Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. RAMEZ HADIDI, Αρ. Υπόθεσης: 8431/14, 10/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B176 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8431/14 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. RAMEZ HADIDI Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 10.10.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού Για Κατηγορούμενο: κος Γ. Λοΐζου Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στις κατηγορίες της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου κατά παράβαση του άρθρου 339 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (τρίτη κατηγορία), της πλαστοπροσωπίας κατά παράβαση του άρθρου 360 του Κεφ.154 (τέταρτη κατηγορία) και της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά παράβαση των άρθρων 6
(1)(κ), 19
(1)(λ) και 20 του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ.105 μετά των συναφών τροποποιήσεων (έκτη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος, ενώ είναι αλλοδαπός από τη Συρία σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ του μηνός Σεπτεμβρίου 2014 και 07.09.14 βρισκόταν στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Επίσης, ο κατηγορούμενος στις 07.09.14 εν γνώσει του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία το πλαστό κυπριακό δελτίο ταυτότητας με αριθμό 1207311 παρουσιάζοντας το στον αστυφύλακα 3896 Ι. Ιωνά του Κ.Ε.Δ. Αεροδρομίου Πάφου. Παράλληλα, κατά τον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο ο κατηγορούμενος, με σκοπό την καταδολίευση του πιο πάνω αστυφύλακα ψευδώς παρέστησε τον εαυτό του ως τον Ehab Aslharabti από την Ιορδανία ενώ στην πραγματικότητα είναι ο Ramez Hadidi από την Συρία. Σε σχέση με τις κατηγορίες 1, 2 και 5 η κατηγορούσα αρχή προέβηκε στην διακοπή τους και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος απαλλάγηκε σ' αυτές. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, είναι τα ακόλουθα: Στις 07/09/14 και περί ώρα 13:30 ενώ ο Αστυφ. 3896 Ιωνάς Ιωνά (Μ1) του ΚΕΔ Αεροδρομίου Πάφου διενεργούσε διαβατηριακό έλεγχο στο τομέα αναχώρησης του Αεροδρομίου Πάφου, παρουσιάστηκε ο κατηγορούμενος για να αναχωρήσει με την πτήση FR 1806 με προορισμό το NYKOPING της Σουηδίας. Κατά το διαβατηριακό έλεγχο ο κατηγορούμενος παρουσίασε στον Μ2 ένα κυπριακό δελτίο ταυτότητας με αρ. 1207311 στο όνομα EHAB ASLHARABTI, γεννηθείς στην Ιορδανία στις 05/02/1980 καθώς επίσης και μία ηλεκτρονική κάρτα επιβίβασης με αριθμό FR 1806 με προορισμό το NYKOPING της Σουηδίας με τα ίδια πιο πάνω στοιχεία. Στη συνέχεια από τον προκαταρκτικό έλεγχο που ο Μ1 διενήργησε στο εν λόγω δελτίο ταυτότητας, εγέρθησαν εύλογες υπόνοιες ότι αυτό ήταν πλαστογραφημένο καθότι υπήρχαν ενδείξεις για αλλοίωση στην μπροστινή του σελίδα. Συγκεκριμένα υπήρχαν ενδείξεις τοποθέτησης επιπρόσθετης μεμβράνης ασφαλείας κάτι που δημιουργεί υπόνοιες για αλλοίωση της φωτογραφίες ή και των βιογραφικών στοιχείων του κατόχου. Από περαιτέρω έλεγχο που ο προαναφερόμενος αστυφύλακας διενήργησε στην βάση δεδομένων του Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, διαπίστωσε ότι τα στοιχεία που αναγράφονται στο δελτίο ταυτότητας είναι μεν ορθά πλην όμως της φωτογραφίας, η οποία ήταν διαφορετική από αυτή που είναι καταχωρημένη στη βάση δεδομένων και διέφερε από αυτή η οποία ήταν εκτυπωμένη πάνω στο εν λόγω έγγραφο. Ακολούθως ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε στα γραφεία του ΚΕΔ Αερολιμένα Πάφου όπου ανακρινόμενος προφορικά από τον Μ1 ομολόγησε ότι κατάγεται από την Συρία και το όνομα του είναι RAMEZ HADIDI με ημερομηνία γέννησης 06/02/1977. Επίσης μέσα από έρευνα που διεξήχθηκε διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος μεταξύ Σεπτεμβρίου 2014 και 07/09/14 βρέθηκε και παρέμεινε στην Κύπρο χωρίς άδεια από την Αρμόδια Αρχή. Επιπροσθέτως ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι παρέμεινε για 4 μέρες μέσα σε ένα διαμέρισμα χωρίς να γνωρίζει πού βρίσκεται αυτό και στις 07/09/14 συνοδεύτηκε με αυτοκίνητο άγνωστης μάρκας, άσπρου χρώματος στο αεροδρόμιο Πάφου όπου του παραδόθηκε το πλαστογραφημένο κυπριακό δελτίο ταυτότητας και αυτός παρέδωσε το συριακό του διαβατήριο. Την ίδια μέρα και ώρα 13:45 ο Μ1 συνέλαβε στα γραφεία του ΚΕΔ αναχωρήσεων Πάφου τον κατηγορούμενο για τα αυτόφωρα αδικήματα της πλαστοπροσωπείας και της παράνομης παραμονής και αφού προηγουμένως τον πληροφόρησε για τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε "I´m sorry". Aπό έλεγχο που διενήργησε ο Μ1 στην βάση δεδομένων του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης στο σύστημα αφιξοαναχωρήσεων και στον κατάλογο σεσημασμένων προσώπων χρησιμοποιώντας τα στοιχεία του κατηγορούμενου δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου και ώρα 16:35 συνελήφθηκε από τον αστυφύλακα 4908 Μ. Χρίστου με δικαστικό ένταλμα σύλληψης για όλα τα υπό αναφορά αδικήματα της παρούσας υπόθεσης. Ο αστυφύλακας 4908 του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του στην αγγλική γλώσσα και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο ο κατηγορούμενος απάντησε "ΟΚ". Στις 09/09/14 ο αστυφύλακας 4908 επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την αστυφύλακα 2635 του εργαστηρίου εξέτασης εντύπων και εκτυπώσεων ασφαλείας του ΥΠΕΓΕ, η οποία ανέφερε ότι από προκαταρτικό έλεγχο που έγινε διαπιστώθηκε ότι το πιο πάνω κυπριακό δελτίο ταυτότητας ήταν πλαστογραφημένο. Ειδικότερα ο αστυφύλακας 2635 ανέφερε ότι αποσβέστηκαν τα στοιχεία από το μπροστινό μέρος της ταυτότητας και αλλάχθηκε η φωτογραφία και τα στοιχεία. Επιπλέον, ανέφερε ότι επικολλήθηκε πλαστό φύλλο χαρτιού με πλαστική μεμβράνη με τα νέα στοιχεία. Καταλήγοντας ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής δήλωσε πως ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου ενώ ζήτησε όπως το κυπριακό δελτίο ταυτότητας και η κάρτα επιβίβασης κατασχεθούν και καταστραφούν. Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για την ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας, πράγμα που έγινε. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 37 ετών από τη Συρία, έγγαμος και πατέρας 3 ανηλίκων παιδιών ηλικίας 10 ετών και δίδυμα 6 ετών. Προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης και είναι το μεγαλύτερο από τα 3 παιδιά της οικογένειας του. Οι σχέσεις του με την οικογένεια του περιγράφονται καλές. Οι γονείς του είναι μεγάλης ηλικίας και δεν εργάζονται ενώ συντηρούνται οικονομικά από τα παιδιά τους. Ο κατηγορούμενος είναι απόφοιτος πανεπιστημίου της χώρας του στον κλάδο πολιτικής μηχανικής και εργάστηκε σε εταιρεία στη Συρία ως πολιτικός μηχανικός. Τα τελευταία 3,5 έτη λόγω της εμπόλεμης κατάστασης στη χώρα του κατέστη άνεργος και ζούσε με χρήματα που είχε αποταμιεύσει. Ο ίδιος δηλώνει πως δεν έχει εισοδήματα αλλά απλά διαθέτει το ποσό των €200,00 σε λογαριασμό των Κεντρικών Φυλακών όπου βρίσκεται εγκλεισμένος ως υπόδικος. Εξαιτίας των οικονομικών προβλημάτων που η δική του οικογένεια αντιμετώπιζε, ο ίδιος εγκατέλειψε τη χώρα του με σκοπό να μεταβεί στη Σουηδία για να εξεύρει εργασία και στη συνέχεια να μεταφέρει εκεί την οικογένεια του. Όπως ακόμη σημειώνεται στην έκθεση, ο κατηγορούμενος αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει και εκφράζει τη μεταμέλεια του. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης, αφού πρόταξε το λευκό ποινικό μητρώο και την παραδοχή του πελάτη του, κάλεσε το Δικαστήριο να διαχωρίσει την παρούσα υπόθεση από άλλες παρόμοιες περιπτώσεις λόγω των συνθηκών διάπραξης. Είναι η θέση του εν λόγω συνηγόρου ότι η εμπόλεμη κατάσταση στη Συρία υποχρέωσε τον κατηγορούμενο να αναζητήσει καλύτερες συνθήκες διαβίωσης τόσο για τον ίδιο όσο και για την οικογένεια του. Όπως ο συνήγορος υπεράσπισης ανάφερε, σκέψη του κατηγορουμένου είναι με ποιο τρόπο θα φέρει την οικογένεια του στην Κύπρο, η οποία αυτή τη στιγμή βρίσκεται στη Συρία. Αναφερόμενος στην αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ο κύριος Λοΐζου αναγνώρισε ότι ο πελάτης του, ο οποίος είναι μορφωμένος (πολιτικός μηχανικός στο επάγγελμα) λανθασμένα προχώρησε στην εξασφάλιση πλαστών εγγράφων για την μετάβαση του στην Κυπριακή Δημοκρατία αλλά το έπραξε με σκοπό να προετοιμάσει μία καλύτερη κατάσταση στην Δημοκρατία και να μπορέσει έτσι στο μέλλον να φέρει τη σύζυγο και τα τρία ανήλικα παιδιά του. Σύμφωνα με τον εν λόγω συνήγορο, ο κατηγορούμενος αναγνωρίζει πλήρως τις συνέπειες των πράξεων του γι' αυτό και προχώρησε στην παραδοχή των αδικημάτων που αντιμετωπίζει. Όπως ακόμη ο συνήγορος υπεράσπισης είπε, ο πελάτης του είναι πλέον αιτητής πολιτικού ασύλου. Ερχόμενος στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, ο συνήγορος υπεράσπισης υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας προσθέτοντας ότι η σύζυγος του πελάτη του είναι άνεργη και βρίσκεται σε δύσκολη θέση να συντηρήσει τα παιδιά του. Ο δε κατηγορούμενος, αφού απολογήθηκε για τη σοβαρότητα της αξιόποινης συμπεριφοράς του, συμπληρωματικά ανάφερε ότι η κατοικία του βομβαρδίστηκε ενώ αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Συρία μετά που απειλήθηκε τηλεφωνικώς. Ερχόμενος στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του, ο κατηγορούμενος υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας συμπληρώνοντας ότι η σύζυγος του είναι καρδιοπαθής και μαζί με τα παιδιά τους διαμένουν στη Συρία αντιμετωπίζοντας κινδύνους λόγω της εμπόλεμης κατάστασης που εκεί επικρατεί. Αναμφίβολα όλα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι σοβαρά, γεγονός που και ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης αναγνώρισε ευθέως αλλά και ο ίδιος ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Δεσπόζουσα θέση σοβαρότητας κατέχουν τα αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και της πλαστοπροσωπίας. Η διάπραξη του αδικήματος της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου όταν αφορά επίσημο έγγραφο, όπως είναι το δελτίο κυπριακής ταυτότητας στην παρούσα περίπτωση, τιμωρείται, σύμφωνα με τα άρθρα 337 και 339 του Κεφ.154, με ποινή φυλάκισης 10 ετών. Το δε αδίκημα της πλαστοπροσωπίας επισύρει, με βάση το άρθρο 360 του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 2 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι €2.562,90 ή και τις δύο αυτές ποινές. Όσον αφορά το αδίκημα της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας τιμωρείται, δυνάμει του άρθρου 19
(1)(λ) του Κεφ.105, με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το 1 έτος ή με χρηματική ποινή μέχρι €1.708,60 ή και με τις δύο αυτές ποινές. Η κυκλοφορία πλαστού επισήμου εγγράφου, η πλαστοπροσωπία και άλλα ομοειδή αδικήματα όπως η πλαστογραφία θεωρούνται σοβαρά για τον επιπλέον λόγο ότι ενέχουν το στοιχείο της σοβαρής παρανομίας και της εξαπάτησης αρχών και ατόμων (Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ματθαίου άλλως Μαλέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1). Η φύση του είδους του πλαστογραφημένου εγγράφου σκοπεύει να επιτρέψει ή να βοηθήσει τη διακίνηση ανθρώπων με πλαστή ταυτότητα από χώρα σε χώρα, επιπρόσθετα προς άλλες χρήσεις στις οποίες μπορεί να τεθεί. Πρόκειται για αδικήματα με διεθνείς προεκτάσεις, η διάπραξη των οποίων δημιουργεί προβλήματα στις σχέσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας με άλλα κράτη τόσο της Ευρώπης όσο και του υπολοίπου κόσμου, πλήττοντας έτσι τα συμφέροντα του νησιού. Εύκολα μπορεί να χαρακτηριστεί σαν ένα διεθνές έγκλημα και η Κύπρος δεν μπορεί να είναι ένας πρόσφορος τόπος για τη διάπραξη τέτοιων εγκλημάτων. Οι κυπριακές αρχές έχουν καθήκον να εφαρμόζουν το νόμο καθώς και τις ευρωπαϊκές αλλά και διεθνείς συμβάσεις και ασφαλώς να μην επιτρέπουν τη διακίνηση προσώπων με ψευδή ταυτότητα. Το νησί αυτό προσφέρει φιλοξενία στους αλλοδαπούς με πλήρη κατανόηση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν στις χώρες τους αλλά και αυτοί πρέπει να αντιληφθούν ότι η κατάχρηση αυτής της φιλοξενίας συνεπάγεται κυρώσεις και ότι ταυτόχρονα μειώνει την προσφορά ευκαιριών στους ιδίους και σε άλλους συμπατριώτες τους από του να βρίσκονται με τόση ευκολία στην Κύπρο. Η σοβαρότητα του αδικήματος της παράνομης παραμονής στην Κύπρο έγκειται ακόμη στις αλυσιδωτές επιπτώσεις που η διάπραξη του προκαλεί στην κυπριακή οικονομία και κοινωνία γενικότερα. Τέτοιου είδους αδικήματα στρέφονται ευθέως κατά του κράτους και της έννομης τάξης, ενώ ταυτόχρονα υπονομεύουν τη δυνατότητα των αρμοδίων αρχών για άσκηση αποτελεσματικού ελέγχου στην επικράτεια της, προκειμένου να γνωρίζουν ανά πάσα στιγμή ποιος παραμένει στο νησί και για ποιο λόγο, πέραν του γεγονότος ότι προκαλούνται προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως. Η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα και συνάμα συντεταγμένο κράτος το οποίο διέπεται από νόμους, οι οποίοι ρυθμίζουν τον τρόπο άσκησης των δικαιωμάτων τόσο των πολιτών της όσο και αυτών άλλων κρατών. Σε ότι αφορά τους τελευταίους, η παραμονή στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας επιτρέπεται, όχι όμως ανεξέλεγκτα, αλλά σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις που καθορίζει ο Νόμος. Παρόλο ότι τα Δικαστήρια δεν μπορούν παρά να εκφράζουν τη συμπάθεια τους σε πρόσωπα που εγκαταλείπουν τις χώρες καταγωγής τους αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον στη χώρα μας ή προσπαθώντας να διαφύγουν από κινδύνους που αντιμετωπίζουν, εντούτοις την ίδια στιγμή αναμένουν να γίνει απόλυτα κατανοητό ότι τα άτομα αυτά οφείλουν να σέβονται τους νόμους του κράτους στο οποίο επιζητούν φιλοξενία. Όλα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε θεωρούνται σοβαρά για τον επιπρόσθετο λόγο ότι η συνδυασμένη διάπραξη τους από αλλοδαπούς συνεχίζει να παρουσιάζει ιδιαίτερα ανησυχητική έξαρση στο νησί, θα έλεγα αυξητικής τάσεως ένεκα της κακής πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης που επικρατεί σε ορισμένες χώρες μέσω των οποίων κάποιος μπορεί να έχει πρόσβαση στην Κύπρο, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Η εξ' αντικειμένου σοβαρή φύση των αδικημάτων αυτών σε συνδυασμό με τις επιζήμιες επιπτώσεις που προκαλούν καθώς και η δραματική αυξητική τάση που έχει προσλάβει η διάπραξη τους τα εντάσσει στην κατηγορία αδικημάτων που χρήζουν αντιμετώπισης με αποτρεπτικές ποινές. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια τα Δικαστήρια, επιτελώντας την αποστολή τους για εφαρμογή του νόμου, προσπαθούν να προστατέψουν την κυπριακή κοινωνία από τις οδυνηρές συνέπειες που η διάπραξη τέτοιων αδικημάτων επισύρουν πατάσσοντας στη ρίζα τους τέτοια φαινόμενα, πράγμα που έχει ιδιαίτερη σημασία για την Κύπρο (Ματούρ και άλλοι v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 36, Khalife v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 315, Kandiah v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 324 και Khaknegad v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 148/2010, ημερομηνίας 24.05.11). Θεώρηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι για τέτοιου είδους αδικήματα η ποινή φυλάκισης είναι το μόνο ενδεδειγμένο είδος ποινής. Στην υπόθεση Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 421 το ακόλουθο απόσπασμα επιβεβαιώνει την πιο πάνω θέση του Δικαστηρίου: "Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στη σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα έχει φθάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης. Ακόμη ότι η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα αλλά ο καθένας που επιθυμεί να ζήσει εδώ οφείλει να συμμορφώνεται με τους Νόμους και Κανονισμούς της χώρας αυτής. Όπου ένα αδίκημα είναι από τη φύση του σοβαρό ή όπου διαπράττεται με μεγάλη συχνότητα δικαιολογείται η αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα έτσι που πέραν από την τιμωρία του κατηγορούμενου να εξυπηρετείται και ο στόχος της αποτροπής διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από άλλα πρόσωπα." Χαρακτηριστικό είναι ακόμη το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Nazari ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 231, το οποίο από μόνο του αποτυπώνει την σοβαρότητα της κατάστασης: "Η Κύπρος, πρέπει να γίνει κατανοητό, είναι μια μικρή χώρα, με τεράστια προβλήματα. Η περιφρούρηση της Κυπριακής Επικράτειας αποτελεί θεμελιώδες καθήκον. Δεν υποτιμούμε την αγωνία των όπου γης ανθρώπων για την εξασφάλιση εργασίας και, γενικά, τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους. Όμως, στην περίπτωση της Κύπρου, πρέπει να γίνει καθολικά σεβαστό ότι συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή της αρχής του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας. Στην υπόθεση Ali Riza Mohamet v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 295 ο εφεσείοντας καταδικάστηκε κατόπιν δικής του παραδοχής στο αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του κατά παράβαση του άρθρου 19
(1)(λ) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ.105 μετά των συναφών τροποποιήσεων, όπως στην παρούσα υπόθεση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο του επέβαλε ποινή φυλάκισης 5 μηνών. Ο εφεσείοντας ήταν Ιρανός, ηλικίας 31 ετών και πατέρας ενός ανήλικου τέκνου ηλικίας 3 ετών. Εισήλθε στην Κύπρο με άδεια παραμονής η οποία έληγε στις 24.01.
- Μετά παρέμεινε στην Κύπρο παράνομα. Αυτό διαπιστώθηκε από την Αστυνομία στις 10.10.
- Ο εφεσείων εφεσίβαλε την ποινή ως έκδηλα υπερβολική. Το Εφετείο τονίζοντας την αυξητική τάση που παρατηρείται στην παράνομη παραμονή στην Κύπρο αλλοδαπών που εισήλθαν νόμιμα, τις δυσμενείς επιπτώσεις που δημιουργούνται στον τόπο από τη διάπραξη του αδικήματος αυτού σε διάφορους τομείς, όπως οικονομικούς, κοινωνικούς και άλλους και ότι στην περίπτωση της Κύπρου θα πρέπει να γίνει καθολικά σεβαστό ότι συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή της αρχής του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας έκρινε ότι δεν συνέτρεχε λόγος για επέμβαση. Το στίγμα της παρούσας περίπτωσης δίδεται ακόμη μέσα από το απόσπασμα της προαναφερόμενης υπόθεσης Ali Riza Mohamet v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 295: Έπειτα, το δικαστήριο εξήγησε ότι λόγω της παρατηρούμενης έξαρσης αυτών των αδικημάτων, με έκδηλες τις αρνητικές επιπτώσεις στη ζωή του τόπου, καθίστατο αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικών ποινών όπως άλλωστε τονίστηκε και στις πρόσφατες αποφάσεις του Εφετείου στις υποθέσεις Mohamed El Feky και άλλοι ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 166 και Nazari v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 231. Τελευταία η Κύπρος αντιμετωπίζει πράγματι οξύ πρόβλημα τόσο από την παράνομη είσοδο στην Κύπρο αλλοδαπών όσο και από την παράνομη παραμονή αλλοδαπών που εισήλθαν νόμιμα. Έχει σημειωθεί μια κατακόρυφη αυξητική τάση και ο αριθμός του συνόλου των ευρισκομένων στην Κύπρο παράνομα έχει φτάσει σε επίπεδο τόσο ψηλό ώστε αφενός να καθίσταται δύσκολη η αποτελεσματική αστυνόμευση και αφετέρου να δημιουργούνται δυσμενείς επιπτώσεις σε διάφορους τομείς, οικονομικούς, κοινωνικούς αλλά και γενικότερα." Περαιτέρω, στην υπόθεση Al Jibouri κ.ά v. Αστυνομίας
(1992)2 A.A.Δ. 143, στην οποία αλλοδαποί που παρέμειναν στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής τους καταδικάστηκαν σε ένα μήνα φυλάκιση έκαστος, το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά σε νομολογία, σημείωσε ότι οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων όσο και αν, όπως σε κάθε περίπτωση, είναι παράγοντες σχετικοί με την επιμέτρηση της ποινής, είναι περιορισμένης σημασίας και σίγουρα δεν μπορούν να αφεθούν να οδηγήσουν σε αναποτελεσματική εφαρμογή του νόμου σε υποθέσεις όπως η παρούσα, στις οποίες οι ποινές είναι αναγκαίο να είναι αποτρεπτικές. Επιπλέον, στην υπόθεση Kandiah v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 324 επιβλήθηκε συντρέχουσα ποινή φυλάκισης 12 μηνών για τα αδικήματα της πλαστοπροσωπίας, πλαστογραφίας διαβατηρίου και κυκλοφορία τέτοιου πλαστού εγγράφου, η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην υπόθεση αυτή ο εφεσείοντας χρησιμοποίησε το πλαστογραφημένο διαβατήριο με απώτερο σκοπό να πετύχει την είσοδό του στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου διέμενε ο αδελφός του. Σφοδρή επιθυμία του εφεσείοντα που άνηκε στην κοινότητα "Ταμίλ", ήταν να εγκαταλείψει τη χώρα του για να αποφύγει την καταπίεση που υφίσταντο μέλη της κοινότητάς του. Επίσης, στην υπόθεση Khaknegad v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 148/2010 ημερομηνίας 24.05.11 επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών σε αδικήματα πλαστογραφίας διαβατηρίου και κυκλοφορίας τέτοιου πλαστού εγγράφου, 3 μηνών σε αδίκημα πλαστοπροσωπίας, 2 μηνών για τη διάπραξη των αδικημάτων της παράνομης εισόδου και παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και 15 μηνών στο αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη των προαναφερόμενων αδικημάτων σε άτομο από το Ιράν που ήλθε στην Κύπρο επειδή κινδύνευε η ζωή του. Επρόκειτο για άτομο που προερχόταν από γονείς χαμηλής οικονομικής κατάστασης, με τον πατέρα του να είχε αποβιώσει 2 χρόνια προηγουμένως, την μητέρα του να παρουσιάζει προβλήματα υγείας και να είχε άλλα 10 αδέλφια, 4 από τα οποία διέμεναν με την μητέρα του. Επιπροσθέτως, είχε τονιστεί ότι τον τελευταίο χρόνο κινδύνευε η προσωπική του ασφάλεια στη χώρα καταγωγής του εξαιτίας πολιτικών συγκρούσεων που επικρατούν εκεί και για αυτό αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα του και να αιτηθεί πολιτικό άσυλο σε ευρωπαϊκή χώρα. Παρά τη συμπάθεια που το Δικαστήριο έδειξε, εντούτοις τονίστηκε ότι η συμπεριφορά του αλλοδαπού θα έπρεπε να ήταν διαφορετική. Περαιτέρω, στην υπόθεση Bhatti v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 661 επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 9 μηνών και 5 μηνών αντίστοιχα σε πρόσωπο που διέπραξε τα αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου που ήταν διαβατήριο και της πλαστοπροσωπίας, οι οποίες επικυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο δεν έκρινε ότι οι θέσεις του εφεσείοντα πως η πράξη του ήταν μεμονωμένη και ανόητη, πως έπεσε θύμα άλλου προσώπου, η υπόσχεση του πως δεν πρόκειται να διαπράξει άλλο αδίκημα ενόσω είναι σ' αυτή τη χώρα και πως έχει υποβάλει αίτηση για άσυλο δεν αποτελούσαν λόγο για επέμβαση του. Ακόμη στην υπόθεση Κουλλαπής v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 273 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 ετών για το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας, η οποία μειώθηκε κατ' έφεση στο 1 έτος. Στη δε υπόθεση Khalife v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 315 ποινή φυλάκισης ενός έτους που επιβλήθηκε σε πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου, με ομολογία και παραδοχή, συνεργασία με τις αστυνομικές αρχές και με δύσκολες οικογενειακές περιστάσεις που διέπραξε το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου που ήταν διαβατήριο μειώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στους 9 μήνες εξαιτίας σοβαρού προβλήματος υγείας που παρουσιάστηκε μετά τη φυλάκιση του εφεσείοντα και δεν είχε τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου για να ληφθεί υπόψη. Στην υπόθεση εκείνη όμως το πρωτόδικο δικαστήριο έλαβε υπόψη του ότι ο εφεσείοντας αισθανόταν κίνδυνο στη γη του, ένεκα του στρατοκρατικού καθεστώτος, όπως όλοι οι κάτοικοι της περιοχής αυτής. Ήταν το πρώτο από 9 παιδιά μιας πάμπτωχής οικογένειας. Οι γονείς του δεν μπορούσαν, λόγω ηλικίας και υγείας, να εργαστούν και ο εφεσείοντας έπρεπε μόνος του να τους φρόντιζε όπως και τα αδέλφια του. Κάποιοι εκμεταλλευόμενοι την άσχημη οικονομική του κατάσταση και τη δυσκολία του να εξεύρει δουλειά, του πήραν το ποσό των 3.000 δολαρίων Αμερικής και του εξήγησαν, ότι μπορούσε να έλθει στην Κύπρο, με το Ιταλικό διαβατήριο και αφού θα είχε τη σφραγίδα της Κύπρου, εύκολα θα γινόταν δεκτός στην Ευρώπη. Επιπλέον, στην υπόθεση Ματούρ και άλλοι v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 36 επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών σε έκαστο από τους τρεις εφεσείοντες λευκού ποινικού μητρώου, συνεργασία με την αστυνομία και με οικονομικές δυσκολίες που διέπραξαν τα αδικήματα της πλαστογραφίας διαβατηρίου και κυκλοφορίας τέτοιου πλαστού εγγράφου, οι οποίες επικυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην υπόθεση αυτή ο πρώτος εφεσείοντας, Παλαιστίνιος στην καταγωγή ήταν νυμφευμένος και πατέρας τεσσάρων ανηλίκων τέκνων, στερείτο οποιασδήποτε περιουσίας, το μόνο δε εισόδημα του ήταν οι απολαβές του από την εργασία του σαν μεταπωλητής ταξιδιωτικών εισιτηρίων και ανερχόταν στο ποσό των $300 το μήνα. Ήταν απόφοιτος πανεπιστημίου με δίπλωμα στη διαχείριση επιχειρήσεων. Διέμενε και εργαζόταν στη Βουλγαρία όπου κατέφυγε για να αποφύγει τη σύλληψη του από τους Σύριους, στόχος του δε ήταν να φέρει κοντά του και την οικογένεια του η οποία διέμενε στο Λίβανο. Υπέφερε με δισκοπάθεια και υποβαλλόταν σε θεραπεία. Ο δεύτερος εφεσείοντας ήταν ηλικίας 28 χρόνων και πατέρας δύο ανήλικων παιδιών. Διέμενε με την οικογένεια του στη Βουλγαρία όπου και επαγγελλόταν το μηχανικό. Στερείτο οποιασδήποτε περιουσίας και αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Ο σκοπός της επίσκεψης του στην Κύπρο ήταν η εξεύρεση οικονομικών πόρων μετανάστευσης του ιδίου και της οικογένειας του από τη Βουλγαρία στην Αμερική. Αντιμετώπιζε προβλήματα με την υγεία του λόγω τραυμάτων που υπέστη σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Ο τρίτος εφεσείοντας ήταν ηλικίας 25 ετών, φοιτητής οικονομικών και διέμενε με τη μητέρα του και τα τρία μικρότερα αδέλφια του στη Βεγγάζη της Λιβύης όπου μετοίκησε το 1975 από το Λίβανο μετά το θάνατο του πατέρα του. Παράλληλα απασχολείτο περιοδικά στις οικοδομές απ' όπου κέρδιζε $600 περίπου το μήνα, χρήματα που χρησιμοποιούνταν για τη συντήρηση του ιδίου και της οικογένειας του. Αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα και κατά διαστήματα παρακολουθείτο από ψυχίατρο. Ισχυρίστηκε ότι έτυχε εκμετάλλευσης από αυτούς που έδειξε τυφλή εμπιστοσύνη. Επιπροσθέτως, στην υπόθεση William v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 431 ποινή φυλάκισης 9 μηνών που επιβλήθηκε σε άτομο που διέπραξε το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου που ήταν διαβατήριο και συνελήφθηκε κατά τον έλεγχο διαβατηρίων στο αεροδρόμιο Λάρνακας ενώ αναχωρούσε με προορισμό το Λονδίνο, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ωστόσο στην υπόθεση Mohamed v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 225/2013 ημερ. 23.01.14, το Ανώτατο Δικαστήριο σχολίασε ως επιεικής την επιβολή ποινής φυλάκισης 9 μηνών στον εφεσείοντα συριακής καταγωγής που διέπραξε το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου μετά από παραδοχή, με λευκό ποινικό μητρώο και με την οικογένεια του διασκορπισμένη ένεκα της εμπόλεμης ζώνης της Συρίας. Περαιτέρω, στην υπόθεση Rachoo v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 88/2014 ημερ. 22.09.14, το Ανώτατο Δικαστήριο σχολίασε ως επιεικής την επιβολή ποινής φυλάκισης 12 μηνών στον εφεσείοντα συριακής καταγωγής που προερχόταν από πολυμελή οικογένεια χαμηλού κοινωνικοοικονομικού επιπέδου, άνεργο και διέπραξε το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου μετά από παραδοχή, με λευκό ποινικό μητρώο, συνεργασία με τις αστυνομικές αρχές και με την σύζυγο του να αντιμετωπίζει πρόβλημα υγείας που δεν της επέτρεπε να εργάζεται. Από την άλλη, στην υπόθεση Borisov v. Αστυνομίας (Αρ.1)
(2004)2 Α.Α.Δ. 204 επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών για αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστού διαβατηρίου και παράνομης εισόδου στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας σε άτομο που δήλωσε παραδοχή και συνεργάστηκε με τις αστυνομικές αρχές, οι οποίες επικυρώθηκαν κατ' έφεση. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας των αδικημάτων ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι τα γεγονότα και οι συνθήκες που περιβάλουν τη διάπραξη των αδικημάτων την καθιστούν όντως σοβαρή. Ο κατηγορούμενος επέδειξε μια σοβαρά σύνθετη αξιόποινη συμπεριφορά. Ο ίδιος επιδεικνύοντας ασέβεια στους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας τους οποίους και καταπάτησε κατάφωρα επέλεξε να διαμένει παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δυστυχώς όμως δεν περιορίστηκε σ' αυτό και προχώρησε στη διάπραξη άλλων σοβαρότερων αδικημάτων όπως αυτών της κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων και της πλαστοπροσωπίας, επεκτείνοντας έτσι την αξιόποινη συμπεριφορά του. Αυτό σαφώς είναι επιβαρυντικό στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη. Περαιτέρω, οι ενέργειες του να προμηθευτεί το δελτίο κυπριακής ταυτότητας, στο οποίο υπήρχε τοποθετημένη η φωτογραφία του πάνω σε έγγραφο που περιείχε στοιχεία που δεν ήταν δικά του, να παρουσιάσει ψευδώς τον εαυτό του ως κάποιο άλλο άτομο και να φροντίσει να εξασφαλίσει εισιτήριο και κάρτα επιβίβασης σε όνομα και στοιχεία που δεν ήταν δικά του καθώς και ο τρόπος με τον οποίο προσπάθησε να ξεγελάσει τον αστυφύλακα 3896 Ιωνά Ιωνά θέτοντας τα πιο πάνω έγγραφα σε κυκλοφορία φανερώνει σχέδιο οργανωμένης συμπεριφοράς από τον κατηγορούμενο που αποσκοπούσε στο να ξεγελάσει τις κυπριακές αρχές και να εισχωρήσει στο έδαφος της Σουηδίας. Αυτός είναι ένας άλλος επιβαρυντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη. Παρόλο ότι δεν υπήρξε οικονομικό όφελος, εντούτοις υπήρξε προμελέτη και προσπάθεια εκτέλεσης ενός σχεδίου με σκοπό την αποκόμιση οφέλους, το οποίο όμως ανατράπηκε με τη σύλληψη του κατηγορουμένου στο αεροδρόμιο της Πάφου από τις αστυνομικές αρχές τη στιγμή που επιχειρούσε να αναχωρήσει με προορισμό τη Σουηδία. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η ποικιλόμορφη αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου τερματίστηκε τελικά μόνο με την παρέμβαση των αστυνομικών αρχών κατά τον έλεγχο των ταξιδιωτικών εγγράφων και τη στιγμή που ο εν λόγω κατηγορούμενος ήταν έτοιμος να αναχωρήσει με προορισμό τη Σουηδία. Ούτε μπορεί να παραγνωριστεί το γεγονός ότι αν δεν υπήρχε έγκαιρη παρέμβαση από τις αστυνομικές αρχές η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου θα είχε και συνέχεια δια της προσπάθειας εξαπάτησης και άλλης ευρωπαϊκής χώρας και συγκεκριμένα της Σουηδίας, χωρίς να αποκλείεται και η προσπάθεια εξαπάτησης και άλλης χώρας εκθέτοντας έτσι διεθνώς την Κυπριακή Δημοκρατία. Συνεπώς, στη βάση των αδιαμφισβήτητων γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, οι αναφορές του συνηγόρου υπεράσπισης περί σκοπού για προετοιμασία μίας καλύτερης κατάστασης στην Δημοκρατία και να μπορέσει έτσι ο κατηγορούμενος στο μέλλον να φέρει τη σύζυγο και τα τρία ανήλικα παιδιά του στην Κυπριακή Δημοκρατία δεν ευσταθούν επειδή απώτερος στόχος του κατηγορουμένου ήταν να μεταβεί στη Σουηδία εξαπατώντας τόσο τις κυπριακές αρχές όσο και τις σουηδικές αρχές. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές και η ομολογία του στη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων οδηγώντας έτσι στην εξιχνίαση της υπόθεσης αυτής. (β) Την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο. (γ) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (δ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές περιέχονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα ότι: · ηλικίας 37 ετών, άνεργος, έγγαμος και πατέρας 3 ανηλίκων παιδιών ηλικίας 10 ετών και δίδυμα 6 ετών · η σύζυγος του αντιμετωπίζει καρδιολογικά προβλήματα · η οικογένεια του αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα σε βαθμό που αγγίζει τα όρια επιβίωσης της. Το Δικαστήριο ακόμη δεν παραγνωρίζει τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου και συγκεκριμένα ότι εγκατέλειψε την πατρίδα του για λόγους προσωπικής ασφάλειας, παρόλο ότι δεν αναφέρει κάτι τέτοιο στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, καθώς και παράλληλα για εξασφάλιση μιας καλύτερης ζωής της οικογένειας του. Ουδείς μπορεί να του αποδώσει ευθύνη γι' αυτά. Από την άλλη όμως η προσπάθεια του αυτή σε καμία περίπτωση πρέπει να προσκρούει στη διάπραξη ποινικών αδικημάτων, ακόμη χειρότερα όταν αυτά που διαπράττονται είναι σοβαρά όπως είναι στη δική μας περίπτωση. Η συμπάθεια και κατανόηση που το Δικαστήριο επιδεικνύει στην παρούσα περίπτωση δεν μπορούν να δικαιολογήσουν ούτε και να διαγράψουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος διέπραξε, ιδιαίτερα όταν σ' αυτά επιβάλλεται ποινή αποτρεπτικής φύσεως. Στη βάση των γεγονότων και δεδομένων της παρούσας υπόθεσης το Δικαστήριο ανάμενε από τον κατηγορούμενο να επιδείκνυε συμπεριφορά διαφορετική από αυτή που προέκυψε μέσα από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που περιβάλουν την υπόθεση αυτή. Ειδικότερα δεν θα έπρεπε να διέμενε παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά αμέσως να αναζητήσει βοήθεια από τις αρμόδιες αρχές εξασφαλίζοντας σχετική άδεια παραμονής. Αντί αυτού παρέμεινε παράνομα στο νησί μέχρι που συνελήφθηκε επειδή στην πορεία διέπραξε και άλλα ποινικά αδικήματα. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος πλέον είναι αιτητής πολιτικού ασύλου, πράγμα που μπορούσε να έκαμνε ευθύς εξ' αρχής. Τα όποια οικονομικά προβλήματα κάποιος αντιμετωπίζει, όσο σοβαρά και αν είναι, σε καμία περίπτωση αποτελούν διαβατήριο συγχώρεσης για τη διάπραξη σοβαρών αδικημάτων και στη συνέχεια δικαιολογία προκειμένου κάποιος να εκμαιεύσει επιείκεια. Η νομολογία υποδεικνύει ότι σε αδικήματα σοβαρά που ενδείκνυται η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, όπως στην παρούσα υπόθεση, οι προσωπικές περιστάσεις αυτού που παρανομεί είναι ήσσονος σημασίας στην επιμέτρηση της ποινής έτσι ώστε να μην υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι παραγνωρίζονται (Ιωάννου άλλος Μουσικός ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ 286, Κλεοβούλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 37 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ζαννέτου
(2001)2 Α.Α.Δ 438). Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής καθώς και τις συνθήκες διάπραξης τους σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας και συχνότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι εξής ποινές: 3η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 15 μηνών 4η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 5 μηνών 6η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 30 ημερών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα αυτεπάγγελτα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση τους ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή παράγοντας που να δικαιολογεί την έκδοση διαταγής για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Παρόλα αυτά, όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες λήφθηκαν υπόψη για τη δραστική μείωση της ποινής που του επιβλήθηκε (βλέπε άρθρο 3
(2)του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663). Η έκτιση της ποινής του κατηγορουμένου θα αρχίσει από τις 11.09.14, δηλαδή από την ημερομηνία που τελεί υπό κράτηση για την παρούσα υπόθεση. Παράλληλα, δυνάμει των εξουσιών που μου παρέχει ο νόμος διατάζω όπως το δελτίο κυπριακής ταυτότητας με αριθμό 1207311 στο όνομα Ehab Aslharabti από την Ιορδανία καθώς επίσης η κάρτα επιβίβασης εκδομένη εις το ίδιο όνομα κατασχεθούν και καταστραφούν. €26,00 έξοδα του μεταφραστή να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Κυκλιοφορία πλαστού εγγράφου-Πλαστοπροσωπεία -Παράνομη παραμονή/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο