Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 12141/11, 26/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B170 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12141/11 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΥΛΑΚΤΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 26.09.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορούμενο: κος Α. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία πλαστοπροσωπίας κατά παράβαση του άρθρου 360 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι την 01.04.10 στην Πάφο, με σκοπό την καταδολίευση του αστυφύλακα 3521 Παναγιώτη Παπαντωνίου του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Πάφου (ΤΑΕ Πάφου), παρέστησε ψευδώς τον εαυτό του ως τον Ανδρέα Ιωάννου με αριθμό δελτίου ταυτότητας 1023533 ενώ στην πραγματικότητα είναι ο Γεώργιος Φυλακτού με αριθμό δελτίου ταυτότητας
- Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από 2 μάρτυρες ενώ παράλληλα προσκομίστηκαν 5 τεκμήρια. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, όπως προκύπτει από την μαρτυρία των προαναφερθέντων μαρτύρων, συνοψίζεται ως εξής: ΜΚ1 ήταν ο λοχίας 1760 Παναγιώτης Πελοπίδας, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο του κατηγορητηρίου υπηρετούσε στο ΤΑΕ Πάφου με το βαθμό του αρχιαστυφύλακα. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του κατάθεσε σαν Τεκμήριο 1 γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 07.03.
- Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, την 01.04.10 ο ΜΚ1 μετέβηκε μαζί με άλλους συναδέλφους του στην μπυραρία Secret Pub που βρίσκεται στην οδό Παπακώστα Λεωνίδα στη Χλώρακα της επαρχίας Πάφου για επί τόπου στα πλαίσια διερεύνησης υπόθεσης κατοχής, χρήσης και μεταφοράς μη πυροβόλου όπλου, τραυματισμού και κακόβουλης ζημιάς. Με βάση ακόμη το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, κατά τη διενέργεια εξετάσεων στη σκηνή ο αστυφύλακας 3521 Παναγιώτη Παπαντωνίου ζήτησε τα πλήρη στοιχεία του κατηγορουμένου με τον τελευταίο να ισχυρίζεται ότι ονομάζεται Ανδρέας Ιωάννου με αριθμό δελτίου ταυτότητας
- Όταν αργότερα και συγκεκριμένα στις 05.04.10 ο κατηγορούμενος βρισκόταν υπόδικος για την πιο πάνω υπόθεση και επρόκειτο να ανακριθεί ο αστυφύλακας 3521 Παναγιώτη Παπαντωνίου αφού είδε τον κατηγορούμενο και τον ρώτησε πως ονομάζεται αυτός, με βάση πάντοτε το Τεκμήριο 1, απάντησε ότι είναι ο Γιώργος Φυλακτού με αριθμό δελτίου ταυτότητας
- Τότε ο εν λόγω αστυφύλακας υπενθύμισε στον κατηγορούμενο τι του ανάφερε ως ονοματεπώνυμο του την 01.04.10 και συνεπώς ότι διέπραξε το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας και αφού του επέστησε στην προσοχή στο νόμο αυτός απάντησε "Εγώ εν σου είπα ψέματα, προσπαθείτε να με ενοχοποιήσετε." Στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του, ο εν λόγω μάρτυρας, μεταξύ άλλων, κατάθεσε ως Τεκμήριο 3 χειρόγραφες σημειώσεις που ισχυρίζεται ότι ο πιο πάνω συνάδελφος του κατέγραψε στη σκηνή στη Χλώρακα όταν ζήτησε τα προσωπικά στοιχεία του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, ο ΜΚ1 κατάθεσε ως Τεκμήριο 4 αστυνομικό ημερολόγιο ενέργειας που καταγράφει ενέργειες που έγιναν από αστυνομικούς με σημειωμένη ημερομηνία 05.04.10 και χρονική περίοδο 09:35-09:
- Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως πληροφορήθηκε από το συνάδελφο του αστυφύλακα 3521 Παναγιώτη Παπαντωνίου ότι το δελτίο ταυτότητας που ο κατηγορούμενος του είχε δώσει δεν ανταποκρινόταν στο όνομα Ανδρέας Ιωάννου και κατ' επέκταση στα πραγματικά του στοιχεία. Όπως ο μάρτυρας αυτός ακολούθως αναφέρει, τηλεφώνησε στο ΤΑΕ Λευκωσίας για να εξακριβώσει κατά πόσο το πρόσωπο με το δελτίο ταυτότητας που ο κατηγορούμενος έδωσε στο συνάδελφο του είναι ή όχι υπαρκτό πρόσωπο και ότι οι συνάδελφοι του κατόπιν εξετάσεων του είπαν τότε ότι είναι υπαρκτό πρόσωπο με το όνομα Κύπρος Λουκά από τη Λευκωσία. Ωστόσο η αστυνομία δεν έλαβε κατάθεση από το άτομο αυτό. Ούτε ο μάρτυρας αυτός εξέτασε ποιος διαμένει στην διεύθυνση Καραϊσκάκη 31 που ισχυρίζεται ότι έδωσε ο κατηγορούμενος στον συνάδελφο του αστυφύλακα 3521 Παναγιώτη Παπαντωνίου. Ούτε ακόμη γνωρίζει αν στην πιο πάνω διεύθυνση διαμένει πρόσωπο με το όνομα Ανδρέας Ιωάννου. Επίσης, ο ΜΚ1 κατάθεσε ως Τεκμήριο 2 την ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου ημερομηνίας 05.04.
- ΜΚ2 ήταν ο αστυφύλακας 3521 Παναγιώτης Παπαντωνίου, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του παρουσίασε σαν Τεκμήριο 5 γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 06.04.10 με βάση το περιεχόμενο της οποίας δηλώνεται πως την 01.04.10, ενώ ο ίδιος βρισκόταν μαζί με συναδέλφους του στη μπυραρία Secret Pub που βρίσκεται στην οδό Παπακώστα Λεωνίδα στη Χλώρακα της επαρχίας Πάφου διερευνώντας υπόθεση κατοχής, χρήσης και μεταφοράς μη πυροβόλου όπλου, τραυματισμού και κακόβουλης ζημιάς, ζήτησε στοιχεία δύο προσώπων από τους πολλούς παρευρισκόμενους στη σκηνή για σκοπούς εξέτασης. Ένας από τους δύο ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος του ανάφερε κατά τρόπο αντιδραστικό πως ονομαζόταν Ανδρέας Ιωάννου με αριθμό δελτίο ταυτότητας 1023533 και ότι διέμενε στην οδό Καραϊσκάκη 31 στην Έμπα της επαρχίας Πάφου, στοιχεία που κατέγραψε χειρόγραφα και πρόχειρα σε ημερολόγιο ενεργείας. Η εν λόγω κατάθεση ακόμη αναφέρει ότι μετά από έρευνα που ο ΜΚ2 διεξήγαγε την ίδια ημέρα διαπιστώθηκε ότι ο αριθμός ταυτότητας που του δόθηκε ανήκει σε κάποιον Κύπρο Λουκά που ήταν υπαρκτό πρόσωπο ενώ ο αριθμός κινητού τηλεφώνου που επίσης του δόθηκε ανήκει σε μία γυναίκα που δεν σχετίζεται με τον κατηγορούμενο. Ακολούθως, όπως επίσης σημειώνεται στο Τεκμήριο 5, στις 05.04.10 είδε το κατηγορούμενο να μεταφέρεται στο ΤΑΕ Πάφου για ανάκριση και όταν τον ρώτησε πως ονομάζεται αυτός του είπε Γιώργος Φυλακτού με αριθμό δελτίου ταυτότητας
- Τότε ο ΜΚ2 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι την 01.04.10 διέπραξε το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας και αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμο αυτός απάντησε "Έγώ εν σου είπα ψέματα, προσπαθείτε να με ενοχοποιήσετε." Ο ΜΚ2 μετά παρέδωσε στον ΜΚ1 σχετικό ημερολόγιο ενεργείας με τις χειρόγραφες σημειώσεις του (Τεκμήριο 3). Στην προφορική μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του ο ΜΚ2 αφού αναγνώρισε το γραφικό του χαρακτήρα στο Τεκμήριο 3 επανέλαβε την εκδοχή του, όπως αυτή καταγράφεται στη γραπτή κατάθεση του (Τεκμήριο 5). Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως κατόπιν εξετάσεων μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή αλλά και από προφορικές πληροφορίες που έλαβε από συναδέλφους του διαπίστωσε ότι ουδείς Ανδρέας Ιωάννου διαμένει στην οδό Καραϊσκάκη 31 στην Έμπα της επαρχίας Πάφου. Συμπληρωματικά, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι το δελτίο ταυτότητας που κατ' ισχυρισμό ο κατηγορούμενος του έδωσε ανήκει σε κάποιο Κύπρο Λουκά. Χωρίς ο ίδιος να έχει δει τον Κύπρο Λουκά, πληροφορήθηκε από τον ΜΚ1 ότι πρόκειται για υπαρκτό πρόσωπο που διαμένει τη Λευκωσία. Μέσα από διευκρινιστικές ερωτήσεις του Δικαστηρίου ο εν λόγω μάρτυρας σημείωσε ότι από τα συμφραζόμενα του κατηγορουμένου δεν απομονώνεται κάποιος συγκεκριμένος Ανδρέας Ιωάννου, αν και ο ίδιος, όπως είπε, γνωρίζει αρκετά άτομα στην Κύπρο με το όνομα Ανδρέας Ιωάννου, χωρίς όμως να παρέχει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ή να προβεί σε κάποια έρευνα γι' αυτό. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε, με βάση το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και ότι το Δικαστήριο πρέπει να τον αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Ειδικότερα είναι η θέση του εν λόγω συνηγόρου ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να προσκομίσει μαρτυρία που να αποδεικνύει για σκοπούς του σταδίου αυτού οποιοδήποτε από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Περαιτέρω, είναι η θέση του κυρίου Αλεξάνδρου ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής στερείται πειστικότητας. Από την άλλη η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι μέσα από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε έχουν αποδειχτεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του κατηγορητηρίου και γι' αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία. Μέσα από τη δική της νομική επιχειρηματολογία η κυρία Παπαλαζάρου ευσεβάστως επισήμανε ότι η υπάρχουσα μαρτυρία είναι τέτοια που δικαιολογεί την κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία. Πλήρης έκταση των όσο ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση επειδή κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί κανένα πρακτικό σκοπό. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Παναγιώτου και άλλος ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό ακόμη είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α., Ποινικές Εφέσεις 5-9/2012 ημερομηνίας 11.12.12 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Μία από τις υποθέσεις στην οποία γίνεται αναφορά είναι η αγγλική υπόθεση R v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060 στην οποία με το πιο κάτω απόσπασμα καταγράφεται η προσέγγιση που καλείται το Δικαστήριο να υιοθετήσει στο στάδιο ολοκλήρωσης της παρουσίασης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής: "How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
- a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
- b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury." Η υιοθέτηση της πιο πάνω αγγλικής υπόθεσης στην κυπριακή νομολογία (Azinas et al v. Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191) την κατέστησε καθοδηγητική αυθεντία. Ειδικότερα στην υπόθεση Παναγιώτου κ.α ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί." Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω και μέσα από αντικειμενική θεώρηση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας, χωρίς να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής και δίχως να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα και αφού έλαβα υπόψη τις νομικές επιχειρηματολογίες των ευπαιδεύτων συνηγόρων, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας που περιέχεται στην κατηγορία που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει διέπεται από το άρθρο 360 του Κεφ.
- Το εν λόγω άρθρο αναφέρει κατά λέξει τα εξής: "
- Όποιος, με σκοπό καταδολίευσης οποιουδήποτε προσώπου, παριστάνει τον εαυτό του ψευδώς ότι είναι άλλο πρόσωπο, ζωντανό ή πεθαμένο, είναι ένοχο πλημμελήματος." Με βάση το λεκτικό του άρθρου 360, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πλαστοπροσωπίας είναι τα εξής: (α) Ο κατηγορούμενος με σκοπό την καταδολίευση, (β) άλλου προσώπου, (γ) ψευδώς παριστάνει άλλο πρόσωπο, (δ) που το πρόσωπο αυτό είτε είναι ζωντανό είτε είναι πεθαμένο. Επομένως, μεταξύ άλλων, είναι απαραίτητο να υπάρχει η ένοχη διάνοια (mens rea) από μέρους του κατηγορουμένου υπό τη μορφή πρόθεσης για καταδολίευση άλλου προσώπου καθώς και ενέργεια του στο να παραστήσει ψευδώς ένα άλλο άτομο που είναι ή ήταν υπαρκτό. Επ' αυτού χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το νομικό σύγγραμμα "Penal Law of India", Τόμος 2, σελίδα 1655: "That the person personated must be real, necessarily arises out of what the law regards as false imprisonment." Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση κατ' αρχήν παρατηρώ, με βάση τις λεπτομέρειες της κατηγορίας, ότι αποδίδεται στον κατηγορούμενο ότι διέπραξε το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας όταν κατ' ισχυρισμό την 01.04.10 παρέστησε τον εαυτό του ως τον Ανδρέα Ιωάννου με αριθμό δελτίο ταυτότητας 1023533 ενώ στην πραγματικότητα είναι ο Γεώργιος Φυλακτού με αριθμό δελτίο ταυτότητας
- Με απλά λόγια καταλογίζεται στον κατηγορούμενο επιλήψιμη συμπεριφορά επειδή κατ' ισχυρισμό ανάφερε πως ονομάζεται Ανδρέας Ιωάννου δίδοντας για πειστικότητα αριθμό δελτίου ταυτότητας και οδό διαμονής, τη στιγμή που το όνομα του είναι άλλο, έχει διαφορετικό αριθμό δελτίο ταυτότητας και διαμένει αλλού. Αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής, χωρίς να υπεισέρχομαι σε υποκειμενική αξιολόγηση αυτής αλλά ούτε και σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα, οδηγεί σε έλλειψη μαρτυρίας που εκ πρώτης όψεως να δείχνει ότι πρόσωπο με το όνομα Ανδρέας Ιωάννου και με αριθμό δελτίο ταυτότητας 1023533 είναι υπαρκτό. Μάλιστα μέσα από την μαρτυρία του ο ΜΚ2 παραδέχεται τα πιο πάνω, επιβεβαιώνοντας έτσι την ορθότητα της κατάληξης αυτή. Όσον αφορά την θέση της κατηγορούσας αρχής ότι ο ΜΚ2 γνωρίζει πολλά υπαρκτά άτομα με το όνομα Ανδρέας Ιωάννου, είναι γενική και αόριστη και από τη στιγμή που δεν απομονώνεται οποιοδήποτε συγκεκριμένο άτομο ή οποιαδήποτε συγκεκριμένα άτομα με το όνομα Ανδρέας Ιωάννου, είτε ζωντανό είτε πεθαμένο, στη βάση χειροπιαστών προσωπικών στοιχείων και δεδομένων αλλά ούτε και τέτοια τοποθέτηση συνοδεύεται από μαρτυρία που να προέρχεται από ένα τέτοιο υπαρκτό πρόσωπο, η μαρτυρία αυτή που περιορίζεται σε μονολεκτική αναφορά περί γνώσης κατά τρόπο γενικό και αόριστο και σε θεωρητικό επίπεδο, θεωρείται ισχνή για να καταστήσει την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα σε περίπτωση που αυτός επιλέξει να μην δώσει οποιαδήποτε εξήγηση. Πέραν και ανεξαρτήτως όμως των πιο πάνω, εξίσου αδύνατη φαίνεται να είναι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής ότι δελτίο ταυτότητας με αριθμό 1023533 σχετίζεται με κάποιο άτομο με το όνομα Κύπρος Λουκά από τη Λευκωσία. Η μαρτυρία αυτή περιορίζεται σε έρευνα του ΜΚ2 από ηλεκτρονικό υπολογιστή αλλά και από προφορικές πληροφορίες που αυτός έλαβε από συναδέλφους του. Ωστόσο πέραν από τη λεκτική σύνδεση του προσώπου αυτού με το εν λόγω δελτίο ταυτότητας, δεν κατονομάζονται οι αστυνομικοί που διαβίβασαν τις πληροφορίες αλλά ούτε και η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει ίχνος λεπτομέρειας προσωπικών στοιχείων και δεδομένων του ατόμου που επικαλείται ότι ανήκει το προαναφερόμενο δελτίο ταυτότητας. Περαιτέρω, ουδεμία μαρτυρία εξασφαλίστηκε από το άτομο με το όνομα Κύπρος Ανδρέου που η κατηγορούσα αρχή θεωρεί υπαρκτό και ούτε αυτό προσάχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προς εκ πρώτης όψεως τεκμηρίωση των πιο πάνω. Επιπλέον, ούτε καν το αποτέλεσμα της έρευνας του ΜΚ2 από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για εξ' αντικειμένου στοιχειοθέτηση του συστατικού στοιχείου του υπαρκτού προσώπου. Η απουσία ποιότητας μαρτυρίας, τέτοιας όπως έχει πιο πάνω προσδιοριστεί ότι ελλείπει, είναι καταλυτικής σημασίας καθιστώντας τη μορφή αυτής που ήδη προσκομίστηκε ανίσχυρη. Η σιωπή του κατηγορουμένου σε περίπτωση που κληθεί σε απολογία δεν καθιστά την καταδίκη του μια δυνατή πιθανότητα. Τα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω ισχύουν τόσο και για τη γυναίκα που η κατηγορούσα αρχή επικαλείται ότι σχετίζεται με τον αριθμό κινητού τηλεφώνου που κατ' ισχυρισμό δόθηκε στον ΜΚ2 από τον κατηγορούμενο όσο και για το αν διαμένει κάποιο άτομο στην οδό Καραϊσκάκη 31 στην Έμπα της επαρχίας Πάφου που επίσης κατ' ισχυρισμό της κατηγορούσας αρχής δόθηκε στον ΜΚ2 από τον κατηγορούμενο. Στη βάση των πιο πάνω, η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι μέσα από προκαταρκτική θεώρηση της στην όψη της και μόνο ελλιπής και αντικειμενικά αδύνατη σε βαθμό που εξ' αντικειμένου να μην αποδεικνύει ότι το πρόσωπο που κατ' ισχυρισμό ο κατηγορούμενος παρέστη ψευδώς στον ΜΚ2 είναι υπαρκτό, πράγμα που αποτελεί απαραίτητο συστατικό στοιχείο του αδικήματος της πλαστοπροσωπίας. Κατά προέκταση η μαρτυρία αυτή, πάντοτε αντικειμενικά εξεταζόμενη, δεν μπορεί να στηρίξει καταδίκη του κατηγορουμένου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Συνεπώς η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι τέτοια που δεν δικαιολογεί την κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία. Το Δικαστήριο αισθάνεται πως αν ο κατηγορούμενος κληθεί σε απολογία θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Υπό το φως των προαναφερόμενων, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή δεν κατάφερε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου αναφορικά με την κατηγορία του κατηγορητηρίου. Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. €105,00 έξοδα να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/Πλαστοπροσωπία cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο