Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΕΛΛΑΔΑ ΤΣΑΡΤΣΙΔΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 13707/11, 24/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B184 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13707/11 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΕΛΛΑΔΑ ΤΣΑΡΤΣΙΔΟΥ Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 24.10.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού Για Κατηγορούμενη: κος Χρ. Χατζηλοΐζου Κατηγορούμενη: παρούσα ΠΟΙΝΗ Η κατηγορούμενη βρέθηκε ένοχη, κατόπιν δικής της παραδοχής, σε 4 κατηγορίες κλοπής υπό υπαλλήλου κατά παράβαση του άρθρου 268 Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, την 16.07.09, 07.08.09, 24.08.09 και 28.09.09 η κατηγορούμενη ενώ ήταν υπάλληλος της εταιρείας Andreas Georgiou Constructions Company παρέλαβε τις δεόντως συμπληρωμένες επιταγές της Alpha Bank υπ' αριθμό 18180917, 18080772 και 18080781 καθώς επίσης τη δεόντως συμπληρωμένη επιταγή της Τράπεζας Κύπρου υπ' αριθμό 79652710 έκαστη για το ποσό των €4.000,00 με σκοπό να τις παραδώσει στην Alina Markina από τη Λεμεσό και αντίς να το πράξει τις εξαργύρωσε και οικειοποιήθηκε τα ποσά για τα οποία είχαν εκδοθεί. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί από τoν εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, είναι τα ακόλουθα: Στις 08.10.09 καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Πάφου από τον διευθυντή της εταιρείας ANDREAS GEORGIOU CONSTRUCTION COMPANY (Μ1), η οποία εδρεύει στην Πάφο, ότι κατά τον μήνα Απρίλιο του 2009 η εν λόγω εταιρεία πώλησε σε κάποιο Ρώσο ένα διαμέρισμα στο συγκρότημα διαμερισμάτων με την ονομασία KINGS RESORT στην Κάτω Πάφο για το ποσό των €230.000,
- Υπεύθυνη για την πώληση από πλευράς της εταιρείας ήταν η κατηγορούμενη η οποία ήταν υπάλληλος της εταιρείας. Για να γίνει όμως η πιο πάνω πώληση μεσολάβησε η Αλίνα Μαρκίνα (Μ3), η οποία είναι μεσίτρια και δεν έχει οποιαδήποτε υπαλληλική σχέση με την εν λόγω εταιρεία. Κατόπιν σχετικής συμφωνίας μεταξύ της πιο πάνω εταιρείας και της Μ3, η τελευταία δικαιούταν το ποσό των €16.000,00 ως προμήθεια. Όταν στις 16.07.09 η κατηγορούμενη αποτάθηκε στον Μ1 και του ανάφερε ότι η Μ3 μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν μαζί, της ζήτησε να της δώσουν τα λεφτά της προμήθειας και συμφώνησαν όπως η ίδια η κατηγορούμενη πάρει μέρος του ποσού και συγκεκριμένα το ποσό των €4.000,00 και να της το δώσει προσωπικώς, ο Μ1 μετά από συνεννόηση που είχε με το λογιστήριο της εταιρείας έδωσε εντολή στη Μ2, υπάλληλο του λογιστηρίου της εταιρείας, όπως δώσει το πιο πάνω ποσό στην κατηγορούμενη. Η Μ2 τότε έκδωσε και έδωσε στην κατηγορούμενη την επιταγή με αριθμό 18080917 της ALPHA BANK CYPRUS LTD για το ποσό €4.000,00 στο όνομα Ελλάδα Τσαρτσίδου, δηλαδή στο όνομα της κατηγορουμένης. Στις 07.08.09 η κατηγορούμενη αποτάθηκε εκ νέου στο λογιστήριο της εταιρείας και ζήτησε ακόμα €4.000,00 για να τα παραδώσει στη Μ
- Η Μ2 πάλι κατόπιν έγκρισης του Μ1, έκδωσε και έδωσε στην κατηγορούμενη την επιταγή με αριθμό 18080772 της ALPHA BANK CYPRUS LTD για το ποσό €4.000,00 στο όνομα της κατηγορούμενης. Στις 24.08.09 η κατηγορούμενη για τρίτη φορά αποτάθηκε στο λογιστήριο της εταιρείας και ζήτησε ακόμα €4.000,
- Η Μ2 και πάλι κατόπιν έγκρισης του Μ1 έκδωσε και έδωσε στην κατηγορούμενη την επιταγή με αριθμό 18080781 της ALPHA BANK CYPRUS LTD για το ποσό €4.000,00 στο όνομα και πάλι της κατηγορούμενης. Επίσης στις 28.09.09 η κατηγορούμενη αποτάθηκε για τέταρτη φορά στο λογιστήριο της εταιρείας και ζήτησε τις τελευταίες €4.000,00 για να τις παραδώσει στη Μ
- Η Μ2 τότε και πάλι κατόπιν έγκρισης του Μ1 έκδωσε και έδωσε στην κατηγορούμενη την επιταγή με αριθμό 79652710 της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ για το ποσό €4.000,00 και πάλι στο όνομα της κατηγορούμενης. Κάθε φορά που η κατηγορούμενη παραλάμβανε επιταγή για την Μ3 υπέγραφε σχετικό έγγραφο. Στις 07.10.09 ο Μ1 δέχθηκε τηλεφώνημα από τη Μ3 η οποία βρισκόταν στη Ρωσία και τον ρωτούσε για το πότε θα πληρωνόταν την προμήθεια της από την πώληση του διαμερίσματος στην Κάτω Πάφο δηλαδή τις €16.000,00 που της όφειλε η εταιρεία. Ο Μ1 τότε της απάντησε ότι τα λεφτά τα είχε πάρει ήδη η κατηγορούμενη για να της τα δώσει πράγμα το οποίο όμως σύμφωνα με τη Μ3 δεν το έπραξε ποτέ η κατηγορούμενη. Την 08.10.09 ο Μ1 συναντήθηκε με την κατηγορούμενη και την ρώτησε τι έγινε με τις €16.000,00 και αν αυτή τα έδωσε στη Μ
- Η κατηγορούμενη αρχικώς ανάφερε ότι έδωσε τις €16.000,00 προσωπικώς στη Μ3, όμως αργότερα ανάφερε ότι έδωσε την 1η επιταγή σε κάποιο Γιώργο του οποίου δεν γνωρίζει περαιτέρω στοιχεία και τον οποίο η Μ3 έστειλε για να παραλάβει την επιταγή αφού η ίδια ήταν στη Λεμεσό. Την 2η και 3η επιταγή η κατηγορούμενη ανάφερε ότι τις έστειλε με money-gram στη Ρωσία γιατί βρισκόταν εκεί η Μ3 και την 4η επιταγή την κατάθεσε σε λογαριασμό της Μ3 τον οποίο όμως αριθμό δεν θυμότανε. Μετά από τους πιο πάνω ισχυρισμούς της η κατηγορούμενη ανάφερε στον Μ1 ότι παρόλο που τα έδωσε τα λεφτά στη Μ3 θα της τα έδινε ξανά έτσι ώστε να μην την ενοχλούσε. Την 16.10.09 και ώρα 17:20 η κατηγορούμενη συνελήφθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου από μέλη της αστυνομίας δυνάμει δικαστικού εντάλματος και αφού της εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης της και της επιστήθηκε η προσοχή της στο νόμο, αυτή απάντησε 'ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΙΠΟΤΑ ΝΑ ΠΩ.' Την ίδια ημέρα λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη, η οποία όμως αρνήθηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν σχετικά με τη διερευνώμενη υπόθεση, χωρίς έτσι να συνεργάζεται με την αστυνομία. Επίσης την ίδια ημέρα μέλη του ΤΑΕ Πάφου ήρθαν σε τηλεφωνική επικοινωνία με τη Μ3 η οποία βρισκόταν στη Ρωσία, η οποία ανάφερε ότι είχε συμφωνήσει με την κατηγορούμενη όπως η τελευταία παραλάμβανε τα οφειλόμενα χρήματα από την εταιρεία και της τα παρέδιδε. Στις 19.10.09 λήφθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου με τη βοήθεια διερμηνέας της Ρωσικής γλώσσας κατάθεση από τη Μ3, η οποία ανάφερε ότι ουδέποτε πήρε λεφτά από την κατηγορούμενη και επίσης ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε μαζί της αυτή της ανάφερε ότι τα λεφτά τα είχε πάρει αλλά τα ξόδεψε σε προσωπικές της υποχρεώσεις και ότι θα της τα έδινε στο μέλλον όταν θα ήταν σε καλύτερη οικονομική κατάσταση. Παράλληλα, παρουσίασε μηνύματα στο κινητό της τηλέφωνο τα οποία της είχαν σταλεί από την κατηγορούμενη. Στις 20.10.09 λήφθηκε κατάθεση από τη Μαρία Αγαθοκλέους (Μ4), επίσης υπάλληλο του λογιστηρίου της εν λόγω εταιρείας, η οποία ανάφερε ότι στην παρουσία της η κατηγορούμενη παρέλαβε από τη Μ2 μια επιταγή ύψους €4.000,00 αφού προηγουμένως η κατηγορούμενη είπε στη Μ2 ότι ήθελε τα λεφτά της Μ3 για να της τα δώσει, επειδή καθυστερούσε η εταιρεία να την πληρώσει. Επιπλέον την ίδια ημέρα λήφθηκε κατάθεση από την Ιουλία Χριστοδούλου (Μ5), επίσης υπάλληλο στην εταιρεία, η οποία ανάφερε ότι στις 08.10.09 της τηλεφώνησε η κατηγορούμενη και της ζήτησε να βρεθούν. Όταν βρέθηκαν η κατηγορούμενη της ανάφερε ότι είχε πρόβλημα με τα λεφτά της Μ
- Συγκεκριμένα, η κατηγορούμενη της ανάφερε ότι €8.000,00 τα έδωσε σε κάποιον άγνωστο της στη Λεμεσό για να τα δώσει στη Μ3 και τις άλλες €8.000,00 της ανέφερε αρχικώς ότι τις έστειλε μέσω money-gram στη Ρωσία στη Μ3 και ότι τις αποδείξεις που έστειλε τα λεφτά τις είχε χάσει ενώ μετά της ανάφερε ότι το ποσό των €8.000,00 το έστειλε στη μητέρα της Μ3 στη Ρωσία. Την ίδια μέρα o αστυφύλακας 1698 Κ. Κυριάκου (M10) έλαβε εκ νέου ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη όπου και πάλι αρνήθηκε να συνεργαστεί και να απαντήσει τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν. Στη συνέχεια o M10 κατηγόρησε γραπτώς την κατηγορούμενη για το αδίκημα της κλοπής των €16.000,00, η οποία απάντησε 'ΔΕΝ ΕΧΩ ΝΑ ΠΩ ΤΙΠΟΤΑ.' Στις 22.06.11 ο Μ10 έλαβε κατάθεση από την 'Ελενα Μουζούρη (Μ7), υπάλληλο του καταστήματος της ALPHA BANK με αριθμό 651 το οποίο βρίσκεται στη Λεωφόρο Γρίβα Διγενή 57 στην Πάφο, η οποία ανάφερε ότι η κατηγορούμενη εμφανίστηκε στην εν λόγω τράπεζα την 16.07.09, την 07.08.09 και την 24.08.09 και αφού παρουσίασε αντίστοιχα τις επιταγές με αριθμούς 18080917, 18080772 και 18080781 της ALPHA BANK CYPRUS LTD στο όνομα της για το ποσό των €4.000.00 έκαστη και οπισθογράφησε τις επιταγές αυτές της δόθηκε το συνολικό ποσό των €12.000,00 σε μετρητά. Στις 05.07.11 ο Μ10 έλαβε κατάθεση από την Νίκη Χριστοδούλου (Μ8), υπάλληλο του καταστήματος της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό 0677 το οποίο βρίσκεται στη Λεωφόρο Ελλάδος στην Πάφο, η οποία ανάφερε ότι η κατηγορούμενη εμφανίστηκε στην εν λόγω τράπεζα την 28.09.10 και αφού παρουσίασε την επιταγή με αριθμό 79652710 της Τράπεζας Κύπρου στο όνομα της για το ποσό των €4.000,00 και οπισθογράφησε την επιταγή της δόθηκε το ποσό των €4.000,00 σε μετρητά. Καταλήγοντας, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής δήλωσε πως η κατηγορούμενη είναι λευκού ποινικού μητρώου ενώ είπε ότι έχουν δημιουργηθεί έξοδα €120,00 σε σχέση με την υπόθεση αυτή. Παράλληλα, ο κύριος Συμεού ανάφερε ότι η κατηγορούμενη αποζημίωσε πλήρως την παραπονούμενη εταιρεία, εκπρόσωπος της οποίας με προηγούμενη δήλωση του στο Δικαστήριο είπε ότι δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο από την κατηγορούμενη. Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για ετοιμασία έκθεση από το Γραφείο Ευημερίας, πράγμα που έγινε. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, η κατηγορούμενη είναι ηλικίας 37 ετών και μητέρα ενός παιδιού ηλικίας 19 ετών. Είναι ιδιοκτήτρια ρωσόφωνου ραδιοφωνικού σταθμού στην Πάφο και από το επάγγελμα της λαμβάνει μηνιαίο εισόδημα ύψους €1.500,
- Είναι ακόμη ιδιοκτήτρια μίας κατοικίας στα Κονιά στην οποία διαμένει η ίδια, το παιδί της και η μητέρα της καθώς επίσης είναι ιδιοκτήτρια και ενός οχήματος. Η κατηγορούμενη γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Ρωσία. Σε ηλικία 3 ετών απεβίωσε ο πατέρας της. Λόγω οικονομικών και άλλων δυσκολιών διέκοψε τις σπουδές της στην ιατρική. Το 1994 η κατηγορούμενη παντρεύτηκε με ρώσο υπήκοο και μαζί απέκτησαν ένα παιδί. Όταν αυτό όμως βρισκόταν σε ηλικία 3 μηνών, ο γάμος της κατηγορουμένης διαλύθηκε. Το 1995 ήλθε στην Κύπρο μαζί με το παιδί της και έκτοτε διαμένουν στο νησί αποκτώντας στην πορεία την ελληνική υπηκοότητα, χωρίς να έχουν οποιαδήποτε επικοινωνία με τον πρώην σύζυγο και πατέρα του παιδιού της. Τον Ιανουάριο 2014 η κατηγορούμενη υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση κακοήθους όγκου στο μαστό και αναμένεται σύντομα να υποβληθεί σε νέα χειρουργική επέμβαση. Όπως περαιτέρω σημειώνεται στην έκθεση, η παρούσα υπόθεση προκαλεί στην κατηγορούμενη άγχος και ντροπή ενώ ανησυχεί για το μέλλον το δικό της αλλά και του παιδιού της. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης, αφού επισήμανε το λευκό ποινικό μητρώο και την παραδοχή της πελάτιδας του, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του την καθυστέρηση δύο ετών που παρατηρήθηκε στην καταχώρηση της υπόθεσης αυτής στο Δικαστήριο. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει την καθυστέρηση αυτή. Ακόμη ο εν λόγω συνήγορος ευσεβάστως εισηγήθηκε να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η κατηγορούμενη αποζημίωσε πλήρως την παραπονούμενη εταιρεία πληρώνοντας το ποσό των €16.000,00 πλέον τόκους ύψους €4.000,
- Ερχόμενος στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις της κατηγορουμένης, ο κύριος Χατζηλοΐζου υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας δίδοντας έμφαση στο γεγονός ότι η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας. Αναφερόμενος στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων ο συνήγορος υπεράσπισης είπε ότι η Μ3 είναι μεσίτρια και είχε συμφωνία με την παραπονούμενη εταιρεία για τον εντοπισμό αγοραστών σε ακίνητη περιουσία της παραπονούμενης εταιρείας. Η δε κατηγορούμενη εργαζόταν ως υπάλληλος με προμήθεια στην παραπονούμενη εταιρεία και παράλληλα παρείχε υπηρεσίες μεσίτριας έχοντας προφορική συμφωνία με την Μ3 ότι κάθε φορά που ερχόταν πελάτης η κατηγορούμενη θα λάμβανε ποσοστό 50% από το ποσό που θα αναλογούσε στις υπηρεσίες μεσίτη. Στο παρελθόν υπήρξαν δοσοληψίες μεταξύ της Μ3 και της κατηγορουμένης μέσα από τις οποίες δημιουργήθηκε οφειλόμενο ποσό από την πρώτη προς την δεύτερη. Για την συγκεκριμένη περίπτωση η Μ3 σε συνεργασία με την κατηγορούμενη μεσολάβησε για να βρεθεί αγοραστής σε ακίνητη περιουσία της παραπονούμενης εταιρείας. Τέλος, είναι η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης πως σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει ποινής φυλάκισης, αυτή θα πρέπει να ανασταλεί καθότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Όλες οι κατηγορίες του παρόντος κατηγορητηρίου παραπέμπουν στο ίδιο αδίκημα και ειδικότερα σ' αυτό της κλοπής από υπάλληλο. Αναμφίβολα το αδίκημα που η κατηγορούμενη παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι πολύ σοβαρό. Η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου θεωρείται κακούργημα και επισύρει, με βάση το άρθρο 268 του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης 14 ετών. Το αδίκημα που κατ' επανάληψη διέπραξε η κατηγορούμενη συσχετίζεται με τη φύση της σχέσης εργοδότη-εργοδοτουμένου. Η διάπραξη του εν λόγω αδικήματος είναι σοβαρή για τον επιπλέον λόγο ότι ενέχει θέμα προδοσίας και κατάχρησης ανθρώπινης εμπιστοσύνης που ο εργοδότης επιδεικνύει προς το πρόσωπο του υπαλλήλου του και αναμένει ότι αυτός θα ανταποκριθεί στο υψηλό καθήκον του αυτό. Πρόκειται ακόμη για αδίκημα που φανερώνει ασέβεια και κατάφωρα καταπατεί τα συνταγματικά δικαιώματα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας. Επίσης, η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος έγκειται στο γεγονός ότι ενέχει το στοιχείο του οικονομικού εγκλήματος με κοινωνικές και οικονομικές προεκτάσεις στο νησί, το οποίο οικονομικό έγκλημα βρίσκεται σε έξαρση στην Κύπρο, πράγμα που διαπιστώνεται μέσα από την εκδίκαση μεγάλου αριθμού παρόμοιων υποθέσεων. Δυστυχώς η θλιβερή διαπίστωση είναι πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Οι κλοπές και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Αντίθετα, παρατηρείται έξαρση (Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381 και Παναγίδη v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104). Θεώρηση της νομολογίας υποδεικνύει ότι τα Δικαστήρια επιβάλουν ποινές αποτρεπτικής φύσεως σε μια προσπάθεια πάταξης του πολύ σοβαρού αυτού φαινομένου. Η ποινή φυλάκισης εμφανίζεται ως το είδος ποινής που αναπόφευκτα επιβάλλεται όταν διαπράττονται τέτοιου είδους αδικήματα. Άντλησα ακόμη καθοδήγηση από τις αγγλικές υποθέσεις R. v. Barrick [1985] 7 Cr.App.R.(S) 142 και R. v. Clark [1988] 2 Cr.App.R.(S) 95, μέσα από τις οποίες προβάλλονται διάφοροι παράγοντες που το αγγλικό εφετείο προσδιόρισε και δυνητικά λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της αρμόζουσας ποινής σε παρόμοιας φύσεως με τη δική μας περίπτωση υποθέσεις. Στην υπόθεση Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 519 το πρωτόδικο δικαστήριο επέβαλε ποινή φυλάκισης 5 ετών σε άτομο ηλικίας 50 ετών με λευκό ποινικό μητρώο που ασκούσε καθήκοντα γραμματέα Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας και καρπώθηκε ευθέως δεκάδες χιλιάδες λίρες καθώς επίσης φρόντιζε να επωφελούνται και άλλοι, εν πολλοίς συνδεδεμένοι με αυτόν και σε πολλές περιπτώσεις για τις ανάγκες δραστηριοτήτων στις οποίες, εν πάση περιπτώσει, ήταν αναμεμειγμένος, διαπράττοντας έτσι, μεταξύ άλλων, το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου, ποινή η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση. Περαιτέρω, στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 19 επιβλήθηκε σε άτομο ηλικίας 36 ετών με λευκό ποινικό μητρώο, νυμφευμένο και πατέρα ενός προβληματικού στην υγεία αγοριού ηλικίας 8,5 ετών, με άμεση παραδοχή και δεινή οικονομική κατάσταση που διέπραξε το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου κατά τη διάρκεια της σχέσης εργοδότη-εργοδοτουμένου όπου κατά καιρούς απέσπασε μεγάλα χρηματικά ποσά ποινή φυλάκισης 4 ετών, η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επιπροσθέτως, στην υπόθεση Πέτρου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 219 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 18 μηνών σε άτομο οικογενειάρχη, πατέρα 3 μικρών παιδιών που από την απόλυση του υπέστηκε καταστροφικό πλήγμα αλλά και την παράταση της αγωνίας του ιδίου και της οικογένειας του ένεκα του μεγάλου χρονικού διαστήματος που η υπόθεση του βρισκόταν σε εκκρεμότητα. Επίσης στην πρόσφατη υπόθεση Καλλή v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 238/2013, ημερ. 10.09.14, ο εφεσείοντας που ήταν ο γραμματέας της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγίου Αμβροσίου προέβηκε υπό την ιδιότητα του αυτή σε δύο περιπτώσεις το έτος 2008 σε κλοπή ποσών €24.000,00 και €10.038,28 αντίστοιχα. Σε αρχικό στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας ο εφεσείοντας δήλωσε παραδοχή και αφού λήφθηκαν υπόψη η παραδοχή του, το λευκό ποινικό μητρώο, οι πιέσεις που ασκήθηκαν σ' αυτόν από άλλο πρόσωπο να προβεί στη διάπραξη των αδικημάτων, τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στη διαπίστωση της ποινικής του ευθύνης συνοδευόμενη με μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του και ότι πρόσωπα που συμμετείχαν στην κλοπή δεν διώχτηκαν, η καλή συμπεριφορά του από το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, οι επιπτώσεις στην οικογένεια του από τις ενέργειες του καθώς και το ότι ήταν άνεργος και συντηρείται από δημόσιο βοήθημα, του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές 16 μηνών. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι το υπό εκδίκαση αδίκημα είναι σοβαρό δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι τα γεγονότα και οι συνθήκες που περιβάλουν τη διάπραξη των αδικημάτων είναι ιδιάζουσας φύσεως. Παρόλο ότι η κατηγορούμενη ήταν υπάλληλος στην παραπονούμενη εταιρεία εντούτοις παράλληλα παρείχε υπηρεσίες μεσίτριας. Μεταξύ της ιδίας και της Markinas υπήρχε επαγγελματική συνεργασία στη βάση προφορικής συμφωνίας με ιστορικό προηγούμενων δοσοληψιών. Αν και η παραπονούμενη εταιρεία είχε μόνο συμφωνία με την Markina για εξεύρεση πελατών με αντάλλαγμα την πληρωμή προμήθειας, η επαγγελματική συνεργασία της κατηγορουμένης με την Markina ήταν γνωστή στην εταιρεία. Αυτό αφορούσε και την παρούσα περίπτωση. Δίδοντας τα χρήματα στην κατηγορουμένη με σκοπό να τα παραδώσει στην Markina η παραπονούμενη εταιρεία γνώριζε ότι μέρος των χρημάτων τελικά θα κατέληγαν στην κατηγορούμενη. Οι δε οδηγίες της Markinas προς την παραπονούμενη εταιρεία ήταν να εκδώσει όλες τις επιταγές εις το όνομα της κατηγορουμένης, η οποία και θα τις παρέδιδε σ' αυτήν. Αυτό που προκύπτει μέσα από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα είναι ότι η καταδικαστέα ενέργεια της κατηγορουμένης δεν αποσκοπούσε ευθέως στο να επιδείξει ασέβεια στην περιουσία του εργοδότη της αλλά ούτε και να παραβιάσει δικαιώματα οποιουδήποτε για κατοχή και απόλαυση περιουσίας. Εφόσον η κατηγορούμενη πίστευε ότι η Markina αθέτησε μεταξύ τους συμφωνία όφειλε να καταφύγει στα αρμόδια σώματα και να αναζητήσει το δίκαιο της μέσα από νόμιμες διαδικασίες και θεσμοθετημένους μηχανισμούς και όχι να ενεργήσει με τον τρόπο που έπραξε. Ανεξαρτήτως όμως των πιο πάνω, η κατηγορούμενη εκμεταλλεύτηκε την εμπιστοσύνη που η παραπονούμενη εταιρεία ως εργοδότης της εναπόθεσε στο πρόσωπο της προχωρώντας χωρίς ενδοιασμούς ή αναστολές σε οικειοποίηση χρηματικών ποσών που δεν προορίζονταν από την εταιρεία σε εκείνη και που με βάση την συμφωνία που υπήρχε μεταξύ της παραπονούμενης εταιρείας και της Markinas δεν ανήκαν στην κατηγορούμενη αλλά στην Markina. Με τη συμπεριφορά της αυτή παραπλάνησε και εξέθεσε τον εργοδότη της απέναντι στην Markina προκαλώντας του εκτός από επαγγελματική προσβολή συνάμα και ταλαιπωρία. Εξαιτίας της κατηγορουμένης η παραπονούμενη εταιρεία παρέμεινε με την λανθασμένη εντύπωση ότι διεκπεραίωσε το καθήκον της προς την Markina μέχρι που ξαφνικά ανακάλυψε το αντίθετο. Ακόμα και τότε η κατηγορούμενη προβάλλοντας κάποιες φτηνές και ψεύτικες δικαιολογίες συνέχισε να παραπλανεί τον εργοδότη της. Παράλληλα με την αξιόποινη συμπεριφορά της, ως αποτέλεσμα της οποίας επέφερε αντίστοιχου ύψους ζημιά στην παραπονούμενη εταιρεία για το χρονικό διάστημα που η κατηγορούμενη παράνομα κατακρατούσε τα χρήματα μέχρι που τα επέστρεψε. Όλα αυτά είναι σίγουρα επιβαρυντικά στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη. Δυστυχώς η παραβίαση της εμπιστευτικής σχέσης από μέρους της κατηγορουμένης δεν περιορίστηκε σ' ένα μεμονωμένο περιστατικό αλλά η σοβαρή αξιόποινη συμπεριφορά της επαναλήφθηκε ακόμη 3 φορές και σε σύντομα χρονικά διαστήματα. Μία επιπλέον επιβαρυντική για την κατηγορούμενη παράμετρος είναι το συνολικό ποσό των €16.000,00 που αυτή οικειοποιήθηκε σε διάστημα 2,5 μηνών περίπου και συγκεκριμένα από 16.07.09 μέχρι 28.09.
- Αυτός είναι ένας ακόμη παράγοντας που επιβαρύνει την θέση της κατηγορουμένης. Δεν διαφεύγει επίσης της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η αξιόποινη συμπεριφορά της κατηγορουμένης τερματίστηκε μόνο κατόπιν διαπίστωσης της πορείας των χρημάτων μέσα από σχετική διερεύνηση της υπόθεσης από μέλη της αστυνομίας κατόπιν σχετικής καταγγελίας που έγινε. Προς όφελος της κατηγορουμένης για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το λευκό ποινικό μητρώο της. (β) Την παραδοχή της στο Δικαστήριο έστω και αν αυτή έγινε σε καθυστερημένο στάδιο αλλά εν πάσει περιπτώσει πριν από την έναρξη της εκδίκασης της υπόθεσης. (γ) Το ότι αποζημίωσε πλήρως την παραπονούμενη εταιρεία καταβάλλοντας το ποσό των €16.000,00 και επιπλέον πλήρωσε το ποσό των €4.000,00, ως αποτέλεσμα των οποίων πληρωμών η παραπονούμενη εταιρεία δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο εναντίον της κατηγορουμένης. (δ) Το ότι οι επαγγελματικές δοσοληψίες που είχε με την Markina μέσα από τις οποίες προέκυψε οφειλόμενο ποσό προς όφελος της στη βάση μεταξύ τους συμφωνίας αποτέλεσαν την πέτρα του σκανδάλου που την ώθησε στο να διαπράξει τα αδικήματα του κατηγορητηρίου. (ε) Το ότι η κατηγορούμενη παραλάμβανε κάθε φορά την επιταγή από το λογιστήριο της παραπονούμενης εταιρείας εκδομένη εις το όνομα της κατόπιν οδηγιών της Markinas δείχνει ότι η κατηγορούμενη δεν εφάρμοσε δολίως κάποιο σχέδιο που να είχε εκπονήσει αλλά η ίδια λανθασμένα θεώρησε ότι με το να μην παραδώσει τα χρήματα στην Markina ήταν ένας εύκολος τρόπος να εισπράξει χρήματα που πίστευε ότι το εν λόγω πρόσωπο της όφειλε. (στ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις της κατηγορουμένης, όπως αυτές περιγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα ότι: · Είναι ηλικίας 37 ετών, διαζευγμένη και μητέρα ενός παιδιού ηλικίας 19 ετών. · Ως μονογονιός μεγάλωσε μόνη της το παιδί που απέκτησε με τον πρώην σύζυγο της όταν η έγγαμη σχέση της τερματίστηκε και το εν λόγω παιδί βρισκόταν σε ηλικία 3 μηνών. · Τόσο η ίδια όσο και το παιδί της δεν διατηρούν επικοινωνία με τον πρώην σύζυγο της. · Έχασε τον πατέρα της, ο οποίος απεβίωσε όταν η κατηγορούμενη ήταν σε ηλικία 3 ετών. · Το μηνιαίο εισόδημα της ανέρχεται σε €1.500,
- · Έχει χρέη συνολικού ύψους €130.000,00 που προέρχονται από δάνειο που απέκτησε από τραπεζικό οργανισμό για την αγορά της κατοικίας που η ίδια μαζί με το παιδί της διαμένουν, για το οποίο η μηνιαία δόση που καταβάλλεται ανέρχεται στα €500,
- · Τα προβλήματα υγείας που η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει συνεπεία των οποίων υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση κακοήθους όγκου στο μαστό τον Ιανουάριο 2014 και αναμένεται σύντομα να υποβληθεί σε νέα χειρουργική επέμβαση. Ένα ζήτημα που χρήζει εξέτασης για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής είναι ο χρόνος που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης με την καταχώρηση της υπόθεσης λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής. Ο λόγος για τον οποίο προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του παραβάτη. Η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την ημερομηνία επιβολής ποινής, είναι ένας παράγοντας που από μόνος του λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην επιβολή της ποινής, ιδιαίτερα αν η σοβαρότητα του αδικήματος δικαιολογεί την επιβολή ποινής φυλάκισης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. 358 και Μυροφόρα ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84). Όπου όμως ο κατηγορούμενος ευθύνεται για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (Γεώργιος Τσιόλης v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 154, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Πεγειώτη και άλλης (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 και Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223). Στην προκειμένη περίπτωση παρατηρώ ότι τα υπό κρίση αδικήματα ιδίας φύσεως διαπράχτηκαν μεταξύ των ημερομηνιών 16.07.09 και 28.09.09 ενώ από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα προκύπτει ότι σχετική καταγγελία υπεβλήθηκε χωρίς καθυστέρηση στην αστυνομία και συγκεκριμένα στις 08.10.
- Χωρίς να μου διαφεύγει ότι τέτοιου είδους υποθέσεις ενέχουν βαθμό δυσκολίας στη διερεύνηση τους για σκοπούς επιτυχούς παρουσίαση τους στο Δικαστήριο, θεωρώ ότι η προώθηση της υπόθεσης ενώπιον της δικαιοσύνης στις 20.10.11, δηλαδή μετά από 2 χρόνια περίπου που έγινε η καταγγελία είναι καθυστερημένη. Εξάλλου η κατηγορούσα αρχή αναγνώρισε την καθυστέρηση αυτή και δεν ήταν σε θέση να προβεί σε οποιαδήποτε δικαιολογία γι' αυτό. Μετά την καταχώρηση της υπόθεσης η εκδίκαση της αναβλήθηκε συνολικά 7 φορές από τις οποίες 2 φορές λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου, 3 φορές κατόπιν αιτημάτων της υπεράσπισης που εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, μία φορά που η κατηγορούμενη απουσίαζε με αποτέλεσμα να εκδοθεί ένταλμα σύλληψης εναντίον της και μία φορά μετά από κοινό αίτημα αναβολής που επίσης εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Ακολούθως, η κατηγορούμενη προέβηκε σε αλλαγή απάντησης ως είναι δικαίωμα της, εξέλιξη για την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για να ετοιμαστεί έκθεση από το Γραφείο Ευημερίας. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η κατηγορούμενη, για τους λόγους που έχουν προαναφερθεί, θεωρείται συνυπεύθυνη για την απόρροια του χρόνου από της καταχώρησης της υπόθεσης μέχρι την ολοκλήρωση της εκδίκασης της υπόθεσης και ως εκ τούτου ορθά κατά την ταπεινή μου γνώμη ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης δεν επικαλέστηκε τον χρόνο αυτό ως ελαφρυντικό παράγοντα, περιορίζοντας την εισήγηση του στο θέμα καθυστέρησης μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης. Παρά ταύτα, το Δικαστήριο δεν αγνοεί το συνολικό χρόνο των 5 ετών και 3 μηνών περίπου που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος στην πρώτη κατηγορία μέχρι σήμερα που καλείται να επιβάλει ποινή, τον οποίο και λαμβάνει υπόψη χωρίς όμως, με βάση το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, να παρατηρείται μεταβολή στις προσωπικές περιστάσεις της κατηγορουμένης. Εξάλλου ούτε και ο συνήγορος υπεράσπισης έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε αλλαγή στις προσωπικές συνθήκες της κατηγορουμένης. Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στην κατηγορούμενη είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στην κατηγορούμενη ποινή στερητικής της ελευθερίας της. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας και συχνότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να προστατέψει την εμπιστευτική σχέση εργοδότη-εργοδοτουμένου και παράλληλα να αναχαιτίσει όποια κρούσματα επιχειρήσουν να την υπονομεύσουν στέλλοντας τα κατάλληλα μηνύματα στην κοινωνία μέσω της επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Καταληκτικά επιβάλλεται στην κατηγορούμενη ποινή φυλάκισης 18 μηνών σε κάθε κατηγορία. Οι ποινές φυλάκισης συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν στην κατηγορούμενη θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση της ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/
- Εξάλλου αυτό ήταν και το αίτημα του συνηγόρου υπεράσπισης. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Στην παρούσα υπόθεση η κατηγορούμενη είναι άτομο λευκού ποινικού μητρώου. Παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει περίπου 5 χρόνια και 1 μήνας περίπου από τότε που διέπραξε το τελευταίο αδίκημα του παρόντος κατηγορητηρίου εντούτοις δεν απασχόλησε ξανά την δικαιοσύνη. Τα πιο πάνω σε συνδυασμό με την πλήρη αποζημίωση που παρείχε στην παραπονούμενη εταιρεία και της επιπλέον καταβολής ποσού ως τόκων, γεγονός που οδήγησε τον εργοδότη της να δηλώσει ότι δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο εναντίον της δείχνει μία θετική διαγωγή από μέρους της κατηγορουμένης μετά τη διάπραξη των αδικημάτων. Περαιτέρω, δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι το κίνητρο της παραπονούμενης δεν ήταν να επιδείξει οποιασδήποτε μορφής ασέβεια προς την περιουσία του εργοδότη της αλλά να αποκτήσει αυτό που θεωρούσε ότι δικαιούταν. Εξ' ου και η κατηγορούμενη δεν εφάρμοσε δολίως κάποιο σχέδιο που να είχε εκπονήσει προκειμένου να υλοποιήσει τον παράνομο σκοπό της αλλά θεώρησε ότι μπορούσε να πετύχει αυτό που επιδίωκε ακολουθώντας οδηγίες που έλαβε κατά το ήμισυ, δηλαδή παρέλαβε τα χρήματα από τον εργοδότη της με βάση οδηγίες που έλαβε από το πρόσωπο προς το οποίο προοριζόταν και με το οποίο επαγγελματικά συνεργαζόταν, χωρίς όμως να του τα παραδώσει. Τελικά η κατηγορούμενη αποζημίωσε πλήρως την παραπονούμενη εταιρεία επιστρέφοντας όλο το ποσό πληρώνοντας επιπρόσθετα ποσό €4.000,00 ως τόκοι, χωρίς έτσι να προσποριστεί οποιοδήποτε οικονομικό ή άλλου είδους όφελος αλλά αντίθετα υπέστηκε οικονομική ζημιά. Κάτω από αυτές τις συνθήκες και δεδομένα και κατόπιν βαθύτατου προβληματισμού, θεωρώ ότι συντρέχουν τέτοιες προϋποθέσεις που κλίνουν την πλάστιγγα υπέρ της αναστολής των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στην κατηγορούμενη. Ως εκ τούτου, διατάσσεται όπως οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στην κατηγορούμενη ανασταλούν για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Έπεται ότι το αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης εγκρίνεται. (Εξηγείται στην κατηγορούμενη η έννοια της αναστολής της ποινής φυλάκισης). €120,00 έξοδα να καταβληθούν από την κατηγορούμενη αυθημερόν. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Κλοπή υπό υπαλλήλου/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο