Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Αρ. Υπόθεσης: 8831/11, 6/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B173 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8831/11 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 06.10.14 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού Για Κατηγορούμενο: κος Μ. Βασιλειάδης Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (πρώτη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 03.11.10 στην τοποθεσία 'Αλμυρό', έδαφος του χωριού Σαλαμιού στην επαρχία Πάφου, απείλησε τον Μενέλαο Μιχαήλ από τη Σαλαμιού ότι θα επαγάγει βλάβη στο πρόσωπο του με τις φράσεις "Να μην ρέξεις γιατί θα σε σκοτώσω" και "Να μην ξαναπεράσεις διότι θα κόψω τα πόδια σου". Αναφορικά με την δεύτερη κατηγορία του κατηγορητηρίου η κατηγορούσα αρχή προέβηκε στη διακοπή της και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος απαλλάχτηκε σ' αυτή. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα και συγκεκριμένα τον παραπονούμενο Μενέλαο Μιχαήλ (ΜΚ). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον τoυ κατηγορουμένου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ένορκη κατάθεση χωρίς να καλέσει οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Παράλληλα, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 2 τεκμήρια. Στην κυρίως εξέταση του ο ΜΚ παρουσίασε γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία ημερομηνίας 03.11.10, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, στις 03.11.10 ο παραπονούμενος κατευθύνθηκε με το τρακτέρ του προς το χωράφι του για να μαζέψει ελιές που συνορεύει με το χωράφι του κατηγορουμένου. Όπως σημειώνεται στην έκθεση, επειδή δεν υπάρχει πρόσβαση σε δημόσιο δρόμο από το χωράφι του παραπονούμενου, ο τελευταίος μεταβαίνει σ' αυτό μέσω του χωραφιού του κατηγορουμένου. Μάλιστα αποτάθηκε στο κτηματολόγιο με σχετική αίτηση για εξέταση ενδεχόμενης παροχής διόδου στο χωράφι του παραπονούμενου από γειτονικά τεμάχια. Σε κάποιο σημείο του χωματόδρομου εμφανίστηκε ο κατηγορούμενος οδηγώντας μηχανοκίνητο όχημα. Σταμάτησε μπροστά από τον παραπονούμενο και ο κατηγορούμενος εξήλθε του οχήματος του κρατώντας κυνηγετικό όπλο. Όπως ακόμη καταγράφεται στην έκθεση, ο κατηγορούμενος ζήτησε εξηγήσεις από τον παραπονούμενο γιατί χρησιμοποίησε το χωράφι του και ακολούθως του είπε να μην χρησιμοποιήσει το χωράφι του για πέρασμα γιατί θα τον σκοτώσει. Επίσης σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος απείλησε εκ νέου τον παραπονούμενο λέγοντας του να "μην ξαναπερνούσε από το χωράφι του γιατί θα του κόψει τα πόδια του". μετά από αυτήν την εξέλιξη ο παραπονούμενος αποχώρησε από το μέρος χωρίς να μεταβεί στο χωράφι του. Στη συνέχεια ο παραπονούμενος αφού ενημέρωσε τον υιό του και αυτός την αστυνομία μετέβηκε σε άλλο χωράφι του. Στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του, ο παραπονούμενος αφού υπέδειξε τον κατηγορούμενο ως το άτομο που αναφέρει στο Τεκμήριο 1 που τον απείλησε, ανάφερε ότι το κτηματολόγιο του εξασφάλισε δίοδο, την οποία ο κατηγορούμενος δεν αποδέχτηκε καταχωρώντας παράλληλα σχετική αίτηση στο Δικαστήριο. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως ο κατηγορούμενος τον απείλησε με τη φράση "αν ρέξεις που το χωράφι μου θα κόψω τα πόθκια σου". Ο κατηγορούμενος είχε εξέλθει του οχήματος του και ακουμπούσε πάνω στην πόρτα. Όντας ημέρα κυνηγιού και ο κατηγορούμενος κυνηγός και με το όπλο στραμμένο προς το μέρος του ο παραπονούμενος φοβήθηκε. Εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του χωραφιού με τις ελιές στο οποίο ο παραπονούμενος εκείνη την ημέρα κατευθυνόταν ήταν τα τελευταία 10 χρόνια ο υιός του παραπονούμενου. Επί τόπου ο παραπονούμενος τηλεφώνησε του υιού του λέγοντας του να επικοινωνήσει με την αστυνομία. Στο άκουσμα ότι θα ειδοποιείτο η αστυνομία ο κατηγορούμενος έφυγε. Παράλληλα, ο παραπονούμενος παραδέχτηκε ότι ο υιός του υπέβαλε αίτημα στο κτηματολόγιο για δικαίωμα διαβάσεως και όταν του ζητήθηκε να πληρώσει το ποσό των €3.000,00 αυτός δεν το κατέβαλε. Ο κατηγορούμενος στην κυρίως εξέταση του προσκόμισε την ανακριτική κατάθεση που στις 04.11.10 έδωσε στην αστυνομία, η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο
- Το εν λόγω τεκμήριο αποτέλεσε την κυρίως εξέταση του κατηγορουμένου. Με βάση το περιεχόμενο της, στις 03.11.10 ο κατηγορούμενος, μετά από ανεπιτυχή προσπάθεια κυνηγιού στην περιοχή όπου έχει χωράφι και αφού έβαλε τα σκυλιά σε κλουβί και αποσυναρμολόγησε το κυνηγετικό όπλο και το τοποθέτησε στη θήκη του που βρισκόταν στο πίσω κάθισμα του οχήματος του, κατευθύνθηκε προς το χωράφι του που πρόσφατα εκχέρσωσε και δημιούργησε αναβαθμίδες για να το καλλιεργεί. Όταν έφθασε στο αμπέλι του πρόσεξε ότι στο έδαφος υπήρχαν φρέσκα ίχνη ελαστικών τρακτέρ και αντιλήφθηκε ότι προέρχονταν από τα ελαστικά του τρακτέρ του παραπονούμενου, ο οποίος έχει χωράφι με ελιές δίπλα από το δικό του που είναι αμπέλι και για να μεταβαίνει σ' αυτό διασχίζει το τεμάχιο του κατηγορουμένου καταστρέφοντας με το πέρασμα του φυτά αμπελιού. Περί ώρα 08:10-08:20 ενώ ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του σε χωματόδρομο προς το χωριό Σαλαμιού σε μια στροφή του δρόμου πριν από τον κύριο δρόμο Σαλαμιού-Κελοκεδάρων εξ' αντιθέτου ερχόταν ο παραπονούμενος οδηγώντας το τρακτέρ του με καρότσα. Ο κατηγορούμενος σταμάτησε το όχημα του και του έδωσε χώρο για να περάσει αλλά ο παραπονούμενος σταμάτησε το τρακτέρ δίπλα του. Τότε ο κατηγορούμενος προειδοποίησε τον παραπονούμενο να μην διασχίσει ξανά το χωράφι του αλλιώς θα τον κατάγγελλε στην αστυνομία. Ο παραπονούμενος όμως του είπε ότι θα περνούσε ξανά από αυτό επειδή είχε αιτηθεί στο κτηματολόγιο για πέρασμα απορρίπτοντας εισήγηση του κατηγορουμένου να μεταβαίνει στο χωράφι του διασχίζοντας το τεμάχιο κάποιου Ξενή Φόκλη που ήταν ακαλλιέργητο λέγοντας πως η απόσταση που θα διένυε ήταν μεγαλύτερη αφού έτσι θα πήγαινε γύρω από το χωράφι του κατηγορουμένου. Όπως επίσης σημειώνεται στην έκθεση, φεύγοντας ο παραπονούμενος είπε στον κατηγορούμενο ότι θα τον κατάγγελλε στην αστυνομία. Όταν ο παραπονούμενος έβαλε όπισθεν του τρακτέρ του με καρότσα σε δρόμο που ήταν δύσκολο να κάνει επαναστροφή, ο κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο του. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως αντιλήφθηκε ότι το χωράφι του παραπονούμενου ήταν περίκλειστο όταν έλαβε ειδοποίηση από το κτηματολόγιο σχετικά με την αίτηση που καταχωρήθηκε. Παρόλα αυτά είναι η θέση του κατηγορουμένου ότι υπήρχε εναλλακτικός χώρος για να μεταβαίνει στο χωράφι του ο παραπονούμενος χρησιμοποιώντας άλλο ιδιωτικό τεμάχιο στο χωριό Σαλαμιού. Ακολούθως ο κατηγορούμενος παραπονέθηκε ότι επανειλημμένα ο παραπονούμενος διασχίζει το χωράφι του με το χώρο όπου περνά συνεχώς να τον έχει μετατρέψει σε δρόμο. Την συγκεκριμένη ημέρα ο κατηγορούμενος ενοχλήθηκε επειδή βρήκε καταστρεμμένα φυτά αμπελιού. Τα δε ίχνη που βρήκε πιστεύει ότι προέρχονται από τα ελαστικά του τρακτέρ του παραπονούμενου επειδή γνωρίζει τον τύπο και σχήμα του οχήματος και επειδή τα ίχνη αυτά τον οδηγούσαν στο τεμάχιο του παραπονούμενου. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος είπε ότι η μοναδική φορά που κατέβηκε από το όχημα του την επίδικη ημέρα ήταν όταν ο παραπονούμενος προσπάθησε να στρίψει με το τρακτέρ και αυτός φοβήθηκε λόγω της ηλικίας του ότι θα τον κτυπούσε στο όχημα του. Επανεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι το επάγγελμα του να έχει εξαρτήματα αυτοκινήτων του επιτρέπει να αναγνωρίζει οποιοδήποτε τύπο αυτοκινήτου μόνο από το θόρυβο. Σε διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος είπε ότι δόθηκε στον παραπονούμενο πέρασμα από την πρώτη αναβαθμίδα, την οποία πιστεύει ότι αυτός χρησιμοποίησε την επίδικη ημέρα καθότι ήταν από εκεί που εντοπίστηκαν τα ίχνη ελαστικών. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Συγκεκριμένα, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι ο μοναδικός μάρτυρας κατηγορίας ήταν ειλικρινής θέτοντας τα γεγονότα όπως αυτά διαδραματίστηκαν, χωρίς να υποπέσει σε αντιφάσεις. Με γνώμονα αυτό ο κύριος Συμεού κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχτεί την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής. Παράλληλα, είναι η θέση του κυρίου Συμεού ότι η μαρτυρία του κατηγορουμένου είναι συγκεχυμένη και αντιφατική και έτσι δεν θα πρέπει να γίνει πιστευτή. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία του συνηγόρου υπεράσπισης, ο οποίος κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, η οποία βασίζεται σε μαρτυρία που περιέχει ανακρίβειες και ψεύδη. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Επίσης, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Η παρούσα υπόθεση είναι από αυτές που θα κριθεί με γνώμονα την αξιοπιστία των δύο εμπλεκομένων ατόμων που πρωταγωνίστησαν στο επίδικο επεισόδιο, δηλαδή αυτή του παραπονούμενου και αυτή του κατηγορουμένου. Είναι μέσα από την αξιοπιστία της μαρτυρίας αυτών των προσώπων που θα καθοριστεί το πλαίσιο των επίδικων γεγονότων. Το Δικαστήριο καλείται να κρίνει τις εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές των μερών αφού πρώτα αξιολογήσει την προσκομισθείσα μαρτυρία. Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Ο παραπονούμενος έδειξε ότι ήταν συναισθηματικά φορτισμένος για το επεισόδιο. Έχει παρατηρηθεί ότι όντως απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν με θυμό, απόγνωση και πικρία, πλην όμως με αυθορμητισμό και ειλικρίνεια και δίχως τάση προσχεδιασμού. Παρόλο ότι την ημέρα που αυτός κατάθετε στο Δικαστήριο το επίδικο περιστατικό είχε διαδραματιστεί πριν από περισσότερο 3,5 έτη, εντούτοις από την μαρτυρία του κατέστη αντιληπτό ότι το πρόβλημα διόδου στο χωράφι του ήταν ένα θέμα που χρονολογείτο και ο λόγος που οι σχέσεις του με τον κατηγορούμενο δεν ήταν αρμονικές. Ωστόσο τα όποια συναισθήματα είχε δεν τον ώθησαν να διογκώσει την αλήθεια ή να κατασκευάσει γεγονότα ή καθ' οιονδήποτε τρόπο να υποπέσει σε ουσιώδεις αντιφάσεις που θα έπλητταν έτσι καίρια την αξιοπιστία του. Αντίθετα, τα συναισθήματα αυτά ήταν η αιτία για μια ολόψυχα ειλικρινή και αυθόρμητη κατάθεση μέσα από την οποία εκτέθηκαν τα γεγονότα όπως πραγματικά εκτυλίχτηκαν, αναδεικνύοντας έτσι το ψηλό επίπεδο αξιοπιστίας του παραπονούμενου. Κατά συνέπεια, αποδέχομαι την μαρτυρία του παραπονούμενου στην ολότητα της περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 1 που αποτελεί μέρος αυτής. Εξαίρεση αποτελεί το μέρος της δια ζώσης μαρτυρίας του παραπονούμενου που αφορά την αίτηση που υπέβαλε στο κτηματολόγιο για απόκτηση διόδου και πρόσβασης στο περίκλειστο χωράφι του από δημόσιο δρόμο. Μέσα από την προφορική κατάθεση του ο παραπονούμενος έδωσε την εντύπωση ότι κατά το χρόνο που το επεισόδιο συνέβηκε το κτηματολόγιο είχε ήδη δημιουργήσει τέτοια αναγκαία δίοδο με βάση τη διαδικασία που η σχετική νομοθεσία προνοεί, πράγμα όμως που έρχεται σε αντίθεση με προηγούμενες δηλώσεις του παραπονούμενου. Ειδικότερα, το Τεκμήριο 1 αναφέρει κατά τρόπο σαφή και αδιαμφισβήτητο ότι την ημέρα που το επίδικο περιστατικό διαδραματίστηκε είχε καταχωρηθεί σχετική αίτηση στο κτηματολόγιο χωρίς όμως μέχρι τότε η αίτηση αυτή να είχε εξεταστεί και να αποφασιστεί η δημιουργία πρόσβασης στο τεμάχιο του παραπονούμενου μέσω του χωραφιού του κατηγορουμένου. Με γνώμονα ότι κανένα στοιχείο σχετικά με την αίτηση έχει προσκομιστεί από τον παραπονούμενο και με δεδομένο ότι ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε από αρμόδιο λειτουργό του κτηματολογίου που να αποδεικνύει πότε καταχωρήθηκε τέτοια αίτηση, εάν και πότε εξετάστηκε και ποιο ήταν το αποτέλεσμα της αλλά και με βάση την άμεση παραδοχή του παραπονούμενου ότι δεν καταβλήθηκε η εύλογη αποζημίωση των €3.000,00 που το κτηματολόγιο απαίτησε, η εκ των υστέρων θέση του παραπονούμενου στο ζήτημα αυτό δεν γίνεται αποδεκτή με το Δικαστήριο να αποδέχεται την αρχική του θέση που καταγράφεται στο Τεκμήριο 1. Το Δικαστήριο αποδίδει την διαφοροποίηση αυτή στη δικαιολογημένη σύγχυση του παραπονούμενου λόγω της πολύ μεγάλης ηλικίας του αλλά και στην ένταση και στο άγχος που βρισκόταν εξαιτίας της έντονης και πιεστικής αντεξέτασης που έτυχε. Το μεμονωμένο αυτό γεγονός δεν έπληξε το ψηλό επίπεδο αξιοπιστίας του παραπονούμενου και ούτε αμαυρώνει την ειλικρινή εικόνα που δημιούργησε στο Δικαστήριο. Πολύς λόγος έγινε για κυνηγετικό όπλο που ο κατηγορούμενος είχε στο όχημα του την ημέρα του επεισοδίου. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι ουδέποτε ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε είτε μέσα από το Τεκμήριο 1 είτε στη δια ζώσης μαρτυρία του ότι ο κατηγορούμενος έστρεψε το πιο πάνω όπλο κατά του ιδίου, γεγονός που αναγνώρισε εμμέσως πλην σαφώς και ο συνήγορος υπεράσπισης. Από την άλλη, ο κατηγορούμενος δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η όλη στάση που επέδειξε κατά την παρουσία του στο Δικαστήριο δεν ήταν αυτή ενός φιλαλήθη ατόμου. Η προσπάθεια του να παρουσιάσει τον εαυτό του ως ένα πρόσωπο που διαδραμάτισε ουδέτερο έως παθητικό ρόλο μέσα από το επίδικο περιστατικό χωρίς να αισθάνεται ότι έχει οποιοδήποτε πρόβλημα με τον παραπονούμενο δεν φαίνεται να πείθει και ως εκ τούτου πέφτει στο κενό, ένεκα στοιχείων τα οποία ο ίδιος παρουσίασε ως γεγονότα που δέχεται ότι εκτυλίχτηκαν και φαίνεται να αντικρούουν την πλασματική αυτή καλή εικόνα που επιχειρεί να προωθήσει. Από τον τρόπο και το ύφος που απαντούσε αλλά και το περιεχόμενο των τοποθετήσεων του κατέστη αντιληπτό ότι ο κατηγορούμενος δεν ενδιαφερόταν να παρουσιάσει την αλήθεια στο Δικαστήριο αλλά να κατασκευάσει υπεράσπιση προκαλώντας έτσι ζημιά στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Τα πιο πάνω μοιραία έχουν μολύνει όλη την μαρτυρία του κατηγορουμένου στη ρίζα της και ειδικότερα τόσο τη δια ζώσης μαρτυρία του όσο και το Τεκμήριο 2 που αποτέλεσε αποκλειστικά την κυρίως εξέταση του. Το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν μπορεί να στηριχτεί με ασφάλεια πάνω στην μαρτυρία του κατηγορουμένου προκειμένου να καταλήξει σε ορθά και αληθή ευρήματα και συμπεράσματα. Προς τεκμηρίωση των πιο πάνω αναφέρω ότι ενώ ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι εδώ και πολλά χρόνια ενσυνείδητα εξυπηρετούσε τον παραπονούμενο να μεταβαίνει στο τεμάχιο του αφήνοντας τον να περνά μέσα από το δικό του χωράφι, την ίδια στιγμή δηλώνει κατηγορηματικά ότι η συνεχιζόμενη ενέργεια αυτή του παραπονούμενου τη θεωρούσε πρόβλημα. Παράλληλα, ενώ ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι ο σεβασμός που έτρεφε για την ηλικία του παραπονούμενου αποτελούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα ηθικό εμπόδιο να τον καταγγείλει στην αστυνομία, την ημέρα του επεισοδίου δεν δίστασε δύο φορές, με βάση το Τεκμήριο 2, να προειδοποιήσει τον παραπονούμενο ότι αν διέσχιζε ξανά το χωράφι του θα τον κατάγγελλε ευθύς στην αστυνομία. Όσον αφορά τη δικαιολογία περί καταστροφής φύλλων αμπελιού που ο κατηγορούμενος πρόβαλε προκειμένου να εξηγήσει για ποιο λόγο την ημέρα του επιδίκου περιστατικού αποφάσισε να προειδοποιήσει τον παραπονούμενο ότι θα τον καταγγείλει διαφοροποιώντας την μέχρι πρότινος συμπεριφορά του απέναντι στον παραπονούμενο δεν κρίνεται πειστική, δεδομένης αναφοράς του στο Τεκμήριο 2 με την οποία αφήνεται να εννοηθεί ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που γινόταν αυτό καθώς και της αναφοράς του τόσο μέσα από το Τεκμήριο 2 όσο και κατά την αντεξέταση του ότι η συνεχιζόμενη ενέργεια αυτή του κατηγορουμένου δημιούργησε συρρίκνωση του εδάφους του τεμαχίου του κατηγορουμένου σε βαθμό τέτοιο που να προκαλούσε πρόβλημα στην καλλιέργεια του από το χειροκίνητο τρακτέρ του κατηγορουμένου. Τούτο όμως λεχθέντος δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο κατέληξε ότι την ημέρα του επιδίκου περιστατικού ο κατηγορούμενος δεν είχε προσέξει καταστραμμένα φύλλα του αμπελιού του. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος αναφέρει μέσα από το Τεκμήριο 2 ότι τα ίχνη ελαστικών που εντόπισε στο τεμάχιο του προέρχονται από το τρακτέρ του παραπονούμενου αφήνοντας να εννοηθεί ότι αντλεί τη γνώση του αυτή από τη θέση του ότι ο παραπονούμενος κατ' εξακολούθηση διασχίζει το χωράφι του προκειμένου να μεταβεί στο δικό του τεμάχιο καταστρέφοντας, όπως και τη συγκεκριμένη ημέρα του επεισοδίου, φύλλα του αμπελιού αλλά και προκαλεί με το πέρασμα του συρρίκνωση του εδάφους καθιστώντας έτσι δυσκολότερη την καλλιέργεια του. Ωστόσο στην αντεξέταση του ελίχθηκε προσθέτοντας για πρώτη φορά ως λόγο που κατέληξε την ημέρα του επιδίκου περιστατικού πως τα ίχνη ήταν από ελαστικά του τρακτέρ του παραπονούμενου στο ότι τα ίχνη αυτά οδηγούσαν στο τεμάχιο του παραπονούμενου. Αν αυτή η τοποθέτηση του κατηγορουμένου ήταν αληθής θα αποτελούσε μέρος του περιεχομένου του Τεκμηρίου 2 όταν τα γεγονότα ήταν νωπά στο μυαλό του. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει. Είναι προφανές ότι η εκ των υστέρων αυτή θέση του κατηγορουμένου κατασκευάστηκε και παρουσιάστηκε αυθαίρετα για να ενισχύσει την αρχική δήλωση του που αναφέρεται στο Τεκμήριο 2 και περιέχει το στοιχείο της εικασίας. Ακολούθως, στην επανεξέταση του προκειμένου να υπερπηδήσει και αυτή την αδυναμία μιας και του είχε υποδειχτεί από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής κατά την αντεξέταση του για την οποία έδωσε στιγμιαία μια άκαιρη απάντηση, για πρώτη φορά επικαλείται την επαγγελματική του ιδιότητα εμφανίζοντας τον εαυτό του σαν εμπειρογνώμονα σε ίχνη ελαστικών προκειμένου να πείσει για την ορθότητα του συμπεράσματος που κατέληξε την ημέρα του περιστατικού. Με ποια λογική όμως ένας πωλητής εξαρτημάτων, που παρεμπιπτόντως δεν διευκρινίστηκε σε ποιές μάρκες οχημάτων προμηθεύει, μπορεί να αναγνωρίζει ίχνη ελαστικών οποιουδήποτε τύπου και μάρκας μηχανοκινήτου οχήματος αλλά και οποιουδήποτε είδους κάθε τύπου από αυτό; Ουδεμία σχέση υπάρχει μεταξύ της προμήθειας εξαρτημάτων σε οχήματα και της δυνατότητας να αναγνωρίζει τον τύπο οχήματος από το θόρυβο του και από τη δυνατότητα να ξεχωρίζει ίχνη ελαστικών. Ας σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος απέφυγε να αναφέρει στο Δικαστήριο από ποια μάρκα τρακτέρ προέρχονταν τα ίχνη ελαστικών που εντόπισε και ποια μάρκα και τι τύπο τρακτέρ οδηγούσε ο παραπονούμενος τόσο την ημέρα του επιδίκου περιστατικού όσο και προηγουμένως. Επιπλέον, είναι η θέση του κατηγορουμένου ότι κατέβηκε από το όχημα του επειδή φοβήθηκε μήπως ο παραπονούμενος τον κτυπήσει στην προσπάθεια του να βάλει όπισθεν με δεδομένο το βαθμό δυσκολίας για κάτι τέτοιο εκεί αλλά και την μεγάλη ηλικία του παραπονούμενου. Θα ήταν λογικό εκ μέρους του κατηγορουμένου αν ο ίδιος πρώτος απομακρυνόταν με το όχημα του προκειμένου να διευκολύνει τον παραπονούμενο να κατευθυνθεί εκεί που ήθελε και παράλληλα να προστατευθεί όπως επιθυμούσε παρά να αφήσει το όχημα του εκτεθειμένο στον κίνδυνο σύγκρουσης του με το τρακτέρ του παραπονούμενου. Σίγουρα όμως δεν φαντάζει λογικός ο λόγος που επικαλείται ότι εξήλθε του οχήματος του. Με δεδομένη τη θέση του κατηγορουμένου, όπως αυτή σημειώνεται στο Τεκμήριο 2, ότι εξήλθε του οχήματος και ανάφερε στον παραπονούμενο τη δυνατότητα άλλης διαδρομής για να μεταβαίνει στο χωράφι του, προκύπτει ότι ο λόγος που ο κατηγορούμενος κατέβηκε ήταν για να κάνει περισσότερο αισθητή την εκεί παρουσία του και συνάμα τη συνομιλία του με τον παραπονούμενο με ότι αυτό συνεπάγεται. Όπως προκύπτει απώτερος στόχος του κατηγορουμένου μέσα από τη συζήτηση που είχε ήταν να εμποδίσει τον παραπονούμενο από του να συνεχίσει να διασχίζει το τεμάχιο του τόσο εκείνη την ημέρα όσο και οποιαδήποτε άλλη ημέρα. Δεν δικαιολογείται αλλιώς η ανεξήγητη υπό τις περιστάσεις ενέργεια του παραπονούμενου να ακολουθήσει αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που αρχικά είχε μετά τη συνομιλία που είχε με τον κατηγορούμενο βάζοντας όπισθεν στο τρακτέρ του, πάντοτε με βάση την εκδοχή του κατηγορούμενου. Ευρήματα: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης αυτής και λαμβάνοντας υπόψη μου τα γεγονότα που τελικά δεν αμφισβητήθηκαν, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: Ο παραπονούμενος χρησιμοποιεί ένα χωράφι με ελιές στο έδαφος Σαλαμιού της επαρχίας Πάφου, του οποίου εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης είναι ο υιός του. Το χωράφι αυτό, το οποίο είναι περίκλειστο χωρίς πρόσβαση σε δημόσιο δρόμο, συνορεύει με χωράφι ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου που χρησιμοποιείται σαν αμπέλι. Το πρόβλημα διόδου και πρόσβασης στο χωράφι του παραπονούμενου χρονολογείται. Οι σχέσεις του παραπονούμενου με τον κατηγορούμενο δεν είναι αρμονικές επειδή ο παραπονούμενος για να μεταβαίνει στο χωράφι του διασχίζει από το τεμάχιο του κατηγορουμένου. Ο παραπονούμενος υπέβαλε σχετική αίτηση στο κτηματολόγιο για δημιουργία πρόσβασης στο χωράφι του από το τεμάχιο του κατηγορουμένου. Στις 03.11.10 ο παραπονούμενος κατευθύνθηκε με το τρακτέρ του προς το χωράφι του για να μαζέψει ελιές. Σε κάποιο σημείο του χωματόδρομου εμφανίστηκε ο κατηγορούμενος οδηγώντας μηχανοκίνητο όχημα. Ο κατηγορούμενος σταμάτησε μπροστά από τον παραπονούμενο και ζήτησε εξηγήσεις από τον τελευταίο γιατί χρησιμοποίησε το χωράφι του. Ακολούθως o κατηγορούμενος απευθυνόμενος στον παραπονούμενο με αναφορά στο τεμάχιο του εκστόμισε τις φράσεις "Να μην ρέξεις γιατί θα σε σκοτώσω" και "Να μην ξαναπεράσεις διότι θα κόψω τα πόδια σου". Μετά από αυτήν την εξέλιξη ο παραπονούμενος ενημέρωσε τον υιό του και αυτός με τη σειρά του την αστυνομία. Ο παραπονούμενος παρέμεινε στο χώρο συζητώντας με τον κατηγορούμενο μέχρι που μέλος της αστυνομίας έφθασε στη σκηνή. Στη συνέχεια ο παραπονούμενος αποχώρησε από το μέρος χωρίς να μεταβεί στο συγκεκριμένο χωράφι του αλλά μετέβηκε σε άλλο χωράφι του που είχε ελιές όπου και εργάστηκε. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλέπε Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλέπε Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Όπως έχει προαναφερθεί ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία που αφορά το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Κεφ.
- Το εν λόγω άρθρο προνοεί τα εξής: "Απειλή Βιαιοπραγίας
- Όποιος— ........ (γ) με σκοπό υποκίνησης οποιουδήποτε προσώπου για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή για να παραλείψει πράξη την οποία αυτό έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει, απειλεί άλλον ότι δυνατόν να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη, ή την περιουσία του ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη οποιουδήποτε για τον οποίο ενδιαφέρεται εναντίον του οποίου γίνονται οι απειλές, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων." Μελέτη των πιο πάνω διατάξεων καθιστά σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απειλής βιαιοπραγίας δυνάμει του άρθρου 91(γ) είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος απειλεί τον παραπονούμενο ότι δυνατό να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη ή την περιουσία του, (β) με σκοπό να τον υποκινήσει για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει, ή (γ) με σκοπό να τον υποκινήσει για να παραλείψει πράξη την οποία αυτό έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει. Στην υπόθεση Νετζιήπ v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 1 λέχθηκε ότι η 'απειλή' πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ' αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού. Στην παρούσα υπόθεση αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος απευθυνόμενος στον παραπονούμενο με αναφορά στο χωράφι του εκστόμισε τις φράσεις ""Να μην ρέξεις γιατί θα σε σκοτώσω" και "Να μην ξαναπεράσεις διότι θα κόψω τα πόδια σου". Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι επίδικες φράσεις είναι απειλητικού περιεχομένου αφού ο κατηγορούμενος απειλεί ότι θα προκαλέσει βλάβη στη σωματική ακεραιότητα του παραπονούμενου. Ωστόσο από την ενώπιον μου μαρτυρία οδηγούμαι στο ασφαλές συμπέρασμα ότι επρόκειτο για απειλές κενού περιεχομένου (Kallenos v. The Police
(1969)2 C.L.R. 210, Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 493). Ο παραπονούμενος δεν έδειξε να φοβάται από τις προαναφερόμενες απειλές. Το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα αυτό για τους πιο κάτω λόγους: (α) Μετά την εκστόμιση των απειλών ο παραπονούμενος συνέχισε να συνομιλεί με τον κατηγορούμενο. (β) Επί τόπου και μπροστά στον κατηγορούμενο ο παραπονούμενος τηλεφώνησε στον υιό του ενημερώνοντας τον για το επεισόδιο ζητώντας του να ειδοποιήσει την αστυνομία. (γ) Ο παραπονούμενος περίμενε στο χώρο του επιδίκου περιστατικού μέχρι που αστυνομικός έφθασε στο μέρος. (δ) Ακολούθως ο παραπονούμενος μετέβηκε με το τρακτέρ του σε άλλο χωράφι για να μαζέψει ελιές συνεχίζοντας την εργασία του κάπου αλλού χωρίς έτσι να δείξει ότι αναστατώθηκε ψυχολογικά από το επεισόδιο. Συνεπώς, η αντίδραση του παραπονούμενου δεν ήταν αυτή που λογικά αναμενόταν από ένα φοβισμένο άτομο αλλά ήταν από ένα αγανακτισμένο πρόσωπο που αγωνιωδώς επιθυμούσε την γρήγορη επίλυση του προβλήματος μέσω της αστυνομίας παρά τη φαινομενικά κατά τη γνώμη του αργή λύση από το κτηματολόγιο. Όσον αφορά τη δικαιολογία που ο παραπονούμενος παρουσίασε ότι φοβήθηκε επειδή ήταν ημέρα κυνηγίου και ο κατηγορούμενος ήταν κυνηγός στερείται λογικής και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Ούτε προκύπτει ότι το κατ' ισχυρισμό περιστατικό που ο παραπονούμενος επικαλείται ότι διαδραματίστηκε στο παρελθόν πάλι από τον κατηγορούμενο διευκόλυνε τη δημιουργία φόβου σ' αυτόν, δεδομένης πάντοτε της πιο πάνω στάσης και αντίδρασης του. Στη βάση των πιο πάνω το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος δεν στοιχειοθετείται στον απαιτούμενο βαθμό. Παρά την προδιαγραφόμενη έκβαση της υπόθεσης προχωρώ να εξετάσω και τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία του κατ' ισχυρισμό αδικήματος για σκοπούς ολοκληρωμένης απόφασης. Το δεύτερο και τρίτο συστατικό στοιχείο είναι διαζευκτικής μορφής πράγμα που σημαίνει ότι μόνο ένα από τα δύο απαιτείται για να στοιχειοθετηθεί η κατηγορία. Σύμφωνα με το σκεπτικό αυτό αλλά και με τις διατάξεις του άρθρου 91(γ) του Κεφ.154, η απειλή πρέπει να αποσκοπεί στο να υποκινήσει τον παραπονούμενο για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτός δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή με σκοπό να τον υποκινήσει για να παραλείψει πράξη την οποία αυτός έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει (Βοσκού v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 510). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση, προκύπτει ότι αυτό που ο κατηγορούμενος αποσκοπούσε μέσα από την εκστόμιση των επίμαχων φράσεων μαζί με την όλη συμπεριφορά που εκδήλωσε ήταν να αποτρέψει τον παραπονούμενο να περνά μέσα από το χωράφι του προκειμένου να μεταβαίνει στο τεμάχιο με τις ελιές. Το γεγονός ότι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του χωραφιού με τις ελιές ήταν ο υιός του παραπονούμενου είναι υπό τις περιστάσεις άνευ σημασίας, δεδομένου ότι δεν αμφισβητήθηκε η θέση του παραπονούμενου ότι η διαχείριση του εν λόγω τεμαχίου γινόταν από τον παραπονούμενο με τη συγκατάθεση του νόμιμου ιδιοκτήτη. Ωστόσο η απλή καταχώρηση αίτησης στο κτηματολόγιο χωρίς προηγουμένως αυτή να εξεταστεί και να εκδοθεί σχετική απόφαση από την αρμόδια αρχή καθώς και να πληρωθεί η εύλογη αποζημίωση που θα καθοριζόταν από το αρμόδιο τμήμα δεν δημιουργούσε νομικό δικαίωμα στον παραπονούμενο να χρησιμοποιεί τη διαδρομή που ακολουθούσε. Κατά συνέπεια ούτε οποιοδήποτε από τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία του κατ' ισχυρισμό αδικήματος τεκμηριώνεται στον απαιτούμενο βαθμό. Υπό το φως των πιο πάνω η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Έξοδα €180,00 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Judgment Αναφορά: Ποινικό/Απειλή βιαιοπραγίας/Άρθρο 91(γ) Κεφ.154/Τελική Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο