← Κύπρος

Σταύρου Μαυρόσαββα ν. Cyprus Popular Bank Public Company Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 18567/12, 30/10/2014

Σταύρου Μαυρόσαββα ν. Cyprus Popular Bank Public Company Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 18567/12, 30/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B186 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΑΓΙΟΜΑΜΙΤΗ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18567/12 Σταύρου Μαυρόσαββα, εκ Πάφου v.

  1. Cyprus Popular Bank Public Company Ltd, εκ Λευκωσίας
  2. Ανδρέας Βγενόπουλος, εκ Λευκωσίας
  3. Νεοκλής Λυσάνδρου, εκ Λευκωσίας
  4. Ευθύμιος Μπουλούτας, εκ Λευκωσίας
  5. Χρίστος Στυλιανίδης, εκ Λευκωσίας
  6. Παναγιώτης Κουννής, εκ Λευκωσίας
  7. Κάλια Ευσταθίου, εκ Πάφου
  8. Αθανάσιος Ορφανίδης, εκ Λευκωσίας Κατηγορούμενοι ____________________________ Ημερομηνία: 30.10.2014 Αιτήσεις ημερομηνίας 08.09.2014 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ Κ. Μελάς Για τον Κατηγορούμενο 1: κα Ε. Μαλά για κ Γλυκή Για τον Κατηγορούμενο 2: κ Θρασυβούλου με κ Καρατζένη Για τον Κατηγορούμενο 4: κ Χαβιαράς Για τον Κατηγορούμενο 6: κα Σαββίδου για κ Ζαχαρίου Κατηγορούμενος 6: παρών ____________________________ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Κατηγορούμενοι 2 και 4 καταχώρησαν στις 8.9.14 ξεχωριστές αιτήσεις με τις οποίες κατά το πλείστον προβάλλουν όμοια αιτήματα. Συγκεκριμένα, εξαιτούνται, μεταξύ άλλων, την ακύρωση του κατηγορητηρίου λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων, καθώς και λόγω πολλαπλότητας και ασάφειας του κατηγορητηρίου. Επίσης, σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν προχωρήσει στην ακύρωση του κατηγορητηρίου, εξαιτούνται διαταγή του Δικαστηρίου με την οποία να επιτρέπεται όπως η ακροαματική διαδικασία διεξαχθεί στην απουσία των Κατηγορουμένων 2 και
  9. Στις 12.9.14, ημερομηνία κατά την οποία ορίστηκαν από το Πρωτοκολλητείο για πρώτη εμφάνιση οι επίδικες αιτήσεις, ο συνήγορος του Παραπονούμενου ανέφερε ότι θα φέρει ένσταση και ζήτησε χρόνο για να τις καταχωρήσει γραπτώς. Περαιτέρω, την ίδια ημέρα το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες στους συνηγόρους των Κατηγορουμένων 2 και 4 όπως επιδώσουν τις επίδικες αιτήσεις και στους Κατηγορούμενους 1 και 6 ενόψει του ότι με αυτές εγείρονται ζητήματα εγκυρότητας του κατηγορητηρίου η απόφαση επί των οποίων θα επηρεάσει και τους Κατηγορούμενους 1 και
  10. Ενόψει των πιο πάνω οι επίδικες αιτήσεις ορίστηκαν στις 18.9.
  11. Στις 18.9.14 η συνήγορος που εμφανίστηκε για τον Κατηγορούμενο 6 δήλωσε ότι συμφωνεί και υιοθετεί τις επίδικες αιτήσεις των Κατηγορουμένων 2 και 4, ενώ η συνήγορος των Κατηγορουμένων 1 δήλωσε ότι χρειαζόταν περαιτέρω χρόνο για να τις μελετήσει και να τοποθετηθεί. Ακολούθως, οι επίδικες αιτήσεις ορίστηκαν για ακρόαση μέσω αγορεύσεων στις 26.9.14 και ενδιάμεσα στις 23.9.14 για οδηγίες αναφορικά με τους Κατηγορούμενους 1 για να τοποθετηθούν επί των αιτήσεων. Στις 23.9.14 ο συνήγορος των Κατηγορουμένων 1 δεν έλαβε θέση επί των επίδικων αιτήσεων σε σχέση με το ζήτημα της ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου, ενώ όσον αφορά το ζήτημα της παρουσίας των Κατηγορούμενων 2 και 4 εξέφρασε την άποψη ότι επιβάλλεται η φυσική τους παρουσία κατά την ακροαματική διαδικασία. Σε αυτό το σημείο θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω πιο κάτω σύντομο ιστορικό των γεγονότων που μεσολάβησαν από τις 26.9.14 μέχρι την επιφύλαξη της παρούσας απόφασης και τα οποία οδήγησαν στην αναβολή της ακρόασης των επίδικων αιτήσεων αλλά και της ουσίας της υπόθεσης, η οποία είχε προγραμματιστεί για τις 6.10.14 Στις 26.9.14 ο ευπαίδευτος συνήγορος του Παραπονούμενου υπέβαλε αίτημα για αναβολή της ακρόασης των επίδικων αιτήσεων επικαλούμενος ως λόγο για την αναβολή την συνάντηση που θα πραγματοποιείτο μεταξύ του Γενικού και του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας από την μία και του κ. Κώστα Μελά από την άλλη. Αντικείμενο της εν λόγω συνάντησης ήταν και η παρούσα υπόθεση και σύμφωνα με όσα ανέφερε ο κ. Αλέξης Μελάς αναμενόταν ότι εντός της εν λόγω εβδομάδας θα υπήρχαν εξελίξεις που θα άπτονταν του περαιτέρω χειρισμού και της πορείας που θα ακολουθούσε η παρούσα υπόθεση. Το αίτημα συνάντησε την ένσταση των Κατηγορουμένων 2,4 και 6 και το Δικαστήριο για τους λόγους που επεξηγούνται στο σχετικό πρακτικό της 26.9.14 ενέκρινε το εν λόγω αίτημα και όρισε τις επίδικες αιτήσεις εκ νέου για ακρόαση στις 6.10.
  12. Περαιτέρω, ως αποτέλεσμα του αιτήματος που υποβλήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Παραπονουμένου ακυρώθηκαν οι ημερομηνίες 6 - 17.10.14 κατά τις οποίες είχε προγραμματιστεί η έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 1 και 6, αλλά και σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 2 και 4 νοουμένου ότι οι τελευταίοι απαντούσαν μη παραδοχή στις 6.10.
  13. Η φύση των επίδικων αιτήσεων είναι τέτοια που επιβάλλεται η εξέταση τους πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Στις 6.10.14 υποβλήθηκε νέο αίτημα για αναβολή της ακρόασης των επίδικων αιτήσεων το οποίο και πάλι συνάντησε την ένσταση των Κατηγορουμένων 2,4 και
  14. Αυτή τη φορά προς υποστήριξη του αιτήματος του ο ευπαίδευτος συνήγορος του Παραπονούμενου επικαλέστηκε την εμπλοκή της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας στην υπόθεση, λέγοντας ότι αυτή ήταν βέβαιη και ότι η δική του εμπλοκή στην υπόθεση θα τερματιζόταν. Το Δικαστήριο ενόψει των όσων λέχθηκαν από τον κ. Μελά ενέκρινε το αίτημα δίδοντας ταυτόχρονα οδηγίες όπως το σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου αποστενογραφηθεί και σταλεί στη Νομική Υπηρεσία, προκειμένου κατά τη επόμενη δικάσιμο να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για να ξεκαθαρίσει τον τρόπο με τον οποίο η Νομική Υπηρεσία θα εμπλεκόταν στην υπόθεση. Προς τον σκοπό αυτό η υπόθεση ορίστηκε για προγραμματισμό στις 17.10.14 και την ίδια ημερομηνία ορίστηκαν και οι επίδικες αιτήσεις για οδηγίες. Την πιο πάνω ημερομηνία η εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι επί του παρόντος η Νομική Υπηρεσία δεν θα εμπλακεί στην υπόθεση και ότι το ζήτημα των αξιογράφων βρίσκεται υπό διερεύνηση και η αστυνομική έρευνα αναμένεται να ολοκληρωθεί σε δύο μήνες, οπότε και θα είναι σε θέση να ξεκαθαρίσει την θέση της σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Τέλος, ανέφερε ότι θα ήταν προς το δημόσιο συμφέρον να εγκριθεί το αίτημα για αναβολή για 2 μήνες το οποίο θα υπέβαλλε ο συνήγορος του Παραπονούμενου. Όντως ο κ. Μελάς υπέβαλε εκ νέου αίτημα για αναβολή στο οποίο οι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 2,4 και 6 έφεραν ένσταση. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, αλλά και την ουσιαστική απόκλιση μεταξύ των όσων ο συνήγορος του Παραπονούμενου διαβεβαίωνε στις 6.10.14 περί της βέβαιης εμπλοκής της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας και των όσων η εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας δήλωσε στις 17.10.14, απέρριψε το αίτημα για αναβολή. Κατά συνέπεια οι επίδικες αιτήσεις ορίστηκαν για ακρόαση στις 21.10.
  15. Οι επίδικες αιτήσεις, οι ενστάσεις επ' αυτών καθώς και οι γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων του Παραπονούμενου και των Κατηγορουμένων 2 και 4 είναι κατατεθειμένες στο φάκελο του Δικαστηρίου και θεωρώ ότι είναι αχρείαστο να επαναλάβω το πλήρες περιεχόμενο τους, το οποίο έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Σε σχέση με τους Κατηγορουμένους 1 και 6, σημειώνω ότι η συνήγορος που εμφανίστηκε για την Κατηγορούμενη 1 περιορίστηκε να υιοθετήσει όσα ειπώθηκαν από τον κ. Γλυκή στις 23.9.14, ενώ η συνήγορος που εμφανίστηκε για τον Κατηγορούμενο 6 υιοθέτησε τις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων των Κατηγορουμένων 2 και
  16. Στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος του Παραπονούμενου εγείρει τρία προδικαστικά ζητήματα τα οποία, κατά την άποψη του, συνηγορούν στο ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει τις επίδικες αιτήσεις χωρίς να προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας τους. Το πρώτο ζήτημα αφορά την ύπαρξη δεδικασμένου, το δεύτερο άπτεται του παραδεκτού της διαδικασίας που ακολούθησαν οι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 2 και 4 μέσω της καταχώρησης γραπτών αιτήσεων, η οποία μάλιστα στην περίπτωση του Κατηγορούμενου 2 συνοδεύεται και από ένορκη δήλωση. Το τρίτο ζήτημα που εγείρει ο κ. Μελάς αφορά την καταχρηστικότητα των επίδικων αιτήσεων την οποία εξειδικεύει σε σχέση με τον χρόνο που καταχωρήθηκαν και την ουσία των προβαλλόμενων αιτημάτων. Θεωρώ ορθότερο να εξετάσω πρώτα τα εν λόγω ζητήματα, προτού εισέλθω στην ουσία των επίδικων αιτήσεων. Ξεκινώντας από την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Παραπονουμένου ότι οι επίδικες αιτήσεις δεν μπορούν να προωθηθούν καθώς καλύπτονται από δεδικασμένο από την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11.7.14, θεωρώ ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε διαδικαστικό κώλυμα. Το αντικείμενο της ενδιάμεσης απόφασης ημερομηνίας 11.7.14 διαφέρει από τα επίδικα θέματα των υπό αναφορά αιτήσεων, καθώς εκεί το Δικαστήριο περιορίστηκε να εξετάσει το ζήτημα της επάρκειας των λεπτομερειών των αδικημάτων και του αιτήματος των Κατηγορουμένων 2 και 4 για να τους δοθούν περαιτέρω λεπτομέρειες. Κατά συνέπεια θεωρώ ότι δεν υπάρχει ταύτιση επιδίκων θεμάτων. Σε σχέση με το δεύτερο ζήτημα, θεωρώ επίσης πως δεν υπάρχει οποιοδήποτε διαδικαστικό κώλυμα το οποίο μάλιστα να οδηγεί σε ακύρωση την όλη διαδικασία για τον λόγο ότι οι επίδικες αιτήσεις υποβλήθηκαν γραπτώς και όχι προφορικά. Είναι μεν γεγονός ότι το σύνηθες στην ποινική διαδικασία είναι όπως τα διάφορα αιτήματα υποβάλλονται προφορικά στο Δικαστήριο. Αυτή η πρακτική όμως, ουδόλως οδηγεί στο συμπέρασμα ότι απαγορεύεται η υποβολή αιτήματος μέσω γραπτής αίτησης. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια στον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, που να απαγορεύει την καταχώρηση γραπτών αιτήσεων ή να επιβάλλει την υποβολή αιτημάτων μόνο προφορικά. Ο κ. Μελάς στην αγόρευση του επικαλείται το άρθρο 46 της Ποινικής Δικονομίας το οποίο, με την πρόσφατη τροποποίηση που επέφερε ο Νόμος 42

(1)/2014, παρέχει στο Δικαστήριο την δυνατότητα να διατάξει την επίδοση κλήσης με άλλο τρόπο που θα θεωρήσει δίκαιο εφόσον υποβληθεί προς τούτο προφορικό αίτημα. Με κάθε σεβασμό προς την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Παραπονούμενου, θεωρώ ότι από την εν λόγω πρόνοια δεν μπορεί να συναχθεί οποιοσδήποτε γενικός κανόνας ότι κάθε αίτημα που υποβάλλεται σε ποινική διαδικασία θα πρέπει να είναι προφορικό. Η εν λόγω πρόνοια που περιλαμβάνεται στο άρθρο 46 της Ποινικής Δικονομίας αφορά το ειδικό ζήτημα που ρυθμίζεται από το συγκεκριμένο άρθρο, δηλαδή την επίδοση κλήσης. Εν πάση περιπτώσει σημειώνω ότι δεν προκλήθηκε οποιαδήποτε αδικία εις βάρος του Παραπονούμενου, καθώς και ο ίδιος καταχώρησε γραπτώς τις ενστάσεις του στις επίδικες αιτήσεις. Όσον αφορά το τρίτο ζήτημα που εγείρει ο κ. Μελάς και ειδικότερα σε σχέση με το θέμα της καθυστέρησης, παρατηρώ ότι η επίδοση του κατηγορητηρίου στους Κατηγορούμενους 2 και 4 πραγματοποιήθηκε στις 20.3.14 και διαγνώστηκε ως έγκυρη από το Δικαστήριο με την ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 22.5.14. Σημειώνω δε ότι οι Κατηγορούμενοι 2 και 4 δεν έχουν ακόμη απαντήσει στο κατηγορητήριο. Ως εκ τούτου και παρά το γεγονός ότι η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 4.12.12, θεωρώ ότι με βάση το ιστορικό της δεν υπήρξε καθυστέρηση στην προώθηση των επίδικων αιτήσεων. Όπως άλλωστε τονίστηκε στην υπόθεση Σ.Π. ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 207/13 ημερομηνίας 27.6.14: «Είναι βεβαίως ορθό ότι ένσταση επί πολλαπλότητας ή ασάφειας μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο, ακόμη και κατ΄ έφεση, και αν πράγματι ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε επί κατηγορίας που ήταν λανθασμένη λόγω πολλαπλότητας, ή, ασάφειας, το Εφετείο μπορεί να ακυρώσει την καταδίκη, (R. v. Cain
(1983)Crim. L. R. 802).» Ως προς το δεύτερο σκέλος της εισήγησης του κ. Μελά περί καταχρηστικότητας των επίδικων αιτήσεων, παρατηρώ ότι αυτό αφορά την ουσία των αιτημάτων και ως εκ τούτου απόφαση επί του εν λόγω ζητήματος προϋποθέτει την εξέταση της ουσίας των αιτημάτων που περιλαμβάνονται στις επίδικες αιτήσεις. Για το εν λόγω ζήτημα θα επανέλθω αφού εξετάσω την ουσία των επίδικων αιτήσεων. Προχωρώντας επομένως στην εξέταση της ουσίας των επίδικων αιτήσεων, αυτό το οποίο με έχει ιδιαίτερα προβληματίσει στην εμβέλεια των προβαλλόμενων αιτημάτων των Κατηγορουμένων 2 και 4 είναι ο ισχυρισμός ότι το κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό καθώς πάσχει από πολλαπλότητα. Προτού προχωρήσω στην καταγραφή των αρχών που διέπουν το ζήτημα της πολλαπλότητας και την υπαγωγή των εν λόγω αρχών στα γεγονότα της παρούσας, θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν από κοινού οι Κατηγορούμενοι: «ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Πρώτη Κατηγορία Συνομωσία προς καταδολίευση κατά παράβαση των άρθρων 302, 20 και 26 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως ετροποποιήθη υπό του Νόμου 186/86, 166/87, 36(Ι)/97, 129/99 και Ν.25(Ι)/
  1. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Οι κατηγορούμενοι όλοι μαζί και/ή ο καθένας ξεχωριστά και/ή σε συνεργασία μεταξύ τους , κατά ή περί τον Απρίλιο του 2010 στην Λευκωσία (σχεδιασμός) και σε ολόκληρη την Κύπρο (εφαρμογή), συνωμότησαν και/ή συμφώνησαν μεταξύ τους όπως, με άπατη και/ή με δόλιο τρόπο ή μέσα και/ή με ειδικό σχεδιασμό απόκρυψης και/ή παραπλάνησης και/ή με ανήκουστες πρακτικές διάδοσης και/ή με δόλια τεχνάσματα, προώθησαν την διάθεση αξιογράφων κεφαλαίου και/ή ομολόγων και/ή δανείων και/ή παρόμοιας και/ή άλλης φύσεως εγγράφων αξίας που πωλούνταν δημόσια, και να καταδολιεύσουν το κοινό γενικά, και τον παραπονούμενο στην Πόλη Χρυσοχούς, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί σε ποσό πέραν των €108.000,
  2. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Δεύτερη Κατηγορία Απάτη κατά παράβαση των άρθρων 300, 20 και 26 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως ετροποποιήθη υπό του Νόμου 186/86, 166/87, 36(Ι)/97, 129/99 και Ν.25(Ι)/
  3. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Οι κατηγορούμενοι όλοι μαζί και/ή ο καθένας ξεχωριστά και/ή σε συνεργασία μεταξύ τους , συνωμότησαν μεταξύ τους, με απάτη και/ή με δόλιο τρόπο ή μέσα και/ή με απόκρυψη και/ή παραπλάνηση και/ή με ανήκουστες πρακτικές διάδοσης και/ή με δόλια τεχνάσματα, όπως αποκτήσουν από τον παραπονούμενο κατά ή περί τον Απρίλιο του 2010 στην Πόλη Χρυσοχούς τα χρήματα και/ή τις καταθέσεις του και τον υποκίνησαν να τους παραδώσει ή επενδύσει σε αυτούς τις καταθέσεις του ανερχόμενες σε ποσό πέραν των €108.000,00 πείθοντας τον ότι θα πληρωνόταν πολύ μεγαλύτερης άξια απόδοση των από τους τόκους, με αποτέλεσμα με το τέχνασμα ή την επινόηση αυτή να εξαπατηθεί ο παραπονούμενος και να απωλέσει όλο και/ή το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων/καταθέσεων του. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Τρίτη Κατηγορία Ανακριβής δήλωση, κατά παράβαση των άρθρων 2, 11(α)(ι) και 16
(1)(δ)
(2)του Περί Εμπορικών Περιγραφών Νόμου 5/87, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 3/92 και την ΚΔΠ 7/94. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Οι κατηγορούμενοι όλοι μαζί και/ή ο καθένας ξεχωριστά και/ή σε συνεργασία μεταξύ τους , κατά ή περί τον Απρίλιο του 2010, διέδιδαν με απάτη και/ή με δόλιο τρόπο ή μέσα και/ή με απόκρυψη και/ή παραπλάνηση και/ή με ανήκουστες πρακτικές διάδοσης και/ή με δόλια τεχνάσματα, την διάθεση αξιογράφων κεφαλαίου και/ή ομολόγων και/ή δανείων και/ή παρόμοιας και/ή άλλης φύσεως εγγράφων αξίας που πωλούνταν δημόσια, με ανακριβείς και/ή ασαφείς και/ή παραπλανητικές ανακοινώσεις περιγράφοντας στο κοινό γενικά, και στον παραπονούμενο ότι η αγορά των συγκεκριμένων αξιογράφων και/ή άλλως πως εγγράφων θα επέφεραν υψηλές αποδόσεις, ενώ στη πραγματικότητα γνώριζαν ότι κάτι τέτοιο δεν ανταποκρινόταν στην αλήθεια και/ή στην πραγματικότητα με αποτέλεσμα ο παραπονούμενος να εξαπατηθεί και να απωλέσει τη περιουσία του ήτοι τις καταθέσεις του ανερχόμενες στις €108.000,00» Είναι καλά γνωστή η αρχή ότι μία κατηγορία δεν μπορεί να περιλαμβάνει πέραν του ενός αδικήματος, καθώς σε τέτοια περίπτωση η κατηγορία θα κριθεί ότι πάσχει από πολλαπλότητα. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Araouzos and Son v. Police
(1980)2 CLR 131 "A count is bad for duplicity if by means of it an accused person is being charged with having committed two or more separate offences (see Archbold)." Ο εν λόγω κανόνας, ο οποίος αποτελεί μία από τις εκφάνσεις της έννοιας της δίκαιης δίκης, αποσκοπεί στο να διασφαλίσει ότι το κατηγορούμενο πρόσωπο δεν θα έλθει αντιμέτωπο με κατηγορίες που δεν του γνωστοποιήθηκαν δεόντως έτσι ώστε να μην γνωρίζει τι ακριβώς θα αντιμετωπίσει στη δίκη και να στερηθεί επομένως της δυνατότητας να υπερασπίσει κατάλληλα τον εαυτό του. Ο πιο πάνω αναφερόμενος κανόνας κατοχυρώνεται τόσο στο Σύνταγμα μας (βλ. άρθρο 12.5) όσο και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (βλ. άρθρο 6
(3)(α)). Στην υπόθεση Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 486, στην οποία εξετάστηκε ζήτημα πολλαπλότητας, ειπώθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Επί της ουσίας του θέματος, το ζήτημα της πολλαπλότητας, όπως έχει αποφασισθεί και στην Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, σελ. 265-266, συναρτάται με την εκ μέρους του κατηγορουμένου σαφή γνώση των κατηγοριών που έχει να αντιμετωπίσει, αλλά και τη διαπίστωση της εκ των υστέρων διακρίβωσης των πιθανών απαντήσεων autrefois convict και autrefois acquit. Περαιτέρω, στην Παπαδόπουλος ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 111, σελ. 116, αποφασίστηκε ότι η τυχόν πολλαπλότητα πρέπει να συνεξεταστεί με τη δυνατότητα εξ αυτής να επέρχεται ακυρότητα στην κατηγορία.» Η διαπίστωση ύπαρξης πολλαπλότητας δεν είναι πάντοτε εύκολη, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου στα διάφορα νομοθετήματα χρησιμοποιούνται οι προθέσεις «και», «ή», καθώς θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο η πρόθεση του νομοθέτη ήταν η δημιουργία περισσότερων αδικημάτων με το ίδιο νομοθέτημα ή απλώς η συμπερίληψη διαφόρων ή εναλλακτικών τρόπων διάπραξης του ιδίου αδικήματος. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό παράδειγμα που περιλαμβάνεται στο σύγγραμμα των κκ. Λοΐζου και Πική Criminal Procedure in Cyprus σελ. 48 και 49: "It is not always easy to decide whether an enactment creates one or more offences and difficulties have arisen, especially where the prepositions "and", "or", have been used by the legislator. ....... Therefore, where one section of the law creates more than one offences, such offences cannot be charged in the alternative. A classic example is section 2
(1)of the English Road Traffic Act, 1960, the provisions of which "to drive recklessly or at a speed or in a manner which is dangerous to the public" have been construed to create three offences and not one; therefore, a charge setting out in the alternative the three offences created by this section of the law, was found bad for duplicity." Ξεκινώντας από την πρώτη κατηγορία στην οποία οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν το αδίκημα της συνωμοσίας προς καταδολίευση κατά παράβαση του άρθρου 302 του Ποινικού Κώδικα, παρατηρώ ότι το εν λόγω άρθρο παρουσιάζει την πιο πάνω αναφερόμενη ιδιαιτερότητα αφού σε αυτό περιλαμβάνεται η πρόθεση «ή». Στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading, Evidence & Practice 2009 par. 33-52 p. 3010 και σε σχέση με το κατά πόσο ισχύει ο κανόνας της πολλαπλότητας και στο αδίκημα της συνωμοσίας αναφέρονται τα ακόλουθα: «No more than one offence should be charged in a single count; This rule against duplicity applies to conspiracy as much as to any other offence.» Θα πρέπει επομένως, να εξεταστεί κατά πόσο το σχετικό άρθρο του νόμου δημιουργεί ένα ή περισσότερα αδικήματα. Παραθέτω αυτούσιο το άρθρο 302 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί (στο εξής ο «Ποινικός Κώδικας»): «Συνωμοσία για καταδολίευση 302. Όποιος συνωμοτεί με άλλο, όπως με απάτη ή με άλλο δόλιο μέσο, επηρεάσει την αγοραία τιμή πράγματος που πωλείται δημόσια, ή να καταδολιεύσει το κοινό ή οποιοδήποτε πρόσωπο, συγκεκριμένο ή όχι ή να αποσπάσει με εκβιασμό οποιαδήποτε περιουσία από άλλο πρόσωπο, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» Όπως προκύπτει από την διατύπωση του άρθρου 302, δημιουργούνται, κατά την άποψή μου, τρία ξεχωριστά αδικήματα συνωμοσίας. Συγκεκριμένα: (α) η συνωμοσία με απάτη ή άλλο δόλιο μέσο προς επηρεασμό της αγοραίας τιμής πράγματος που πωλείται δημόσια (β) η συνωμοσία προς καταδολίευση του κοινού ή οποιουδήποτε προσώπου συγκεκριμένου ή όχι και (γ) η συνωμοσία με εκβιασμό προς τον σκοπό απόσπασης οποιασδήποτε περιουσίας από άλλο πρόσωπο. Δεν μπορεί, κατά την άποψη μου, να υποστηριχθεί ότι το άρθρο 302 απλά διαλαμβάνει εναλλακτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος. Καταρχάς, οι έννοιες της απάτης, της καταδολίευσης και του εκβιασμού διαφέρουν μεταξύ τους. Περαιτέρω, ακόμα και στο ίδιο το άρθρο 302 τα συστατικά στοιχεία των τριών αυτών ξεχωριστών αδικημάτων διαφέρουν. Η μεν συνωμοσία με απάτη είναι ποινικά κολάσιμη όταν αποσκοπεί στον επηρεασμό της αγοραίας τιμής πράγματος που πωλείται δημόσια, η δε συνωμοσία με εκβιασμό όταν αποσκοπεί στην απόσπαση οποιασδήποτε περιουσίας από άλλο πρόσωπο. Όσον αφορά την καταδολίευση δεν τίθεται οποιοσδήποτε συγκεκριμένος σκοπός. Για να αποδειχθεί ωστόσο μία κατηγορία για συνωμοσία προς καταδολίευση θα πρέπει να καταδειχθεί η ύπαρξη συμφωνίας με την οποία δύο ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν όπως με ανέντιμα μέσα πράξουν κάτι το οποίο θα προκαλέσει ή μπορεί να προκαλέσει βλάβη σε άλλο πρόσωπο. Στην υπόθεση του Αγγλικού Εφετείου (Court of Appeal) R v. Landy and others, 72 Cr. App. R. 237, CA ειπώθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «What the prosecution had to prove was a conspiracy to defraud which is an agreement dishonestly to do something which will or may cause loss or prejudice to another. The offence is one of dishonesty.» Ένα άλλο κριτήριο που μπορεί να εφαρμοστεί για να διαπιστωθεί αν ένα νομοθέτημα δημιουργεί ένα ή περισσότερα αδικήματα είναι το κατά πόσο μπορεί να τελεστεί η μία πράξη που περιλαμβάνεται σε αυτό χωρίς κατ' ανάγκη να τελεστεί και η άλλη. Αναφέρεται χαρακτηριστικά στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus σελ. 49 (ανωτέρω): «Avory, J., on the occasion, offered the following test: "Two items in a statutory prohibition joined with 'or', are separate offences, if one person may do one thing without the other". » Στην προκείμενη περίπτωση είναι, κατά την άποψη μου, σαφές ότι το ένα αδίκημα συνωμοσίας μπορεί να τελεστή χωρίς κατ' ανάγκη να τελεστή και το άλλο. Για να διακριβωθεί κατά πόσο μία κατηγορία πάσχει από πολλαπλότητα, κατά κανόνα, δεν χρειάζεται το Δικαστήριο να ανατρέξει σε οτιδήποτε άλλο πέραν του κατηγορητηρίου. Στην υπόθεση Σ.Π ν. Αστυνομίας (βλ. ανωτέρω) στην οποία εξετάστηκε ζήτημα πολλαπλότητας της κατηγορίας που αντιμετώπιζε ο εφεσείων λέχθηκαν τα εξής σχετικά: «Η πολλαπλότητα είναι ζήτημα τύπου και όχι μαρτυρίας, (R. v. Greenfield 57 Cr. App. R. 849) και κατά κανόνα δεν χρειάζεται να αναζητηθεί οτιδήποτε πέραν του λεκτικού της ίδιας της κατηγορίας». Στην πιο πάνω αρχή ωστόσο υπάρχουν εξαιρέσεις και μία από αυτές είναι η περίπτωση κατά την οποία διατάχθηκε η παροχή λεπτομερειών. Στην προκείμενη περίπτωση το Δικαστήριο με την ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 11.7.14 διέταξε την παροχή περαιτέρω λεπτομερειών στους Κατηγορούμενους 2 και 4 σε σχέση με όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold (ανωτέρω) par. 33-52 p. 3010 αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι: "If particulars have been asked for and provided, those too may be considered." Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη του τις δοθείσες λεπτομέρειες για να αποφασίσει αν τελικά η κατηγορία πάσχει από πολλαπλότητα. Έχω ανατρέξει στις λεπτομέρειες που δόθησαν και μελετώντας τες σε συνάρτηση και με το κατηγορητήριο, θεωρώ ότι η πρώτη κατηγορία πάσχει από πολλαπλότητα. Σύμφωνα με το λεκτικό της κατηγορίας και τις περαιτέρω λεπτομέρειες, οι Κατηγορούμενοι στην πρώτη κατηγορία αντιμετωπίζουν περισσότερα του ενός αδικήματα. Συγκεκριμένα αντιμετωπίζουν τουλάχιστον δυο αδικήματα συνωμοσίας, ήτοι τη συνωμοσία με απάτη και τη συνωμοσία προς καταδολίευση. Στην υπόθεση του Αγγλικού Εφετείου R v. Greenfield [1973] All ER 1050, λέχθηκαν τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «In our judgment that did not make the count bad in law. A conspiracy count is bad in law if it charges the accused with having been members of two or more conspiracies. This is elementary law.» Περαιτέρω, όπως διαφαίνεται από το λεκτικό του κατηγορητηρίου και το περιεχόμενο των περαιτέρω λεπτομερειών, αποδίδονται στους Κατηγορούμενους και τα ουσιαστικά (αν μπορώ να χρησιμοποιήσω αυτόν τον όρο) αδικήματα της απάτης και της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις. Το «ουσιαστικό» αδίκημα της απάτης (άρθρο 300 του Ποινικού Κώδικα) διαφέρει από το αδίκημα της συνωμοσίας με απάτη (άρθρο 302 του Ποινικού Κώδικα). Για παράδειγμα το αδίκημα της συνωμοσίας με απάτη περιλαμβάνει ως απαραίτητο συστατικό του στοιχείο τον επηρεασμό της αγοραίας τιμής πράγματος που πωλείται δημόσια, ενώ το εν λόγω στοιχείο δεν συγκαταλέγεται στα συστατικά του αδικήματος της απάτης. Επιπρόσθετα, προκύπτει η εξής αντινομία. Τα εν λόγω «ουσιαστικά» αδικήματα προϋποθέτουν την διάπραξη τους από ένα πρόσωπο, ενώ οι Κατηγορούμενοι, όπως προκύπτει και από τις περαιτέρω λεπτομέρειες, κατηγορούνται ότι συμφώνησαν και συνωμότησαν μεταξύ τους, πράγμα που προϋποθέτει την σύμπραξη δύο ή περισσοτέρων προσώπων. Επομένως, τα εν λόγω «ουσιαστικά» αδικήματα δεν μπορεί να θεωρηθεί πως περιλαμβάνονται στα αδικήματα που καθιερώνει το άρθρο 302 του Ποινικού Κώδικα. Στην δεύτερη κατηγορία οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν το αδίκημα της απάτης κατά παράβαση του άρθρου 300 του Ποινικού Κώδικα. Οι λεπτομέρειες του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας προσομοιάζουν σε μεγάλο βαθμό με αυτές της πρώτης κατηγορίας. Παρατηρώ ότι και εδώ η κατηγορία παρουσιάζει πρόβλημα πολλαπλότητας, αφού οι Κατηγορούμενοι κατηγορούνται για την διάπραξη περισσοτέρων από ένα αδίκημα. Συγκεκριμένα οι Κατηγορούμενοι κατηγορούνται τόσο για το αδίκημα της απάτης, όσο και για το αδίκημα της συνωμοσίας. Στην έκθεση αδικήματος περιλαμβάνεται μόνο το άρθρο 300 του Ποινικού Κώδικα, ωστόσο στις λεπτομέρειες αδικήματος αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι: «..οι Κατηγορούμενοι όλοι μαζί και/ή σε συνεργασία μεταξύ τους συνωμότησαν.». Στις δε περαιτέρω λεπτομέρειες γίνεται ρητά αναφορά σε συμφωνία μεταξύ των Κατηγορουμένων. Είναι επομένως ξεκάθαρο, κατά την άποψη μου, ότι και στην παρούσα κατηγορία οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν πέραν του ενός αδικήματος. Στο άρθρο 300 του Ποινικού Κώδικα δεν περιλαμβάνεται ως συστατικό στοιχείο η έννοια της συνωμοσίας. Αντιθέτως, δεν απαιτείται η σύμπραξη άλλου προσώπου για την στοιχειοθέτηση του εν λόγω αδικήματος. Κατά συνέπεια και η παρούσα κατηγορία πάσχει από πολλαπλότητα. Στην τρίτη κατηγορία οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν το αδίκημα της ανακριβούς δήλωσης κατά παράβαση των άρθρων 2,11
(1)(α)(ι) και 16
(1)(δ)
(2)του περί Εμπορικών Περιγραφών Νόμου Ν.5/87, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Όπως προκύπτει από τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι Κατηγορούμενοι και σε αυτήν την κατηγορία αντιμετωπίζουν περισσότερα από ένα αδίκημα. Συγκεκριμένα αντιμετωπίζουν, μεταξύ άλλων, τόσο το αδίκημα της ανακριβούς ή παραπλανητικής ανακοίνωσης όσο και το αδίκημα της απάτης. Οι δε περαιτέρω λεπτομέρειες, οι οποίες είναι πανομοιότυπες με εκείνες που δόθησαν σε σχέση με την πρώτη κατηγορία, δεν βοηθούν με οποιοδήποτε τρόπο τον Παραπονούμενο. Αντιθέτως, δημιουργούν περαιτέρω πρόβλημα καθώς στις λεπτομέρειες αναφέρεται ότι ο Κατηγορούμενος 2 συνωμότησε με τους Κατηγορούμενους 4,6 και 8 για την διάπραξη του αδικήματος. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να σημειώσω ότι το άρθρο 39(δ) της Ποινικής Δικονομίας δεν μπορεί, κατά την κρίση μου, να φανεί χρήσιμο στον Παραπονούμενο. Το εν λόγω άρθρο παρέχει την δυνατότητα διατύπωσης διαζευκτικά των διαφόρων τρόπων τέλεσης ενός αδικήματος, νοουμένου ότι πρόκειται για ένα και το αυτό αδίκημα. Στην παρούσα περίπτωση, όπως έχω ήδη αναφέρει, όλες οι κατηγορίες περιλαμβάνουν διαφορετικά αδικήματα. Έχοντας καταλήξει ότι όλες οι κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο πάσχουν λόγω πολλαπλότητας, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο τα πιο πάνω ελαττώματα μπορούν να διορθωθούν και να διασωθεί το κατηγορητήριο με τροποποίηση του. Επισημαίνω εκ προοιμίου ότι δεν έχει υποβληθεί αίτημα για τροποποίηση του κατηγορητηρίου. Το γεγονός αυτό όμως δεν εμποδίζει το Δικαστήριο από την εξέταση του εν λόγω ζητήματος. Το Δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να μεταβάλει ένα ελαττωματικό κατηγορητήριο, είτε τυπικά είτε ουσιαστικά, ακόμη και αυτεπάγγελτα χωρίς όμως να είναι υποχρέωση του (βλ. άρθρο 83 του Κεφ.155, Λουκά v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 64). Ωστόσο το Δικαστήριο διατάζει τυχόν τροποποίηση του κατηγορητηρίου στην περίπτωση που εντοπίζεται ελάττωμα σε αυτό, υπό την προϋπόθεση της απουσίας δυσμενούς επηρεασμού των συμφερόντων και δικαιωμάτων του κατηγορουμένου (Κλεοβούλου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ 65) . Ένα άλλο κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη προτού αποφασιστεί το ενδεχόμενο τροποποίησης ενός κατηγορητηρίου είναι κατά πόσο η τροποποίηση είναι ουσιαστική, δηλαδή κατά πόσο αλλάζει ριζικά τη βάση του κατηγορητηρίου, ή επιφέρει μόνο διορθώσεις λανθασμένης περιγραφής. Στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Blackstone's Criminal 2000, όπου γίνεται επίκληση της υπόθεσης R v. Gregory [1972] 1 W.L.R 991, περιλαμβάνεται το ακόλουθο απόσπασμα: ". the Court of Appeal quashed G's conviction because the amendment made by the judge altered the whole basis of the prosecution case, requiring G to answer a charge which was substantially different from which he had come prepared to meet. Given the late stage at which it was made the amendment caused injustice." Οι περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης είναι τέτοιες που δεν επιτρέπουν, κατά την άποψη μου, την τροποποίηση του κατηγορητηρίου. Το κατηγορητήριο, ως είναι διατυπωμένο, παρουσιάζει τέτοιας έκτασης ελαττώματα που χρήζει ριζικής αλλαγής. Τα ελαττώματα που παρουσιάζει το κατηγορητήριο και αναλύονται τόσο στην παρούσα απόφαση όσο και στην ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 11.7.14 αγγίζουν την ουσία του και ενδεχόμενη τροποποίηση του θα οδηγούσε ουσιαστικά στην αντικατάσταση του από ένα νέο κατηγορητήριο, πράγμα το οποίο θεωρώ ότι απολήγει σε δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων των Κατηγορουμένων. Εν πάση περιπτώσει, με βάση το υλικό που υπάρχει ενώπιον μου θεωρώ ότι θα ήταν ανασφαλές για το Δικαστήριο είτε να τροποποιήσει το κατηγορητήριο επιλέγοντας για παράδειγμα ένα εκ των αδικημάτων που περιλαμβάνονται στις κατηγορίες, είτε να καλέσει τον Παραπονούμενο να επιλέξει ποια από τα αδικήματα που περιλαμβάνονται σε αυτό θα προωθήσει. Επανέρχομαι στο σημείο αυτό να εξετάσω το δεύτερο σκέλος στο οποίο είχε στηρίξει την εισήγηση του περί καταχρηστικότητας ο κ. Μελάς, επικαλούμενος την ουσία των προβαλλόμενων αιτημάτων. Αυτό το οποίο υποστηρίζει ο ευπαίδευτος συνήγορος του Παραπονούμενου είναι ότι τα επίδικα αιτήματα θα μπορούσαν να εγερθούν ενωρίτερα και συγκεκριμένα στα πλαίσια των αιτήσεων που καταχώρησαν οι Κατηγορούμενοι 2 και 4 με τις οποίες εξαιτούνταν την παροχή περαιτέρω λεπτομερειών. Θα περιοριστώ να εξετάσω την εν λόγω εισήγηση σε σχέση με την πολλαπλότητα του κατηγορητηρίου, το οποίο αποτελεί και το μοναδικό ζήτημα που εξετάζει στην παρούσα απόφαση το Δικαστήριο. Όπως ανέφερα και πιο πάνω, σε περίπτωση που έχουν δοθεί περαιτέρω λεπτομέρειες, το Δικαστήριο μπορεί να τις λάβει υπόψη του για σκοπούς διαπίστωσης ύπαρξης πολλαπλότητας. Από την στιγμή επομένως που οι Κατηγορούμενοι ζήτησαν περαιτέρω λεπτομέρειες, δεν θα ήταν ενδεδειγμένο στην ίδια αίτηση να εγείρουν και ζήτημα πολλαπλότητας. Οι περαιτέρω λεπτομέρειες, όταν ζητηθούν και δοθούν, είναι στοιχείο το οποίο λαμβάνεται υπόψη για να διαπιστωθεί κατά πόσο ένα κατηγορητήριο πάσχει από πολλαπλότητα Το τελευταίο ζήτημα που απομένει να εξεταστεί είναι οι συνέπειες από την διαπίστωση ότι το κατηγορητήριο πάσχει από πολλαπλότητα. Η πολλαπλότητα του κατηγορητηρίου έχει επανειλημμένα οδηγήσει σε ακύρωση της καταδίκης (βλ. Ξυδιάς κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 174 και Ομήρου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 588). Στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus (ανωτέρω) σελ. 52, γίνεται εισήγηση ότι μια δίκη η οποία προχώρησε επί κατηγορητηρίου διατυπωμένου ενάντια στην αρχή της πολλαπλότητας, είναι άκυρη λόγω του ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε είχε κατηγορηθεί με γνωστό στο Νόμο αδίκημα. Εν προκειμένω, η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμη ξεκινήσει. Έχοντας επομένως υπόψη μου την πιο πάνω αναφερόμενη νομολογία, το γεγονός ότι η ακρόαση δεν έχει ξεκινήσει και το ότι με βάση τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω το κατηγορητήριο πάσχει από πολλαπλότητα η οποία δεν μπορεί να θεραπευθεί με τροποποίηση του, θεωρώ ότι το κατηγορητήριο θα πρέπει να ακυρωθεί. Στην Ομήρου (ανωτέρω) στην οποία είχε κριθεί ότι η μία εκ των κατηγοριών στις οποίες ο εφεσείων είχε καταδικαστεί κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας έπασχε από πολλαπλότητα, το Ανώτατο Δικαστήριο παραμέρισε την καταδίκη του εφεσείοντα και τον απάλλαξε. Κατ' αναλογία επομένως και στην παρούσα περίπτωση και εφόσον το κατηγορητήριο έχει κριθεί ως άκυρο, οι Κατηγορούμενοι θα πρέπει να απαλλαγούν από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θεωρώ ότι δεν απαιτείται η εξέταση των λοιπών αιτημάτων που εγείρονται στις επίδικες αιτήσεις, καθώς τυχόν ενασχόληση με αυτά θα είχε ακαδημαϊκή και μόνο σημασία. Υπό το φως των πιο πάνω το κατηγορητήριο ακυρώνεται και οι Κατηγορούμενοι απαλλάσσονται. Τα εντάλματα σύλληψης εναντίον των Κατηγορουμένων 2 και 4 να ακυρωθούν. Τα έξοδα των επίδικων αιτήσεων ημερομηνίας 8.9.14 επιδικάζονται υπέρ των Κατηγορουμένων 2 και 4 και εναντίον του Παραπονούμενου, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.