← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ARISTO DEVELOPERS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9397/14, 7/10/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ARISTO DEVELOPERS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9397/14, 7/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B174 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9397/14 ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.

  1. ARISTO DEVELOPERS LTD
  2. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΑΡΙΣΤΟΔΗΜΟΥ
  3. ΣΩΤΗΡΟΥΛΑ ΑΡΙΣΤΟΔΗΜΟΥ
  4. ΧΡΙΣΤΟΣ ΣΟΛΟΜΩΝΙΔΗΣ
  5. ΣΑΒΒΑΣ ΣΑΒΒΑ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 07.10.14 Ώρα: 11:15 π.μ. Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ξ. Ξενοφώντος Για Κατηγορουμένους 1, 2 και 3: κος Γ. Παπαϊωάννου μαζί με κ. Δαμιανού Για Κατηγορούμενο 4: κος Μ. Πικής Για Κατηγορούμενο 5: κος Η. Στεφάνου μαζί με κ. Α. Στεφάνου Κατηγορούμενοι 2-5: παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι 1-5 αντιμετωπίζουν από κοινού συνολικά 51 κατηγορίες, οι οποίες αφορούν:
  6. Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων,
  7. Συνομωσία προς διάπραξη πλημμελήματος κατά παράβαση του άρθρου 372 του Κεφ.154,
  8. Πλαστογραφία κατά παράβαση των άρθρων 333, 337, 20 και 21 του Κεφ.154,
  9. Πλαστογραφία κατά παράβαση των άρθρων 333, 335, 20 και 21 του Κεφ.154,
  10. Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 339, 20 και 21 του Κεφ.154,
  11. Εξασφάλιση εγγραφής με ψευδής παραστάσεις κατά παράβαση του άρθρου 205 του Κεφ.154
  12. Εξασφάλιση αγαθών με ψευδής παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297, 298, 20 και 21 του Κεφ.154,
  13. Αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση των άρθρων 2,3,4

(1)(III) και
(2), 7 και 8 του Ν.188(I)/2007 μετά των συναφών τροποποιήσεων και άρθρα 20 και 21 του Κεφ.
  1. Επιπλέον, ο Κατηγορούμενος 5 αντιμετωπίζει τις ακόλουθες επιπρόσθετες 3 κατηγορίες: (α) Δεκασμός δημόσιου λειτουργού κατά παράβαση του άρθρου 100(α) του Κεφ.154, (β) Κατάχρηση εξουσίας από δημόσιο λειτουργό κατά παράβαση του άρθρου 105 του Κεφ.154, (γ) Δόλος και κατάχρηση εμπιστοσύνης από δημόσιο λειτουργό κατά παράβαση του άρθρου 133 του Κεφ.
  2. Όλοι οι κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν σε απευθείας δίκη στο Κακουργιοδικείο, το οποίο θα συνέλθει σε συνεδρία στην Πάφο στις 30.10.
  3. Μετά την εξέλιξη αυτή, η κατηγορούσα αρχή υπέβαλε αίτημα όπως το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια του διατάξει την κράτηση των κατηγορουμένων 2-5 μέχρι την έναρξη της δίκης τους στο Κακουργιοδικείο επειδή υπάρχει ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων. Προς υποστήριξη του αιτήματος της η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε ένορκη μαρτυρία του αρχιαστυφύλακα 3070 Ανδρέα Τσεκκούρα, ο οποίος δήλωσε πως είναι μέλος της ανακριτικής ομάδας διερεύνησης της υπόθεσης αυτής με υπηρεσία 11 ετών στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων. Το αίτημα της κατηγορούσας αρχής προσέκρουσε στην ένσταση των ευπαιδεύτων συνηγόρων των κατηγορουμένων οι οποίοι αντεξέτασαν τον εν λόγω μάρτυρα της αστυνομίας. Παράλληλα, στα πλαίσια της διαδικασίας κατατέθηκαν 7 τεκμήρια, μεταξύ των οποίων ο ανακριτικός φάκελος της υπόθεσης (Τεκμήριο 1), 4 γραπτές καταθέσεις στην αστυνομία των ατόμων που δέχτηκαν απειλητικά μηνύματα (Τεκμήρια 2Α μέχρι 2Δ) και φωτοαντίγραφο φωτογραφίας του κινητού τηλεφώνου του Φαίδωνα Φαίδωνος, ενός από τα άτομα που δέχτηκε απειλητικό μήνυμα, η οποία φωτογραφία απεικονίζει το περιεχόμενο του εν λόγω μηνύματος (Τεκμήριο 2Ε). Η μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του αρχιαστυφύλακα 3070 επικεντρώθηκε στα εξής ζητήματα:
(1)Το βράδυ της 28/09/2014 και ενώ ο κατηγορούμενος 4 τελούσε ήδη υπό κράτηση δυνάμει του πρώτου δικαστικού διατάγματος προσωποκράτησης για περίοδο οχτώ ημερών και το πρωί εκείνης της ημέρας είχαν ανανεωθεί τα δικαστικά διατάγματα προσωποκράτησης των κατηγορουμένων 2, 3 και 5 για άλλες οχτώ ημέρες, τέσσερα πρόσωπα έλαβαν γραπτά απειλητικά μηνύματα στα κινητά τηλέφωνα τους από άγνωστο.
(2)Σύμφωνα με τους δέκτες των απειλητικών μηνυμάτων αυτά καθαρά αφορούσαν την όποια εμπλοκή των τεσσάρων αυτών προσώπων στην παρούσα υπόθεση. Τα τέσσερα αυτά άτομα προέβηκαν σε γραπτές καταθέσεις στην αστυνομία με τις οποίες κατήγγειλαν το συμβάν αυτό. Επίσης υπέδειξαν σε αστυνομικούς τα κινητά τους τηλέφωνα και τα απειλητικά μηνύματα που δέχτηκαν, τα οποία μηνύματα στη συνέχεια φωτογραφήθηκαν.
(3)Τα τέσσερα άτομα είναι: Αντρούλλα Ευθυμίου νυν αναπληρώτρια δημοτικός μηχανικός του Δήμου Πάφου, Φαίδωνας Φαίδωνος δημοτικός σύμβουλος του Δήμου Πάφου, Σάββας Βέργας δήμαρχος Πάφου και Κώστας Νάνος δημοσιογράφος.
(4)Η Αντρούλλα Ευθυμίου είναι σύμφωνα με το μάρτυρα της αστυνομίας η κυριότερη μάρτυρας κατηγορίας της υπόθεσης και η οποία έδωσε κατάθεση μόνο σε σχέση με την υπόθεση αυτή και όχι σε οποιαδήποτε άλλη υπόθεση.
(5)Ο Φαίδωνας Φαίδωνος είναι επίσης μάρτυρας κατηγορίας στην υπόθεση αυτή. Κατά το πρόσφατο παρελθόν το εν λόγω άτομο είχε δώσει κάποιες ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές συνεντεύξεις σε σχέση με την υπόθεση αυτή. Μία εξ' αυτών δόθηκε προς το δημοσιογράφο Κώστα Νάνο.
(6)Ο δημοσιογράφος Κώστας Νάνος εκτός των συνεντεύξεων του αρθρογράφησε αρκετές φορές για την εφημερίδα στην οποία εργάζεται σχετικά με την παρούσα υπόθεση. Το άτομο αυτό δεν είναι μάρτυρας κατηγορίας στην υπόθεση αυτή.
(7)Ο Σάββας Βέργας δεν είναι μάρτυρας κατηγορίας στην υπόθεση αυτή, αλλά όπως ο μάρτυρας της αστυνομίας είπε, εκ της θέσεως του ως δήμαρχος που προΐσταται του Δήμου Πάφου έχει κάποια σχέση με την υπόθεση αυτή.
(8)Σύμφωνα με την ΑΤΗΚ χρησιμοποιήθηκε κάρτα προπληρωμένης υπηρεσίας so easy με αριθμό 97688567, χωρίς να υπάρχουν στοιχεία καταχωρημένα αφού μια τέτοια κάρτα μπορεί να αγοραστεί από οπουδήποτε χωρίς να υπάρχει δηλωμένος κάτοχος. Η πιο πάνω κάρτα χρησιμοποιήθηκε σε συγκεκριμένη συσκευή με το δικό της μοναδικό αριθμό ΙΜΕΙ (International mobile equipment identity) και εντός της ίδιας αυτής συσκευής προηγουμένως είχε χρησιμοποιηθεί άλλη κάρτα της οποίας δηλωμένος κάτοχος είναι συγκεκριμένο πρόσωπο του τελείως κλειστού οικογενειακού περιβάλλοντος του κατηγορουμένου 4 και στη διεύθυνση που αποστέλλονται λογαριασμοί διαμένουν και άλλα άκρως στενά οικογενειακά άτομα του κατηγορουμένου 4.
(9)Κατά το χρόνο που η κάρτα με αριθμό 97688567 χρησιμοποιήθηκε, δηλαδή ενεργοποιήθηκε εντός του τηλεφώνου με το συγκεκριμένο αριθμό ΙΜΕΙ, ήταν ο χρόνος κατά τον οποίο στάλθηκαν τα απειλητικά μηνύματα προς τα τέσσερα προαναφερόμενα πρόσωπα.
(10)Τη στιγμή που το πρόσωπο που έστειλε τα απειλητικά μηνύματα προς τα τέσσερα πιο πάνω πρόσωπα μέσω της κάρτας με αριθμό 97688567, λαμβανόταν σήμα από κυψέλη κεραίας που βρίσκεται παραπλήσια του χώρου εργασίας ενός εκ των συγγενικών προσώπων του κατηγορουμένου 4 που διαμένει στη διεύθυνση που αποστέλλεται ο λογαριασμός του δηλωμένου κατόχου της κάρτας με αριθμό 99385156.
(11)Ο κατηγορούμενος 4 εργάζεται για την κατηγορούμενη 1 εταιρεία της οποίας διευθυντές είναι οι κατηγορούμενοι 2 και
  1. Παράλληλα, σύμφωνα με το μάρτυρα της αστυνομίας υπάρχει μαρτυρία στην κατοχή της αστυνομίας με βάση την οποία κατά το χρόνο διερεύνησης των αδικημάτων, που οι κατηγορούμενοι σήμερα αντιμετωπίζουν, ο κατηγορούμενος 4 είχε αρκετές επαφές με τον κατηγορούμενο
  2. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας της αστυνομίας ανάφερε, μεταξύ άλλων, συνοπτικά τα ακόλουθα:
(1)Το πρόσωπο που απέστειλε τα απειλητικά μηνύματα γνώριζε γεγονότα και λεπτομέρειες για το ποιοί εμπλέκονται στην υπόθεση αυτή που δεν μπορούσε να γνώριζε παρά μόνο από τον κατηγορούμενο 4.
(2)Το κινητό τηλέφωνο της Αντρούλλας Ευθυμίου στο οποίο αποστάληκε το απειλητικό μήνυμα είναι υπηρεσιακό και χρησιμοποιείται για ενδοτμηματικούς και κατ' επέκταση υπηρεσιακούς σκοπούς.
(3)Στο τεκμήριο 5 αναφέρεται συγκεκριμένο όνομα προσώπου που είναι δηλωμένος χρήστης της κάρτας και είναι στενό συγγενικό πρόσωπο του κατηγορουμένου 4, η οποία χρησιμοποιήθηκε στην ίδια συσκευή που χρησιμοποιήθηκε και η κάρτα προπληρωμένης υπηρεσίας so easy με αριθμό 97688567 μέσω της οποίας είχαν σταλεί τα απειλητικά μηνύματα.
(4)Τα απειλητικά μηνύματα έχουν σταλεί σε τέτοια χρονική περίοδο που η αστυνομία εύλογα πιστεύει ότι ο άγνωστος συνδέεται με τους κατηγορουμένους 2-5.
(5)Πέραν από τις καταγγελίες των τεσσάρων προσώπων ουδεμία άλλη καταγγελία έγινε για αποστολή απειλητικών μηνυμάτων.
(6)Ως αποτέλεσμα της αποστολής των απειλητικών μηνυμάτων απειλήθηκαν παιδιά και τρομοκρατήθηκαν άτομα μέχρι και ενδοιασμοί υπήρξαν για οποιαδήποτε περαιτέρω κατάθεση. Όλες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Πλήρης έκταση των όσο ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους όλοι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν καταγραφεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν εκ νέου στην παρούσα απόφαση επειδή κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί κανένα πρακτικό σκοπό. Για την έκδοση της παρούσας απόφασης το Δικαστήριο έχει λάβει υπόψη του τα όσα εισηγήθηκαν όλες οι πλευρές και έχει μελετήσει επισταμένως τη σχετική νομολογία καθώς και όλο το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του για σκοπούς της διαδικασίας αυτής. Η εξουσία του Δικαστηρίου όσον αφορά αίτημα κράτησης των κατηγορουμένων 2-5 μέχρι την ημερομηνία της δίκης τους ενώπιον του Κακουργιοδικείου, στο οποίο έχουν ήδη παραπεμφθεί σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας αυτής, εδράζεται στο άρθρο 157
(1)της Ποινικής Δικονομίας (Κεφ. 155) και είναι διακριτικής φύσεως (Βασιλείου v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ 7). Το Δικαστήριο, εξετάζοντας ένα αίτημα κράτησης κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη του, πρέπει να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος, εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο και ότι η κράτηση του αποτελεί έναν σοβαρό περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 373 αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι. Η αρχή αυτή κατοχυρώνεται και συνταγματικά εφ' όσον αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας ενός προσώπου. Η απόλυση επί εγγυήσει του υπόδικου αποτελεί την πρώτη επιλογή του Δικαστηρίου και η κράτηση του την εξαίρεση. (Θεοδωρίδης κ.α. v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139). Η κράτηση του κατηγορουμένου μέχρι την ημερομηνία δίκης του είναι θέμα άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και η διακριτική ευχέρεια αυτή ασκείται με βάση παγίως καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων (Οικονομίδης v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 492). Στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109 απαριθμούνται οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου και είναι:
  1. Η πιθανότητα/κίνδυνος μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο
  2. Η πιθανότητα/κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων
  3. Η πιθανότητα/κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων. Καθένας από τους πιο πάνω παράγοντες εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς δύναται να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης. Δεν είναι συνεπώς απαραίτητη η συνδρομή και των τριών πιο πάνω παραγόντων για να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου (Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7). Παράλληλα με την εξέταση της πιθανότητας - κινδύνου μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στο δικαστήριο, λαμβάνονται υπ' όψιν παράγοντες που συνδέονται με το χαραχτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία του, το επάγγελμα του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με την Κυπριακή Δημοκρατία (Χατζηδημητρίου v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ 45, Ψύλλας v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ 444). Ταυτόχρονα πρέπει να σταθμίζεται και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία των κατηγορουμένων στο Δικαστήριο. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται αποδεχτή εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης. Επιπλέον λαμβάνεται υπ' όψιν και ο χρόνος κράτησης υποδίκου. Εφόσον το αίτημα της αστυνομίας περιορίζεται στην πιθανότητα - κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων, το Δικαστήριο δεν θα ασχοληθεί με τους υπόλοιπους λόγους και θα επικεντρωθεί στην εξέταση του λόγου επί του οποίου η κατηγορούσα αρχή εδράζει το αίτημά της. Όπως έχει ήδη λεχθεί πιο πάνω, επέμβαση με την πορεία της δικαιοσύνης αποτελεί από μόνο του ξεχωριστό λόγο που δικαιολογεί την κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη του. Σύγκριση της κυπριακής νομολογίας με εκείνη του Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αποκαλύπτει ότι οι δύο νομολογίες είναι απόλυτα ταυτισμένες στο ζήτημα αυτό. Σύμφωνα με το σύγγραμμα "Law of the European Convention on Human Rights" των D.J. Harris, M.D. Boyle και C. Warbrick, σελ. 140: "A justifiable fear that the accused will interfere with the course of justice is another permissible ground for detention. This includes destroying documents, warning or collusion with other possible suspects and bringing pressure to bear upon witnesses. A general statement that the accused will interfere with the course of justice is not sufficient; supporting evidence must be provided" Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, ο δικαιολογημένος φόβος ότι ο κατηγορούμενος θα επέμβει με την πορεία της δικαιοσύνης, είναι ένας άλλος επιτρεπτός λόγος για την κράτησή του. Το πεδίο επέμβασης με την πορεία της δικαιοσύνης περιλαμβάνει συμπαιγνία με άλλους πιθανούς υπόπτους και πίεση πάνω στους μάρτυρες καθώς και καταστροφή εγγράφων. Ακόμη καθίσταται σαφές από το προαναφερόμενο απόσπασμα ότι μια γενική δήλωση ότι ο κατηγορούμενος θα επέμβει με την πορεία της δικαιοσύνης δεν είναι αρκετή, αλλά θα πρέπει να δοθεί υποστηριχτική μαρτυρία. Σε σχέση με τον υπό κρίση λόγο επί του οποίου στηρίζεται το αίτημα της κατηγορούσας αρχής για κράτηση των κατηγορουμένων 2-5 μέχρι την ημερομηνία της δίκης τους, άντλησα καθοδήγηση από την κυπριακή νομολογία. Συγκεκριμένα στην υπόθεση Σιημητρά και άλλος v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 397 διατυπώθηκε η άποψη ότι αυτό που πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσον οι φόβοι της αστυνομίας για επηρεασμό των μαρτύρων ήσαν εύλογα δικαιολογημένοι με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα. Στην υπόθεση Κωνσταντινίδης v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109, τα δεδομένα που έκριναν πως οι φόβοι της κατηγορούσας αρχής ήταν εύλογα δικαιολογημένοι αποτελούνταν