← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΔΙΟΝΙΔΗΣ ΚΑΜΙΝΙΔΗΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3441/14, 6/10/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΔΙΟΝΙΔΗΣ ΚΑΜΙΝΙΔΗΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3441/14, 6/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B172 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3441/14 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.

  1. ΔΙΟΝΙΔΗΣ ΚΑΜΙΝΙΔΗΣ
  2. ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΑΛΙΧΑΝΙΔΗΣ
  3. ΑΡΣΕΝ ΜΠΕΖΑΝΙΔΗΣ
  4. ΝΤΕΝΗΣ ΜΠΕΖΑΝΙΔΗΣ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 06.10.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (ο κ. Συμεού για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο 4: κα Θεοχάρους Κατηγορούμενος 4: παρών ΠΟΙΝΗ (για Κατηγορούμενο 4) Ο κατηγορούμενος 4 βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στην κατηγορία κλεπταποδοχής κατά παράβαση του άρθρου 306(α) του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (κατηγορία 9). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, κατά το μήνα Νοέμβριο του έτους 2012 στην Πάφο ο εν λόγω κατηγορούμενος αποδέχτηκε ένα φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή μάρκας Dell με Serial Number 99YVKR1 αξίας €387,00, περιουσία του Γιώργου Χαραλάμπους από τα Κονιά, γνωρίζοντας ότι ο πιο πάνω ηλεκτρονικός υπολογιστής αποτελούσε προϊόν κλοπής. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, είναι τα ακόλουθα: Στις 13.11.12 καταγγέλθηκε στην αστυνομία από τον Γιώργο Χαραλάμπους, ιδιοκτήτη καταστήματος πώλησης ηλεκτρονικών ειδών στην Πάφο με την ονομασία Bionic Electronics, ότι διαρρήχθηκε το εν λόγω κατάστημα από όπου είχαν κλαπεί γύρω στους 23 φορητούς ηλεκτρονικούς υπολογιστές διαφόρων μαρκών. Μέσα από εξετάσεις που διενεργήθηκαν και μαρτυρία που εξασφαλίστηκε από μέλη της αστυνομίας εκδόθηκε ένταλμα έρευνας της κατοικίας του πατέρα του κατηγορουμένου
  5. Κατά τη διάρκεια έρευνας στην οικία αυτή εντοπίστηκε ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής μάρκας Dell με Serial Number 99YVKR1 αξίας €387,
  6. Κατόπιν εξετάσεων διαπιστώθηκε ότι το πιο πάνω ηλεκτρονικό αντικείμενο αποτελούσε μέρος της προαναφερόμενης κλαπείσας περιουσίας που βρισκόταν στο προαναφερόμενο κατάστημα που είχε διαρρηχθεί. Κατόπιν διεξαγωγής περαιτέρω ερευνών διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος 4, ο οποίος βρισκόταν στις κεντρικές φυλακές, ήταν αναμιγμένος στην υπόθεση αυτή και γενικότερα σε σχέση με την κατοχή του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Ακολούθως, ο εν λόγω κατηγορούμενος συνελήφθηκε και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο αρνήθηκε μέσα από ανακριτική κατάθεση που του λήφθηκε οποιαδήποτε ανάμιξη στην υπόθεση αυτή λέγοντας παράλληλα πως ότι είχε να πει θα το έλεγε στο Δικαστήριο. Ωστόσο αργότερα ο ίδιος ζήτησε και έδωσε κατάθεση μέσα από την οποία ανάφερε ότι αγόρασε τον πιο πάνω ηλεκτρονικό υπολογιστή από ένα άγνωστο έναντι του ποσού των €250,00, το οποίο κατέβαλε με χρήματα που είχε ζητήσει από τον πατέρα του. Ο κατηγορούμενος 4 τότε κατηγορήθηκε για την κατηγορία της κλεπταποδοχής και απάντησε 'παραδέχομαι'. Καταλήγοντας, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής δήλωσε πως ο κατηγορούμενος 4 είναι λευκού ποινικού μητρώου. Λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας, πράγμα που έγινε. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της εν λόγω έκθεσης, ο κατηγορούμενος 4 είναι ηλικίας 27,5 ετών, άγαμος και βρίσκεται εγκλεισμένος στις Κεντρικές Φυλακές ως κατάδικος εκτίοντας ποινή φυλάκισης 3,5 ετών μετά την καταδίκη του στη διάπραξη άλλου αδικήματος. Πριν από τον εγκλεισμό του διέμενε μαζί με τον πατέρα του σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα στην Πάφο. Προέρχεται από διαλυμένη οικογένεια χαμηλής οικονομικής κατάστασης. Είναι το μεγαλύτερο από τα 3 παιδιά της οικογένειας. Ο πατέρας του διαμένει στην Πάφο και εργάζεται ως φρουρός ασφάλειας. Η μητέρα του διαμένει στα Γιαννιτσά μαζί με τον μικρότερο αδελφό του που είναι μαθητής ηλικίας 17 ετών και δεν εργάζεται επειδή πριν από 4 περίπου χρόνια διαγνώστηκε με ασθένεια καρκίνου. Η δε αδελφή του κατηγορουμένου 4 είναι νυμφευμένη, οικοκυρά και ζει στη Χαλκιδική. Παράλληλα, ο κατηγορούμενος 4 δεν διατηρεί επικοινωνία με τα αδέλφια και τη μητέρα του τα τελευταία 2 χρόνια. Στο παρόν στάδιο ο εν λόγω κατηγορούμενος δεν έχει εισοδήματα ή αποταμιεύσεις. Λόγω μαθησιακών δυσκολιών αλλά και των οικονομικών προβλημάτων που υπήρχαν στην οικογένεια του ο κατηγορούμενος 4 σταμάτησε τη φοίτηση του στο γυμνάσιο και άρχισε να εργάζεται σε ιδιωτικές επιχειρήσεις. Συνέχισε να εργάζεται σε ιδιωτικές επιχειρήσεις όταν ήλθε και στην Κύπρο χωρίς όμως να υπάρχει επαγγελματική σταθερότητα. Περαιτέρω, η έκθεση σημειώνει ότι από την ηλικία των 12 ετών ο κατηγορούμενος 4 άρχισε μέσα από κακές παρέες και συναναστροφές να κάνει χρήση της ναρκωτικής ουσίας κάνναβης. Αργότερα ο εν λόγω κατηγορούμενος προχώρησε στη χρήση πιο βαριάς μορφής ναρκωτικών ουσιών όπως κοκαΐνη και ηρωίνη, τις οποίες, όπως επικαλέστηκε στην έκθεση, σταμάτησε να χρησιμοποιεί από μόνος του. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης αφού είπε ότι ο πελάτης της απολογείται για την αξιόποινη συμπεριφορά του, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει ως μετριαστικό παράγοντα την παραδοχή του κατηγορουμένου 4 τόσο στις ανακριτικές αρχές όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου. Η κυρία Θεοχάρους ακόμη ευσεβάστως εισηγήθηκε πως ο κατηγορούμενος 4 διέπραξε το επίδικο αδίκημα λόγω της μειωμένης κρίσης που είχε ένεκα της χρήσης ναρκωτικών ουσιών. Αναμφίβολα το αδίκημα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι σοβαρό. Η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας

(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, το αδίκημα της κλεπταποδοχής όταν αυτό διαπράχτηκε κάτω από περιστάσεις που συνιστούν κακούργημα όπως συμβαίνει στη παρούσα περίπτωση εφόσον η περιουσία που σχετίζεται με το εν λόγω αδίκημα είχε κλαπεί μετά από διάρρηξη καταστήματος, δηλαδή προέκυψε μέσα από κακουργήματα, επισύρει, με βάση το άρθρο 306(α) του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης 5 ετών. Το αδίκημα της κλεπταποδοχής είναι ακόμη σοβαρό επειδή ενέχει το στοιχείο της παράνομης στέρησης κατοχής και απόλαυσης περιουσίας από το νόμιμο ιδιοκτήτη της. Η διάπραξη τέτοιου αδικήματος φανερώνει ασέβεια και καταπατεί κατάφωρα τα συνταγματικά δικαιώματα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας. Η πολιτεία οφείλει μέσω τη θέσπισης και εφαρμογής ποινικών νομοθεσιών αλλά και άλλων κατάλληλων μηχανισμών να διασφαλίσει το δικαίωμα σεβασμού της απρόσκοπτης κατοχής και απόλαυσης περιουσίας από το νόμιμο ιδιοκτήτη της, το οποίο κατοχυρώνεται συνταγματικά από το άρθρο 23 του Συντάγματος. Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια η εγκληματικότητα στην Κύπρο όχι μόνο δεν έχει υποχωρήσει αλλά αντίθετα παρουσιάζει αυξητική στάση (Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104). Η παρατηρούμενη ιδιαίτερα στην επαρχία Πάφου δραματική άνοδος των κρουσμάτων κλοπών, διαρρήξεων και άλλων ομοειδών σε βαθμό τέτοιο που να τα καθιστά στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς σημάδια κάμψης, οδήγησε κατακόρυφα στην αύξηση διάπραξης του αδικήματος της κλεπταποδοχής (Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος v. Ασυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565 και Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381). Συνεπώς, η συχνότητα και ευκολία με την οποία το αδίκημα αυτό διαπράττεται, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον μου, είναι ένα επιπλέον στοιχείο που ενισχύει τη σοβαρότητα του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους το Δικαστήριο αντιμετωπίζει τέτοιας φύσεως αδικήματα με αυστηρότητα σε μια προσπάθεια αναχαίτισης του εγκλήματος. Ένεκα της αυξητικής τάσης διάπραξης τέτοιων αδικημάτων η ποινή που επιβάλλεται έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα. Στην υπόθεση Κουφού v. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 95 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης ενός έτους σε άτομο που διέπραξε δύο αδικήματα κλεπταποδοχής με λευκό ποινικό μητρώο, παραδοχή, συνεργασία με τις αστυνομικές αρχές, προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις και μεταμέλεια, η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση. Επίσης στην υπόθεση Ψωμά v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 40 ποινή φυλάκισης 12 μηνών που επιβλήθηκε σε άτομο που διέπραξε το αδίκημα της κλεπταποδοχής, ο οποίος ήταν οικογενειάρχης ηλικίας 35 ετών με λευκό ποινικό μητρώο και πατέρας τριών ανηλίκων παιδιών του οποίου η παρουσία και η φροντίδα στο σπίτι ήταν μεγάλης σημασίας για τη λειτουργία της οικογένειας, μειώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σε 6 μήνες. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι το υπό εκδίκαση αδίκημα είναι σοβαρό δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής λαμβάνω υπόψη μου τη φύση και τη σοβαρότητα που χαρακτηρίζει το αδίκημα που διαπράχτηκε. Η ανησυχητική έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη τέτοιων αδικημάτων στην Κύπρο και ιδιαίτερα στην επαρχία Πάφου είναι ακόμη μία παράμετρος που συνυπολογίζεται. Στρεφόμενος στα γεγονότα της υπόθεσης και τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος λαμβάνω υπόψη μου ως επιβαρυντικό παράγοντα το είδος και την αξία του πράγματος που αποτέλεσε αντικείμενο κλεπταποδοχής. Σαφώς το ότι το επίδικο αντικείμενο είναι φορητός ηλεκτρονικός υπολογιστής αξίας €387,00 είναι παράγοντας που εκτιμείται. Η δε ταλαιπωρία και η ζημιά που προκλήθηκαν στον ιδιοκτήτη του αντικειμένου της κλεπταποδοχής μέχρι τον εντοπισμό και την επιστροφή του πράγματος σ' αυτόν είναι κάτι που επίσης επιβαρύνει τη θέση του κατηγορουμένου
  1. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου ότι το εν λόγω αντικείμενο εντοπίστηκε μόνο κατόπιν έρευνας από μέλη της αστυνομίας στην οικία στενού συγγενικού προσώπου του κατηγορουμένου
  2. Από την άλλη, προς όφελος του κατηγορουμένου 4 για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (β) Την παραδοχή του τόσο στις αστυνομικές αρχές όσο και στο Δικαστήριο. (γ) Την απολογία του όπως αυτή εκφράστηκε στο Δικαστήριο δια της συνηγόρου του. (δ) Το ότι τελικά το επίδικο αντικείμενο επιστράφηκε στον ιδιοκτήτη του με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος 4 μέσα από την αξιόποινη συμπεριφορά του όχι μόνο να μην προσποριστεί οικονομικό ή άλλου είδους όφελος αλλά αντίθετα με την πληρωμή του ποσού των €250,00 στα πλαίσια απόκτησης του εν λόγω αντικειμένου να υποστεί οικονομική ζημιά. (ε) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου 4, όπως αυτές περιγράφονται μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αλλά και εκτέθηκαν από τη συνήγορο υπεράσπισης και ειδικότερα ότι: · Ο κατηγορούμενος 4 προέρχεται από διαλυμένη οικογένεια χαμηλής οικονομικής κατάστασης. · Έζησε τα παιδικά και εφηβικά χρόνια του σε συγκρουσιακό οικογενειακό περιβάλλον. · Από την ηλικία των 4 ετών και μέχρι τη Β' τάξη γυμνασίου έζησε με τους πατρικούς παππούδες του στη Ρωσία επειδή οι γονείς του εγκαταστάθηκαν στα Γιαννιτσά της Ελλάδας για σκοπούς εργασίας και βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης τους, βιώνοντας έτσι σε τρυφερή ηλικία την απουσία των γονιών του αλλά και τη μη στήριξη από αυτούς, τη στιγμή που αυτός τους χρειαζόταν πάνω σε συνεχή βάση. · Από πολύ μικρή ηλικία ο κατηγορούμενος 4 άρχισε τη χρήση κάνναβης και στη συνέχεια προχώρησε στη χρήση σκληρότερων ειδών ναρκωτικών ουσιών όπως κοκαΐνη και ηρωίνη, από τα οποία δηλώνει ότι απεξαρτήθηκε χωρίς να αναζητήσει τη βοήθεια κάποιου ειδικού και/ή να ενταχθεί σε οποιοδήποτε ειδικό πρόγραμμα. · Ο εν λόγω κατηγορούμενος δεν διατηρεί επικοινωνία με τη μητέρα και τα δύο αδέλφια του τα τελευταία δύο χρόνια περίπου. · Από τις 07.01.13 βρίσκεται στις κεντρικές φυλακές και εκτίει ποινή φυλάκισης 3,5 ετών για άλλη υπόθεση στην οποία κρίθηκε ένοχος. · Στο παρόν στάδιο ο κατηγορούμενος 4 δεν έχει οποιαδήποτε εισοδήματα και αποταμιεύσεις. Τα δύσκολα παιδικά και εφηβικά χρόνια αλλά και η μετέπειτα προβληματική πορεία του φαίνεται, όπως αυτά σημειώθηκαν πιο πάνω, να επηρέασαν δυσμενώς τον κατηγορούμενο 4 και τελικά να τον οδήγησαν στο να εκδηλώσει τη συγκεκριμένη παραβατική συμπεριφορά, στοιχείο που το Δικαστήριο κατανοεί και λαμβάνει υπόψη. Ένα ζήτημα που χρήζει εξέτασης για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής είναι ο χρόνος που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης με την καταχώρηση της υπόθεσης λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής. Ο λόγος για τον οποίο προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του παραβάτη. Παρόλα αυτά, η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την ημερομηνία επιβολής ποινής, είναι ένας παράγοντας που από μόνος του λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην επιβολή της ποινής, ιδιαίτερα αν η σοβαρότητα του αδικήματος δικαιολογεί την επιβολή ποινής φυλάκισης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. 358 και Μυροφόρα ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84). Όπου όμως ο κατηγορούμενος ευθύνεται για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (Γεώργιος Τσιόλης v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 154, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Πεγειώτη και άλλης (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 και Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223). Στην προκειμένη περίπτωση παρατηρώ ότι το αδίκημα διαπράχτηκε περί τον Νοέμβριο του έτους 2012 αλλά δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι η αστυνομία οδηγήθηκε στα ίχνη του κατηγορουμένου 4 περί τις 16.07.13 όταν και κατηγορήθηκε γραπτώς για τη διάπραξη του αδικήματος που παραδέχτηκε. Με δεδομένο ότι στην παρούσα υπόθεση ενέχονται και άλλα τρία άτομα ως συγκατηγορούμενοι τα οποία κατηγορούνταν για τη διάπραξη διαφορετικών αλλά εξίσου σοβαρών αδικημάτων σ' ένα κατηγορητήριο που περιέχει συνολικά 27 κατηγορίες και 48 μάρτυρες καθώς επίσης με γνώμονα το βαθμό δυσκολίας που ενέχεται στη διερεύνηση τέτοιου είδους υπόθεσης όπως την παρούσα, πράγμα που λαμβάνω δικαστική γνώση από παρόμοιες υποθέσεις που τέθηκαν ενώπιον μου, η καταχώρηση της εν λόγω υπόθεσης στο Δικαστήριο στις 09.05.14 δεν οδηγεί σε ολιγωρία από μέρους της κατηγορούσας αρχής ή σε από μέρους τους καθυστερημένη προώθηση της υπόθεσης αυτής ενώπιον του Δικαστηρίου. Επιπλέον, ουδεμία καθυστέρηση παρατηρείται από την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Παρά ταύτα, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το συνολικό χρόνο τους ενός έτους και 10 μηνών περίπου που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι σήμερα που καλείται να επιβάλει ποινή χωρίς όμως, με βάση το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, να σημειώνεται μεταβολή των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου 4. Ούτε όμως η συνήγορος υπεράσπισης έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε αλλαγή στις προσωπικές συνθήκες του πελάτη της. Η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι η χρήση ναρκωτικών από τον κατηγορούμενο 4 δημιούργησαν στο να έχει μειωμένη κρίση, πράγμα που κατά την άποψη της συνέβαλε στην επίδειξη της αξιόποινης συμπεριφοράς του πελάτη της δίχως, πάντοτε σύμφωνα με την άποψη της, ο ίδιος να αντιλαμβάνεται ουσιαστικά τις συνέπειες των πράξεων του. Με όλο το σεβασμό προς την κυρία Θεοχάρους το αν ο κατηγορούμενος είχε μειωμένη κρίση και δεν αντιλαμβανόταν τις συνέπειες των πράξεων του είναι θέματα που αφορούν μόνο σχετικό εμπειρογνώμονα που με τις εξειδικευμένες του γνώσεις και εμπειρία μπορεί να διαφωτίσει το Δικαστήριο στον τομέα αυτό, χωρίς έτσι η συνήγορος υπεράσπισης αλλά ακόμη και ο ίδιος ο κατηγορούμενος 4 να είναι σε θέση να εκφέρουν γνώμη επί τέτοιων ζητημάτων. Στην παρούσα υπόθεση ουδεμία τέτοια ιατρική μαρτυρία ή επιστημονικά στοιχεία τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Πέραν όμως και ανεξαρτήτως αυτού, ο εθισμός στα ναρκωτικά σε συνδυασμό με τις συνέπειες της εξάρτησης από αυτά δεν μπορούν να προβάλλονται ως δικαιολογία προκειμένου ο κατηγορούμενος να εκμαιεύσει επιείκεια για άλλες διαφορετικές σοβαρές εγκληματικές πράξεις του. Στην υπόθεση Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 587 λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος εγκλημάτησε εναντίον της περιουσίας των παραπονούμενων με σκοπό να εξασφαλίσει λεφτά για να ικανοποιήσει τον εθισμό του σε σκληρά ναρκωτικά δεν αποτελεί ελαφρυντικό (βλ. McInerney [2003] 1 Cr. App. R.627, Lawrence [1988] 10 Cr. App. R.(S.) 463). Επίσης λέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ενδεχομένως να ενήργησε κάτω από τη φόρτιση των συναισθημάτων για εξασφάλιση ναρκωτικών ένεκα της εξάρτησης του με αποτέλεσμα να ενεργεί χωρίς να συνειδητοποιεί τη σοβαρότητα των αξιόποινων πράξεων του που ήταν διάρρηξη και κλοπή από κατοικία, αν και του πιστώνεται ως ελαφρυντικό, δεν μπορεί να υποβιβάσει τη σοβαρότητα των εγκλημάτων και την αναγκαιότητα για αυστηρή μεταχείριση του. Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο 4 είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα του αδικήματος όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο 4 ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας και συχνότητας διάπραξης του αδικήματος όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο 4 στην ένατη κατηγορία ποινή φυλάκισης 10 μηνών. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα αυτεπάγγελτα εάν η ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο 4 θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου 4, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή παράγοντας που να δικαιολογεί την έκδοση διαταγής για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Παρόλα αυτά, όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες λήφθηκαν υπόψη για τη δραστική μείωση της ποινής που του επιβλήθηκε (βλέπε άρθρο 3
(2)του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663). (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Κλεπταποδοχή/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.