← Κύπρος

Αντρέα Κοντό ν. Δημήτριου Μπέκου, Αρ. Υπόθεσης: 13985/12, 17/11/2014

Αντρέα Κοντό ν. Δημήτριου Μπέκου, Αρ. Υπόθεσης: 13985/12, 17/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B192 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΑΓΙΟΜΑΜΙΤΗ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13985/12 Μεταξύ Αντρέα Κοντό v. Δημήτριου Μπέκου Κατηγορουμένου ____________________________ Ημερομηνία: 17.11.2014 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ Ε. Κορακίδης (για να ακούσει απόφαση η κα Κορακίδου) Για τον Κατηγορούμενο: κ Χ. Ζόππος Κατηγορούμενος: παρών ____________________________ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία κατά παράβαση του άρθρου 305 Α

(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος του τροποποιημένου κατηγορητηρίου, ο κατηγορούμενος κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 2012, προκάλεσε χωρίς εύλογη αιτία τη μη εξόφληση της επιταγής της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ με αριθμό 04253474 ημερομηνίας 30.9.12 για το ποσό των €500,00 που είχε εκδοθεί από αυτόν προς όφελος του παραπονούμενου. Προς απόδειξη της υπόθεσης, κατέθεσε μόνο ο παραπονούμενος. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ο κατηγορούμενος επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως. Επιπρόσθετα κάλεσε προς υπεράσπιση του 3 μάρτυρες, ήτοι τους Λοίζο Πάτη (ΜΥ1), Ανδρέα Ιωάννου (ΜΥ2) και τον Α/Αστ.2495 Ανδρόνικο Τσαππή (ΜΥ3). Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447, και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ σε εκείνα τα μέρη της μαρτυρίας τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και είναι απαραίτητα για την αξιολόγηση της. Ο παραπονούμενος, υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, γραπτή δήλωση την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
  1. Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι στις 29.8.12 δυνάμει γραπτή συμφωνίας (Τεκμήριο 2) πώλησε στον κατηγορούμενο την επιχείρηση ψησταριάς που διατηρούσε στην οδό Ελ. Βενιζέλου 8 κατάστημα αρ. 1 στην Πάφο (στο εξής «το κατάστημα») περιλαμβανομένου και του εξοπλισμού της έναντι του ποσού των €20.
  2. Για την πληρωμή του πιο πάνω ποσού ο κατηγορούμενος εξέδωσε συνολικά 22 επιταγές. Εξ αυτών, πέντε επιταγές συνολικού ποσού €5.000 δόθηκαν από τον παραπονούμενο στην ιδιοκτήτρια του καταστήματος προς εξόφληση καθυστερημένων ενοικίων του. Οι υπόλοιπες 17 επιταγές για το συνολικό ποσό των €15.000, ήταν μεταχρονολογημένες με ημερομηνίες πληρωμής από 30.9.12 μέχρι και 30.1.
  3. Στις 2.10.12 κατέθεσε στην Ελληνική Τράπεζα προς εξαργύρωση την πρώτη επιταγή, ήτοι την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 04253474 ημερομηνίας 30.9.12 για το ποσό των €500,00 (Τεκμήριο 3 Α). Η επίδικη επιταγή, μετά την παρουσίαση της στην Τράπεζα Κύπρου, επιστράφηκε στον παραπονούμενο από την Ελληνική Τράπεζα χωρίς να πληρωθεί με την σημείωση ότι η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής και παραμένει απλήρωτη μέχρι σήμερα. Κατά την αντεξέταση του από τον κατηγορούμενο, ο παραπονούμενος ανέφερε μεταξύ άλλων πως δεν ήταν υπόχρεος να παραδώσει οποιεσδήποτε άδειες στον κατηγορούμενο και υπεύθυνη πλέον ήταν η ιδιοκτήτρια του καταστήματος. Σε σχετικές ερωτήσεις του κατηγορούμενου απάντησε ότι ουδέποτε ενημερώθηκε πως υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα με τον εξοπλισμό του καταστήματος, ούτε και κάλεσε τεχνίτες για να επιδιορθώσουν τα μηχανήματα. Περαιτέρω, ο παραπονούμενος αρνήθηκε ότι η πληρωμή της επίδικης επιταγής ανακλήθηκε διότι δεν τήρησε την συμφωνία (Τεκμήριο 2) και ανέφερε πως μετά την επιστροφή της επίδικης επιταγής συνάντησε τον κατηγορούμενο και ο τελευταίος του ζήτησε πίστωση χρόνου για να μπορέσει να δουλέψει το κατάστημα και να τον εξοφλήσει. Τέλος, ο παραπονούμενος αρνήθηκε ότι υπήρξε καυγάς μεταξύ του ιδίου και του κατηγορούμενου και υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος με τον καλύτερο τρόπο τον διαβεβαίωνε ότι θα εξοφλήσει την επίδικη επιταγή. Ο παραπονούμενος σε γενικές γραμμές μου έκανε θετική εντύπωση. Η μαρτυρία του σε σχέση με ουσιώδη σημεία που αφορούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, ήτοι την έκδοση της επίδικης επιταγής και την εντολή για ανάκληση της πληρωμής της, δεν έτυχε αμφισβήτησης. Η αντεξέταση του παραπονούμενου, η οποία έγινε από τον κατηγορούμενο, επικεντρώθηκε στον ισχυρισμό πως ο εξοπλισμός του καταστήματος παρουσίαζε προβλήματα για τα οποία και ενημερώθηκε. Ο παραπονούμενος αρνήθηκε ότι έτυχε οποιασδήποτε ενημέρωσης, καθώς επίσης και ότι κάλεσε τεχνίτες για την επιδιόρθωση τους. Επί του κρίσιμου αυτού σημείου παρατηρώ ότι δεν δημιουργήθηκε οποιοδήποτε ρήγμα στη μαρτυρία του παραπονούμενου. Όπως δε θα διαφανεί και κατά την παράθεση της μαρτυρίας των ΜΥ1 και 2 που κλήθηκαν για να καταθέσουν επί του εν λόγω ζητήματος, ουδείς εξ αυτών ανέφερε ότι κλήθηκε από τον παραπονούμενο. Από την μαρτυρία του παραπονούμενου, δεν μπορώ ωστόσο να αποδεχθώ τη θέση του ότι υπεύθυνη για την παραχώρηση αδειών στον κατηγορούμενο ήταν η ιδιοκτήτρια του καταστήματος και ότι ο ίδιος με την παραλαβή των επιταγών από τον κατηγορούμενο και την παράδοση του καταστήματος δεν είχε πλέον οποιαδήποτε υποχρέωση . Κάτι τέτοιο δεν υποστηρίζεται από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Αντιθέτως, στην παράγραφο 3 ι) της συμφωνίας (Τεκμήριο 2) προκύπτει ότι ο παραπονούμενος ήταν υποχρεωμένος να συνεργαστεί με τον κατηγορούμενο προκειμένου να μεταβιβαστούν στο όνομα του τελευταίου όλες οι άδειες που απαιτούνταν για την νόμιμη λειτουργία της επιχείρησης. Με εξαίρεση, επομένως το σημείο που αναφέρω αμέσως πιο πάνω, αποδέχομαι την μαρτυρία του παραπονούμενου. Αποτελεί δε σταθερή θέση της νομολογίας μας ότι το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (βλ. υπόθεση Mustafa ανωτέρω). Ο κατηγορούμενος στην κυρίως εξέταση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο παραπονούμενος δεν τήρησε τους όρους που περιλαμβάνονται στη συμφωνία (Τεκμήριο 2). Συγκεκριμένα είπε ότι δεν του μεταβιβάστηκαν οι άδειες της επιχείρησης παρά το γεγονός ότι δόθηκε στον παραπονούμενο το ποσό των €5.000 που αντιπροσωπεύει την αξία τους. Επίσης δεν του δόθηκε οποιοδήποτε τιμολόγιο σε σχέση με την αγορά του εξοπλισμού η αξία του οποίου καθορίστηκε στις €15.000 και δεν επιδιορθώθηκαν από τον παραπονούμενο τα ελαττώματα που διαπιστώθηκε ότι υπήρχαν στον εξοπλισμό. Ειδικότερα σε σχέση με τις άδειες, ο κατηγορούμενος αναφέρθηκε σε έλεγχο που διενήργησε η υγειονομική υπηρεσία κατά την οποία διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε άδεια εκδομένη επ' ονόματι του παραπονούμενου ή της επιχείρησης που λειτουργούσε ο τελευταίος με την επωνυμία «γευστικές απολαύσεις». Αναφορικά με τον εξοπλισμό, ο κατηγορούμενος είπε ότι δεν λειτουργούσαν οι φριτέζες και το πλατώ και επίσης υπήρχε πρόβλημα με το ψυγείο συντήρησης. Μετά από σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του ο κατηγορούμενος διευκρίνισε ότι τα μηχανήματα τα οποία ανέφερε πιο πάνω, είναι αυτά που περιγράφονται στους αριθμούς 2, 6 και 7 του Πίνακα «Α» της συμφωνίας (Τεκμήριο 2). Ενημέρωσε τον παραπονούμενο για βλάβες που παρουσίαζαν τα εν λόγω μηχανήματα και ο παραπονούμενος έστειλε τεχνίτες οι οποίοι επιδιόρθωσαν τις εν λόγω βλάβες. Μετά πάροδο λίγων ημερών οι τεχνίτες ήρθαν στο κατάστημα φωνάζοντας και διεκδικώντας την αμοιβή τους και ενημέρωσε σχετικά τον παραπονούμενο ο οποίος ήλθε στο κατάστημα. Το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε για δεύτερη φορά και την τρίτη φορά αναγκάστηκε να πληρώσει ο ίδιος τους τεχνίτες, αφού τον διαβεβαίωσε ο παραπονούμενος ότι θα του επέστρεφε την επίδικη επιταγή. Στη συνέχεια όμως, ο παραπονούμενος του είπε πως θα του επέστρεφε άλλη επιταγή μεγαλύτερου ποσού διότι εν τω μεταξύ ο κατηγορούμενος είχε πληρώσει τις οφειλές του παραπονούμενου σε σχέση με αγορές που είχε κάνει ο τελευταίος για κάρβουνα και κοτόπουλα. Ο παραπονούμενος όχι μόνο δεν του επέστρεψε οποιαδήποτε επιταγή, αλλά χωρίς την συγκατάθεση του αφαίρεσε από το κατάστημα τον εξοπλισμό. Το εν λόγω γεγονός το κατήγγειλε στην αστυνομία. Τέλος, σε σχετική ερώτηση του κ. Ζόππου ο κατηγορούμενος απάντησε ότι η διαφωνία στην οποία αναφέρεται στο έγγραφο ανάκλησης της πληρωμής της επίδικης επιταγής (Τεκμήριο 4) αφορά τις επισκευές και τα ποσά που πλήρωσε στους προμηθευτές για λογαριασμό του παραπονούμενου. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι το ποσό των €5.000 από το σύνολο του τιμήματος των €20.000 αφορούσε την αξία των αδειών που θα του μεταβίβαζε ο παραπονούμενος. Στην υπόδειξη του ευπαίδευτου συνηγόρου του παραπονούμενου ότι στη συμφωνία (Τεκμήριο 2) το ποσό των €5.000 αφορά την εμπορική εύνοια και όχι την αξία των αδειών, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε λέγοντας ότι το γνωρίζει το γεγονός αυτό ο παραπονούμενος. Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν ενδιαφέρθηκε ο ίδιος για να εκδοθούν οποιεσδήποτε άδειες, αλλά απλώς ενημέρωσε τον παραπονούμενο για να του μεταβιβάσει τις άδειες που ο τελευταίος τον διαβεβαίωνε ότι υπήρχαν. Σε σχετικές ερωτήσεις του κ. Κορακίδη, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι τις οφειλές του παραπονούμενου σε σχέση με τα κάρβουνα και τα κοτόπουλα τις πλήρωσε με μετρητά και επιταγή αντίστοιχα. Όταν κλήθηκε να καταθέσει την επιταγή, είπε ότι δεν είχε αντίγραφο υπήρχε όμως απόδειξη πληρωμής η οποία εκδόθηκε επ' ονόματι του παραπονούμενου και την οποία θα την παρουσίαζε υπάλληλος της εταιρείας «Πίπης» ο οποίος θα καλείτο ως μάρτυρας. Αναφορικά με το ζήτημα των βλαβών στα μηχανήματα, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι ο παραπονούμενος ήταν αυτός που κάλεσε τους τεχνίτες για να επισκεφθούν το κατάστημα και να επιδιορθώσουν τις βλάβες. Μετά πάροδο ημερών από την επιδιόρθωση των βλαβών, επέστρεψαν οι τεχνίτες και παραπονέθηκαν ότι δεν πληρώθηκαν για τις εργασίες που εκτέλεσαν. Ειδοποίησε τον παραπονούμενο, ο οποίος ήρθε στο κατάστημα και ανέφερε στους τεχνίτες ότι ο ίδιος θα τους εξοφλήσει. Στη συνέχεια επαναλήφθηκε το ίδιο συμβάν και την τρίτη φορά που ήρθαν οι τεχνίτες για να απαιτήσουν την πληρωμή τους, τους κατέβαλε ο κατηγορούμενος την αμοιβή τους. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε τις υποβολές του ευπαίδευτου συνηγόρου του παραπονούμενου ότι οι βλάβες στα μηχανήματα και η ύπαρξη οφειλών του παραπονούμενου σε τρίτα πρόσωπα αποτελούν δικές του επινοήσεις για να αποφύγει τις υποχρεώσεις του. Μετά το πέρας και της επανεξέτασης σε διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι ενημέρωσε τον παραπονούμενο για τα προβλήματα που υπήρχαν στον εξοπλισμό του καταστήματος την 1.9.12 σε σχέση με την φριτέζα και το πλατώ και την 2.9.12 σε σχέση με το ψυγείο. Ο κατηγορούμενος δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Από την όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα, διαπίστωσα ότι προσπάθησε να διαστρεβλώσει την πραγματικότητα μεταφέροντας τελικά στο Δικαστήριο μία πλαστή εικόνα. Θα ξεκινήσω από το θέμα των αδειών. Καταρχάς σημειώνω ότι πουθενά στη συμφωνία που υπέγραψαν οι διάδικοι (Τεκμήριο 2) γίνεται αναφορά σε ποσό που αντιστοιχεί στην αξία οποιωνδήποτε αδειών. Αντιθέτως, στην παράγραφο 3γ) του Τεκμηρίου 2 ρητά αναφέρεται ότι από το συνολικό τίμημα των €20.000, οι €15.000 αφορούν τον εξοπλισμό του καταστήματος και οι υπόλοιπες €5.000 την εμπορική εύνοια. Περαιτέρω, δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να κατονομάζει και να εξειδικεύει τις άδειες που όφειλε ο παραπονούμενος να μεταβιβάσει στον κατηγορούμενο. Η μόνη συγκεκριμένη αναφορά που έγινε από τον κατηγορούμενο αφορούσε τον έλεγχο που διενήργησε η υγειονομική υπηρεσία (Τεκμήριο 7). Από το περιεχόμενο όμως του Τεκμηρίου 7 δεν προκύπτει ότι το κατάστημα δεν είχε άδεια η οποία απαιτείτο από την εν λόγω υπηρεσία. Σημειώνω επίσης ότι δεν κλήθηκε οποιοσδήποτε αρμόδιος λειτουργός για να επεξηγήσει τις παραβάσεις της σχετικής νομοθεσίας που καταγράφονται στο Τεκμήριο
  4. Εν πάση περιπτώσει, αυτό το οποίο ξεκάθαρα προκύπτει από το Τεκμήριο 7 είναι ότι ο έλεγχος διενεργήθηκε στις 12.11.12, σε ημερομηνία δηλαδή μεταγενέστερη της εντολής ανάκλησης πληρωμής της επίδικης επιταγής (βλ. Τεκμήριο 4). Επομένως, ακόμα και αν ευσταθούσε ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι θα έπρεπε να υπάρχει άδεια από την υγειονομική υπηρεσία το γεγονός αυτό περιήλθε σε γνώση του μετά τις 28.9.12 ημερομηνία κατά την οποία ανακάλεσε την πληρωμή της επίδικης επιταγής. Αναφορικά τώρα με τις βλάβες στον εξοπλισμό του καταστήματος, παρατηρώ τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι υπήρξε πρόβλημα με τις φριτέζες και το πλατώ και προσδιόρισε ότι τα εν λόγω μηχανήματα είναι αυτά που περιγράφονται στα σημεία με αρ. 6 και 7 του Πίνακα «Α» του Τεκμηρίου
  5. Επίσης, καταθέτοντας την απόδειξη είσπραξης ημερομηνίας 17.9.12 (Τεκμήριο 6) δήλωσε ότι αυτή αντιπροσωπεύει το κόστος επιδιόρθωσης των εν λόγω μηχανημάτων. Ο ΜΥ1, όπως θα διαφανεί και πιο κάτω κατά την παράθεση της μαρτυρίας του, δήλωσε μεν ότι εντόπισε την ύπαρξη προβλήματος σε μηχανήματα, ξεκαθάρισε ωστόσο ότι δεν προέβη ούτε ο ίδιος ούτε η εταιρεία στην οποία εργάζεται (Ροδής Α. Παπαπέτρου & Υιός Λτδ) σε επιδιόρθωση των μηχανημάτων καθώς δεν επιδιορθώνουν μηχανήματα και ούτε εξέδωσαν οποιαδήποτε απόδειξη είσπραξης για επιδιόρθωση μηχανημάτων. Σημειώνω επίσης ότι ο ΜΥ1 στη μαρτυρία του αναφέρθηκε απλά σε μηχανήματα, τα οποία για την λειτουργία τους χρειαζόταν να τροφοδοτηθούν με υγραέριο, χωρίς ωστόσο να διευκρινιστεί αν αναφέρεται στη φριτέζα και το πλατώ. Περαιτέρω, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι δεν θυμόταν την ημερομηνία κατά την οποία επισκέφθηκε το κατάστημα και εντόπισε το πρόβλημα στα μηχανήματα. Ανέφερε επίσης ότι το πρόσωπο που τον κάλεσε για να ελέγξει τα μηχανήματα ήταν ο κατηγορούμενος. Ουσιαστικά δηλαδή ο ΜΥ1 διέψευσε τον κατηγορούμενο ότι η απόδειξη είσπραξης (Τεκμήριο 6) αφορούσε την επιδιόρθωση των μηχανημάτων και επίσης δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει τον χρόνο διαπίστωσης των ελαττωμάτων στα μηχανήματα. Αναφορικά με το ζήτημα της βλάβης στο ψυγείο, ο ΜΥ2 κατέθεσε μεν ότι επιδιόρθωσε βλάβη που υπήρχε στο ψυγείο και ότι πληρώθηκε για την εν λόγω εργασία από τον κατηγορούμενο. Ωστόσο ανέφερε ότι δεν θυμόταν ποιος τον κάλεσε για να προβεί στην εν λόγω εργασία. Επίσης, στη μαρτυρία του δεν έγινε λόγος περί επισκέψεων του στο κατάστημα μετά την επισκευή του ψυγείου για να διαμαρτυρηθεί για την μη πληρωμή. Ούτε επίσης έγινε λόγος ότι ο παραπονούμενος ανέλαβε την υποχρέωση να τον εξοφλήσει για την εργασία που έκανε. Επιπρόσθετα, στην αντεξέταση του ανέφερε ότι επισκέφθηκε το κατάστημα και επιδιόρθωσε το ψυγείο στις 18.9.12, ημερομηνία η οποία αναγράφεται και επί του τιμολογίου που εξέδωσε (Τεκμήριο 5). Σημειώνω ότι η εν λόγω ημερομηνία υπερβαίνει την περίοδο των 10 ημερών από την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας στις 29.8.12 (Τεκμήριο 2), εντός της οποίας ο παραπονούμενος ήταν υπεύθυνος για ενδεχόμενες βλάβες που θα παρουσίαζε ο εξοπλισμός του καταστήματος. Επιπροσθέτως των πιο πάνω, ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι πραγματοποίησε πληρωμές σε τρίτα πρόσωπα για κάρβουνα και κοτόπουλα που είχε προμηθευτεί και δεν εξόφλησε ο παραπονούμενος. Παρατηρώ ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί του παρέμειναν κενό γράμμα, αφού δεν κατατέθηκε οποιοδήποτε τεκμήριο ούτε και προσφέρθηκε μαρτυρία που να υποστηρίζει τα πιο πάνω και αυτά παρά τις αναφορές του κατηγορούμενου ότι θα καλούσε μάρτυρα προς υποστήριξη των ισχυρισμών του. Τέλος, ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι στις 12.3.13 ο παραπονούμενος αφαίρεσε τον εξοπλισμό του καταστήματος. Σε σχέση με τον εν λόγω ισχυρισμό περιορίζομαι να πω ότι η πληρωμή της επίδικης επιταγής ανακλήθηκε στις 28.9.
  6. Κατά συνέπεια περιστατικά που κατ' ισχυρισμό συνέβηκαν μετά τις 28.9.12 είναι άσχετα με τα επίδικα θέματα. Η υπεράσπιση της εύλογης αιτίας θα κριθεί σε σχέση με τον χρόνο ανάκλησης της πληρωμής. Ως εκ τούτου ισχυρισμοί που αναφέρονται σε χρόνο μεταγενέστερο δεν μπορούν να διαδραματίσουν οποιοδήποτε ρόλο στην κρίση του Δικαστηρίου περί του ευλόγου της αιτίας ανάκλησης. Ενόψει των πιο πάνω, θεωρώ ότι η μαρτυρία του κατηγορούμενου στερείται πειστικότητας και κατά συνέπεια απορρίπτεται. Τα μοναδικά σημεία που μπορούν να διασωθούν από την μαρτυρία του είναι το ότι εντοπίστηκαν ελαττώματα σε εξοπλισμό του καταστήματος και συγκεκριμένα στο ψυγείο και σε μηχανήματα για την λειτουργία των οποίων απαιτείται η χρήση υγραερίου. Τα εν λόγω σημεία διασώζονται καθώς, όπως θα διαφανεί πιο κάτω κατά την παράθεση της μαρτυρίας των ΜΥ1 και 2, επιβεβαιώνονται από τους ΜΥ1 και
  7. Ο ΜΥ1 ανέφερε, μεταξύ άλλων, στην κυρίως εξέταση του ότι εργάζεται στην εταιρεία Ροδής Α. Παπαπέτρου & Υιός Λτδ (στο εξής θα καλείται η «εταιρεία») η οποία ασχολείται με τις εγκαταστάσεις υγραερίου και την προμήθεια φιάλων υγραερίου. Κλήθηκε από τον κατηγορούμενο στο κατάστημα για να ελέγξει τις υφιστάμενες εγκαταστάσεις. Από τον έλεγχο που διενήργησε μαζί με άλλο συνάδελφο του ο οποίος επίσης ήταν παρών, διαπίστωσαν ότι τα μηχανήματα δεν λειτουργούσαν. Η εταιρεία όμως δεν αναλαμβάνει την επιδιόρθωση μηχανημάτων και ως εκ τούτου ανέφεραν στον κατηγορούμενο πως θα έπρεπε να αποταθεί σε τεχνικό. Σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου, ο ΜΥ1 απάντησε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί την ημερομηνία κατά την οποία έγινε ο εν λόγω έλεγχος. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΥ1 είπε ότι η εταιρεία δεν χρέωσε οποιοδήποτε ποσό τον κατηγορούμενο για επιδιόρθωση μηχανημάτων καθώς δεν επιδιορθώνουν μηχανήματα. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο ανέφερε ότι τον προμήθευσαν με φιάλη υγραερίου. Η φιάλη παραδίδεται δωρεάν και αυτό που χρεώνει η εταιρεία είναι το υγραέριο. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του παραπονούμενου, ο ΜΥ1 απάντησε ότι δεν θυμάται το ποσό που χρεώθηκε ο κατηγορούμενος για το υγραέριο που τον προμήθευσαν, ούτε μπορούσε να θυμηθεί ποια ήταν η τιμή με την οποία χρεωνόταν την περίοδο εκείνη το υγραέριο. Διευκρίνισε επίσης ότι ο ίδιος απασχολείται στον τεχνικό τομέα της εταιρείας και δεν περιλαμβάνεται στα καθήκοντα του η παράδοση υγραερίου. Στην προκείμενη περίπτωση η παράδοση του υγραερίου έγινε από κάποιον Στέλιο, ο οποίος είναι οδηγός στην Intergaz. H Intergaz και η εταιρεία συνεργάζονται. Τιμολόγια για την προμήθεια υγραερίου εκδίδονται από την εταιρεία, μόνο στις περιπτώσεις που κάποιος από τους πελάτης της παραμείνει χωρίς υγραέριο, οπότε σε αυτήν την περίπτωση η προμήθεια του υγραερίου γίνεται από την εταιρεία η οποία και εκδίδει τιμολόγιο. Ερωτηθείς από τον κ. Κορακίδη κατά πόσο εξέδωσε οποιαδήποτε απόδειξη είσπραξης στον κατηγορούμενο, ο ΜΥ1 απάντησε ότι δεν θυμάται και όταν του υποδείχθηκε η απόδειξη είσπραξης ημερομηνίας 17.9.12 (Τεκμήριο 6) αναγνώρισε σε αυτήν την υπογραφή του συναδέλφου του Γιώργου με τον οποίο είχαν μεταβεί στο κατάστημα. Ο ΜΥ1 μου προκάλεσε θετική εντύπωση. Θεωρώ ότι μετέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια και δεν προσπάθησε με οποιοδήποτε τρόπο να ευνοήσει με την μαρτυρία του τον κατηγορούμενο ή να βλάψει τον παραπονούμενο. Άλλωστε και η αντεξέταση του περιορίστηκε κυρίως στην υποβολή διευκρινιστικών ερωτήσεων παρά στην αμφισβήτηση όσων ο ΜΥ1 κατέθεσε. Κατά συνέπεια η μαρτυρία του ΜΥ1 γίνεται αποδεκτή. Ο ΜΥ2 ανέφερε, μεταξύ άλλων, στην κυρίως εξέταση του ότι ασκεί το επάγγελμα του ψυκτικού. Γνώρισε τον κατηγορούμενο όταν κλήθηκε για να επιδιορθώσει ένα ψυγείο στο κατάστημα. Δεν θυμόταν ποιος τον κάλεσε για να προβεί στην εν λόγω επιδιόρθωση. Αναγνώρισε το τιμολόγιο ημερομηνίας 18.9.12 (Τεκμήριο 5) λέγοντας ότι είναι αυτό που εξέδωσε για την εργασία που εκτέλεσε στο κατάστημα και ανέφερε ότι η πληρωμή έγινε από τον κατηγορούμενο. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΥ2 ανέφερε ότι δεν θυμόταν τον τρόπο με τον οποίο πληρώθηκε, αν δηλαδή ήταν με μετρητά ή επιταγή. Επίσης, δεν κατέστη δυνατό να εντοπίσει την απόδειξη είσπραξης που εξέδωσε για την εξόφληση του τιμολογίου (Τεκμήριο 5), παρά το γεγονός ότι του δόθηκε χρόνος καθώς η αντεξέταση του στις 10.10.14 διακόπηκε και ορίστηκε για συνέχιση στις 15.10.
  8. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του παραπονούμενου, ο ΜΥ2 απάντησε ότι μετέβη στο κατάστημα για την επιδιόρθωση του ψυγείου στις 18.9.12, ωστόσο δεν πληρώθηκε την ίδια ημέρα για την εργασία που εκτέλεσε. Συγκεκριμένα, ο ΜΥ2 ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος καθυστέρησε να τον πληρώσει δεν ήταν όμως σε θέση να προσδιορίσει επακριβώς το χρονικό διάστημα που παρήλθε μέχρι την πληρωμή του. Ο ΜΥ2 αρνήθηκε υποβολές του κ. Κορακίδη ότι ο λόγος για τον οποίο δεν παρουσίασε απόδειξη είσπραξης είναι διότι δεν εξοφλήθηκε το τιμολόγιο και ότι η μαρτυρία που έδωσε στο Δικαστήριο ήταν κατόπιν συνεννόησης με τον κατηγορούμενο. Ο ΜΥ2 σε γενικές γραμμές μου έκανε θετική εντύπωση. Δεν διέκρινα κατά την μαρτυρία του οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης ή απόκρυψης της αλήθειας. Θα ανέμενα φυσικά από τον ΜΥ2 να παρουσιάσει την απόδειξη είσπραξης, ιδιαίτερα αφ' ης στιγμής του δόθηκε και χρονικό περιθώριο για να την εντοπίσει. Το γεγονός ωστόσο ότι τελικά δεν παρουσιάστηκε η απόδειξη είσπραξης δεν θεωρώ ότι δημιουργεί τέτοιο ρήγμα στην μαρτυρία του που να πλήττει την αξιοπιστία του. Κατά την αντεξέταση του δεν αμφισβητήθηκε το ότι εκτέλεσε τις εργασίες που περιγράφονται στο τιμολόγιο (Τεκμήριο 5), παρά μόνο αμφισβητήθηκε με γενικό τρόπο το κατά πόσο πληρώθηκε για τις εργασίες που εκτέλεσε. Ενόψει των πιο πάνω αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΥ
  9. Ως ΜΥ3 κατέθεσε ο Α/Αστ. 2495 Ανδρόνικος Τσαππής, οποίος ανέφερε στην κυρίως εξέταση του ότι στις 12.3.13 ο κατηγορούμενος προσήλθε στο Τ.Α.Ε Πάφου και υπέβαλε παράπονο εναντίον του παραπονούμενου. Το παράπονο αφορούσε τον εξοπλισμό του καταστήματος και συγκεκριμένα ότι ο εξοπλισμός αφαιρέθηκε από το κατάστημα. Ερωτηθείς από τον ευπαίδευτο συνήγορο του παραπονούμενου κατά πόσο ο κατηγορούμενος του είχε αναφέρει ότι του επιδόθηκε το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, ο ΜΥ3 απάντησε ότι δεν θυμόταν. Επίσης, σε σχετική ερώτηση του κ. Κορακίδη ο ΜΥ3 απάντησε ότι ο κατηγορούμενος με βάση τα όσα του είπε εγκατέλειψε το κατάστημα περί τα τέλη του
  10. Δεν έχω κανένα ενδοιασμό στο να αποδεχθώ την μαρτυρία του ΜΥ
  11. Θεωρώ ότι μετέφερε με ειλικρίνεια στο Δικαστήριο όσα γεγονότα περιήλθαν στη γνώση του στα πλαίσια της εκτέλεσης των καθηκόντων του και αφορούν την παρούσα υπόθεση. Σημειώνω επίσης ότι κατά την αντεξέταση του, τού υποβλήθηκαν απλά διευκρινιστικές ερωτήσεις. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Οι διάδικοι υπέγραψαν συμφωνία ημερομηνίας 29.8.12 δυνάμει της οποίας ο κατηγορούμενος αγόρασε από τον παραπονούμενο την εμπορική εύνοια και τον εξοπλισμό ψησταριάς που διατηρούσε ο παραπονούμενος στο κατάστημα με αρ. 1 στην οδό Ελ. Βενιζέλου αρ.8 στην Πάφο. Το τίμημα για την εν λόγω αγορά συμφωνήθηκε στο ποσό των €20.000 εκ των οποίων ποσό €5.000 δόθηκε στην ιδιοκτήτρια του πιο πάνω αναφερόμενου καταστήματος για οφειλόμενα ενοίκια του παραπονούμενου. Για το υπόλοιπο ποσό των €15.000, ο κατηγορούμενος εξέδωσε προς όφελος του παραπονούμενου 17 συνολικά μεταχρονολογημένες επιταγές περιλαμβανομένης και της επιταγής της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 04253474 για το ποσό των €500,00 ημερομηνίας 30.9.
  12. Υπήρξε πρόβλημα με μηχανήματα του καταστήματος για την λειτουργία των οποίων απαιτείτο η χρήση υγραερίου. Τα εν λόγω προβλήματα διαπιστώθηκαν από τον Λοίζο Πάτη, (Μ.Υ.1) υπάλληλο της εταιρείας Ροδής Α. Παπαπέτρου & Υιός Λτδ, ο οποίος κλήθηκε στο κατάστημα από τον κατηγορούμενο. Επίσης, πρόβλημα στη λειτουργία του παρουσίασε και το ψυγείο. Για το πρόβλημα λειτουργίας του ψυγείου κλήθηκε ο Αντρέας Ιωάννου (ΜΥ2) για να το επιδιορθώσει. Ο Ιωάννου στις 18.9.12 επιδιόρθωσε το ψυγείο και εξέδωσε την ίδια ημέρα τιμολόγιο με αρ.0648 για το ποσό των €327,60 το οποίο εξόφλησε ο κατηγορούμενος μετά από κάποιο χρονικό διάστημα. Η επίδικη επιταγή παρουσιάστηκε προς πληρωμή και επιστράφηκε στις 3.10.12 απλήρωτη, καθώς ο κατηγορούμενος ανακάλεσε την πληρωμή της. Ο κατηγορούμενος με οδηγίες του ημερομηνίας 28.9.12 προς την Τράπεζα Κύπρου ανακάλεσε την πληρωμή της επιταγής αναφέροντας ως λόγο για την ανάκληση της την διαφωνία του με τον δικαιούχο, ήτοι τον παραπονούμενο. Η επίδικη επιταγή εξακολουθεί μέχρι σήμερα να παραμένει απλήρωτη. Στις 12.11.12 πραγματοποιήθηκε επίσκεψη υγειονομικού λειτουργού στο κατάστημα του κατηγορούμενου, κατά την οποία ο εν λόγω λειτουργός διαπίστωσε διάφορες παραβάσεις της σχετικής νομοθεσίας τις οποίες παρέθεσε γραπτώς στον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος στις 12.3.13 μετέβη στο Τ.Α.Ε Πάφου και υπέβαλε παράπονο εναντίον του παραπονούμενου επί του ότι αφαιρέθηκε από το κατάστημα ο εξοπλισμός. Νομική Πτυχή Το άρθρο 305 (Α)
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει τροποποιηθεί, προνοεί τα ακόλουθα: «305Α.-
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.» Σύμφωνα επομένως με το άρθρο 305Α
(2)τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής: α) Η έκδοση επιταγής και β) Η πρόκληση μη εξόφλησης της επιταγής με οποιαδήποτε πράξη του εκδότη της Σε περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, όπως αυτά έχουν προσδιοριστεί πιο πάνω, τότε θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο ο κατηγορούμενος είχε εύλογη αιτία για να ανακαλέσει την πληρωμή της επίδικης επιταγής, εφόσον ο τελευταίος επικαλείται την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Το βάρος απόδειξης της «εύλογης αιτίας» το φέρει o κατηγορούμενoς. Στην υπόθεση Κονιζίδου v. Αρέστη 2009
(2)Α.Α.Δ 345 αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου που παραθέσαμε πιο πάνω, η υπεράσπιση της εύλογης αιτίας, βρισκόταν στους ώμους του κατηγορούμενου, που όφειλε κατά ή πριν την παρουσίαση της επιταγής να ειδοποιήσει γραπτώς την τράπεζα για τους λόγους για τους οποίους έδιδε την εντολή μη πληρωμής της» Αποτελεί δε σταθερή θέση του δικαίου της απόδειξης ότι όταν το βάρος απόδειξης εναποτίθεται στους ώμους του Κατηγορούμενου, αυτό το βάρος μπορεί να αποσεισθεί με μαρτυρία που ικανοποιεί το Δικαστήριο με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και όχι πέραν από κάθε λογική αμφιβολία όπως χρειάζεται στην περίπτωση της Κατηγορούσας Αρχής για να αποδείξει την κατηγορία. (Γενικός Εισαγγελέας v. Μακρής
(1984)2 Α.Α.Δ 332). Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι ( Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, δηλαδή την μαρτυρία που έχω κρίνει ως αποδεκτή, την νομική πτυχή, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα, καταλήγω ότι ο παραπονούμενος απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Συγκεκριμένα αποδείχθηκε τόσο η έκδοση της επίδικης επιταγής (Τεκμήριο 3Α) όσο και η ανάκληση της πληρωμής της από τον κατηγορούμενο (βλ. Τεκμήρια 3Α και 4). Σημειώνω ότι τα πιο πάνω αναφερόμενα γεγονότα όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση, αλλά επιβεβαιώθηκαν με τη μαρτυρία του κατηγορούμενου. Το επόμενο θέμα που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων απέδειξε ότι ο λόγος για τον οποίο ανακάλεσε την πληρωμή της επιταγής συνιστά εύλογη αιτία με βάση το άρθρο 305Α
(2)του Νόμου. Το πιο πάνω άρθρο, ως είχε πριν την τροποποίηση του, και ειδικότερα η έννοια «εύλογη αιτία» αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης στην υπόθεση N.C Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ 763. Το συγκεκριμένο άρθρο πριν την τροποποίηση του είχε ως εξής: "
(2)Πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε απ' αυτό, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο ποινές." Όπως γίνεται αντιληπτό η έννοια της «εύλογης αιτίας», παρέμεινε και μετά την τροποποίηση η ίδια και επομένως το Δικαστήριο μπορεί να αντλήσει καθοδήγηση από την πιο πάνω υπόθεση. Στην εν λόγω υπόθεση έγινε αναφορά στην Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374 όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης και αναφέρθηκε ότι η ίδια φράση έχει στην αγγλική νομολογία συσχετισθεί και με την έννοια δίκαιη αιτία ενώ σχετικά έγινε αναφορά και στη φράση bona fide (καλή τη πίστει) που στην αγγλική ορολογία θεωρήθηκε ταυτόσημη με τη λέξη «honesty» (ειλικρίνεια). Με βάση την πιο πάνω ερμηνεία το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστή αναφορικά με την υπεράσπιση του εδαφίου
(2), ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος πρέπει να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και επιπρόσθετα ότι η πεποίθηση του αυτή ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις (κάτι που εξετάζεται αντικειμενικά), έγινε μέσα στο πνεύμα των παραπάνω αποφάσεων. Με βάση αυτά το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η ενέργεια του εφεσίβλητου ήταν ειλικρινής και υπαγορεύθηκε από εύλογη αιτία. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ποινική Έφεση 18/2012 Nikiforos Technologies Ltd v. Χρήστου ημερομηνίας 16.4.14 αναφέρθηκαν σε σχέση με το άρθρο 305Α
(2)του Νόμου τα ακόλουθα: «Εύλογη αιτία, με την έννοια της οποίας επίσης λανθασμένα δεν ασχολήθηκε το Δικαστήριο, αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει, («bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson
(1872)L.R. 5 H.L. 636 και R. v. Hall 7 Q.B.D. 575)». Στην προκείμενη περίπτωση ο κατηγορούμενος επικαλέστηκε ως λόγο ανάκλησης της πληρωμής της επίδικης επιταγής την διαφωνία του με τον δικαιούχο (βλ. Τεκμήριο 4). Στη μαρτυρία του προσδιόρισε ότι η εν λόγω διαφωνία έγκειται σε παραβάσεις της συμφωνίας ημερομηνίας 29.8.12 (Τεκμήριο 2) από τον παραπονούμενο τις οποίες εντόπισε στην μη μεταβίβαση των αδειών και στην ύπαρξη ελαττωμάτων στον εξοπλισμό του καταστήματος τα έξοδα για την επιδιόρθωση των οποίων επωμίστηκε ο ίδιος. Οι σχετικοί όροι που περιλαμβάνονται στη συμφωνία ημερομηνίας 29.8.12 (Τεκμήριο 2) είναι οι ακόλουθοι: « ι) Ο πωλητής είναι υποχρεωμένος να διενεργήσει οτιδήποτε είναι αναγκαίο και χρήσιμο και να συνεργαστεί με τον αγοραστή για την μεταβίβαση στο όνομα του αγοραστή όλων των αδειών που απαιτούνται για την νόμιμη λειτουργία της επιχείρησης κατά την ημερομηνία παράδοσης της επιχείρησης και δηλώνει ότι ο εξοπλισμός είναι ελεύθερος και δεν είναι μέρος οποιαδήποτε ενοικιαγοράς. κ) Ο αγοραστής δηλοί ότι σήμερα δεν μπορεί να διαπιστώσει εάν ο εξοπλισμός λειτουργεί ενόψει του ότι χρειάζεται ρεύμα και γκάζι για να το πράξει και συνεπώς εάν μέσα σε 10 μέρες από την υπογραφή διαπιστωθεί ότι οιοδήποτε μηχάνημα ή αντικείμενο έχει οιοδήποτε ελάττωμα τότε ο πωλητής υποχρεούται να το επιδιορθώσει με δικά του έξοδα ή να το αντικαταστήσει με άλλο μεταχειρισμένο στην ίδια κατάσταση το οποίο θα είναι σε λειτουργήσιμη κατάσταση. » Για το θέμα των αδειών, όπως ανέφερα κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορούμενου, δεν προσδιορίστηκε ποιες άδειες έπρεπε να μεταβιβαστούν στον κατηγορούμενο και δεν του μεταβιβάστηκαν. Εν πάση περιπτώσει, η μαρτυρία του κατηγορούμενου περιορίστηκε στην επίσκεψη της υγειονομικής υπηρεσίας στο κατάστημα η οποία εντόπισε διάφορες παραβάσεις της σχετικής νομοθεσίας (βλ. Τεκμήριο 7). Η εν λόγω επίσκεψη πραγματοποιήθηκε στις 12.11.12, σε χρόνο δηλαδή κατά τον οποίο η επίδικη επιταγή είχε ήδη ανακληθεί. Υπενθυμίζω ότι η εντολή ανάκλησης πληρωμής δόθηκε στις 28.9.
  1. Δεν μπορεί επομένως ο κατηγορούμενος να επικαλείται το μεταγενέστερο αυτό γεγονός για να αιτιολογήσει την ενέργεια του για ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής. Η υπεράσπιση της εύλογης αιτίας θα εξεταστεί σε σχέση με τον χρόνο ανάκλησης της πληρωμής και επομένως δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη γεγονότα που επεσυνέβησαν μετά την ανάκληση της πληρωμής της. Τελειώνοντας με το ζήτημα αυτό, επισημαίνω ότι στο Τεκμήριο 7 δεν γίνεται αναφορά στην απουσία οποιασδήποτε άδειας, ενώ δεν προσάχθηκε μαρτυρία που να επεξηγεί τα όσα καταγράφονται επί του Τεκμηρίου
  2. Αναφορικά τώρα με τον εξοπλισμό και ξεκινώντας από τα μηχανήματα για τη λειτουργία των οποίων απαιτείτο η χρήση υγραερίου παρατηρώ τα ακόλουθα: O MY1 δήλωσε ότι δεν θυμόταν την ημερομηνία που επισκέφθηκε το κατάστημα και εντόπισε το πρόβλημα στη λειτουργία των μηχανημάτων. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι διέψευσε τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ότι η απόδειξη είσπραξης (Τεκμήριο 6) αφορά την επιδιόρθωση των εν λόγω μηχανημάτων. Ο ΜΥ1 ήταν ξεκάθαρος κατά την μαρτυρία του ότι δεν επιδιόρθωσε τα μηχανήματα, όπως επίσης ξεκάθαρος ήταν ότι η απόδειξη (Τεκμήριο 6) δεν εκδόθηκε σε σχέση με εργασίες επιδιόρθωσης μηχανημάτων. Επομένως, όχι μόνο δεν υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία σε σχέση με τον χρόνο διαπίστωσης των ελαττωμάτων, αλλά επίσης δεν υπάρχει και οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς τα κατά πόσο καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό για την επιδιόρθωση τους. Θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός αυτό, καθώς στην απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας για το αν καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό και σε περίπτωση που καταβλήθηκε κάποιο ποσό ποιο ήταν το ύψος του, το Δικαστήριο δεν μπορεί να κρίνει κατά πόσο η ενέργεια του κατηγορούμενου ήταν ειλικρινής και δικαιολογείτο υπό τις περιστάσεις. Για παράδειγμα αν για την επιδιόρθωση των ελαττωμάτων που διαπιστώθηκαν δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό ή καταβλήθηκε ποσό περί των €50,00, αυτό κατά την άποψη μου δεν θα δικαιολογούσε την ανάκληση της επίδικης επιταγής. Όσον αφορά το ψυγείο, o MΥ2 είπε ότι υπήρχε βλάβη την οποία και επιδιόρθωσε. Το ζήτημα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως προκύπτει από την παράγραφο 3 κ) της συμφωνίας (Τεκμήριο 2), ο παραπονούμενος θα ήταν υπόχρεος να επιδιορθώσει τα ελαττώματα νοουμένου ότι αυτά παρουσιάζονταν εντός 10 ημερών από την υπογραφή του Τεκμηρίου
  3. Εν προκειμένω δεν υπάρχει μαρτυρία ως προς τον χρόνο διαπίστωσης της βλάβης. Ο ΜΥ2 περιορίστηκε απλώς να δηλώσει ότι επισκέφθηκε το κατάστημα και επιδιόρθωσε την βλάβη στις 18.9.12, ημερομηνία έκδοσης του τιμολογίου του (Τεκμήριο 5). Η εν λόγω ημερομηνία όμως είναι εκτός του χρονικού πλαισίου των 10 ημερών από την υπογραφή του Τεκμηρίου 2, η οποία έλαβε χώρα στις 29.8.
  4. Σημειώνω επίσης ότι ο κατηγορούμενος στην αντεξέταση του δήλωσε ότι άρχισε να λειτουργεί το κατάστημα στις 5.9.12 και δημιουργείται εύλογα το ερώτημα πως μπορούσε το κατάστημα (το οποίο λειτουργούσε ως επιχείρηση ψησταριάς-take away) να εργάζεται χωρίς ψυγείο για περίοδο δύο σχεδόν εβδομάδων από την ημερομηνία έναρξης της λειτουργίας του μέχρι την ημερομηνία επιδιόρθωσης του ψυγείου. Περαιτέρω, ο ΜΥ2 είπε ότι δεν θυμόταν ποιος του ζήτησε να μεταβεί στο κατάστημα, ούτε επίσης ανάφερε πως μετά την επιδιόρθωση των ελαττωμάτων επισκέφθηκε τρεις φορές το κατάστημα απαιτώντας την αμοιβή του και ότι μάλιστα στις πρώτες δύο εκ των τριών επισκέψεων του κλήθηκε και ήταν παρών ο παραπονούμενος ο οποίος αναγνώρισε ότι ο ίδιος οφείλει να του καταβάλει την αμοιβή του. Ο κατηγορούμενος τόσο κατά την αντεξέταση του παραπονούμενου, όσο και στη δική του μαρτυρία τόνισε ότι οι τεχνίτες που επιδιόρθωσαν τα ελαττώματα κλήθηκαν από τον παραπονούμενο, ο οποίος και ανέλαβε την υποχρέωση να τους καταβάλει την αμοιβή τους. Παραθέτω αυτούσιο χαρακτηριστικό απόσπασμα από την αντεξέταση του κατηγορούμενου: « E: Λες ότι έστειλε τεχνικούς; A: Όχι λέω, έστειλε τεχνικούς. E: Έστειλε τεχνικούς και επισκέφθηκε και εκείνος το μαγαζί δηλαδή; A: Φυσικά, αφού δεν τους πλήρωνε και ήρθαν. Γιατί τότε ήρθαν και τον ζήταγαν; E: Έστειλε, εννοείς ότι οι τεχνικοί ήρθαν για να πληρωθούν και τι έγινε; A: Οι τεχνικοί ήρθαν και είπαν για το κατάστημα του κυρίου Κοντού. Είμαι ο καινούριος ιδιοκτήτης. Ο κύριος Κοντός, όχι είμαι ο καινούριος ιδιοκτήτης της επιχείρησης. Ο κύριος Κοντός σας έστειλε; Μάλιστα. Εδώ έχουμε ζημιά, τις επισκεύασαν και έφυγαν. Επέστρεψαν μετά από μέρες και παραπονιόντουσαν για το ότι ήταν απλήρωτοι. Ειδοποιήθηκε ο παραπονούμενος, ήρθε ο παραπονούμενος, ήρθε ο πωλητής, ήρθε και μίλησαν, παραδέχτηκε ότι αυτός χρωστάει την οφειλή και ότι θα τους πληρώσει και έφυγαν οι άνθρωποι. Επαναλήφθηκε το ίδιο συμβάν και μετά από τη δεύτερη επίσκεψη έγινε η τρίτη που εγώ πλήρωσα τις επισκευές. » Επιπρόσθετα, σημειώνω ότι παρά τις πιο πάνω ισχυριζόμενες παραβάσεις της συμφωνίας (Τεκμήριο 2) εκ μέρους του παραπονούμενου, ο κατηγορούμενος δεν προχώρησε σε τερματισμό της συμφωνίας αλλά αντίθετα λειτούργησε το κατάστημα, ως ο ίδιος δήλωσε, μέχρι και τις 20.12.
  5. Όλα τα πιο πάνω αναφερόμενα οδηγούν, κατά την κρίση μου, στο συμπέρασμα ότι η ενέργεια του κατηγορούμενου να ανακαλέσει την πληρωμή της επίδικης επιταγής δεν ήταν ειλικρινής και δεν υπαγορεύθηκε από εύλογη αιτία. Υπό το φως των πιο πάνω, ο κατηγορούμενος απέτυχε να αποδείξει κατά το ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι η ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής έγινε για εύλογη αιτία. Κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.