από μια επιστολή η οποία κατατέθηκε στην δικαστική διαδικασία με την οποία δύο μάρτυρες κατηγορίας διαδήλωναν ουσιαστικά την πρόθεσή τους να αναιρέσουν προηγούμενη κατάθεσή τους με την οποία ενέπλεκαν τον κατηγορούμενο. Επίσης στην υπόθεση Μακαρίτης v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 90 τονίστηκε ότι η κατηγορούσα αρχή δεν έχει την υποχρέωση να αποδείξει ότι θα υπάρξει επηρεασμός μαρτύρων κατηγορίας αν ο κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος. Το Δικαστήριο θα διατάξει την κράτηση ενός κατηγορουμένου αν ικανοποιηθεί ότι υπάρχουν ουσιαστικοί λόγοι που μπορούν να οδηγήσουν σε συμπέρασμα ότι υπάρχει κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων. Στην περίπτωση εκείνη υπήρχε συγκεκριμένη μαρτυρία στη βάση της οποίας είχε ήδη εκδηλωθεί προσπάθεια από τη σύζυγο του εφεσείοντος, όχι μία αλλά περισσότερες φορές, για να επηρεάσει την παραπονούμενη, η οποία έδωσε συνολικά πέντε καταθέσεις στην αστυνομία και από τη δεύτερη ενοχοποιούσε τον εφεσείοντα και με την πρώτη προσπάθεια επηρεασμού της από τη σύζυγο του εφεσείοντα προτού ακόμη η παραπονούμενη δώσει την πρώτη κατάθεσή της στην αστυνομία. Ακόμη στη υπόθεση εκείνη η σύζυγος του εφεσείοντος παραδέχθηκε ότι είχε καταχωρηθεί και εκκρεμούσε εναντίον της ποινική υπόθεση για επηρεασμό μάρτυρα. Ειδικότερα από το περιεχόμενο των καταθέσεων προέκυψε ότι σε τρεις τουλάχιστον περιπτώσεις η σύζυγος του εφεσείοντος, που γνώριζε τη μάρτυρα, αποπειράθηκε να την πείσει να καταθέσει στην αστυνομία ότι ο εφεσείον δεν πήρε χρήματα από την παραπονούμενη και ότι ο εφεσείον είχε πληρώσει την παραπονούμενη για την μεταβίβαση 1/4 μεριδίου του κτήματος που είχε εγγραφεί στο όνομα της παραπονούμενης, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της κατηγορούσας αρχής ότι η δωρεάν μεταβίβαση του 1/4 μεριδίου και η πληρωμή προς αυτόν από την παραπονούμενη του ποσού των Λ.Κ.£200 είχε ζητηθεί από τον εφεσείοντα ως δώρο για την εξέταση και έγκριση αίτησης για την εγγραφή ακίνητης περιουσίας στο όνομα της μητέρας της παραπονούμενης. Η μάρτυρας στην υπόθεση εκείνη είχε δώσει η ίδια κατάθεση ότι έγινε προσπάθεια επηρεασμού της από τη σύζυγο του κατηγορουμένου. Περαιτέρω στην υπόθεση Χριστούδια v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 689 αφού τονίστηκε εκ νέου η αρχή ότι αυτό που το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει είναι κατά πόσον οι φόβοι της αστυνομίας για επηρεασμό μαρτύρων ήσαν εύλογα δικαιολογημένοι με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα και κριτήριο οι πιθανοί κίνδυνοι να επηρεαστούν οι μάρτυρες, ο εφεσείον παρέμεινε υπό κράτηση όταν ο κύριος μάρτυρας της αστυνομίας στην υπόθεση αυτή που δεν ήταν μάρτυρας σε άλλη ποινική ή πολιτική υπόθεση, απειλήθηκε από ανώνυμο τηλεφώνημα με το οποίο άγνωστο άτομο τον καλούσε ν' αλλάξει την κατάθεσή του. Με βάση τα γεγονότα που τέθηκαν στην περίπτωση εκείνη στις 20/09/2001 και περί ώρα 05:30 ενώ ο εν λόγω μάρτυρας κοιμόταν, κτύπησε η προσωπική του γραμμή σταθερού τηλεφώνου τη στιγμή που στο σπίτι υπήρχε ξεχωριστή κοινής χρήσης γραμμή τηλεφώνου και άγνωστη αντρική φωνή με κυπριακή προφορά του είπε επί λέξη: "Φίλε μου άλλαξε την κατάθεσή σου γιατί αλίμονο σου". Στη συνέχεια πριν προλάβει ο μάρτυρας να πει οτιδήποτε το τηλέφωνο έκλεισε. Επικυρώνοντας την απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η προαναφερόμενη μαρτυρία ήταν τέτοιας φύσεως και υφής που καθιστούσε τους φόβους των διωκτικών αρχών για κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων, εύλογα δικαιολογημένους. Το περιεχόμενο της απειλής είχε τεθεί ενώπιων του Δικαστηρίου με κατάθεση του ίδιου του απειληθέντος μάρτυρα. Επιπλέον στην υπόθεση Αντώνης Φανιέρος Χαμπή v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 171/2011 και 177/2011 ημερ. 10/11/2011, υποδείχθηκε ότι από τη στιγμή που διαπιστώνεται η πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων δεν παρέχεται πεδίο εξέτασης της εξασφάλισης της παρουσίας του κατηγορούμενου με εγγύηση. Ακόμη λέχθηκε ότι μια γενική δήλωση ότι ο κατηγορούμενος θα επέμβει στην πορεία της δικαιοσύνης δεν είναι αρκετή, αλλά θα πρέπει προς τούτου να δοθεί μαρτυρία που να υποστηρίζει τη δήλωση. Όπως σημειώθηκε στην εν λόγω υπόθεση, το ζητούμενο είναι η πιθανολόγηση του επηρεασμού μαρτύρων, δηλαδή ουσιαστικά η πρόθεση επηρεασμού μαρτύρων. Τα δεδομένα της περίπτωσης εκείνης που οδήγησαν στην ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης και διαταγής της κράτησης του κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη του ήταν τα εξής: (α) Η για άγνωστο λόγο αλλαγή της στάσης βασικού μάρτυρα κατηγορίας που αρχικά έδωσε ενοχοποιητική κατάθεση και στην πορεία απενοχοποιητική αναιρώντας έτσι προηγούμενή του μαρτυρία. (β) Ημερολόγιο ενέργειας στο οποίο αναφέρεται κλίση με απόκρυψη αριθμού από άγνωστο στον Μ.Κ.46 όπου τον προτρέπει να μην αναγνωρίσει άτομο που ήταν συνεργάτης του εφεσίβλητου στην Ποινική Έφεση Αρ. 177/
  1. (γ) Ημερολόγιο ενέργειας στο οποίο αναφέρεται η απειλή του Λούκα Φανιέρου να σκοτώσει τον Μ.Κ.45, όπως μεταφέρθηκε από φιλικό του πρόσωπο, καθώς και άλλο φιλικό του πρόσωπο που βρίσκεται στο νοσοκομείο πριν προλάβουν να πάνε στο Δικαστήριο για να καταθέσουν για το λόγο ότι έδωσαν κατάθεση στην αστυνομία με την οποία ενοχοποιούσαν τον πατέρα του, Αντώνη Φανιέρο. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση, επισημαίνω ότι το αίτημα της αστυνομίας για κράτηση των κατηγορουμένων 2-5 αφορά κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων κατηγορίας. Αυτό σημαίνει ότι τα πρόσωπα για τα οποία υπάρχει ο κίνδυνος να επηρεαστούν με οποιονδήποτε τρόπο, στη βάση του προσκομισθέντος μαρτυρικού υλικού, είναι άτομα που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ως μάρτυρες κατηγορίας κατά την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής στο Κακουργιοδικείο. Μέσα από την κατάθεσή του ο αρχιαστυφύλακας 3070 παραδέχθηκε ότι δύο από τα τέσσερα άτομα στα οποία αποστάληκε απειλητικό μήνυμα και συγκεκριμένα ο δήμαρχος Πάφου Σάββας Βέργας και ο δημοσιογράφος Κώστας Νάνος δεν αποτελούν μάρτυρες στην υπόθεση που θα εκδικαστεί στο Κακουργιοδικείο. Μία γρήγορη ματιά στο κατηγορητήριο επιβεβαιώνει τη θέση αυτή. Συνεπώς, από τη στιγμή που τα πρόσωπα αυτά δεν είναι μάρτυρες κανένας κίνδυνος υφίσταται για επηρεασμό της δικαστικής διαδικασίας. Όσον αφορά το επιχείρημα του μάρτυρα της αστυνομίας ότι ο Σάββας Βέργας ως εκ της θέσεως του έχει κάποια σχέση με την υπόθεση αυτή στερείται οποιουδήποτε πραγματικού ερείσματος δεδομένης της μη συμπερίληψης του ονόματός του στον κατάλογο μαρτύρων της υπόθεσης. Είναι η θέση του αρχιαστυφύλακα 3070 ότι επειδή τα απειλητικά μηνύματα έχουν σταλεί στη χρονική περίοδο αμέσως μετά την ανανέωση των διαταγμάτων κράτησης των κατηγορουμένων 2, 3 και 5 και ενώ ο κατηγορούμενος 4 τελούσε ήδη υπό κράτηση, δυνάμει σχετικού δικαστικού διατάγματος, τότε ο άγνωστος που τα απέστειλε συνδέεται με τους κατηγορουμένους 2-
  2. Με όλο το σεβασμό προς το μάρτυρα πρόκειται για μια υπερβολική τοποθέτηση. Δεν αποκλείεται το άγνωστο άτομο χωρίς να έχει οποιαδήποτε σχέση με τους κατηγορουμένους 2-5 και δίχως καθ' υπόδειξην αυτών, απλά με πρωτοβουλία δική του να απέστειλε τα απειλητικά μηνύματα στα προαναφερθέντα τέσσερα άτομα, κατόπιν ενημέρωσης που έτυχε από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ή δια της φυσικής παρουσίας του ως ένας εκ των πολλών ατόμων που παρακολούθησαν τη διαδικασία προσωποκράτησης. Ακόμη ο μάρτυρας της αστυνομίας συμπεραίνει ότι όλοι οι κατηγορούμενοι είχαν μεταξύ τους επαφές πριν από τη διερεύνηση της υπόθεσης. Ωστόσο το συμπέρασμα αυτό είναι αυθαίρετο και δεν στηρίζεται σε συγκεκριμένη μαρτυρία ώστε εύλογα κάποιος θα μπορούσε να καταλήξει σ' ένα τέτοιο ενδεχόμενο, σε ότι αφορά τουλάχιστον τον κατηγορούμενο 4 με τον κατηγορούμενο
  3. Ειδικότερα η αναφορά του μάρτυρα για το ότι ο κατηγορούμενος 5 στις καταθέσεις του είπε ότι είχε πάρα πολλές συναντήσεις με μελετητές του επίδικου έργου δεν σημαίνει ούτε τείνει να δείξει ότι επρόκειτο για τον κατηγορούμενο
  4. Ακόμα όμως και να ισχύει κάτι τέτοιο δεν τείνει να δείξει ότι οι κατηγορούμενοι 2 - 5 εκδήλωσαν κοινή πρόθεση να επέμβουν με τη πορεία της δικαιοσύνης μέσω της αποστολής απειλητικών μηνυμάτων. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο δηλωμένος χρήστης της κάρτας με αριθμό 99385156, η οποία χρησιμοποιήθηκε στην ίδια συσκευή που χρησιμοποιήθηκε και η κάρτα προπληρωμένης υπηρεσίας so easy με αριθμό 97688567, μέσω της οποίας είχαν σταλεί τα απειλητικά μηνύματα, είναι, όπως ειπώθηκε, στενό συγγενικό πρόσωπο του κατηγορουμένου
  5. Με βάση το τεκμήριο 5 (επιστολή ΑΤΗΚ), για το οποίο είναι οφθαλμοφανές ότι η ημερομηνία δεν μπορεί να είναι αυτή που αναγράφεται στο έγγραφο, καθώς και ο αριθμός αίτησης δεν μπορεί να είναι αυτός που αναγράφεται στο έγγραφο, δεδομένου ότι είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το Τεκμήριο 6 και αυτό έκδηλα οφείλεται σε τυπογραφικά λάθη, ο χρήστης της κάρτας τηλεφώνου 99385156 ανήκει σε κάποιο Κωνσταντίνο Συφάντο και τους λογαριασμούς να αποστέλλονται στην οδό Δημητρίου Γεωργίου αρ.4, 8201 - Γεροσκήπου. Δεν παραγνωρίζω ακόμη ότι σύμφωνα με το Τεκμήριο 7 το άτομο που διαμένει στην πιο πάνω διεύθυνση είναι κάποια Μαρία Σολομωνίδου με το επίθετο αυτής να συμπίπτει με το επίθετο του κατηγορουμένου. Παρ' όλα αυτά όλη η πιο πάνω διασύνδεση άπτεται της χρήσης κάρτας και σε καμία περίπτωση τείνει να καταδείξει τον κάτοχο της συσκευής από την οποία χρησιμοποιήθηκε η κάρτα προπληρωμένης υπηρεσίας so easy με αριθμό 97688567 και από την οποία στάλθηκαν τα απειλητικά μηνύματα. Σημειώνεται ακόμη ότι ενώπιον του Δικαστηρίου, παρ' όλο ότι λέχθηκε ότι το πρόσωπο που χρησιμοποιεί την κάρτα με αριθμό 99385156 είναι του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος του κατηγορουμένου 4, όπως και άτομα που διαμένουν στην διεύθυνση όπου αποστέλλονται οι λογαριασμοί αυτής, εντούτοις ουδέποτε τέθηκε στο Δικαστήριο ποια ακριβώς είναι αυτή η συγγένεια στη βάση συγκεκριμένης μαρτυρίας και αν αυτή είναι όντως στενή όπως ο μάρτυρας επικαλείται και αμφισβητείται από το συνήγορο του κατηγορουμένου
  6. Επίσης, πέραν από τη λεκτική διατύπωση δεν υπάρχει συγκεκριμένη μαρτυρία που να τείνει να καταδείξει συγγενική σχέση ή οποιασδήποτε μορφής σχέση του κατηγορουμένου 4 είτε με το χρήστη της κάρτας με αριθμό 99385156, είτε με τον κάτοχο της συσκευής από την οποία αποστάληκαν τα απειλητικά μηνύματα, είτε με οποιοδήποτε πρόσωπο διαμένει στη διεύθυνση που αποστέλλονται οι λογαριασμοί της κάρτας με αριθμό
  7. Κατά λογική προέκταση, δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να συνδέει τον κατηγορούμενο 4 με το άτομο που χρησιμοποίησε την κάρτα προπληρωμένης υπηρεσίας so easy με αριθμό 97688567 από την οποία στάλθηκαν τα απειλητικά μηνύματα. Κατά πάσα πιθανότητα εκμηδενίζεται το ενδεχόμενο να υπάρχει οποιαδήποτε σχέση μεταξύ οποιουδήποτε από τους κατηγορουμένους 2, 3 και 5, τόσο με το χρήστη της κάρτας με αριθμό 99385156 και με το πρόσωπο που διαμένει στη διεύθυνση που αποστέλλονται οι λογαριασμοί αυτής, όσο και με τον κάτοχο της συσκευής από την οποία αποστάληκαν τα απειλητικά μηνύματα. Επιπλέον, ο μάρτυρας αποδίδει εύλογα δικαιολογημένους λόγους για κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων στο γεγονός ότι το απειλητικό μήνυμα αποστάληκε στο υπηρεσιακό τηλέφωνο της Αντρούλλας Ευθυμίου. Θεωρεί πως κάτι τέτοιο προκύπτει επειδή κατά τη γνώμη του λίγα άτομα θα μπορούσαν να το γνώριζαν. Θεωρώ ότι η θέση αυτή δεν ευσταθεί. Ο ίδιος ο μάρτυρας δεν γνώριζε όπως του υπεβλήθηκε από το συνήγορο του κατηγορουμένου 5 ότι υπάρχει πρόσβαση στα υπηρεσιακά τηλέφωνα του Δήμου Πάφου από τα αρμόδια τμήματα. Εξάλλου είναι λογικό πως με την ίδια ευκολία που κάποιος έχει πρόσβαση στο υπηρεσιακό σταθερό τηλέφωνο της Αντρούλλας Ευθυμίου έχει πρόσβαση και στο υπηρεσιακό κινητό της τηλέφωνο. Παράλληλα θα έλεγα ότι ο σκοπός του υπηρεσιακού κινητού τηλεφώνου είναι για να υπάρχει ανά πάσα στιγμή απρόσκοπτη επικοινωνία μαζί της. Αντίθετα τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά αν αφορούσε το προσωπικό της κινητό τηλέφωνο ή το προσωπικό της σταθερό τηλέφωνο στην οικία της. Επιπροσθέτως είναι η θέση του μάρτυρα της αστυνομίας ότι συνεπεία της αποστολής των απειλητικών μηνυμάτων τρομοκρατήθηκαν άτομα και δημιουργήθηκαν ενδοιασμοί για οποιαδήποτε περαιτέρω κατάθεση από μέρους τους. Ούτε αυτή η θέση της κατηγορούσας αρχής φαίνεται να ευσταθεί. Όπως προκύπτει από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό, η αποστολή των απειλητικών μηνυμάτων και στα τέσσερα άτομα έγινε το βράδυ της 28/09/2014 μεταξύ των ωρών 22:08 και 22:
  8. Η εκ των υστέρων ενέργεια του Φαίδωνα Φαίδωνος να δώσει γραπτή κατάθεση στην αστυνομία την 01/10/2014, καθώς και αντίστοιχη πράξη από μέρος της Αντρούλλας Ευθυμίου στις 05/10/2014 κάθε άλλο παρά επηρεασμό μαρτύρων δείχνει και κάθε άλλο παρά ενδοιασμό φανερώνει από μέρους τους να δώσουν περαιτέρω καταθέσεις στην αστυνομία. Επίσης είναι η θέση της κατηγορούσας αρχής όπως αυτή εκφράστηκε δια του αρχιαστυφύλακα 3070, ότι οι φόβοι της αστυνομίας για κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων είναι εύλογα δικαιολογημένοι από το ότι φαίνεται από τα απειλητικά μηνύματα που αποστάληκαν, ότι το πρόσωπο που τα απέστειλε γνώριζε γεγονότα και λεπτομέρειες για το ποιοι εμπλέκονται στην υπόθεση αυτή που δεν μπορούσε να γνώριζε παρά από τον κατηγορούμενο
  9. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να διαβάσει όλο το περιεχόμενο των απειλητικών μηνυμάτων που αποστάληκαν στα τέσσερα άτομα. Από τη μελέτη αυτή δεν διαπιστώνεται να έχουν καταγραφεί τέτοιες λεπτομέρειες και τέτοια γεγονότα που να δείχνουν ότι το άγνωστο πρόσωπο που έστειλε τα απειλητικά μηνύματα τα γνώριζε μέσω του κατηγορουμένου
  10. Το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου των μηνυμάτων είναι γενικό, αόριστο και υβριστικής φύσεως. Το μέρος αυτό που είναι απειλητικό σε καθ' ένα από τα μηνύματα, δεν περιέχει οποιαδήποτε στοιχεία και λεπτομέρειες που να δίνουν την εντύπωση σε κάποιον ότι ο αποστολέας γνωρίζει για την υπόθεση αυτή. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι το μήνυμα που αποστάληκε στην Αντρούλλα Ευθυμίου αναφέρεται σε οκταήμερη κράτηση των κατηγορουμένων. Την πληροφορία αυτή θα μπορούσε πολύ εύκολα ο άγνωστος αποστολέας να την αποκτήσει από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης που ασχολούνταν με το θέμα αυτό καθώς και με φυσική παρουσία στην αίθουσα του Δικαστηρίου κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας προσωποκράτησης, πράγμα που έπραξαν τόσοι πολλοί άλλοι. Υπό το φως των πιο πάνω και σύμφωνα με τα υπάρχοντα δεδομένα αλλά και στη βάση του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε, το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί ότι οι φόβοι της αστυνομίας για κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων στην υπόθεση αυτή είναι εύλογα δικαιολογημένοι. Από την μαρτυρία που η αστυνομία προσκόμισε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν βλέπω να υπάρχουν ουσιαστικοί λόγοι και δεδομένα που μπορούν να οδηγήσουν σ' ένα τέτοιο συμπέρασμα. Ούτε παρατηρώ να υπάρχει τάση ή ένδειξη εκδήλωσης ή πρόθεσης για εκδήλωση διαβήματος προς αυτή την κατεύθυνση, που θα μπορούσε να εκληφθεί ως εύλογα δικαιολογημένος φόβος για κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων. Συνακόλουθα, το αίτημα της αστυνομίας απορρίπτεται. (Υπ) ........... Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.