Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Mενέλαος Θεοδώρου, Αρ. Υπόθεσης: 3652/14, 31/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B188 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3652/14 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Κατηγορούσας Αρχής v. Mενέλαος Θεοδώρου Κατηγορουμένου ----------------------- Ημερομηνία: 31/10/
- Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μαραβελάκη. Για τον Κατηγορούμενο : κα Μ. Κωνσταντινίδου. Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής σε τρεις κατηγορίες διάρρηξης κατοικίας κατά παράβαση του άρθρου 292(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία αρ. 1,3 και 5) και σε τρεις κατηγορίες κλοπής από κατοικία κατά παράβαση των άρθρων 255 και 266 (β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορίες 2,4 και 6). Τα γεγονότα όπως έχουν εκτεθεί από την κατηγορούσα αρχή και δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση έχουν ως ακολούθως: Στις 11/08/2013 και ώρα 09:00 καταγγέλθηκε στο Μ.3 από την Μ.1 αγγλίδα υπήκοο και τουρίστρια η οποία διέμενε στο δωμάτιο με αρ. 134 του ξενοδοχείου Pafian Park στη Χλώρακα ότι μεταξύ των ημερομηνιών 09-10/08/2013 άγνωστος/οι έκλεψαν από το δωμάτιο της ένα Τablet I - Pad αξίας €
- Μετά από εξετάσεις του Μ.3 και άλλων αστυνομικών που μετέβηκαν στη σκηνή δεν εντοπίστηκε οποιαδήποτε παραβίαση της πόρτας του δωματίου και ότι ο/οι δράστης/ες πέτυχαν είσοδο με τη χρήση αντικλειδίου. Ύποπτος θεωρήθηκε ο κατηγορούμενος ο οποίος εργαζόταν ως καμαρότος στο εν λόγω ξενοδοχείο και ο οποίος στις 10/08/2013 είχε ήδη συλληφθεί ως ύποπτος για άλλες δύο διαρρήξεις και κλοπές από δωμάτια του ξενοδοχείου και σε θεληματική του κατάθεση τις είχε παραδεχθεί. Όταν συνελήφθηκε και γι αυτή την υπόθεση, αμέσως παρέδωσε στο Μ.3 το συγκεκριμένο Τablet το οποίο έκλεψε από το δωμάτιο αρ. 134 και σε θεληματική του κατάθεση ανέφερε ότι χρησιμοποίησε το master key που είχε στην κατοχή του και εισήλθε στο δωμάτιο. Παραδέχθηκε και ζήτησε συγνώμη. Το Τablet παραδόθηκε στον νόμιμο δικαιούχο του. Προγενέστερα του πιο πάνω συμβάντος και συγκεκριμένα στις 10/08/2013 και περί ώρα 16:00 καταγγέλθηκε από τον ένοικο του δωματίου αρ. 63 του ιδίου ξενοδοχείου ότι μεταξύ των ωρών 13:30 - 14:15 άγνωστος/οι έκλεψαν από το δωμάτιο του ένα κινητό τηλέφωνο I - Phone 4S χρώματος άσπρου αξίας €
- Ο Μ.6 μετέβηκε στο μέρος και διαπίστωσε τα ίδια γεγονότα ότι δηλαδή η είσοδος στο δωμάτιο επιτεύχθηκε με τη χρήση αντικλειδιού. Ηγέρθηκαν υποψίες εναντίον του κατηγορουμένου και μόλις εντοπίστηκε στο ξενοδοχείο, την ίδια στιγμή προφορικά παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων, απολογήθηκε και παρέδωσε τη κλοπιμαία περιουσία. Περαιτέρω, στις 10/08/2013 και ώρα 15:00 έγινε καταγγελία από τον ένοικο του δωματίου αρ. 186 του ιδίου πιο πάνω αναφερομένου ξενοδοχείου ότι κλάπηκε από το δωμάτιο του ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας Samsung Galaxy 4S αξίας €
- Ο Μ.6 επισκέφθηκε τη σκηνή όπου προέβηκε στις ίδιες διαπιστώσεις. Ύποπτος θεωρήθηκε ο κατηγορούμενος ο οποίος αμέσως παραδέκτηκε τη διάπραξη των αδικημάτων και παρέδωσε το τηλέφωνο λέγοντας ότι είναι αυτό που έκλεψα. Τέλος, αναφέρθηκε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και ότι τα τεκμήρια επιστράφηκαν στους ιδιοκτήτες τους. Η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εξέφρασε την απολογία και μεταμέλεια του κατηγορουμένου για τη διάπραξη των αδικημάτων και ανέφερε ότι εξηγήθηκε η σοβαρότητα τους στον ίδιο και την οποία έχει αντιληφθεί. Κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του την άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου και την ομολογία και συνεργασία του με τις Αστυνομικές Αρχές καθώς επίσης και το λευκό του ποινικό μητρώο. Απέδωσε στην εγκληματική του δραστηριότητα στα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε και στο νεαρό της ηλικίας του και την επιπολαιότητα και ανωριμότητα που διακρίνει τέτοια άτομα. Δεν υπήρχε είπε προσχεδιασμός ούτε επαγγελματισμός στην πράξη του. Επίσης, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει τη διάπραξη των αδικημάτων ως ένα μεμονομένο περιστατικό και ως μια ενιαία πράξη αφού έλαβε χώρα την ίδια μέρα για την οποία ο ίδιος έχει μετανιώσει και από την ίδια στιγμή απολογήθηκε και επέστρεψε πίσω την κλοπιμαία περιουσία. Περαιτέρω, αναφέρθηκε ότι ο κατηγορούμενος μετά το όλο συμβάν απώλεσε την εργασία του και παρά τις προσπάθειες του μέχρι σήμερα παραμένει άνεργος αντιμετωπίζοντας σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Επίσης, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το γεγονός ότι τα κλαπέντα επιστράφηκαν άμεσα στους ιδιοκτήτες του και οι οποίοι δεν υφίστανται οποιαδήποτε ζημιά. Σε σχέση με τις προσωπικές του συνθήκες, υιοθετήθηκε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, η οποία ετοιμάστηκε κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου. Σε αυτήν αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 21 ετών, άνεργος και διαμένει με την αδελφή του ηλικίας 17 χρόνων, μαθήτρια. Το μοναδικό τους εισόδημα προέρχεται από Δημόσιο Βοήθημα, ύψους €
- Είναι το δεύτερο από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας του η οποία είναι διαλυμένη. Είναι απόφοιτος γυμνασίου. Ο πατέρας του καταδικάστηκε και έκτισε ποινή φυλάκισης ενώ η μητέρα του αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας, παρακολουθείται από ψυχίατρο και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Περαιτέρω, η συνήγορος τόνισε το νεαρό της ηλικίας του κατηγορούμενου και τον τρόπο που πρέπει να αντιμετωπίζονται τέτοιου είδους παραβάτες παραπέμποντας σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Επίσης, τόνισε τα δύσκολα παιδικά χρόνια που ο κατηγορούμενος είχε, το γεγονός ότι σήμερα η μητέρα του νοσηλεύεται σε ψυχιατρικό ίδρυμα και ο κατηγορούμενος έχει αναλάβει και τη φροντίδα της ανήλικης αδελφής του. Εν όψει όλων των ανωτέρω, ήταν εισήγηση της υπεράσπισης όπως ο κατηγορούμενος αντιμετωπιστεί με διαφορετικό τρόπο από τις άλλες περιπτώσεις και αντί της επιβολής οποιασδήποτε ποινής το Δικαστήριο να τον μεταχειριστεί διαφορετικά εκδίδοντας διάταγμα κηδεμονίας με όρους κοινοτικής εργασίας. Παρέπεμψε προς τούτο στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και στο γεγονός ότι είναι κατάλληλο άτομο για μια τέτοια εργασία και επανέλαβε τη συγκατάθεση κα προθυμία του και ενώπιον του Δικαστηρίου. Τέλος, η συνήγορος ανέφερε ότι σε περίπτωση που του Δικαστήριο καταλήξει ότι η καταλληλότερη ποινή υπό τις περιστάσεις είναι αυτή της φυλάκισης, εισηγήθηκε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για αναστολή εκτέλεσης της. Aναμφίβολα τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Η σοβαρότητα τους φαίνεται άλλωστε και από την προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή. Το άρθρο 292(α) του Ποινικού Κώδικα προνοεί ποινή φυλάκισης μέχρι 7 χρόνων στην περίπτωση διάρρηξης κατοικίας ενώ το άρθρο 266(β) του ιδίου Κώδικα προνοεί φυλάκιση μέχρι 5 χρόνων για το αδίκημα της κλοπής από κατοικία. Η σοβαρότητα των αδικημάτων προκύπτει επίσης και από τη συχνότητα με την οποία εμφανίζονται. Αδικήματα τα οποία στρέφονται εναντίον της περιουσίας, παρουσιάζουν δυστυχώς έξαρση. Ως αποτέλεσμα τα Δικαστήρια καλούνται σε μια προσπάθεια αντιμετώπισης του φαινομένου να επιβάλλουν αποτρεπτικές ποινές. Θεώρηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι η συνήθης ποινή που επιβάλλεται σε αδικήματα παρόμοιας φύσης, είναι αυτή της φυλάκισης (βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 222, Hassan v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 71). Στην Παναγίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ 104 διακηρύττεται η υποστήριξη του Εφετείου σε αυστηρές ποινές για τέτοιου είδους συμπεριφορά και επισημαίνεται ότι αδικήματα εναντίον της περιουσίας όπως κλοπές και άλλα ομοειδή αδικήματα, είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται αντίθετα έξαρση. Τα Δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη (βλ. επίσης Φιλίππου v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 160 και Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ. 2 Α.Α.Δ. 194). Οι πιο πάνω επισημάνσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επαναδιατυπώθηκαν και στην πρόσφατη απόφαση στην Δημήτρης Βέλιου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 99/12, Ημερομηνίας 23/01/2013 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Συμφωνούμε με το πρωτόδικο δικαστήριο αναφορικά με τη σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία ο εφεσειών παραδέχθηκε ενοχή. Αυτή είναι δεδομένη, όπως δεδομένες είναι και οι συνέπειες τους για τα θύματα και την κοινωνία ευρύτερα. Συμφωνούμε επίσης, με τη διαπίστωση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων και κυρίως η συχνότητα με την οποία αυτά διαπράττονται, επιβάλλει την αυστηρή αντιμετώπιση τους από τα Δικαστήρια. Είναι πιστεύουμε αρκετό να υπενθυμίσουμε την επισήμανση της νομολογίας μας ότι τέτοια αδικήματα προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και δυναμιτίζουν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών.» Περαιτέρω, παραπέμπω στην Ανδρέας Φραντζίδης v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 158, Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 487, Αργυρού ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 57, Βαρνάβας Ευγένιου Κλεοβούλου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 485 και Xiaojin κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 104) Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι δεδομένη καθώς επίσης και οι συνθήκες διάπραξης τους. Αυτός διέρρηξε και εισήλθε σε τρία δωμάτια του ξενοδοχείου όπου εργαζόταν χωρίς οποιοδήποτε νόμιμο σκοπό ή δικαιολογία, παρά μόνο, όπως προκύπτει, το οικονομικό όφελος και την αποστέρηση των συγκεκριμένων αντικειμένων από τους ιδιοκτήτες τους. Επίσης, θα πρέπει να λεχθεί ότι στην παρούσα περίπτωση, η πράξη του αυτή, πέραν του σκοπού της αποστέρησης της περιουσίας από τους ιδιοκτήτες της έχει και άλλες ιδιαίτερα σοβαρές προεκτάσεις. Αυτός εκμεταλλεύτηκε την εμπιστοσύνη των εργοδοτών του χρησιμοποιώντας το master key που κατείχε όχι για σκοπούς της εργασίας του αλλά για τη διάπραξη των αδικημάτων. Περαιτέρω, τους εξέθεσε τόσο αυτούς όσο και την ίδια την χώρα μας ως τουριστικό προορισμό. Με τέτοιες ενέργειες μειώνεται το αίσθημα ασφάλειας των τουριστών που βρίσκονται στην Κύπρο καθώς επίσης έχει αρνητικές επιπτώσεις στην προσέλκυση τουρισμού γενικότερα στην Κύπρο, σε μια περίοδο δύσκολων οικονομικών συνθηκών. Οι λόγοι που τον ώθησαν στη διάπραξη των αδικημάτων και συγκεκριμένα οι οικονομικές του δυσκολίες δεν μπορεί να αποτελούν δικαιολογία για τις πράξεις του ούτε και ελαφρυντικό παράγοντα. Στην Ιωάννη Τσιλικίδη v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 7/13, Ημερομηνίας 26/03/2013 λέχθηκε ότι η κακή οικονομική κατάσταση του εφεσείοντα δεν μπορούσε, με οποιονδήποτε τρόπο, να θεωρηθεί ότι αυτή δικαιολογούσε τις εγκληματικές πράξεις και ενέργειες του. Συνεχίζοντας, το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση εκείνη, ανέφερε ότι «Η οικονομική κρίση, που επιδεινώνεται στον τόπο μας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ελαφρυντικός παράγων που θα δικαιολογούσε παρέκκλιση από την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, σε υποθέσεις αδικημάτων εναντίον περιουσίας, και τούτο με στόχο την προστασία της περιουσίας των πολιτών. Είναι ξεκάθαρο και αυτονόητο ότι τέτοιες συμπεριφορές είναι απαράδεκτες για οποιονδήποτε λόγο και αν λαμβάνουν χώρα και το Δικαστήριο έχει καθήκον να στείλει το μήνυμα σε επίδοξους παραβάτες ότι πράξεις που αποσκοπούν σε αποστέρηση περιουσίας θα πρέπει να αντιμετωπίζονται αυστηρά. Παρά τα πιο πάνω όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών, το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί (βλ. Κόκκινος v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135). Η εξατομίκευση της ποινής όμως, δεν θα πρέπει να εξουδετερώνει ούτε τη σοβαρότητα του εγκλήματος, ούτε το στοιχείο της αποτροπής και να καθιστά αναποτελεσματική την εφαρμογή του Νόμου (βλ. Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Προς όφελος του κατηγορουμένου και για σκοπούς μετριασμού της ποινής, λαμβάνω υπόψη μου την ομολογία του και συνεργασία του με τις Αστυνομικές Αρχές από την πρώτη στιγμή του εντοπισμού του, κάτι το οποίο βοήθησε στην πλήρη και άμεση εξιχνίαση της υπόθεσης. Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου την άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, την επιστροφή όλων των κλαπέντων αντικειμένων. Όλα αυτά καταδεικνύουν και την έμπρακτη μεταμέλεια του, στοιχείο που θα ληφθεί σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου το λευκό του ποινικό μητρώο, στοιχείο που το δίνει τη δυνατότητα να αιτείται της μέγιστης δυνατής επιείκειας του Δικαστηρίου. Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι μετά τη διάπραξη των αδικημάτων ο ίδιος έχει απωλέσει την εργασία του και έκτοτε είναι άνεργος αντιμετωπίζοντας οικονομικά προβλήματα. Επιπρόσθετα, προκύπτει ότι η διάπραξη των αδικημάτων από τον κατηγορούμενο αποτελεί ένα μεμονωμένο περιστατικό στη ζωή του κάτι το οποίο θα λάβω υπόψη μου. Δεν προκύπτει να δρούσε συστηματικά και με προσχεδιασμό και ούτε έχει απασχολήσει τη δικαιοσύνη στο παρελθόν, αφού όπως δηλώθηκε είναι λευκού ποινικού μητρώου. Πέραν των πιο πάνω, λαμβάνω υπόψη μου το είδος και την αξία των κλαπέντων. Τέλος, λαμβάνω υπόψη μου το νεαρό της ηλικίας του κατηγορούμενου κατά τον ουσιώδη χρόνο, κάτι που συνέτεινε στη διάπραξη των αδικημάτων, τις προσωπικές του συνθήκες όπως φαίνονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα τα δύσκολα παιδικά χρόνια που προκύπτει να είχε λόγω των προβλημάτων υγείας της μητέρας του. Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου, το γεγονός ότι σήμερα διαμένει σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα μαζί με την ανήλικη αδελφή του και ότι βοηθούνται από το Γραφείο Ευημερίας. Παρόλα αυτά όμως, σε σοβαρά αδικήματα τα οποία χρήζουν αποτροπής οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, αν και λαμβάνονται υπόψη, είναι ήσσονος σημασίας (Μάριος Παναγιώτου v. Aστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540). Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, την ανάγκη για αποτροπή και τις περιστάσεις διάπραξης τους, σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά που αναφέρθηκαν ανωτέρω, η μονή ενδεδειγμένη ποινή που θα έπρεπε να επιβληθεί στην παρούσα είναι αυτή της φυλάκισης. Τόσο τα αδικήματα όσο και οι περιστάσεις διάπραξης τους είναι ιδιαίτερα σοβαρά και χρήζουν αποτροπής. Προτού καταλήξω όμως, θα πρέπει να εξεταστεί και το αίτημα του κατηγορουμένου όπως το Δικαστήριο τον μεταχειριστεί διαφορετικά και αντί οποιασδήποτε ποινής, να εκδοθεί Κηδεμονευτικό διάταγμα με όρους Κοινοτικής Εργασίας. Η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση τέτοιου είδους διατάγματος παρέχεται από τα άρθρα 5 και 6 του Περί Κηδεμονίας και Άλλων Τρόπων Μεταχείρισης Αδικοπραγούντων Νόμος του 1996, Ν. 46(Ι)/96. Επίσης, στα άρθρα αυτά παρέχονται και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την έκδοση τέτοιου διατάγματος. Έχω υπόψη μου τις εν λόγω πρόνοιες και τις λαμβάνω υπόψη μου. Είναι γεγονός στην παρούσα ότι με βάση την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, ο κατηγορούμενος είναι πρόσωπο κατάλληλο να τεθεί υπό κηδεμονευτική επιτήρηση με όρους Κοινοτικής Εργασίας. Επίσης, ο ίδιος συγκατατίθεται στην εκτέλεση μιας τέτοιας εργασίας. Πέραν των πιο πάνω όμως, λαμβάνω υπόψη μου τη σοβαρότητα των αδικημάτων και τις περιστάσεις διάπραξης του, που αν και οι πράξεις του δεν ενείχαν το στοιχείο του προσχεδιασμού και έλαβαν χώρα σε μια συγκεκριμένη ημερομηνία εντούτοις είναι ιδιαίτερα σοβαρές και με άλλες προεκτάσεις όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Επίσης, θα λάβω υπόψη μου το χαρακτήρα του κατηγορούμενου όπως αναφύεται από όλα τα ενώπιον μου στοιχεία. Συγκεκριμένα, πρόκειται περί νεαρού ατόμου που κατά τη διάπραξη των αδικημάτων ήταν ηλικίας 21 ετών περίπου. Ολοκλήρωσε όμως το γυμνάσιο και τη στρατιωτική του θητεία και άρχισε να εργάζεται. Δεν παραγνωρίζω τα δύσκολα παιδικά χρόνια που φαίνεται να είχε και την πιθανή έλλειψη σωστής καθοδήγησης αλλά από όλες τις προσωπικές του περιστάσεις και την ηλικία του θεωρώ ότι ήταν και είναι σε θέση να αντιληφθεί πώς πρέπει να πράττει στην κοινωνία και δεν χρειάζεται πλέον την καθοδήγηση του Γραφείου Ευημερίας. Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω, είμαι της γνώμη, ότι η παρούσα περίπτωση δεν είναι κατάλληλη για να μεταχειριστώ τον κατηγορούμενο με άλλο τρόπο αντί δια της επιβολής οποιασδήποτε ποινής. Τα αδικήματα και οι περιστάσεις διάπραξης τους είναι ιδιαίτερα σοβαρά και παρά το νεαρό της ηλικίας δεν θεωρώ ότι η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος θα μπορούσε να συμβάλει καταλυτικά στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του κατηγορούμενου. Καταλήγοντας, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, η μόνη ενδεδειγμένη ποινή στην παρούσα είναι αυτή της φυλάκισης. Οποιαδήποτε άλλη ποινή θεωρώ ότι θα έστελλε λανθασμένα μηνύματα και δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς του Νόμου. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω και ασκώντας τη μέγιστη δυνατή επιείκεια προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου, επιβάλλονται σε αυτόν οι ακόλουθες ποινές: Στην 1ην , 3ην και 5ην κατηγορία ποινή φυλάκισης 9 μηνών σε έκαστη από αυτές. Στην 2ην , 4ην και 6ην κατηγορία ποινή φυλάκισης 6 μηνών σε έκαστη από αυτές. Όλες οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν να συντρέχουν. Έχοντας καταλήξει στις πιο πάνω ποινές φυλάκισης, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή τους, ως ήταν και η εισήγηση της υπεράσπισης. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373) Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou v. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 . Όπως έχει αναφερθεί στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος (πιο πάνω), οι ακόλουθοι είναι παράγοντες που λαμβάνονται υπ' όψιν στην απόφαση του κατά πόσο θα ανασταλεί η ποινή φυλακίσεως: (α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος. (β) Το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτη για την ανάγκη αποτροπής. (γ) Η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. (βλ. επίσης Σκεύη Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22). Οι περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων είναι σοβαρές και έχουν αναφερθεί ανωτέρω. Θα λάβω όμως υπόψη μου, την επιπολαιότητα και απερισκεψία που επέδειξε λόγω και του νεαρού της ηλικίας του κάτι που όπως προκύπτει συνέβαλε στη διάπραξη των αδικημάτων Πέραν τούτου, λαμβάνω υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, την έμπρακτη μεταμέλεια του και το γεγονός ότι επρόκειτο για ένα μεμονωμένο περιστατικό αφού δεν καταδεικνύεται οποιαδήποτε συστηματική συμπεριφορά και ούτε οποιοσδήποτε προσχεδιασμός. Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι τα θύματα δεν υπέστηκαν οποιαδήποτε ζημιά αφού αμέσως μετά τις καταγγελίες και τον εντοπισμό του κατηγορουμένου, αυτός παρέδωσε άμεσα την κλοπιμαία περιουσία και απολογοθήκε. Επιπρόσθετα λαμβάνω υπόψη μου τις προσωπικές του συνθήκες όπως περιγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα το νεαρό της ηλικίας του. Είναι ηλικίας 21 ετών, έζησε δύσκολα παιδικά χρόνια, προέρχεται από διαλυμένη οικογένεια και ο ίδιος στο στάδιο αυτό διαμένει με την ανήλικη αδελφή του σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα της οποία έχει και την ευθύνη. Περαιτέρω, είναι άνεργος και οι δύο συντηρούνται με το δημόσιο βοήθημα που λαμβάνουν και αναζητεί εργασία μέσω της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης. Εν όψει των πιο πάνω, κρίνω ότι δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν. Και τούτου διότι θεωρώ ότι τυχόν ποινή άμεσης φυλάκισης θα έχει καταστρεπτικές συνέπειες στη ζωή του, την οποία δεν έχει καν αρχίσει. Πρόκειται για νεαρό άτομο και κρίνω ότι είναι ορθό να του δοθεί μια δεύτερη και τελευταία ευκαιρία να αναμορφώσει τη συμπεριφορά του και να αντιληφθεί την ανάγκη που υπάρχει να απέχει από τέτοιου είδους εγκληματικές δραστηριότητες. Επίσης, θεωρώ ότι τυχόν ποινή άμεσης φυλάκισης θα έχει επιπτώσεις και στην ανήλικη αδελφή του με την οποία διαμένει και όντας νεαρότερη του έχει και την ευθύνη προστασίας της. Ως εκ τούτου, οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν αναστέλλονται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. (Υπ.) ............ Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο