Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΣΑΒΒΑΣ ΤΣΑΚΑΛΙΔΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 4419/14, 25/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B169 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4419/14 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΣΑΒΒΑΣ ΤΣΑΚΑΛΙΔΗΣ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 25.09.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Ν. Νεοκλέους (o κ. Σ. Συμεού για ν' ακούσει ποινή) Κατηγορούμενος: παρών και εμφανίζεται αυτοπροσώπως ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, σε κατηγορίες διάρρηξης και κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 294(α) και 255 αντίστοιχα του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (κατηγορίες 1 και 2). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, μεταξύ των ημερομηνιών 24.10.13 και 25.10.13 ο κατηγορούμενος διέρρηξε και εισήλθε σε σχολική αίθουσα του Ζ' Δημοτικού Σχολείου Αγίου Κενδέα στην Πάφο από την οποία έκλεψε μία μικροφωνική μάρκας Pro Audio Pa System αξίας €600,00, περιουσία του εν λόγω σχολείου. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, είναι τα ακόλουθα: Στις 30.10.13 καταγγέλθηκε από την Γιώτα Αντωνίου, διευθύντρια του Ζ' Δημοτικού Σχολείου Αγίου Κενδέα στην Πάφο, ότι μεταξύ των ημερομηνιών 24.10.13 με 25.10.13 άγνωστος εισήλθε και παραβίασε το παράθυρο σχολικής αίθουσας ανοίγοντας το με φυσική βία από την οποία και έκλεψε εποπτικό μέσο του πιο πάνω σχολείου και συγκεκριμένα μια μικροφωνική χρώματος μαύρου αξίας €600,
- Στο μέρος μετέβηκε ευθύς ο αστυφύλακας 3144 Πλαστήρας Συμιλλίδης, ο οποίος προέβηκε σε επιτόπιες εξετάσεις αλλά και άλλες έρευνες, οι οποίες έδειξαν παραβίαση του παραθύρου της πιο πάνω αίθουσας με φυσική βία. Ακολούθως, η αστυνομία έλαβε κατάθεση από τον μαθητή λυκείου Δημήτρη Αλμαζίδη, ο οποίος αποκάλυψε ότι η προαναφερόμενη διάρρηξη και κλοπή διαπράχτηκαν από τον κατηγορούμενο. Στην εν λόγω κατάθεση του το άτομο αυτό αναφέρει ότι στις 25.10.13 και περί ώρα 19:00 είδε τον κατηγορούμενο να εισέρχεται εντός του σχολείου, αναφέροντας του ότι θα προέβαινε στην εν λόγω κλοπή. Επίσης, την επόμενη μέρα το ίδιο άτομο είδε τον κατηγορούμενο να έχει στην κατοχή του την κλοπιμαία μικροφωνική. Με βάση αυτή την μαρτυρία που η αστυνομία εξασφάλισε εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορουμένου. Όταν εντοπίστηκε του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης του στην παρουσία της μητέρας του και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στον νόμο αυτός απάντησε "Το έδωσα του φίλου μου του Στέφανου για να ακούσει μουσική. Να σας πάρω να σας το δώσω", εννοώντας τη μικροφωνική που είχε κλαπεί. Στη συνέχεια μέλη της αστυνομίας μετέβησαν μαζί με τον κατηγορούμενο στην οικία του φίλου του, Στέφανου Σαρίδη, έχοντας στην κατοχή τους ένταλμα έρευνας της εν λόγω οικίας και ειδικότερα του διαμερίσματος αρ. 302 που βρίσκεται στην οδό Ηπείρου 8 στην Πάφο όπου εκεί ο Σαρίδης στην παρουσία της μητέρας του και με τη γραπτή της συγκατάθεση παρέδωσε στον αστυφύλακα 3144 Σιμιλλίδη την κλοπιμαία μικροφωνική. Το αντικείμενο που κλάπηκε παραδόθηκε αργότερα στην διευθύντρια του προαναφερόμενου σχολείου έναντι γραπτής απόδειξης παραλαβής. Ο κατηγορούμενος έδωσε γραπτή κατάθεση στην αστυνομία μέσα από την οποία παραδέχτηκε τη διάπραξη των αδικημάτων του κατηγορητηρίου και όταν κατηγορήθηκε γραπτώς απάντησε "Ζητώ συγγνώμη και δεν θα το ξανακάνω". Καταλήγοντας, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες ενώ παράλληλα δήλωσε ότι δεν έχουν δημιουργηθεί έξοδα σε σχέση με την υπόθεση αυτή. Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων αλλά και του νεαρού της ηλικίας του κατηγορουμένου το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας, πράγμα που έγινε. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 17 ετών, μαθητής στη Γ' Τάξη της Τεχνικής Σχολής Πάφου στον κλάδο μηχανικής αυτοκινήτων και διαμένει μαζί με την οικογένεια του σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα τριών υπνοδωματίων καλής οικιστικής κατάστασης. Είναι το δεύτερο από τα 3 παιδιά της οικογένειας με τον πατέρα του να εργάζεται ως εργάτης στις οικοδομές με μηνιαίο μισθό €700,00 και τη μητέρα του μάγειρας σε ξενοδοχείο με μηνιαίο μισθό €900,
- Τα μηνιαία εισοδήματα τους συμπληρώνονται με τη μηνιαία λήψη του ποσού των €176,00 ως επίδομα τέκνου. Οι σχέσεις μεταξύ των γονιών του περιγράφονται αρμονικές ενώ οι ίδιοι χαρακτηρίζονται εργατικά και φιλήσυχα άτομα που ενδιαφέρονται για τα παιδιά τους και προσπαθούν να τα βοηθήσουν στα πλαίσια των δυνατοτήτων τους. Όπως σημειώνεται στην έκθεση μετά από ενημέρωση που η αρμόδια λειτουργός του Γραφείου Ευημερίας έτυχε από τους γονείς του, ο κατηγορούμενος είναι υπάκουος, συνεργάσιμος και δεν τους δημιουργεί ιδιαίτερα προβλήματα τόσο στο σπίτι όσο και στο σχολείο. Όπως ακόμη σημειώνεται στην έκθεση, ο κατηγορούμενος αποδίδει τη διάπραξη των αδικημάτων στο ότι παρασύρθηκε από κακές παρέες με τις οποίες συναναστρεφόταν το διάστημα εκείνο, για τις οποίες έχει μετανιώσει και έκτοτε διέκοψε σχέση μαζί τους. Ακόμη αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος αντιλαμβάνεται το λάθος του, αισθάνεται προσβεβλημένος και εξέφρασε την μεταμέλεια του. Επίσης στην έκθεση σημειώνεται ότι το γεγονός αυτό επηρέασε ολόκληρη την οικογένεια με τους γονείς του κατηγορουμένου να τον επιπλήττουν και να τον καθοδηγούν προς αποφυγή παρόμοιων καταστάσεων στο μέλλον. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο κατηγορούμενος απολογήθηκε για την αξιόποινη συμπεριφορά του. Μέσα από διευκρινιστικές ερωτήσεις του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι είναι τελειόφοιτος μαθητής στην Τεχνική Σχολή Πάφου που διατηρεί καλές σχέσεις με τους γονείς και τα αδέλφια του χωρίς ο ίδιος ή οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας του να αντιμετωπίζουν οποιοδήποτε πρόβλημα είτε υγείας είτε άλλο. Αναμφίβολα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι πολύ σοβαρά. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, το αδίκημα της διάρρηξης σχολικού κτιρίου θεωρείται κακούργημα και τιμωρείται, με βάση το άρθρο 294(α) του Κεφ.154, με ποινή φυλάκισης 7 ετών. Το δε αδίκημα της κλοπής επισύρει, με βάση το άρθρο 262 του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης 3 ετών εκτός αν λόγω των περιστάσεων της κλοπής ή της φύσης του πράγματος που κλάπηκε προβλέπεται κάποια άλλη ποινή. Τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε θεωρούνται αρκετά σοβαρά για τον επιπρόσθετο λόγο ότι η συνδυασμένη διάπραξη τους παρουσιάζει σήμερα ιδιαίτερα ανησυχητική έξαρση στο νησί, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Ιδιαίτερα πρόσφατα στην επαρχία Πάφου η ραγδαία αύξηση της συχνότητας διάπραξης του αδικήματος της διάρρηξης, κλοπής καθώς και άλλων ομοειδών αδικημάτων έλαβε πολύ ανησυχητικές διαστάσεις (Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος v. Ασυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565). Εξίσου όμως ανησυχητικό και συνάμα θλιβερό είναι το γεγονός ότι σημειώνεται αυξητική τάση κρουσμάτων διάπραξης τέτοιων σοβαρών αδικημάτων και ειδικότερα στην Πάφο από άτομα πολύ νεαρής ηλικίας. Πρόκειται για αδικήματα που φανερώνουν ασέβεια και καταπατούν κατάφωρα τα συνταγματικά δικαιώματα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας. Επίσης, είναι αδικήματα που η διάπραξη τους προκαλεί αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους πολίτες για επικράτηση της παρανομίας. Είναι γεγονός ότι τέτοιου είδους αδικήματα προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη (Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104). Στην υπόθεση Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381 παρατίθενται προγενέστερες αποφάσεις που αντικατοπτρίζουν την ανησυχητικά αυξητική τάση και έκταση διαρρήξεων και κλοπών στον τόπο μας: "Στη Γ. Εισαγγελέας v. Cham & άλλων
(1993)2 Α.Α.Δ. 129, αδικήματα διάρρηξης και κλοπής κατέστησαν, ως χαρακτηρίζεται, 'μάστιγα για την κυπριακή κοινωνία.', η οποία δεν μπορεί να αφεθεί ανέλεγκτη. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου Παναγίδη v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104 συνοψίζει την κρατούσα κατάσταση, όπως και το καθήκον της Δικαιοσύνης προς διαφύλαξη της έννομης τάξης (σελ. 105-106): Η θλιβερή διαπίστωση είναι πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται, αντίθετα, έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφαλείας του πολίτη." Τα Δικαστήρια, μέσα από επισημάνσεις και υποδείξεις της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αντιμετωπίζουν τέτοιας φύσης σοβαρά αδικήματα με αυστηρότητα μέσω της επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε μια προσπάθεια αναχαίτισης τους και προστασίας της κοινωνίας (Παναγιώτου (Αντάρτης) v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ. 194, Dirazo ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 113, AI - Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 160 και Lungu κ.α. v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 545). Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Φραντζίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 77 είναι επιτακτική ανάγκη αυτού του είδους η εγκληματικότητα να ανακοπεί γιατί έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Θεώρηση της νομολογίας επισημαίνει ότι για τα αδικήματα της διάρρηξης και κλοπής η συνήθης ποινή που επιβάλλεται είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών και συνήθως στερητικής της ελευθερίας στα αδικήματα διάρρηξης και κλοπής είναι ένας τρόπος πάταξης του φαινομένου (Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστάκη Αναστασίου
(2005)2 Α.Α.Δ. 125, Francis Kenneth Smith and another v. The Police
(1969)2 C.L.R. 189, Yiannakou v. The Police
(1982)2 C.L.R. 37, Nicolaou and another v. The Republic
(1982)2 C.L.R. 156. Charitou v. The Republic
(1987)2 C.L.R. 170, Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας
(1993)2 C.L.R. 158 και Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381). Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Ψύλλας v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430 όπου επικυρώθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 μηνών για κλοπή ποσών Λ.Κ.£350,00 και Λ.Κ.£20,00. Ακόμη στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 222 το Ανώτατο Δικαστήριο επέβαλε ποινή φυλάκισης 3 μηνών σε άτομο που έκλεψε από σταθμευμένο αυτοκίνητο ραδιομαγνητόφωνο αξίας Λ.Κ.£350,00 μαζί με τον άλλο συγκατηγορούμενο του, το οποίο εγκατέστησε στο αυτοκίνητο του. Όταν συνελήφθηκε ομολόγησε αμέσως την πράξη του. Παραδέχθηκε ενοχή και στην επιμέτρηση της ποινής λήφθηκε υπόψη και άλλη παρόμοια υπόθεση. Στη δε υπόθεση Lungu κ.α. v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 545 το Ανώτατο Δικαστήριο μειώνοντας την ποινή των 6 μηνών του πρωτόδικου δικαστηρίου επέβαλε ποινή φυλάκισης 4 μηνών για αδικήματα της διάρρηξης και κλοπής σε κάθε εφεσείοντα που ήταν άτομα νεαρής ηλικίας 22, 20 και 20 ετών αντιστοίχως, χωρίς προηγούμενες καταδίκες, οι οποίοι συνεργάστηκαν με την αστυνομία για τη διαλεύκανση της υπόθεσης και παραδέχθηκαν ενοχή. Η αξία της κλαπείσας περιουσίας ήταν Λ.Κ.£280, της οποίας μεγάλο μέρος βρέθηκε και θα επιστρεφόταν στον ιδιοκτήτη της. Στην επιμέτρηση της ποινής λήφθηκε υπόψη απουσία ιδιαίτερου προσχεδιασμού καθώς επίσης δύσκολες προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες. Επίσης, στην υπόθεση Φραντζίδης v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 158 ο εφεσείων ηλικίας 26 ετών παραδέχτηκε ενοχή σε 19 κατηγορίες διαρρήξεων κατοικίας, στις περισσότερες από τις οποίες κατά τη διάρκεια της νύχτας, καθώς και κλοπές. Λήφθηκαν υπόψη άλλες 11 υποθέσεις, 9 εκ των οποίων παρόμοιας φύσης. Ο εφεσείων βαρυνόταν ακόμη με 4 προηγούμενες καταδίκες. Το Εφετείο τονίζοντας τη σοβαρότητα τέτοιας φύσης αδικημάτων και ειδικότερα των νυχτερινών διαρρήξεων κατοικίας, επικύρωσε την ποινή φυλάκισης των 4 ετών που επέβαλε το πρωτόδικο δικαστήριο. Επιπλέον, στην υπόθεση Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος v. Ασυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 2,5 ετών που το πρωτόδικο δικαστήριο επέβαλε σε άτομο του οποίου η εγκληματική συμπεριφορά συνοψίστηκε σε 6 διαρρήξεις επαγγελματικών υποστατικών, 33 διαρρήξεις εκκλησιών, 3 κλοπές από κλειδωμένα κιβώτια εισφορών εκκλησιών και 8 κοινές κλοπές, ήτοι 5 από οχήματα και 3 από κουτιά εισφορών. Μετρητά που δεν βρέθηκαν ανέρχονταν σε £860,50 πλέον $35 Αυστραλίας, μετρητά που βρέθηκαν £41,45, περιουσία που δεν ανευρέθηκε αξίας £1.011,65 και περιουσία που ανευρέθηκε αξίας £960,00. Περαιτέρω, στην υπόθεση Κλεοβούλου v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57 που αφορούσε υπόθεση διάρρηξης κατοικίας και κλοπής στην οποία λήφθηκαν υπόψη άλλες 10 παρόμοιες υποθέσεις όπου μέρος των κλαπέντων επιστράφηκε με τον εφεσείοντα να έχει 6 προηγούμενες καταδίκες επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3,5 ετών που επικυρώθηκε κατ' έφεση. Επιπροσθέτως, στην υπόθεση Κλεοβούλου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 485 που αφορούσε διάρρηξη κατοικίας με συνολικό ποσό κλαπέντων αντικειμένων ανερχόμενο σε £2.795,00 από το οποίο επιστράφηκε ποσό £760,00 με τον εφεσείοντα να βαρύνεται με 5 προηγούμενες καταδίκες και στην οποία υπόθεση λήφθηκαν υπόψη 10 παρόμοιες υποθέσεις όπως και μία άλλη που αφορούσε κλοπή οχήματος £1.000,00 που καταστράφηκε ενώ βρισκόταν στην κατοχή του εφεσείοντος, επιβλήθηκε πενταετής φυλάκιση η οποία δεν κρίθηκε έκδηλα υπερβολική από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην δε πρόσφατη υπόθεση Petrica v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 159/12 ημερ. 28.03.13 ποινή φυλάκισης 2 ετών που επιβλήθηκε σε 2 κατηγορίες διάρρηξης κτιρίου κατά τη διάρκεια νύχτας και κλοπής μειώθηκε κατόπιν προβληματισμού από το Ανώτατο Δικαστήριο σε 15 μήνες. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής λαμβάνω υπόψη μου τη φύση και τη σοβαρότητα που χαρακτηρίζουν τα αδικήματα που διαπράχτηκαν. Η ανησυχητική έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη τέτοιων αδικημάτων στην Κύπρο και ιδιαίτερα στην επαρχία Πάφου είναι ακόμη μία παράμετρος που συνυπολογίζεται. Στρεφόμενος στα γεγονότα της υπόθεσης και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων λαμβάνω υπόψη μου ως επιβαρυντικό παράγοντα το είδος και την αξία του κλαπέντος αντικειμένου. Σαφώς το ότι το επίδικο αντικείμενο είναι μικροφωνική αξίας €600,00 είναι παράγοντας που εκτιμείται. Η δε ταλαιπωρία και η ζημιά που προκλήθηκαν στον ιδιοκτήτη του αντικειμένου μέχρι τον εντοπισμό και την επιστροφή του πράγματος είναι κάτι που επίσης επιβαρύνει τη θέση του κατηγορουμένου. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου ότι το εν λόγω αντικείμενο εντοπίστηκε μόνο κατόπιν έρευνας από μέλη της αστυνομίας στην οικία φιλικού προσώπου του κατηγορουμένου. Επίσης, η ώρα που προτιμήθηκε προκειμένου να υλοποιηθεί ο παράνομος σκοπός καθώς και ο τρόπος που ακολουθήθηκε είναι κάτι που δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Ειδικότερα το ότι ο κατηγορούμενος επέλεξε να διαρρήξει την αίθουσα σχολικού κτιρίου και να κλέψει το επίδικο αντικείμενο μετά τις 19:00, μια χρονική στιγμή ικανή στο να δώσει κάλυψη στην εγκληματική συμπεριφορά, σε συνδυασμό με το γεγονός να το μεταφέρει στην οικία άλλου ατόμου αφού πρώτα φρόντισε να το ανακοινώσει σε άλλο γνωστό του πρόσωπο δείχνει την εκπόνηση ενός παράνομου σχεδίου από ένα θρασύ άτομο που δεν διστάζει, δεν υπολογίζει και δεν σέβεται την ξένη περιουσία, μια παράνομη επιχείρηση την οποία όμως εκτέλεσε κατά τρόπο ερασιτεχνικό. Από την άλλη, προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές και την ομολογία του στη διάπραξη των αδικημάτων που διέπραξε. (β) Την παραδοχή του στο Δικαστήριο. (γ) Το ότι δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. (δ) Την απολογία του στο Δικαστήριο. (ε) Το ότι τελικά το επίδικο αντικείμενο επιστράφηκε στον ιδιοκτήτη του με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος μέσα από την αξιόποινη συμπεριφορά του να μην προσποριστεί οικονομικό ή άλλου είδους όφελος. (στ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτέθηκαν μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα ότι: · Είναι ηλικίας 17 ετών, τελειόφοιτος μαθητής στη Γ' Τάξη της Τεχνικής Σχολής Πάφου στον κλάδο μηχανικής αυτοκινήτων. · Οι σχέσεις μεταξύ των γονιών του περιγράφονται αρμονικές. · Είναι υπάκουος και συνεργάσιμος. · Αντιλαμβάνεται το λάθος του, αισθάνεται προσβεβλημένος και εξέφρασε την μεταμέλεια του. Ένας σοβαρός μετριαστικός παράγοντας που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του είναι το νεαρό της ηλικίας του κατηγορούμενου. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος όταν διέπραξε τα αδικήματα ήταν ηλικίας μόλις 16 ετών ενώ σήμερα που θα του επιβληθεί ποινή είναι ηλικίας 17 ετών. Στην υπόθεση Φανάρας v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 50, η οποία επίσης αφορά σοβαρά αδικήματα, όπως στην προκειμένη περίπτωση και επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης σε 2 πρόσωπα ηλικίας 19 και 23 ετών με λευκό ποινικό μητρώο, παραδοχή μετά από μερική ακρόαση της υπόθεσης και με στοιχείο μέθης, λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Κρίνεται πως δεν είναι επιθυμητό νεαρό άτομο, στα αρχικά δηλαδή στάδια της δημιουργίας της προσωπικότητας του, να στερηθεί της ευκαιρίας να ωριμάσει για να κάνει τις επιλογές του στη ζωή. Πρέπει όμως να επισημάνουμε, πάνω σ' αυτό το ζήτημα, πως σήμερα τα πράγματα έχουν μεταβληθεί απ' ότι ήσαν μερικές δεκαετίες πριν. Η παιδεία προσφέρεται σχεδόν σε όλους. Η ελεύθερη έκφραση και διακίνηση των ιδεών, με τα σύγχρονα μέσα μαζικής ενημέρωσης, πληροφορούν τον πολίτη για τα συμβαίνοντα σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Η κατάσταση αυτή έχει βεβαίως πλεονεκτήματα, αλλά και μειονεκτήματα που συνήθως αποτελούν θέματα σοβαρών συζητήσεων. Με αυτά που αναφέραμε αμέσως πιο πάνω, οδηγούμαστε στη σκέψη πως ο νέος σήμερα έχει καλύτερες ευκαιρίες διαμόρφωσης του χαρακτήρα του, φθάνει αμέσως να κάνει τις ορθές επιλογές. Οι εφεσείοντες έδειξαν, με τη διάπραξη των εγκλημάτων που εξετάζουμε, τη δική τους επιλογή. Ας ελπίσουμε, για το μέλλον, πως το έγκλημα που διέπραξαν θα αποδεικτεί η μοναδική αντικοινωνική συμπεριφορά τους.» Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται από την μια οι επιβαρυντικοί λόγοι και από την άλλη οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας και συχνότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι εξής ποινές: 1η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 12 μηνών 2η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 5 μηνών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα αυτεπάγγελτα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος είναι άτομο που δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Από την πρώτη στιγμή δήλωσε παραδοχή στις αστυνομικές αρχές, απολογήθηκε και ζήτησε συγχώρεση. Έκτοτε δεν απασχόλησε ξανά την δικαιοσύνη. Παράλληλα, το Δικαστήριο λαμβάνει πολύ σοβαρά υπόψη την ηλικία του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος είναι σήμερα 17 ετών και βρισκόταν στην ηλικία των 16 ετών όταν εξαιτίας των κακών συναναστροφών του διέπραξε τα αδικήματα. Κατά τον επίδικο χρόνο η πολύ νεαρή ηλικία του κατηγορουμένου επέτρεψε να παρασυρθεί από κακές παρέες και να προβεί απερίσκεπτα σε ανώριμες και αψυχολόγητες, πλην όμως καταδικαστέες, ενέργειες, παρέες με τις οποίες ευτυχώς στη συνέχεια έπαυσε να έχει οποιαδήποτε επαφή. Τα πιο πάνω γεγονότα σε συνδυασμό με την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο καθώς και το ότι αισθάνεται προσβεβλημένος φανερώνουν ένα άτομο που έχει αντιληφθεί το λάθος του, έχει μετανιώσει και έμπρακτα μεταμελήσει για την αξιόποινη συμπεριφορά του σε ένα περιστατικό που εκλαμβάνεται μεμονωμένο, συνθέτοντας έτσι το πλαίσιο μιας εκ των υστέρων θετικής διαγωγής. Με γνώμονα τα πιο πάνω και εξαντλώντας έτσι κάθε δυνατή επιείκεια προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου, το Δικαστήριο, κατόπιν βαθύ προβληματισμού, κρίνει ότι θα πρέπει να δώσει στον εν λόγω κατηγορούμενο μία δεύτερη ευκαιρία επιτρέποντας του να ολοκληρώσει απρόσκοπτα το σχολείο και να ξεκινήσει να δημιουργεί την επαγγελματική σταδιοδρομία του καθώς και την οικογενειακή του ζωή. Ελπίζω ότι ο κατηγορούμενος να αδράξει αυτή την ευκαιρία που του δίδεται προς όφελος του ιδίου αλλά και της οικογένειας του, έχοντας πλέον παραδειγματιστεί από το μεγάλο του σφάλμα. Συνεπώς, θεωρώ ότι συντρέχουν τέτοιες προϋποθέσεις που κλίνουν την πλάστιγγα υπέρ της αναστολής των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου, διατάσσεται όπως οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο ανασταλούν για περίοδο τριών ετών από σήμερα. (Εξηγείται στον κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής των ποινών φυλάκισης). (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Διάρρηξη-Κλοπή/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο