← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΜΙΧΑΛΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 16088/11, 10/10/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΜΙΧΑΛΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 16088/11, 10/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B175 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16088/11 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΜΙΧΑΛΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 10.10.14 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού Για Κατηγορούμενο: κα Λ. Λεμονάρη Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91A του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (πρώτη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι την 01.06.11 στην τοποθεσία 'Σκάλες', στα Κούκλια της επαρχίας Πάφου, απείλησε τον Γιώργο Πυγμαλίωνος από τα Κούκλια με τη φράση "Έννα σε σκοτώσω", προκαλώντας του τρόμο. Αναφορικά με την δεύτερη κατηγορία του κατηγορητηρίου η κατηγορούσα αρχή προέβηκε στη διακοπή της στο στάδιο που παρουσίασε την μαρτυρία της (εκ πρώτης όψεως στάδιο) και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος απαλλάχτηκε σ' αυτή. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες και συγκεκριμένα τον παραπονούμενο Γιώργο Πυγμαλίωνος (ΜΚ1) και τον αρχιαστυφύλακα 857 Γεώργιο Γεωργίου (ΜΚ2). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον τoυ κατηγορουμένου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε χωρίς όρκο κατάθεση δίχως να καλέσει οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Παράλληλα, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 3 τεκμήρια. Στην κυρίως εξέταση του ο ΜΚ1 παρουσίασε γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία ημερομηνίας 03.11.10, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  1. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, την 01.06.11 και περί ώρα 13:30 ο κατηγορούμενος βρισκόταν στην περιοχή Κουκλιών με το κοπάδι του. Σε κάποια στιγμή που ο παραπονούμενος ήταν καβαλημένος πάνω στο γαϊδούρι του και ανάμενε το κοπάδι του να διασταυρώσει αγροτικό δρόμο, ήλθε ένα όχημα άσπρου χρώματος με οδηγό τον κατηγορούμενο. Αμέσως ο κατηγορούμενος εξήλθε του οχήματος του και βρισκόμενος σε απόσταση 20 μέτρων περίπου από τον παραπονούμενο ανέσυρε από την κάσια αυτού ένα ξύλο τρέχοντας προς το μέρος του παραπονούμενου εκστομίζοντας τη φράση "γαμώσιηστε, γαουρόσπορε, γαμώ την ράτσα σου, έννα σε σκοτώσω". Σύμφωνα ακόμη την κατάθεση, ο παραπονούμενος φοβήθηκε και απομακρύνθηκε καβάλα πάνω στο γαϊδούρι του και αφού τρέχοντας φώναζε προς τους εργάτες που εργάζονταν σε αρχαιολογικό χώρο κατάφερε να ξεφύγει από τον κατηγορούμενο. Ο παραπονούμενος αποδίδει τη συμπεριφορά αυτή του κατηγορουμένου σε παλαιά μεταξύ τους παρεξήγηση. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως είναι κουμπάρος με τον κατηγορούμενο αλλά δεν μπορεί να εξηγήσει την εχθρική συμπεριφορά που ο τελευταίος εκδήλωσε εναντίον του. Μάλιστα είπε ότι στο παρελθόν ο κατηγορούμενος έσπειρε κριθάρι με φάρμακο στα οικόπεδα του που βρίσκονται δίπλα από τους χώρους που τα ζώα του βοσκούν στην προσπάθεια του να εκδιώξει το κοπάδι του παραπονούμενου από την περιοχή. Ο ίδιος αντιλήφθηκε ότι το κριθάρι είχε φάρμακο όταν πρόσεξε τα πουλιά που έφευγαν από το χωράφι του κατηγορουμένου να πεθαίνουν. Το γεγονός αυτό τέθηκε εις γνώση της αστυνομίας από τον παραπονούμενο. Όπως ο εν λόγω μάρτυρας είπε, την ώρα που ο κατηγορούμενος κινήθηκε με απειλητικές διαθέσεις ο ίδιος βρισκόταν στην μάντρα του ενώ ο παραπονούμενος σε δικό του περιβόλι. Τη στιγμή εκείνη ο κατηγορούμενος φώναζε, έβριζε, μετέφερε το κοπάδι του παραπονούμενου σ' ένα χωράφι που δεν ήταν αγροτικό και με το αυτοκίνητο του προσπάθησε να κτυπήσει τον παραπονούμενο. Επειδή όμως ο κατηγορούμενος συνάντησε φυσικό εμπόδιο, σταμάτησε και εξήλθε του οχήματος του και αρπάζοντας μία βέργα προσπάθησε να τον κτυπήσει. Ακολούθως, ο παραπονούμενος τηλεφώνησε στην αστυνομία και με το που συνέβηκε αυτό ο κατηγορούμενος έφυγε. Ο ΜΚ2 στην κυρίως εξέταση του παρουσίασε σαν Τεκμήριο 2 γραπτή κατάθεση ως μέρος αυτής. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, την 01.06.11 επικοινώνησε ο παραπονούμενος με τον αστυνομικό σταθμό Κουκλιών και ανάφερε ότι την ίδια ημέρα και περί ώρα 13:30 ενώ βοσκούσε τα πρόβατα του στην τοποθεσία 'Σκάλες' στα Κούκλια, ο κατηγορούμενος προσπάθησε να τον κτυπήσει με μια ματσούκα. Αμέσως ο εν λόγω μάρτυρας μετέβηκε στο μέρος όπου συνάντησε τον παραπονούμενο, ο οποίος αρχικά είπε ότι ο κατηγορούμενος του επιτέθηκε με μια ματσούκα κτυπώντας τον στο δεξί πόδι ενώ αυτός βρισκόταν πάνω στο γαϊδούρι αλλά στη συνέχεια αναίρεσε τη θέση του αυτή λέγοντας ότι ο κατηγορούμενος δεν τον κτύπησε αλλά πιθανό να κτύπησε το πόδι του πάνω στο γαϊδούρι. Περαιτέρω, το Τεκμήριο 2 σημειώνει ότι στις 11.06.11 ο εν λόγω μάρτυρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, μέσα από την οποία αναφέρεται ότι σε καμία περίπτωση δεν συναντήθηκε με τον παραπονούμενο αφού αυτός περί ώρα 13:00 έφυγε από το χωράφι του που βρίσκεται στην τοποθεσία 'Πιαούλια' κοντά στην τοποθεσία 'Σκάλες' ακολουθώντας χωμάτινο δρόμο μπροστά από τους αρχαιολογικούς τάφους στα Κούκλια. Στη συνέχεια της ίδιας ημέρας και μεταξύ των ωρών 11:40-11:50 ο ΜΚ2 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα του κατηγορητηρίου και αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμο αυτός απάντησε "Δεν παραδέχομαι". Η ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου ημερομηνίας 11.06.11 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  2. Ο κατηγορούμενος προέβηκε σε χωρίς όρκο δήλωση λέγοντας ότι στο παρελθόν είχε καταγγείλει τον παραπονούμενο στην αστυνομία επειδή του κατάστρεφε τα σπαρτά του. Ακόμη είπε ότι όλα όσα ο παραπονούμενος ανάφερε τόσο προφορικά στο Δικαστήριο όσο και στην αστυνομία με τη γραπτή κατάθεση του είναι ψέματα. Επίσης, ο κατηγορούμενος είπε ότι δεν επιτέθηκε στον παραπονούμενο επειδή εκείνη την περίοδο δεν μπορούσε να κινηθεί λόγω του ότι είχε υποβληθεί σε εγχείριση. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Συγκεκριμένα, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία του παραπονούμενου δεν περιέχει αντιφάσεις και μαζί με την μαρτυρία του ΜΚ2 που είναι τυπικής φύσεως θα πρέπει να γίνουν αποδεκτές. Είναι ακόμη η θέση του κυρίου Συμεού ότι η μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή έχει προσκομίσει είναι τέτοια που οδηγεί σε στοιχειοθέτηση της πρώτης κατηγορίας του κατηγορητηρίου. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία της συνηγόρου υπεράσπισης, η οποία κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, η οποία βασίζεται σε μαρτυρία που είναι αναξιόπιστη. Είναι η θέση της κυρίας Λεμονάρη ότι η μαρτυρία του παραπονούμενου, πέραν του ότι είναι αντιφατική, δεν περιέχει γεγονότα που να δείχνουν ότι ο κατηγορούμενος όντως φοβήθηκε από την κατ' ισχυρισμό συμπεριφορά του κατηγορουμένου αλλά αντίθετα περιέχει στοιχεία που δείχνει το αντίθετο. Είναι ακόμη η θέση της εν λόγω συνηγόρου ότι πίσω από την καταγγελία του παραπονούμενου στην αστυνομία υπήρχαν αλλότρια κίνητρα αφού αυτή έγινε λίγες ημέρες μετά είχε λάβει κλήση από την αστυνομία σε σχέση με καταγγελία του κατηγορουμένου ότι τα ζώα του παραπονούμενου προκαλούσαν ζημιά στη φυτεία του. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Επίσης, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Η παρούσα υπόθεση είναι από αυτές που θα κριθεί με γνώμονα την αξιοπιστία των δύο εμπλεκομένων ατόμων που πρωταγωνίστησαν στο επίδικο επεισόδιο, δηλαδή αυτή του παραπονούμενου και αυτή του κατηγορουμένου. Είναι μέσα από την αξιοπιστία της μαρτυρίας αυτών των προσώπων που θα καθοριστεί το πλαίσιο των επίδικων γεγονότων. Το Δικαστήριο καλείται να κρίνει τις εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές των μερών αφού πρώτα αξιολογήσει την προσκομισθείσα μαρτυρία. Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Ο παραπονούμενος (ΜΚ1) δημιούργησε φτωχή εικόνα στο Δικαστήριο. Η όλη στάση που επέδειξε ως μάρτυρας κατά την παρουσία του στο Δικαστήριο δεν ήταν αυτή ενός φιλαλήθη ατόμου. Η μαρτυρία του δεν ήταν σταθερή αλλά χαρακτηρίζεται από παλινδρομήσεις ενώ παράλληλα περιέχει ουσιώδεις αντιφάσεις. Ενδεικτικό του χαμηλού επιπέδου αξιοπιστίας είναι ακόμη και την επίδικη ημέρα που το κατ' ισχυρισμό επεισόδιο συνέβηκε και συγκεκριμένα όταν η αστυνομία μετέβηκε επί τόπου μετά από τηλεφώνημα του παραπονούμενου, ο τελευταίος, στα πλαίσια εξήγησης στον ΜΚ2 το τι ακριβώς έγινε, αναίρεσε βασικά γεγονότα που αρχικά παρουσίασε ότι είχαν διαδραματιστεί και πρόταξε εντελώς διαφορετικά στοιχεία. Ενώ στην κυρίως εξέταση του έδωσε μία εκδοχή, μέσα από τις ερωτήσεις της αντεξέτασης του διαφοροποιόταν συνεχώς δίδοντας έτσι την εικόνα ότι η εκδοχή του εδράζεται σε κατασκευασμένες αναφορές. Από τον τρόπο και το ύφος που απαντούσε αλλά και το περιεχόμενο των τοποθετήσεων του κατέστη αντιληπτό ότι ο παραπονούμενος δεν ενδιαφερόταν να παρουσιάσει την αλήθεια στο Δικαστήριο αλλά να εφεύρει εκδοχή, η οποία θα προκαλούσε πρόβλημα στον κατηγορούμενο. Τα πιο πάνω μοιραία έχουν μολύνει όλη την μαρτυρία του κατηγορουμένου στη ρίζα της και ειδικότερα τόσο τη δια ζώσης μαρτυρία όσο και το Τεκμήριο 1 που αποτέλεσε μέρος της μαρτυρίας του (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168, Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ., 266 και Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερομηνίας 29.11.13). Η μαρτυρία του παραπονούμενου στερείται πειστικότητας σε τέτοιο βαθμό και έκταση που δημιουργεί αρκετές αμφιβολίες στο Δικαστήριο αναφορικά με την αλήθεια του περιεχομένου της και κατά πόσο αυτή αντικατοπτρίζει τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης αυτής, αδυνατώντας έτσι να την αποδεχθώ και να στηριχθώ σ' αυτή. Το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν μπορεί να στηριχτεί με ασφάλεια πάνω στην μαρτυρία του παραπονούμενου προκειμένου να καταλήξει σε ορθά και αληθή ευρήματα και συμπεράσματα, την οποία μαρτυρία του παραπονούμενου δεν αποδέχεται ως αληθή και αξιόπιστη στην ολότητα της. Προς τεκμηρίωση των πιο πάνω παραπέμπω κατ' αρχήν σε σχετική μαρτυρία του ΜΚ2, η οποία περιέχεται στο Τεκμήριο 2 και αναφέρει ότι όταν ο παραπονούμενος τηλεφώνησε στην αστυνομία την ημέρα του επιδίκου περιστατικού για να το καταγγείλει επικαλέστηκε ότι ο κατηγορούμενος προσπάθησε να τον κτυπήσει με μια ματσούκα χωρίς όμως να ισχυρίζεται ότι πράγματι τον κτύπησε. Ακολούθως όμως όταν ο ΜΚ2 μετέβηκε επί τόπου, ο παραπονούμενος του είπε ότι ο κατηγορούμενος όντως τον κτύπησε με την ματσούκα που κρατούσε. Ωστόσο αμέσως μετά αναίρεσε την εκδοχή του αυτή και προέβαλε μια διαφορετική εκδοχή σε σχέση με τα γεγονότα που ισχυρίζεται ότι διαδραματίστηκαν λέγοντας τώρα ότι ο κατηγορούμενος δεν τον κτύπησε αλλά ότι πιθανό το πόδι του να είχε κτυπήσει πάνω στο γαϊδούρι του. Το Δικαστήριο δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την αναφορά του αστυνομικού εξεταστή (ΜΚ2), ο οποίος, χωρίς να έχει οποιονδήποτε συμφέρον από την υπόθεση, ανταποκρίθηκε αμέσως στη καταγγελία που έγινε από τον παραπονούμενο μεταβαίνοντας επί τόπου προκειμένου να διεκπεραιώσει τα καθήκοντα του. Η δε μαρτυρία του ΜΚ2 στο συγκεκριμένο θέμα παρέμεινε αναντίλεκτη. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι στη γραπτή κατάθεση του ο παραπονούμενος δεν αναφέρει ότι κτύπησε το πόδι του οπουδήποτε, ως ήταν μέχρι τότε η εκδοχή του. Επίσης, ενώ ο παραπονούμενος αρχικά στην αντεξέταση του εκπλήσσεται και διερωτάται για ποιο λόγο ο κατηγορούμενος ξαφνικά στράφηκε εναντίον του τα τελευταία 6-7 χρόνια, στο Τεκμήριο 1 επικαλείται γενικά και αόριστα ως λόγο διαμάχης μεταξύ τους παρεξήγηση που υπήρξε στο παρελθόν, παραλείποντας όμως να αποκαλύψει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες της. Στη συνέχεια της αντεξέτασης του ο παραπονούμενος φωτογραφίζει ως μεταξύ τους παρεξήγηση το ότι στο παρελθόν είχε καταγγείλει τον κατηγορούμενο για καλλιέργεια κριθαριού με φαρμάκι με απώτερο στόχο να φαρμακώσει τα ζώα του αλλά μετά από επίμονες ερωτήσεις της συνηγόρου υπεράσπισης ο παραπονούμενος παραδέχτηκε ότι λίγες ημέρες πριν ο ίδιος προβεί στην επίδικη καταγγελία έλαβε κατηγορητήριο από την αστυνομία συνεπεία καταγγελίας του κατηγορουμένου εναντίον του παραπονούμενου ότι τα ζώα του εισέρχονταν στο χωράφι του κατηγορουμένου και κατάστρεφαν τη φυτεία του. Επομένως, προκύπτει ότι η επικαλούμενη παρεξήγηση δεν επικεντρώνεται μόνο σε καταγγελία εναντίον του κατηγορουμένου για καλλιέργεια κριθαριού με φαρμάκι αλλά περιλαμβάνει και καταγγελία εναντίον του παραπονούμενου για καταστροφή σπαρτών του κατηγορουμένου από τα ζώα του πρώτου, γεγονός που παραδέχτηκε εκ των υστέρων μετά που η συνήγορος υπεράσπισης έφερε το θέμα στο προσκήνιο, με τον παραπονούμενο όμως να αποφεύγει από μόνος του να το αναφέρει τόσο στο Τεκμήριο 1 όσο και αρχικά στη προφορική του μαρτυρία. Περαιτέρω, ενώ ο κατηγορούμενος μέσα από το Τεκμήριο 1 αναφέρει ότι τη στιγμή του κατ' ισχυρισμό επεισοδίου βρισκόταν σε αγροτικό δρόμο στην περιοχή Κουκλιών εκεί όπου γίνονται ανασκαφές αρχαίων επιβλέποντας το κοπάδι που πήγαινε για βοσκή και ότι σε κάποια στιγμή είδε τον κατηγορούμενο να έρχεται από μακριά οδηγώντας όχημα άσπρου χρώματος και να σταματά στον αγροτικό δρόμο που το κοπάδι του διασταύρωνε, στην αντεξέταση του ελίχθηκε και διαφοροποιήθηκε λέγοντας πως τη δεδομένη στιγμή του επεισοδίου ο ίδιος βρισκόταν στην μάντρα του και ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε δικό του περιβόλι. Επιπλέον, ενώ ο παραπονούμενος στο Τεκμήριο 1 αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος ακινητοποίησε το όχημα του στον αγροτικό δρόμο, ότι εξήλθε του οχήματος πήρε μία ματσούκα και κινήθηκε προς το μέρος του με απειλητικές διαθέσεις και αυτός επειδή φοβήθηκε έτρεξε με το γαϊδούρι του και πρόλαβε να απομακρυνθεί λόγω της απόστασης των 20 μέτρων περίπου που τους χώριζε, στην αντεξέταση του ελίχθηκε και διαφοροποιήθηκε λέγοντας πως ο κατηγορούμενος μετέφερε το κοπάδι του παραπονούμενου σ' ένα χωράφι που δεν ήταν αγροτικό και με το όχημα του προσπάθησε να τον κτυπήσει πλην όμως επειδή συνάντησε φυσικό εμπόδιο δεν μπόρεσε να το πράξει με αποτέλεσμα να εξέλθει του οχήματος του και να πάρει μία βέργα με σκοπό να τον κτυπήσει. Με το που όμως ο παραπονούμενος τηλεφώνησε στην αστυνομία ο κατηγορούμενος εξαφανίστηκε. Όπως φαίνεται στην αντεξέταση του ο παραπονούμενος παρουσιάζει μια εντελώς νέα εκδοχή, τη στιγμή που στην κυρίως εξέταση του απλά υιοθέτησε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  1. Η δικαιολογία που προσπάθησε να δώσει προκειμένου να εξηγήσει αυτό το μεγάλο κενό δεν γίνεται πιστευτή και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Συγκεκριμένα, η θέση του παραπονούμενου ότι ανάφερε στον αστυνομικό που έλαβε την κατάθεση του το περιστατικό με το αυτοκίνητο και ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει γράμματα για να μπορούσε να εντοπίσει το πρόβλημα δεν ευσταθεί δεδομένης της ενυπόγραφης δήλωσης του αστυφύλακα 3486 Α. Μαλεκκίδη ότι είχε διαβάσει το Τεκμήριο 1 στον παραπονούμενο και αφού αυτός το αναγνώρισε ως ορθό το υπέγραψε στην παρουσία του εν λόγω αστυφύλακα, πράγμα που ο παραπονούμενος παραδέχτηκε. Αν όντως ίσχυε το περιστατικό με το όχημα τότε με το που του διαβάστηκε η κατάθεση και προτού την υπογράψει ως ορθή ο παραπονούμενος θα υποδείκνυε την έλλειψη αυτή στο πιο πάνω αστυφύλακα απαιτώντας την διόρθωση της. Το ότι ο παραπονούμενος δεν το έπραξε αφήνει σοβαρές αμφιβολίες ως προς την αλήθεια και γνησιότητα του εν λόγω ισχυρισμού του. Αμφιβολίες όμως εγείρονται και για τον ισχυρισμό του παραπονούμενου περί φόβο που αισθάνθηκε μέσα από την κατ' ισχυρισμό συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Ειδικότερα, το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ενώ το επίδικο κατ' ισχυρισμό επεισόδιο διαδραματίστηκε την 01.06.11 περί 13:30 και ο παραπονούμενος τηλεφώνησε στην αστυνομία περί ώρα 15:00 της ίδιας ημέρας σε συνδυασμό με την τελευταία μορφή της εκδοχή του που λέει ότι με το που αυτός τηλεφώνησε στην αστυνομία ο κατηγορούμενος εξαφανίστηκε, δείχνει παραμονή στο χώρο μαζί με τον κατηγορούμενο για 1,5 ώρα περίπου. Παράλληλα, το αναντίλεκτο γεγονός ότι ο παραπονούμενος τελικά προσήλθε στην αστυνομία για να δώσει γραπτή κατάθεση σε σχέση με την καταγγελία του εναντίον του κατηγορουμένου σε συνάρτηση με την προαναφερόμενη παραμονή του στον ίδιο χώρο που βρισκόταν και ο κατηγορούμενος για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα θέτουν το συναίσθημα του φόβου που ο παραπονούμενος ισχυρίζεται ότι είχε κάτω από σοβαρή αμφιβολία ως προς την αλήθεια και γνησιότητα του. Ο ΜΚ2 ήταν ο αστυνομικός εξεταστής της υπόθεσης. Η μαρτυρία του εστιάζεται στις διάφορες ενέργειες στις οποίες προέβηκε για τη διερεύνηση της υπόθεσης αυτής. Οι ενέργειες του αυτές ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν από τον κατηγορούμενο. Κάτω από αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του ΜΚ2 υπό την ιδιότητα του αστυνομικού εξεταστή της υπόθεσης που περιστρέφεται γύρω από τις αναντίλεκτες ενέργειες που αυτός έκαμε στα πλαίσια διερεύνησης αυτής της υπόθεσης περιλαμβανομένου της γραπτής κατάθεσης του που είναι το Τεκμήριο 2 και αποτελεί μέρος της όλης μαρτυρίας του στο Δικαστήριο, πάντοτε βέβαια το κομμάτι αυτής που αφορά την υπό εκδίκαση κατηγορία. Παράλληλα, μέρος της μαρτυρίας του δείχνει γνώση του εν λόγω μάρτυρα σε σχέση με το τηλεφώνημα του παραπονούμενου στον αστυνομικό σταθμό Κουκλιών καθώς επίσης αναφέρεται σε εξ' ακοής μαρτυρία προερχόμενη από τον παραπονούμενο. Ο παραπονούμενος κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και σε καμία περίπτωση αμφισβήτησε οποιαδήποτε από τις πιο πάνω αναφορές του ΜΚ
  2. Το Δικαστήριο δεν έχει λόγο από μόνο του να αμφισβητήσει τα λεγόμενα του ΜΚ2 και με γνώμονα ότι η εξ' ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται ή απορρίπτεται απλώς και μόνο επειδή είναι εξ' ακοής (άρθρο 24 Κεφ.9) αποδέχεται το σκέλος αυτό της μαρτυρίας του ΜΚ
  3. Συγκεκριμένα από την μαρτυρία του ΜΚ2, δέχομαι ότι ο εν λόγω μάρτυρας υπό την ιδιότητα του αστυνομικού εξεταστή και στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης αυτής γνωρίζει ότι έγιναν τα πιο κάτω ενώ παράλληλα προέβηκε στις ακόλουθες αδιαμφισβήτητες ενέργειες: (α) Την 01.06.11 και περί ώρα 15:00 τηλεφώνησε στον αστυνομικό σταθμό ο παραπονούμενος αναφέροντας ότι την ίδια ημέρα και περί ώρα 13:30 ενώ βοσκούσε τα πρόβατα του στην τοποθεσία 'Σκάλες' στα Κούκλια ο κατηγορούμενος προσπάθησε να τον κτυπήσει με μια ματσούκα. (β) Ο ΜΚ2 μετέβηκε επί τόπου όπου εκεί ο παραπονούμενος αρχικά του είπε ότι ο κατηγορούμενος του επιτέθηκε με μια ματσούκα κτυπώντας τον στο δεξί πόδι ενώ αυτός βρισκόταν πάνω στο γαϊδούρι αλλά στη συνέχεια αναίρεσε τη θέση του αυτή λέγοντας ότι ο κατηγορούμενος δεν τον κτύπησε αλλά πιθανό να κτύπησε το πόδι του πάνω στο γαϊδούρι. (γ) Την 11.06.11 ο εν λόγω μάρτυρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο. (δ) Ακολούθως την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 11:40-11:50 ο ΜΚ2 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα του κατηγορητηρίου και αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμο αυτός απάντησε "Δεν παραδέχομαι". Ο κατηγορούμενος, όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω, προέβηκε σε χωρίς όρκο κατάθεση από την θέση στην οποίαν βρισκόταν, εξασκώντας έτσι το δικαίωμα που του παρέχει το άρθρο 74
(1)(γ) της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ.155 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Είναι γνωστό ότι η παροχή χωρίς όρκο κατάθεσης δεν επενεργεί εις βάρος του κατηγορουμένου αλλά ούτε και εκλαμβάνεται ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του. Είναι αποσαφηνισμένο μέσα από τη νομολογία ότι η χωρίς όρκο δήλωση του κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ωστόσο, όπως έχει επίσης νομολογηθεί, η αξία που έχει μία τέτοια δήλωση είναι περιορισμένη αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης (Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Δημοσθένους κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Ιωάννου και Σιμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, R. v. Frost [1964] 64 Cr. App. R. 284, Σίφουνας v. Δημοκρατίας και Πέτρου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ.91, Vrakas v. R
(1973)2 CLR 139, Θεμιστοκλέους v. Αστυνομίας
(1981)2 CLR 200, Καντάρ v. Δημοκρατίας
(1978)2 CLR 132). Στην δε υπόθεση Θεοχάρους v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22 τονίστηκε πως η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει την ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε αξιόπιστη. Το Δικαστήριο όμως έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη πριν καταλήξει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της. Έχοντας αξιολογήσει την χωρίς όρκο κατάθεση του κατηγορουμένου, κρίνω ότι αυτή είναι γενική και αόριστη χωρίς να περιέχει οποιοδήποτε πραγματικό υπόβαθρο με συγκεκριμένα στοιχεία και λεπτομέρειες. Η δε θέση του ότι δεν επιτέθηκε στον παραπονούμενο επειδή εκείνη την περίοδο δεν μπορούσε να κινηθεί λόγω του ότι είχε υποβληθεί σε εγχείριση που αποτελεί μέρος της ανώμοτης δήλωσης του, επίσης στερείται συγκεκριμένων στοιχείων, όπως πότε και σε ποιο σημείο του σώματος του εγχειρίστηκε που με την αναφορά τους θα της προσέδιδαν μορφή συγκεκριμένης υπόστασης. Τα πιο πάνω εκμηδενίζουν την όποια αξία της δήλωσης, η οποία παρεμπιπτόντως δεν ενισχύεται από οποιαδήποτε άλλη αποδεκτή μαρτυρία. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται το περιεχόμενο της ανώμοτης κατάθεσης του κατηγορουμένου. Αναφορικά με τη γραπτή ανακριτική κατάθεση ημερομηνίας 11.06.11 του κατηγορουμένου στην αστυνομία που είναι το Τεκμήριο 3 φαίνεται ότι αυτή δεν αποτέλεσε μέρος της χωρίς όρκου κατάθεσης του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου το περιεχόμενο της ουδεμία σημασία ή αξία έχει. Πέραν όμως και ανεξαρτήτως του πιο πάνω, μέσα από το Τεκμήριο 3 ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι την ημέρα του κατ' ισχυρισμό περιστατικού και περί ώρα 12:00 μετέβηκε με το όχημα του σε χωράφι του για να το περιποιηθεί όπου και παρέμεινε μέχρι ώρα 13:00 όταν έφυγε με κατεύθυνση την οικία του. Η αναφορά του αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την χωρίς όρκο κατάθεση του μέσα από την οποία δήλωσε ότι εκείνη την περίοδο δεν μπορούσε να κινηθεί λόγω του ότι είχε υποβληθεί σε εγχείριση. Συνεπώς, κάτω από αυτές τις περιστάσεις δεν θα προσέδιδα οποιαδήποτε βαρύτητα στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3. Σύμφωνα με την πιο πάνω αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας που προσάχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και έχοντας απορρίψει τη μαρτυρία τόσο του παραπονούμενου όσο και του κατηγορούμενου, που ήταν οι μοναδικοί μάρτυρες που κατέθεσαν για τα επίδικα γεγονότα της υπόθεσης αυτής, αδυνατώ να καταλήξω σε οποιαδήποτε ευρήματα αναφορικά με το κατ' ισχυρισμό επεισόδιο. Από όσα όμως έχουν λεχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου καθίσταται αντιληπτό ότι οι σχέσεις του παραπονούμενου με του κατηγορουμένου δεν είναι καθόλου φιλικές και αυτό φαίνεται να χρονολογείται. Πέτρα του σκανδάλου φαίνεται να είναι η μη αρμονική συνύπαρξη του κοπαδιού του παραπονούμενου και του χωραφιού ή των χωραφιών του κατηγορούμενου. Ευρήματα: Παρά την μη κατάληξη στις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβηκε το επίδικο περιστατικό, εντούτοις μέσα από την αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή, καταλήγω στα ακόλουθα γενικότερα ευρήματα: Την 01.06.11 ο παραπονούμενος επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον αστυνομικό σταθμό Κουκλιών και ανάφερε ότι την ίδια ημέρα και περί ώρα 13:30 ενώ βοσκούσε τα πρόβατα του στην τοποθεσία 'Σκάλες' στα Κούκλια, ο κατηγορούμενος προσπάθησε να τον κτυπήσει με μια ματσούκα. Αμέσως ο αρχιαστυφύλακας 857 Γεώργιος Γεωργίου (ΜΚ2) μετέβηκε στο μέρος όπου συνάντησε τον παραπονούμενο, ο οποίος αρχικά του είπε ότι ο κατηγορούμενος του επιτέθηκε με μια ματσούκα κτυπώντας τον στο δεξί πόδι ενώ αυτός βρισκόταν πάνω στο γαϊδούρι αλλά στη συνέχεια αναίρεσε τη θέση του αυτή λέγοντας ότι ο κατηγορούμενος δεν τον κτύπησε αλλά πιθανό να κτύπησε το πόδι του πάνω στο γαϊδούρι. Στις 02.06.11 ο παραπονούμενος προέβηκε σε γραπτή κατάθεση στην αστυνομία σε σχέση με την καταγγελία του εναντίον του κατηγορουμένου. Στις 11.06.11 ο ΜΚ2 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 3). Ακολούθως την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 11:40-11:50 ο ΜΚ2 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα του κατηγορητηρίου και αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμο αυτός απάντησε "Δεν παραδέχομαι". Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλέπε Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλέπε Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Όπως έχει προαναφερθεί ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία που αφορά το αδίκημα της απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Κεφ.154. Το εν λόγω άρθρο προνοεί τα εξής: "Απειλή 91Α. Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη. " Μελέτη των πιο πάνω διατάξεων καθιστά σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απειλής δυνάμει του άρθρου 91Α είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος απειλεί τον κατηγορούμενο να ασκήσει εναντίον του βία ή παράνομη πράξη ή παράλειψη και (β) ο κατηγορούμενος προκαλεί τρόμο ή ανησυχία στον παραπονούμενο. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι δεν υπάρχει ίχνος αποδεκτής μαρτυρίας που να αποδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος απείλησε καθ' οιονδήποτε τρόπο τον κατηγορούμενο είτε ότι θα ασκήσει εναντίον του βία είτε με παράνομη πράξη είτε υπό τη μορφή παράλειψης οποιουδήποτε μέτρου είτε άλλως πως. Ούτε υπάρχει οποιαδήποτε αποδεκτή μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι ο παραπονούμενος αισθάνθηκε τρόμο, φόβο ή ανησυχία συνεπεία επιλήψιμης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου. Συνεπώς, κανένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού έχει στοιχειοθετηθεί. Εφόσον η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, καταλήγω ότι αυτή απέτυχε να το πράξει. Η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει σωρευτικά όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Το κενό που παρατηρείται στα γεγονότα δεν μπορεί να συμπληρωθεί μέσω εικασιών και υποθέσεων όσο εύλογες και αν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Στις υποθέσεις Τούμπας ν. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R.110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 υποδείχθηκε πως εάν στο τέλος της εκδίκασης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας που αντιμετωπίζει. Υπό το φως των πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του κατηγορουμένου, ο οποίος, στη βάση υποβοσκουσών εύλογων αμφιβολιών, απαλλάσσεται και αθωώνεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Έξοδα €120,00 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Judgment Αναφορά: Ποινικό/Απειλή /Άρθρο 91Α Κεφ.154/Τελική Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.