζε στην ελληνική γλώσσα και τα λεγόμενα του κατηγορουμένου 2 καταγράφονταν από αστυνομικό στο σχετικό αστυνομικό έντυπο όπως και η δήλωση στην οποία αυτός προέβαινε και αφού του διαβάζονταν και γινόταν επίστηση της προσοχής του στο νόμο ο κατηγορούμενος 2 επιβεβαίωνε την καταγραφή τους ως ορθή και υπέγραφε πάνω στο έντυπο στην παρουσία των ΜΚΔΕΔ1, ΜΚΔΕΔ2 και ΜΚΔΕΔ3, οι οποίοι επίσης έθεταν τις υπογραφές τους πάνω στα έντυπα. Με αυτόν τον τρόπο συντάχθηκαν τα Τεκμήρια ΔΕΔ3Α, 3Β, 5Α, 5Β, 6Α, 6Β, 7Α και 7Β. Περαιτέρω την επόμενη ημέρα ο κατηγορούμενος 1 εξέφρασε την επιθυμία να προβεί σε θεληματική κατάθεση με αποτέλεσμα ο ΜΚΔΕΔ1 να τον μεταφέρει στα γραφεία του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Πάφου και με τη βοήθεια της ΜΚΔΕΔ3 να συνταχθούν τα Τεκμήρια ΔΕΔ4Α και 4Β. Ο κατηγορούμενος 1 υπέγραψε το Τεκμήριο ΔΕΔ4Α ως ορθό, πιστή μετάφραση του οποίου πιστοποιήθηκε ενυπόγραφα από τον ΜΚΔΕΔ1 με τη βοήθεια της ΜΔΔΕΔ3 (Τεκμήριο ΔΕΔ4Β). Την ίδια ημέρα ο εν λόγω κατηγορούμενος εξέφρασε ελεύθερα την βούληση του να υποδείξει σκηνές, πράγμα που έγινε με την βοήθεια της ΜΚΔΕΔ3 και στην παρουσία του ΜΚΔΕΔ
- Κατά τις διαδρομές ακολουθήθηκε η ίδια διαδικασία που περιγράφηκε πιο πάνω αναφορικά με τον κατηγορούμενο 2, ως αποτέλεσμα της οποίας συντάχθηκαν τα Τεκμήρια ΔΕΔ8Α, 8Β, 9Α, 9Β, 10Α και 10Β. Κατά συνέπεια, όλα τα επίμαχα έγγραφα μπορούν να κατατεθούν ως τεκμήρια κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης (κυρίως διαδικασία της υπόθεσης). (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Δίκη εντός δίκης/Διάρρηξη-Κλοπή-Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο