← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΖΑΒΡΟΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7378/11, 20/10/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΖΑΒΡΟΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7378/11, 20/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B180 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7378/11 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.

  1. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΖΑΒΡΟΣ
  2. IRINA BORLAKOVA Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 20.10.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορούμενο 1: κος Μ. Βασιλειάδης Κατηγορούμενος 1: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει κατηγορία παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού κατά παράβαση του άρθρου 14Β του Κεφ.105 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, στις 08.06.11 ο κατηγορούμενος 1 εργοδοτούσε την κατηγορούμενη 2 στο καφεστιατόριο με την επωνυμία 'Karlina' που βρίσκεται στη λεωφόρο Τάφοι των Βασιλέων στην Πάφο χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή. Στην πορεία καταχωρήθηκε αναστολή ποινικής δίωξης εναντίον της κατηγορουμένης 2 λόγω αδυναμίας εντοπισμού της και ως εκ τούτου η υπόθεση προχώρησε για εκδίκαση μόνο σε σχέση με τον κατηγορούμενο
  3. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από 2 μάρτυρες ενώ παράλληλα προσκομίστηκαν 6 τεκμήρια. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, όπως προκύπτει από την μαρτυρία των προαναφερθέντων μαρτύρων, συνοψίζεται ως εξής: ΜΚ1 ήταν ο αστυφύλακας 1292 Σπύρος Χρυσοστόμου, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο του κατηγορητηρίου υπηρετούσε στο γραφείο επιχειρήσεων της ΥΑΜ Πάφου. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του κατάθεσε σαν Τεκμήριο 1 γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 07.03.
  4. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, την 08.06.11 ο ΜΚ1 μετέβηκε μαζί με συνάδελφο του στην περιοχή Τάφοι των Βασιλέων όπου βρίσκεται το καφεστιατόριο με την επωνυμία 'Karlina' προς διερεύνηση πληροφορίας ότι εκεί εργάζονται παράνομα αλλοδαποί. Αφού έθεσαν το μέρος υπό διακριτική παρακολούθηση πρόσεξαν ότι στην κουζίνα στο πίσω μέρος του καφεστιατορίου βρισκόταν μια αλλοδαπή η οποία ασχολείτο με το πλύσιμο πατατών και μαρουλιών. Τότε ο ΜΚ1 της αποκάλυψε την αστυνομική του ταυτότητα και αυτή του ανάφερε ότι ήταν η Irina Borlakova (κατηγορούμενη 2) από τη Ρωσία και ότι δεν είχε άδεια για να εργάζεται στο μέρος εκείνο. Από έλεγχο που ο ΜΚ1 διενήργησε επρόκειτο για την κατηγορούμενη 2, κάτοχο ρωσικού διαβατηρίου, η οποία αφίχθηκε στην Κύπρο στις 30.03.11 μέσω του αεροδρομίου Λάρνακας με άδεια παραμονής μέχρι τις 29.06.11 υπό το καθεστώς του επισκέπτη. Ακολούθως ο ΜΚ1 την πληροφόρησε ότι διέπραξε το αδίκημα της παράνομης απασχόλησης επιστήνοντας της προσοχή στο νόμο. Επίσης την συνέλαβε αυτόφωρα για τη διάπραξη του πιο πάνω αδικήματος και αφού της επέστησε την προσοχή στο νόμο αυτή απάντησε 'Σε παρακαλώ κύριε'. Στο μέρος βρισκόταν κάποιος Λούκας Κακογιάννης, ο οποίος είπε ότι δεν προσέλαβε την κατηγορούμενη 2 στο χώρο εκείνο και ότι υπεύθυνος του καφεστιατορίου ήταν ο κατηγορούμενος
  5. Με βάση ακόμη το Τεκμήριο 1, η κατηγορούμενη 2 κατονόμασε ως εργοδότη της κάποιο 'Χάρη'. Όταν την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος 1 προσήλθε στα γραφεία της ΥΑΜ Πάφου η κατηγορούμενη 2 τον υπέδειξε ότι αυτός ήταν ο 'Χάρης'. Σε προφορική ανάκριση η κατηγορούμενη 2 ανάφερε ότι εργάζεται στο εν λόγω καφεστιατόριο εδώ και 2 εβδομάδες περίπου χωρίς να συμφωνήσει ποσό πληρωμής. Επίσης, σε προφορική ανάκριση του κατηγορουμένου 1 από τον ΜΚ1 ο πρώτος είπε ότι η πιο πάνω εργάζεται στο πιο πάνω υποστατικό εδώ και 2 εβδομάδες περίπου χωρίς να την πληρώνει επειδή είναι φίλη με μια άλλη υπάλληλο του. Τα στοιχεία της κατηγορουμένης, πληροφορίες άφιξης της στην Κύπρο, αναχώρησης της από το νησί καθώς και το καθεστώς παραμονής της περιλαμβάνονται σε έγγραφο που κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  6. Στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του ο εν λόγω μάρτυρας ουσιαστικά επανέλαβε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  7. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως τη στιγμή της παρακολούθησης που ήταν από την άκρη της πίσω πόρτας του καφεστιατορίου σε απόσταση 1,5 μέχρι 2 μέτρα, η κατηγορούμενη 2 εργαζόταν επειδή έπλενε 1-2 δέσμες μαρούλια στην αριστερή μεριά του νεροχύτη όπου εκεί υπήρχε σωρός με μαρούλια ενώ στη δεξιά πλευρά υπήρχε ένα μεταλλικό δοχείο από το οποίο υπήρχαν πατάτες τις οποίες έπλενε και αυτές, απορρίπτοντας έτσι τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η κατηγορούμενη 2 βρέθηκε στον επίδικο χώρο όταν πήγε να δει τη φίλη της που εργαζόταν στο υποστατικό νόμιμα. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, εκείνη τη στιγμή η κατηγορούμενη είχε τελειώσει το πλύσιμο των μαρουλιών και προχώρησε με το καθάρισμα των πατατών πλένοντας περισσότερες από πέντε. Ο εν λόγω μάρτυρας απέρριψε ακόμη τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι τη στιγμή της παρακολούθησης η κατηγορούμενη 2 έπλενε τα χέρια της στην κουζίνα λέγοντας ότι δεν την είδε να προβαίνει σε μια τέτοια κίνηση. ΜΚ2 ήταν ο αστυφύλακας 2527 Ηλίας Ηλία που την επίδικη περίοδο εργαζόταν στο τμήμα μικροπαραβάσεων Πάφου. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του κατάθεσε σαν Τεκμήριο 2 γραπτή κατάθεση του μέσα από την οποία αναφέρει ότι στις 08.06.11 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 1 σχετικά με το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης και αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμο αυτός δεν παραδέχτηκε ενοχή λέγοντας ότι είναι ο υπεύθυνος για τις προσλήψεις και πληρωμές στο καφεστιατόριο του και την κατηγορούμενη 2 δεν την γνώριζε και ότι ίσως αυτή να πήγε στο εστιατόριο του επειδή γνώριζε κάποιο από τους υπαλλήλους του. Στη συνέχεια της ίδιας ημέρας ο εν λόγω μάρτυρας; κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο και αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμο αυτός απάντησε 'Δεν παραδέχομαι'. Στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του ο ΜΚ2 παρουσίασε γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου 1 ημερομηνίας 08.06.11 ως Τεκμήριο 4 καθώς και το αστυνομικό έντυπο γραπτής κατηγορίας του εν λόγω κατηγορουμένου ιδίας ημερομηνίας ως Τεκμήριο
  8. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης αυτής. Υπό την ιδιότητα του αυτή και κατόπιν παράκλησης του συνηγόρου υπεράσπισης παρουσίασε ως Τεκμήριο 6 τη γραπτή κατάθεση της κατηγορουμένης 2 ημερομηνίας 08.06.11 που λήφθηκε από άλλο συνάδελφο του. Με βάση το Τεκμήριο 6 η κατηγορούμενη 2 δηλώνει πως γνωρίζει τον κατηγορούμενο 1 εδώ και 3 εβδομάδες αλλά στον επίδικο χώρο δεν εργαζόταν αφού εκείνη τη στιγμή απλά έπλενε τα χέρια της. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε, με βάση το άρθρο 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου 1 στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και ότι το Δικαστήριο πρέπει να τον αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Ειδικότερα είναι η θέση του εν λόγω συνηγόρου ότι με βάση την μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής δεν έχει αποδειχτεί το συστατικό στοιχείο της εργοδότησης της κατηγορουμένης 2 από τον κατηγορούμενο 1. Όπως ο κύριος Βασιλειάδης είπε, ουδεμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να συνδέει τον κατηγορούμενο 1 με εργοδότηση της κατηγορουμένης 2 από τον ίδιο. Από την άλλη η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι μέσα από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε έχουν αποδειχτεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του κατηγορητηρίου και γι' αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να καλέσει τον κατηγορούμενο 1 σε απολογία. Μέσα από τη δική της νομική επιχειρηματολογία η κυρία Παπαλαζάρου ευσεβάστως επισήμανε ότι η υπάρχουσα μαρτυρία είναι τέτοια που δικαιολογεί την κλήση του κατηγορουμένου 1 σε απολογία. Πλήρης έκταση των όσο ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση επειδή κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί κανένα πρακτικό σκοπό. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Παναγιώτου και άλλος ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό ακόμη είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α., Ποινικές Εφέσεις 5-9/2012 ημερομηνίας 11.12.12 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Μία από τις υποθέσεις στην οποία γίνεται αναφορά είναι η αγγλική υπόθεση R v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060 στην οποία με το πιο κάτω απόσπασμα καταγράφεται η προσέγγιση που καλείται το Δικαστήριο να υιοθετήσει στο στάδιο ολοκλήρωσης της παρουσίασης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής: "How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
  1. a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
  2. b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury." Η υιοθέτηση της πιο πάνω αγγλικής υπόθεσης στην κυπριακή νομολογία (Azinas et al v. Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191) την κατέστησε καθοδηγητική αυθεντία. Ειδικότερα στην υπόθεση Παναγιώτου κ.α ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί." Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω και μέσα από αντικειμενική θεώρηση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας, χωρίς να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής και δίχως να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα και αφού έλαβα υπόψη τις νομικές επιχειρηματολογίες των ευπαιδεύτων συνηγόρων, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης που περιέχεται στην κατηγορία που ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει διέπεται από το άρθρο 14Β του Κεφ.105. Ειδικότερα το εδάφιο
(1)του εν λόγω άρθρου αναφέρει κατά λέξει τα εξής: "
(1)Η εργοδότηση αλλοδαπού χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια ή η εργοδότηση κατά παράβαση των όρων άδειας εργοδότησης ή η εργοδότηση κατά παράβαση οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμού, συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης μέχρι τρία χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος 1 εργοδοτεί, (β) αλλοδαπό, (γ) χωρίς την απαιτούμενη από το νόμο άδεια ή (δ) κατά παράβαση των όρων άδειας εργοδότησης ή (ε) κατά παράβαση νόμου ή κανονισμού. Σε περιπτώσεις παράνομης εργοδότησης δεν είναι απαραίτητη η απόδειξη σχέσης εργοδότη-εργοδοτουμένου κάτω από την έννοια και στο επίπεδο που απαιτείται στο αστικό δίκαιο. Στο ποινικό δίκαιο η εργοδότηση αλλοδαπού με την έννοια της ανάληψης εργασίας μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς να απαιτείται συμφωνία εργοδότησης, έλεγχο από τον εργοδότη, ο καθορισμός ωρών εργασίας ή πληρωμή μισθού. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Πιρικκή
(2001)2 Α.Α.Δ. 279 υποδείχτηκε ότι το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης είναι αυστηρής ευθύνης (strict liability offence) και συνεπώς δεν απαιτείται απόδειξη της υποκειμενικής διάστασης (mens rea) του αδικήματος. Μέσα από αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής παρατηρώ ότι η κατηγορούμενη 2 που ο ΜΚ1 είδε στο συγκεκριμένο καφεστιατόριο στις 08.06.11 είναι πρόσωπο αλλοδαπό. Συγκεκριμένα, τα στοιχεία που η κατηγορούσα αρχή έθεσε στο Δικαστήριο με τα οποία φανερώνεται ότι η χώρα καταγωγής της κατηγορουμένης 2 είναι η Ρωσία δείχνουν ότι το πρόσωπο αυτό εμπίπτει στον ορισμό και την έννοια 'αλλοδαπού' που οι διατάξεις του Κεφ.105 προνοούν. Περαιτέρω, η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής δείχνει την κατηγορούμενη 2 να πλένει μαρούλια και πατάτες στο νεροχύτη της κουζίνας του εν λόγω καφεστιατορίου. Το είδος και η ενέργεια αυτή της κατηγορουμένης 2 αποτελεί από μέρους της ανάληψης εργασίας. Επίσης, η μαρτυρία του ΜΚ1 παραπέμπει σε ανάληψη και διεξαγωγή της πιο πάνω εργασίας από την κατηγορουμένη 2 χωρίς την απαιτούμενη από το νόμο άδεια. Ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι ο αλλοδαπός να έχει εργοδοτηθεί από τον κατηγορούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση είναι βασικό να αποδειχτεί για σκοπούς του σταδίου αυτού ότι η κατηγορούμενη 2 εκτελούσε την εργασία της ως αποτέλεσμα εργοδότησης της από τον κατηγορούμενο
  1. Από την ενώπιον μου μαρτυρία, πάντοτε αντικειμενικά εξεταζόμενη, φαίνεται ότι η μοναδική αναφορά που υπάρχει περί σύνδεσης του κατηγορουμένου 1 με την ανάληψη εργασίας από την κατηγορούμενη 2 είναι η προφορική δήλωση της τελευταίας προς τον ΜΚ1 με την οποία κατονομάζει τον κατηγορούμενο 1 ως τον εργοδότη της. Προεκτείνοντας την δήλωση της αυτή κατά την προφορική ανάκριση της η πρώην συγκατηγορούμενη του κατηγορουμένου 1 ανάφερε ότι η ίδια εργαζόταν στο εν λόγω καφεστιατόριο εδώ και 2 εβδομάδες περίπου χωρίς να συμφωνήσει ποσό πληρωμής. Εκτός από την προαναφερόμενη προφορική δήλωση της κατηγορουμένης 2 ουδεμία άλλη μαρτυρία υπάρχει που ουσιαστικά συνδέει τον κατηγορούμενο 1 με την εργοδότηση της κατηγορουμένης
  2. Η μαρτυρία του ΜΚ1 ότι σε προφορική ανάκριση του κατηγορουμένου 1 αυτός είπε ότι η πιο πάνω εργάζεται στο πιο πάνω υποστατικό εδώ και 2 εβδομάδες περίπου χωρίς να την πληρώνει επειδή είναι φίλη με μια άλλη υπάλληλο του, είναι πολύ ισχνή για να μπορέσει να έχει οποιαδήποτε ισχύ ή σημασία στην κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία δεδομένης της πολύ σύντομης γραπτής ανακριτικής κατάθεσης του που ακολούθησε την ίδια ημέρα μέσα από την οποία είπε ότι ο ίδιος, ως υπεύθυνος για τις προσλήψεις και πληρωμές στο επίδικο καφεστιατόριο του, δεν γνώριζε την κατηγορούμενη 2 και κατ' επέκταση δεν την προσέλαβε για εργασία στο εν λόγω υποστατικό. Ακόμη το ότι η κατηγορούμενη 2 εντοπίστηκε να πλένει μαρούλια και πατάτες στην κουζίνα του καφεστιατορίου, του οποίου υπεύθυνος και ιδιοκτήτης φαίνεται να είναι ο κατηγορούμενος 1, δεν είναι κάτι ικανό να συνδέσει τον κατηγορούμενο 1 με την ανάληψη της συγκεκριμένης εργασίας από την κατηγορούμενη 2, δεδομένου ότι την στιγμή της αστυνομικής επιχείρησης ο κατηγορούμενος 1 απουσίαζε από το καφεστιατόριο ενώ το άτομο που υποτίθεται ότι τον αναπληρούσε σε θέματα υπευθυνότητας και ελέγχου διεξαγωγής εργασίας ανάφερε ότι δεν είχε προσλάβει την κατηγορούμενη 2 στο χώρο εκείνο παραπέμποντας στον κατηγορούμενο
  3. Σε σχέση με γραπτές καταθέσεις κατηγορουμένων που ενοχοποιούν συγκατηγορουμένους τους η νομολογία είναι σαφής. Στην υπόθεση Νικολάου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 790 λέχθηκε ότι μια τέτοια κατάθεση δεν επενεργεί ως μαρτυρία εναντίον ενός κατηγορουμένου σε ποινικές ακροάσεις. Μάλιστα στην υπόθεση Ευρυπίδου και άλλος v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337 υποδείχτηκε ότι η ενοχοποιητική γραπτή κατάθεση στην αστυνομία κατηγορουμένου εναντίον συγκατηγορουμένου αφ' εαυτής ως έγγραφο δεν είναι αποδεκτή ως μαρτυρία εναντίον του συγκατηγορούμενου αλλά είναι μόνο αποδεκτή μαρτυρία η ένορκη κατάθεση τέτοιου προσώπου, η οποία αξιολογείται από το Δικαστήριο. Η ίδια νομική αρχή επαναδιατυπώθηκε στην υπόθεση Αριστοφάνους v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 450 όπου τονίστηκε ότι οι καταθέσεις συγκατηγορουμένων δεν μπορούν να αποτελέσουν μαρτυρία εναντίον άλλου κατηγορούμενου. Επιπλέον, στην υπόθεση Νεάρχου v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 38 τονίστηκε ότι αποτελεί βασική αρχή πως περιεχόμενο της κατάθεσης ενός κατηγορούμενου δεν είναι αποδεκτό για να αποδείξει την ενοχή συγκατηγορούμενου του. Όσον αφορά όμως προφορικές δηλώσεις συγκατηγορουμένων που έγιναν στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης δεν έχω εντοπίσει νομολογία που να ασχολείται ειδικά με το θέμα αυτό. Συνεπώς, αυστηρώς ομιλούντες, το εν λόγω θέμα παραμένει νομολογιακά αδιευκρίνιστο. Παρόλα αυτά στην υπόθεση Malik και άλλος v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 36 το Ανώτατο Δικαστήριο επικρότησε την προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου να χειριστεί τις καταθέσεις του κάθε ενός από τους κατηγορουμένους στην αστυνομία ως και τις προφορικές δηλώσεις τους (ανώμοτες δηλώσεις) μόνο ως μαρτυρία αυτού που τις έδωσε και όχι εναντίον του συγκατηγορούμενου του. Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα δεν βλέπω το λόγο αν για τις καταθέσεις συγκατηγορουμένων στην αστυνομία που είναι ουσιαστικά γραπτές δηλώσεις που λαμβάνονται με βάση καθορισμένες παραμέτρους και δικαστικούς κανόνες έχει ήδη νομικά κριθεί ότι το περιεχόμενο τους δεν αποτελεί μαρτυρία εναντίον άλλου κατηγορουμένου, να μην ισχύει το ίδιο για τις προφορικές δηλώσεις τους, οι οποίες γίνονται σε ανύποπτη στιγμή και χωρίς οποιεσδήποτε ασφαλιστικές δικλείδες στο στάδιο διερεύνησης της υπόθεσης σε αστυνομικούς. Εφαρμόζοντας το πιο πάνω σκεπτικό στη παρούσα υπόθεση, η προφορική δήλωση της κατηγορουμένης 2 ότι ο κατηγορούμενος 1 είναι ο εργοδότης της που έγινε στο στάδιο διερεύνησης της υπόθεσης και δεν συνοδεύτηκε με ένορκη κατάθεση της στο Δικαστήριο κατά την προσκόμιση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής δεν αποτελεί μαρτυρία που μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον του κατηγορουμένου
  1. Παράλληλα, δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η εν λόγω προφορική δήλωση της κατηγορουμένης 2 ανατράπηκε πολύ σύντομα από μεταγενέστερη ιδίας ημέρας γραπτή δήλωση της, η οποία περιέχεται σε γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία (Τεκμήριο 6) αρνούμενη ότι εργαζόταν στην κουζίνα του επιδίκου καφεστιατορίου αλλά ότι έπλενε τα χέρια της στο νεροχύτη. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, παρατηρώ ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να συνδέει τον κατηγορούμενο 1 με την ανάληψη εργασίας από την κατηγορούμενη
  2. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία που να αποδεικνύει το συστατικό στοιχείο της εργοδότησης της κατηγορουμένης 2 από τον κατηγορούμενο
  3. Συνακόλουθα, δεν υπάρχει μαρτυρία που να συνδέει τον κατηγορούμενο 1 με την αξιόποινη συμπεριφορά που του αποδίδεται, που αν υπήρχε θα δικαιολογούσε την κλήση του κατηγορουμένου 1 σε απολογία. Υπό το φως των προαναφερόμενων, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή δεν απέδειξε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου 1, ο οποίος απαλλάσσεται και αθωώνεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Έξοδα €155,00 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/Παράνομη Εργοδότηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.