Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χριστούλα Χαραλάμπους κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 16244/11, 19/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B165 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16244/11 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Kατηγορούσας Αρχής v
- Χριστούλα Χαραλάμπους
- Χαράλαμπος Λοϊζου Κατηγορουμένων ----------------------- Ημερομηνία: 19/09/
- Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Περγαντή. Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κα Α. Σαββίδου. Κατηγορούμενοι: παρόντες. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη αρ. 1 αντιμετωπίζει, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, την κατηγορία της Δημόσιας Εξύβρισης (κατηγορία αρ. 1) ενώ ο κατηγορούμενος αρ. 2 την κατηγορία της Επίθεσης προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη (κατηγορία αρ. 2). Η κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε τρεις μάρτυρες κατηγορίας, τον κ. Ευτύχιο Κονιώτη (Μ.Κ.1), τον Αστ. 3838 Α. Σολωμού (Μ.Κ.2) και τον Δρ. Ν. Σιδηρόπουλο (Μ.Κ.3). Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2, μετά που κρίθηκαν ένοχοι εκ πρώτης όψεως με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, κλήθηκαν σε απολογία και επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτη δήλωση. Δεν κάλεσαν οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Έναυσμα για την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης ήταν ένα επεισόδιο το οποίο επεσυνέβη μεταξύ του Μ.Κ.1 και παραπονούμενου και των κατηγορουμένων κατά τις 13/07/
- Οι πιο πάνω ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο γείτονες και οι σχέσεις τους δεν ήταν καλές. Είναι η θέση του παραπονούμενου ότι το όλο επεισόδιο έλαβε χώρα στο δρόμο όταν ο ίδιος βρέθηκε εκεί για να προλάβει τυχόν επεισόδιο, αφού η κατηγορούμενη αρ. 1 πλησίασε την γυναίκα του που προσπαθούσε να διασταυρώσει το δρόμο με απειλητικές διαθέσεις. Είναι η θέση του ότι, όταν πήγε στο σημείο η κατηγορούμενη αρ. 1 τον εξύβρισε με τις φράσεις «μαλάκα, ηλίθιε, βλάκα» ενώ ο κατηγορούμενος αρ. 2 ο οποίος κατέφθασε στο σημείο του έδωσε μια γροθιά στα χείλη με αποτέλεσμα να πέσει κάτω στο δρόμο και να κτυπήσει το αριστερό του χέρι. Αντίθετη ήταν η θέση των κατηγορουμένων, όπως προκύπτει από τις γραπτές τους καταθέσεις. Ισχυρίζονται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, ενώ κάθονταν στη βεράντα του σπιτιού τους είδαν μια γυναίκα που διαμένει στην απέναντι πολυκατοικία να μπαίνει στην αυλή τους και να προχωρά προς το πίσω μέρος του σπιτιού τους. Τότε η κατηγορούμενη αρ. 1 την πλησίασε και της είπε να μην ξαναμπεί στην αυλή της και τότε αυτή της έγνεψε με το κεφάλι της εντάξει και ξεκίνησε να φύγει. Τότε είδε τον άντρα της να έρχεται προς το μέρος της κρατώντας ένα ξύλο και φωνάζοντας και βρίζοντας με τις λέξεις «πουτάνα και πελλή». Την πλησίασε και την έσπρωξε με αποτέλεσμα να πέσει στο τέλι της περίφραξης ενώ αυτός συνέχισε να την βρίζει. Ακολούθως, στο σημείο πήγε και ο γιος της κατηγορούμενης αρ. 1, ο κατηγορούμενος αρ. 2, ο οποίος έβλεπε τη σκηνή και τότε ο παραπονούμενος ξάπλωσε κάτω στο πεζοδρόμιο και του φώναζε «έλα δέρμε ρε μαλάκα έλα δέρμε». Στη συνέχεια απομακρύνθηκαν από το σημείο και μπήκαν στο σπίτι τους. Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω εκδοχές που προβλήθηκαν από τα μέρη, θα προχωρήσω να αξιολογήσω της ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία με σκοπό να καταλήξω σε συγκεκριμένα ευρήματα γεγονότων. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Περαιτέρω, έχω υπόψη μου ότι σε υποθέσεις επιθέσεων με πρόκληση σωματικής βλάβης, η ιατρική μαρτυρία αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. Ανδρέας Γεωργίου v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439). Επιπρόσθετα, λαμβάνω υπόψη μου ότι σε τέτοιου είδους υποθέσεις το ζητούμενο είναι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η αποτελεσματικότητα της μαρτυρίας τους με γνώμονα την ασφάλεια της καταδίκης (βλ. Δημήτρης Χρυσοστόμου v. Αστυνομίας, Ποιν.Έφεση Αρ. 235/12, Ημερ. 13/11/2013). Έχω διεξέλθει της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 και παραπονούμενου με πολλή προσοχή και έχοντας υπόψη μου το περιεχόμενο της, αλλά και την εντύπωση που απεκόμισα από αυτόν από το εδώλιο του μάρτυρα κατά την ώρα που κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ σε αυτήν και να προβώ σε ασφαλή ευρήματα γεγονότων για τους λόγους που θα αναφερθούν κατωτέρω. Έχω διαπιστώσει ότι η μαρτυρία του παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες, αντιφάσεις και ανακρίβειες σε βαθμό που κλονίζουν την αξιοπιστία της. Επίσης, έχω διακρίνει ότι τα προβλήματα που υπάρχουν στις σχέσεις του με τους κατηγορούμενους, δημιουργούν αμφιβολίες για το γνήσιο της καταγγελίας και το όποιο επεισόδιο έλαβε χώρα μεταξύ τους κατά τον ουσιώδη χρόνο να αποτέλεσε αφορμή για την εκδίκηση των κατηγορουμένων και με απώτερο σκοπό την τιμωρία τους. Συγκεκριμένα, ανέφερε κατά την αντεξέταση του τα προβλήματα που είχε με τους κατηγορούμενους και γείτονες του και τους λόγους που δημιουργούνταν μεταξύ τους προστριβές χωρίς όμως προηγουμένως, όπως παραδέχθηκε να του επιτεθεί οποιοσδήποτε ή να τον κτυπήσει εκτός για το συγκεκριμένο συμβάν. Περιγράφοντας το όλο επεισόδιο όμως, υπέπεσε σε αντιφάσεις και ανακρίβειες με αποτέλεσμα να καθιστά τη μαρτυρία του μη ασφαλές υπόβαθρο για το Δικαστήριο. Επίσης, αναίρεσε γεγονότα που αναφέρει στην κατάθεση του ενώ σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του πρόσθεσε γεγονότα αναφορικά με τον τρόπο που έλαβε χώρα και εκτυλίχθηκε το όλο επεισόδιο, κάτι το οποίο αφήνει αμφιβολίες και σκιές για το τι πραγματικά έλαβε χώρα τη συγκεκριμένη μέρα. Ενώ στην αρχή της κατάθεσης του αναφέρει ότι το όλο επεισόδιο ξεκίνησε όταν η γυναίκα του επιχείρησε να διασταυρώσει το δρόμο, στο τέλος αυτής αναφέρει ότι αυτό ξεκίνησε όταν η γυναίκα του μπήκε στο χωράφι της κατηγορούμενης αρ.
- Αντεξεταζόμενος περί τούτου, αναίρεσε το γεγονός ότι η γυναίκα του μπήκε στο χωράφι της κατηγορούμενης αρ.1 και είπε ότι δεν μπήκε καθόλου. Η δικαιολογία που δίνει για την λανθασμένη κατά αυτόν αναφορά του αυτή στην κατάθεση του είναι ότι την έδωσε η ώρα 23:00 και ήταν ζαλισμένος και κτυπημένος και δεν μπορούσε να σκεφτεί κανονικά. Η θέση αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Εκτός του ότι αυτό δεν επιβεβαιώνεται και από άλλη μαρτυρία που προσκόμισε η κατηγορούσα αρχή και συγκεκριμένα από τον Μ.Κ.2 ο οποίος του έλαβε τη κατάθεση, ο μάρτυρας δεν διαφωνεί με άλλα μέρη της κατάθεσης του. Αν ευσταθούσε η θέση του αυτή, γιατί τότε να μην υπάρχουν και άλλες λανθασμένες αναφορές ή ανακρίβειες στην κατάθεση του. Είναι προφανές η προσπάθεια του να αποσιωπήσει το γεγονός της εισόδου της γυναίκας του στην περιουσία της κατηγορουμένης για να καταδειχθεί ότι ουδεμία ευθύνη φέρει για το έναυσμα του όλου επεισοδίου. Συνεχίζοντας κατά την αντεξέταση του, πρόσθεσε διάφορα ουσιαστικά γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στο όλο επεισόδιο χωρίς να τα έχει αναφέρει στην κατάθεση του επικαλούμενος την κατάσταση που βρισκόταν το βράδυ εκείνο, την οποία όμως όπως παραδέχεται δεν την είχε αποκαλύψει στον Αστυνομικό αλλά ούτε και αργότερα ζήτησε να δώσει άλλη κατάθεση και να τα αναφέρει παρά μόνο μετά από πάροδο τριών και πλέον χρόνων, τα αναφέρει στο Δικαστήριο. Για παράδειγμα, είπε ότι η κατηγορούμενη εξύβρισε χυδαία τη σύζυγο του κατονομάζοντας τις συγκεκριμένες βρισιές και ότι θα τις κόψει τα πόδια της αν την βρει ξανά στην αυλή της. Επίσης, πέραν των βρισιών που αναφέρει στην κατάθεση του ότι του εκστόμισε η κατηγορούμενη του ιδίου, κατά την μαρτυρία του πρόσθεσε ότι τον αποκάλεσε και πούστη, κάτι το οποίο δεν αναφέρει στην κατάθεση του προβάλλοντας την ίδια δικαιολογία. Πέραν των πιο πάνω που ανέφερα, για τα οποία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η εν λόγω δικαιολογία, δεν υποστηρίζεται και από οποιαδήποτε άλλη ιατρική μαρτυρία και ούτε προκύπτει από τα κατ' ισχυρισμό τραύματα του ότι αυτά τον εμπόδιζαν να δώσει την εν λόγω κατάθεση και να είναι σε θέση να αναφέρει όλα τα γεγονότα. Περαιτέρω, προέκυψε από τις πιο πάνω αναφορές του ότι προτού ο ίδιος επέμβει, η κατηγορούμενη αρ. 1 έβρισε χυδαία την σύζυγο του και αυτό ουσιαστικά ήταν και η αφορμή. Αυτό προκύπτει από όλες τις αναφορές του, κάτι το οποίο συγκρούεται με αυτά που είπε στην κατάθεση του, ότι δηλαδή πήγε στο σημείο διότι είδε την κατηγορούμενη να κινείται με απειλητικές διαθέσεις προς τη σύζυγο του και όχι διότι την εξύβρισε. Επιπρόσθετα, αναφορικά με τον κατηγορούμενο αρ. 2 και την όλη εμπλοκή του στην υπόθεση, του υποβλήθηκε ότι πήγε στο μέρος διότι τον είδε να κτυπά την μητέρα του και κατηγορούμενη αρ.
- Ο μάρτυρας, πέραν της άρνησης του για το πιο πάνω, επανέλαβε την αμφισβήτηση του ότι ο κατηγορούμενος αρ. 2 είναι γιος της κατηγορουμένης αρ. 1 και στη συνέχεια περιγράφοντας την εμπλοκή του στο επεισόδιο είπε ότι ήρθε στο μέρος και άρχισε να του ρίχνει διάφορα αντικείμενα, πέτρες, ξύλα, σίδερα. Ο κατηγορούμενος αρ. 2 ήταν μέσα στην αυλή είπε ενώ αυτός ήταν έξω και ουδέποτε μπήκε μέσα. Τα πιο πάνω που ανέφερε σχετικά με το ρίξιμο των αντικειμένων από τον κατηγορούμενο αρ. 2 πουθενά δεν τα αναφέρει στην κατάθεση του. Ερωτούμενος περί τούτου, ανέφερε αυτή την φορά ότι τα είπε στον Αστυνομικό αλλά μπορεί να μην τα έγραψε κάτι το οποίο διαψεύδεται από την μαρτυρία του Μ.Κ.2, η αξιολόγηση της οποίας ακολουθεί. Πέραν των πιο πάνω, δημιουργείται το ερώτημα σε ποιο στάδιο ο κατηγορούμενος αρ. 2 επιτέθηκε στον παραπονούμενο και πού εν τέλει αυτή η επίθεση έλαβε χώρα. Τοποθετεί τον κατηγορούμενο αρ. 2, σύμφωνα με τα πιο πάνω, εντός της αυλής και του φράκτη και τον εαυτό του έξω. Πότε ο κατηγορούμενος αρ. 2 του επιτέθηκε; Όταν ήταν και οι δύο στο σημείο αυτό και αν ναι πώς κατέστη δυνατή μια τέτοια επίθεση; Αν όχι, τότε αργότερα ο κατηγορούμενος αρ. 2 βγήκε έξω από το φράκτη και εντός του δρόμου τον κτύπησε; Από την κατάθεση του μάρτυρα φαίνεται να προκύπτει ότι το όλο επεισόδιο έλαβε χώρα εντός του δρόμου. Από τα πιο πάνω όμως, δεν μπορεί να προκύψει πού και πότε έλαβε χώρα η κατ' ισχυρισμό επίθεση που δέχθηκε. Άξιον απορίας επίσης, είναι ότι προκύπτει στο όλο επεισόδιο να ήταν άμεσα εμπλεκόμενη η σύζυγος του κατηγορουμένου αλλά αυτή να μην δίνει κατάθεση στην Αστυνομία ή καλύτερα να δίνει και να αναφέρει ότι δεν θέλει να πει οτιδήποτε. Σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας του ο μάρτυρας παραδέχθηκε υποβολή της υπεράσπισης ότι αυτός δεν την άφησε να δώσει κατάθεση χωρίς να μπορεί να δικαιολογήσει την θέση του αυτή. Αρχικά είπε δεν έδωσε διότι είναι από τη Βουλγαρία και μπορεί να κάμει λάθος και να μην μπορεί να τα πει στο Δικαστήριο καλά, ότι χρειαζόταν διερμηνέα, ύστερα ότι νομίζει ότι έδωσε και τέλος ότι είναι μορφωμένο άτομο και μπορεί να πράξει ότι θέλει. Τέλος, ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε στο Δικαστήριο και τα τεκμήρια 2 και 3 που αποτελούν ιατρικά πιστοποιητικά του Γενικού Νοσοκομείου το οποίο επισκέφθηκε τόσο στις 13/07/211 όσο και στις 18/07/
- Το περιεχόμενο των εν λόγω πιστοποιητικών αποτελούν εξ' ακοής μαρτυρία αφού αυτά ετοιμάστηκαν από συγκεκριμένους ιατρούς. Για μεν το τεκμήριο 2 ο συγκεκριμένος ιατρός κατέθεσε στο Δικαστήριο και η αξιολόγηση της μαρτυρίας του ακολουθεί. Για δε το τεκμήριο 3 η ιατρός που το ετοίμασε δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει λόγω του ότι μετοίκησε το εξωτερικό, σύμφωνα με αναφορές της κατηγορούσας αρχής αλλά και σχετική ένορκη δήλωση του επιδότη που κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο. Παρόλα αυτά, η εν λόγω μαρτυρία αποτελεί μαρτυρία εμπειρογνώμονα η οποία χρήζει εξήγησης έτσι ώστε να μπορεί να εξαχθούν από το Δικαστήριο τα ορθά συμπεράσματα. Ακόμη και να αποδεχόμουν δικαιολογημένη την μη παρουσία της εν λόγω ιατρού στο Δικαστήριο, δεν θα μπορούσαν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα και ευρήματα από το ιατρικό πιστοποιητικό και μόνο χωρίς περαιτέρω επεξήγηση και αναφορά στις ενέργειες που προέβηκε η εν λόγω ιατρός για να καταλήξει στα συγκεκριμένα συμπεράσματα. Ούτε επεξηγείται από πού δύναται να προκληθούν τέτοια τραύματα. Επίσης, η αναφορά της σε αυτό ότι ο παραπονούμενος έπεσε κάτω στο έδαφος και τον κτύπησαν με μπουνιά δεν διευκρινίζεται από πού προήλθε αυτό το συμπέρασμα της και κατά πόσο η ίδια το γνωρίζει εν όψει και της ιδιότητας της. Θεωρώ ότι δεν μπορώ να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στο εν λόγω πιστοποιητικό και δεν θα δώσω. Εν όψει όλων των ανωτέρω και λαμβάνοντας υπόψη μου και το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ σε αυτή και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων και ως εκ τούτου απορρίπτεται στην ολότητα της. O Μ.Κ.2 κατέθεσε ως ο εξεταστής υπόθεσης και ανέφερε τις ενέργειες που ο ίδιος έκανε στα πλαίσια των καθηκόντων του. Κατέθεσε στο Δικαστήριο καταθέσεις που έλαβε από τους κατηγορούμενους και τις γραπτές τους κατηγορίες (βλ. 5, 6, 7, 8, 9 και 10). Επίσης, είπε ότι υπόθεση ανοίχθηκε και εναντίον του παραπονούμενου με βάση το περιεχόμενο των καταθέσεων τους αλλά και της κατάθεσης του κ. Γιαννάκη Χαραλάμπους, την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο 11 κατά την αντέξεταση του. Περαιτέρω, διευκρίνισε κατά την αντεξέταση του ότι δεν διαπίστωσε ο παραπονούμενος να είχε οποιοδήποτε πρόβλημα που να τον εμποδίζει να δώσει την κατάθεση που έδωσε και ότι ο,τιδήποτε του ανέφερε τα κατέγραψε στην κατάθεση του. Τέλος, κατέθεσε και την κατάθεση που έλαβε από την σύζυγο του παραπονούμενου στις 22/09/2011, στην οποία η ίδια ανέφερε ότι δεν επιθυμούσε να πει οτιδήποτε. Δεν έχω διαπιστώσει κάτι μεμπτό στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και η αντεξέταση του είχε περισσότερο διευκρινιστικό χαρακτήρα σε σχέση με τις ενέργειες που έκανε στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του γι αυτό την αποδέχομαι πλην του περιεχομένου της κατάθεσης του κ. Γιαννάκη Χαραλάμπους (τεκμήριο 11) στο οποίο δεν θα δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα. Εκτός του ότι περιγράφεται σε αυτήν ένα επεισόδιο το οποίο φαίνεται να ακολούθησε του επίδικου, πρόκειται περί εξ' ακοής μαρτυρίας, το άτομο αυτό δεν ήρθε στο Δικαστήριο να καταθέσει χωρίς κάποια δικαιολογία και δεν μπορεί να ελεχθεί η ορθότητα των εν λόγω αναφορών του. Ο Μ.Κ.3 κατέθεσε ως ο ιατρός ο οποίος εξέτασε τον παραπονούμενο στις 18/07/2011 στο Νοσοκομείο Πάφου. Αναγνώρισε το τεκμήριο 2 ως το πιστοποιητικό το οποίο ετοίμασε μετά από εξέταση που έκανε στον παραπονούμενο. Σε αυτό αναφέρεται ότι ο παραπονούμενος έφερε άλγος τοπικά αριστερής πηχεοκαρπικής χωρίς οίδημα. Ουσιαστικά ο μάρτυρας αυτός είπε ότι ο παραπονούμενος είχε πόνο στο σημείο εκείνο και το αντιλήφθηκε κατά την κλινική εξέταση. Το γεγονός ότι ο μάρτυρας αυτός είναι ιατρός και ειδικός στα θέματα που αναφέρθηκε δεν έτυχε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Ως εκ τούτου τον αποδέχομαι ως τέτοιο. Είναι γνωστές οι αρχές με βάση τις οποίες αξιολογείται η μαρτυρία ενός τέτοιου μάρτυρα. Θεωρείται εμπειρογνώμονας που απώτερο σκοπό και στόχο έχει να βοηθήσει το Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. (βλ. Κωνσταντίνα Σιακόλα v. Aστυνομίας Ποιν. Εφεση Αρ. 53/11, Ημερομηνίας 24/01/2013, Θεοσκέπαστη Φαρμ v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 534, Evagelou & Another v. Ambizas & Another
(1982)1 C.L.R. 41, Φιλίππου v. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1 και Μάριος Νικολάου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 841). Όπως προέκυψε από την μαρτυρία του μάρτυρα αυτού κατά την αντεξέταση του η διάγνωση τέτοιου είδους τραύματος μπορεί να γίνει με κλινική εξέταση και κατά την ψηλάφηση ανάλογα με την αντίδραση του ασθενή. Στην παρούσα περίπτωση διαπίστωσε τέτοιο άλγος αφού ο ασθενής του είπε ότι πονά. Διευκρίνισε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει κατά πόσο του έλεγε αλήθεια ή όχι ο παραπονούμενος. Πέραν τούτου, ανέφερε ότι δεν γνώριζε κατά πόσο ο παραπονούμενος επισκέφθηκε και προηγουμένως το Νοσοκομείο και επίσης είπε ότι ένα τέτοιο άλγος εξασθενεί με την πάροδο των ημερών εφόσον ο ασθενής παίρνει παυσίπονα και γίνει περίδεση του σημείου. Δεν γνωρίζει αν έγινε κάτι τέτοιο. Με βάση τα πιο πάνω, είναι προφανές ότι η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού δεν θα μπορούσε από μόνη της να οδηγήσει στο ασφαλές συμπέρασμα ότι κατά τις 18/07/2011 ο παραπονούμενος είχε άλγος στο συγκεκριμένο σημείο. Αυτό είναι συνυφασμένο άμεσα και με τη μαρτυρία του παραπονούμενου η οποία απορρίφθηκε. Επίσης, δεν έχει διευκρινιστεί ενώπιον του Δικαστήριο κατά πόσο έχει τύχει οποιασδήποτε περίθαλψης κατά τις 13/07/2011 όταν επισκέφθηκε αρχικά το Νοσοκομείο ο παραπονούμενος και ουσιαστικά κατά πόσο θα μπορούσε στις 18/07/2011 να εξακολουθεί να υφίσταται ένα τέτοιο ισχυριζόμενο άλγος. Εν όψει των πιο πάνω, δεν μπορεί να προκύψει οποιοδήποτε ασφαλές συμπέρασμα σε σχέση με το κατ' ισχυρισμό τραύμα του παραπονούμενου από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού. Από την αντίπερα όχθη οι κατηγορούμενοι 1 και 2 προέβησαν σε ανώμοτες δηλώσεις αρνούμενοι τις κατηγορίες και υιοθετώντας τις καταθέσεις τους και επέμειναν ότι τα γεγονότα δεν έλαβαν χώρα όπως τα περιέγραψε ο παραπονούμενος αλλά όπως εμφαίνονται στις καταθέσεις τους. Οι ανώμοτες δηλώσεις στις οποίες προέβηκαν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 λαμβάνονται υπ' όψιν ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369). Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή των κατηγορουμένων δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Να σημειωθεί επίσης, ότι η ανώμοτη δήλωση δεν υπέχει θέση ένορκης μαρτυρίας και δεν μπορεί να αντικρούσει άλλη μαρτυρία η οποία δόθηκε ενόρκως και κρίθηκε αξιόπιστη. Γενικά, η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου έχει πειστική παρά αποδεικτική σημασία ή αξία. Όσον αφορά τις εν λόγω καταθέσεις, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σ' αυτές. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου και να απορρίψει άλλο ασχέτως αν αυτό αποτελεί άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Είναι φυσικό να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως, ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές, κρίνω ότι δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στις ανώμοτες δηλώσεις των κατηγορουμένων καθότι το περιεχόμενο αυτών δεν συνάδει με οποιαδήποτε άλλη αποδεκτή μαρτυρία. Περαιτέρω, αποτελούν εξήγηση για εκ πρώτης όψεως εγκληματική δραστηριότητα και δεν δόθηκε ενόρκως για να εξεταστεί η αξιοπιστία τους. Ουσιαστικά από αυτές προκύπτει ότι είναι ο κατηγορούμενος που επιτέθηκε και κτύπησε την 1ην κατηγορούμενη και εξύβρισε τον 2ον κατηγορούμενο μετά από ένα επεισόδιο που δημιουργήθηκε λόγω της εισόδου της συζύγου του παραπονούμενου στην αυλή τους. Η πιο πάνω εκδοχή δεν είναι τέτοια που να μπορεί να δώσει μια άλλη υφή στα γεγονότα, είναι εντελώς αντίθετη από αυτή που παρουσιάστηκε από την κατηγορούσα αρχή και παρόλο που η εν λόγω εκδοχή δεν έγινε αποδεκτή, εντούτοις ούτε η εκδοχή των κατηγορουμένων μπορεί να γίνει αποδεκτή καθότι δεν μπορεί να ελεχθεί η ορθότητα της και ούτε συνάδει ή υποστηρίζεται από άλλη αποδεκτή μαρτυρία. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι δεν μπορώ να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στις ανώμοτες δηλώσεις των κατηγορουμένων και στις γραπτές τους καταθέσεις. Έχοντας υπόψη την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας και τα παραδεκτά γεγονότα, πέραν του γεγονότος ότι ο παραπονούμενος και οι κατηγορούμενοι κατά τις 13/07/2011 ήταν γείτονες που είχαν διαφορές και κατά την εν λόγω ημερομηνία δημιουργήθηκε ένα επεισόδιο μεταξύ τους, δεν έχουν προκύψει οποιαδήποτε άλλα γεγονότα σε σχέση με το τι ακριβώς έλαβε χώρα την ημέρα εκείνη. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης που αντιμετωπίζει η 1η κατηγορούμενη καθορίζεται στο άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα που έχει ως ακολούθως: «99. Όποιος σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουσθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει παρευρισκόμενο πρόσωπο σε επίθεση είναι ένοχος πλημμελήματος...». Το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη που αντιμετωπίζει ο 2ος κατηγορούμενος προβλέπεται από το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα το οποίο αναφέρει ότι όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωµατική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Η μεγάλη αδιαφορία στην οποία μπορεί να στοιχειοθετηθεί εναλλακτικά το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης στο αδίκημα, έχει περιγραφεί στη Νομολογία του κοινοδικαίου ότι καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964). Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56, επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλ. επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529. 534 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα (βλ. σύγγραμμα Archbold, 36η έκδοση, παρ. 2634). Παραπέμπω επίσης, στο σύγγραμμα Archbold
(2009), παρα. 19-197 στο οποίο ορίζεται η πραγματική σωματική βλάβη ως ακολούθως: «"Bodily harm" has its ordinary meaning and includes any hurt or injury calculated to interfere with the health or comfort of the victim; such hurt or injury need not be permanent, but must be more than merely transient or trifling:». ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, δεν προκύπτουν οποιαδήποτε γεγονότα που να στοιχειοθετούν οποιοδήποτε από τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 και 2. Η απόρριψη της εκδοχής του παραπονούμενου αφήνει μετέωρες τις κατηγορίες και έκθετες σε απόρριψη. Ως εκ τούτου, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται από τις κατηγορίες 1 και 2 που αντιμετωπίζουν αντίστοιχα. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.).............. Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο