← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 12679/10, 26/11/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 12679/10, 26/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B194 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12679/10 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 26.11.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού Για Κατηγορούμενο: κος Α. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά από τροποποίηση του κατηγορητηρίου δυνάμει δικαστικού διατάγματος ημερομηνίας 17.01.11 πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας προστέθηκαν τρεις νέες κατηγορίες ενώ διακόπηκαν οι δύο αρχικές (κατηγορίες 1 και 2). Μετά από την εξέλιξη αυτή ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες σεξουαλικής παρενόχλησης κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του Περί Ίσης Μεταχείρισης Αντρών και Γυναικών στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμου του 2002, Ν.205(Ι)/2005 ως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι:

(1)Στις 13.07.06 στο παλαιό κτίριο του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου ενώ ήταν πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου Πολεμίου παρενόχλησε σεξουαλικά την Ανδρονίκη Κωνσταντίνου, γραμματέα του πιο πάνω κοινοτικού συμβουλίου (στο εξής η 'παραπονούμενη'), βάζοντας τα χέρια του στους ώμους της και φιλώντας την στα μάγουλα της χωρίς τη θέληση της (κατηγορία 3),
(2)Κατά τον Δεκέμβριο του έτους 2006 στα γραφεία του Κοινοτικού Συμβουλίου Πολεμίου στο χωριό Πολέμι της επαρχίας Πάφου ενώ ήταν πρόεδρος του κοινοτικού συμβουλίου αυτού έπιασε την παραπονούμενη από τα χέρια και τραβώντας την κοντά του έβαλε το χέρι του πίσω από τη μέση της χωρίς την θέληση της (κατηγορία 4),
(3)Κατά τον μήνα Αύγουστο του έτους 2009 στα γραφεία του Κοινοτικού Συμβουλίου Πολεμίου ενώ ήταν πρόεδρος του προαναφερόμενου κοινοτικού συμβουλίου παρενόχλησε σεξουαλικά την παραπονούμενη λέγοντας της ότι είναι πολύ ωραία γυναίκα και αν δεν ήξερε τον ηθικό της χαρακτήρα θα της κολλούσε μέχρι τέλους (κατηγορία 5). Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 4 μάρτυρες και συγκεκριμένα την παραπονούμενη (ΜΚ1), τον υπαστυνόμο Κόκο Κλεάνθους της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου (ΜΚ2), τον ιδιώτη ιατρό-γαστρεντερολόγο Δρ. Χριστάκη Παλά (ΜΚ3) και τον ψυχίατρο Δρ. Χριστόδουλο Γαλατόπουλο (ΜΚ4). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε χωρίς όρκο κατάθεση από την θέση στην οποίαν βρισκόταν, καλώντας παράλληλα 2 μάρτυρες υπεράσπισης και ειδικότερα τον λοχία 3649 Χαράλαμπο Δημητρίου (ΜΥ1) και τον αστυφύλακα 1262 Πάτροκλο Ανδρονίκου (ΜΥ2). Επιπλέον, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 23 τεκμήρια και ένα τεκμήριο προς αναγνώριση ενώ δηλώθηκαν εκ συμφώνου από τα μέρη ως παραδεκτό γεγονός ότι στις 14.07.06 πραγματοποιήθηκε σύσκεψη στο Υπουργείο Εσωτερικών για θέματα που αφορούσαν την κοινότητα Πολεμίου. Το εν λόγω παραδεκτό γεγονός εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Στην κυρίως εξέταση της η παραπονούμενη (ΜΚ1) παρουσίασε δύο γραπτές καταθέσεις ημερομηνίας 04.12.09 (Τεκμήριο 2) και 17.08.10 (Τεκμήριο 1). Μέσα από το Τεκμήριο 2 γίνεται αναφορά ότι από την αρχή που η παραπονούμενη προσλήφθηκε τσακωνόταν με τον κατηγορούμενο και ο κατηγορούμενος, που ήταν ο κοινοτάρχης του Κοινοτικού Συμβουλίου Πολεμίου, άρχισε να της κάνει κομπλιμέντα λέγοντας της σε στιγμές που ήταν μόνοι τους: 'Είσαι πολύ ωραία γυναίκα', 'Είναι πολύ ωραία τα ρούχα σου', 'Έχεις πολύ ωραία μαλλιά', 'Έχεις πολύ ωραίο κορμί'. Η ίδια αισθανόταν άβολα. Κατά διαστήματα την έπιανε από το χέρι και το κρατούσε σφικτά χωρίς να της το αφήνει και παρόλο ότι του είπε ότι δεν της άρεσε αυτό. Ακόμη μέσα από το εν λόγω τεκμήριο περιγράφονται τα κατ' ισχυρισμό περιστατικά της τρίτης και τέταρτης κατηγορίας. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, γίνεται αναφορά ότι ο κατηγορούμενος συνήθιζε κάθε Παρασκευή που η παραπονούμενη σχόλαγε και κάθε Δευτέρα που αυτή ερχόταν στην εργασία της να την τραβά με δύναμη και να την φιλά στα μάγουλα. Το ανάφερε στην μητέρα της, η οποία της είπε να μην δίνει σημασία στα κομπλιμέντα ενώ για τα φιλιά να του πει να σταματήσει, πράγμα που η παραπονούμενη έκανε μετά από αρκετό καιρό. Παρά την παρατήρηση που η παραπονούμενη του έκανε, ο κατηγορούμενος συνέχιζε να την ενοχλεί παίρνοντας και χαϊδεύοντας τα χέρια της. Αμέσως μετά το κατ' ισχυρισμό περιστατικό της τρίτης κατηγορίας, η παραπονούμενη εξασφάλισε άδεια ασθενείας από την παιδίατρο Δρ. Ανθούλα Λοϊζίδου. Σε κάποιο στάδιο ο κατηγορούμενος άρχισε να την απειλεί ότι αν έλεγε οτιδήποτε εναντίον του θα την απέλυε και ότι θα έλεγε ότι ήταν φιλενάδα του. Την 01.06.09 εισήχθηκε στο ιδιωτικό νοσοκομείο 'Ευαγγελισμός' λόγω άγχους αφού πλέον η κατάσταση είχε φθάσει στο απροχώρητο. Όπως είπε είχε προσεγγίσει τα όρια κατάθλιψης. Τότε ενημέρωσε τον σύζυγο της, τον αδελφό της και τον πατέρα της για την συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Παρά το ότι την επισκέφτηκε στην κλινική αλλά και αργότερα στην οικία της όπου και της απολογήθηκε κλαίγοντας, η συμπεριφορά του κατηγορουμένου έγινε χειρότερη αφού άρχισε να δείχνει στοιχεία ζήλειας μετά την πρόσληψη ενός εργάτη στο Κοινοτικό Συμβούλιο Πολεμίου. Στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέτασης της η παραπονούμενη ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι λόγω των αδιάκριτων και προσωπικής φύσεως ερωτήσεων από τον κατηγορούμενο αισθανόταν άγχος, πίεση, φόβο και ανασφάλεια. Επίσης, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της η παραπονούμενη κατάθεσε ιατρική βεβαίωση της παιδιάτρου Δρ. Ανθούλας Λοϊζίδου ημερομηνίας 13.07.06 ως Τεκμήριο
  1. Αντεξεταζόμενη η παραπονούμενη δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως η μητέρα της τα γνώριζε όλα αλλά άρχισε να ενημερώνει τον πατέρα της τον Μάιο 2009 προτού αυτή καταρρεύσει και εισαχθεί σε ιδιωτικό νοσοκομείο. Ακόμη είπε ότι παρόλο που ο πατέρας της, της εισηγήθηκε να καταγγελθεί ο κατηγορούμενος στην αστυνομία, η ίδια διαφώνησε επειδή πείστηκε από τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου όταν ήλθε στην οικία της και απολογήθηκε, καθώς και επειδή προείχε η υγεία της που το 2009 ήταν κλονισμένη ένεκα της συνεχιζόμενης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου. Η κατηγορούμενη δεν πληροφόρησε από την αρχή τον πατέρα της και τον σύζυγο της επειδή φοβόταν μήπως υπάρξουν φασαρίες. Ακολούθως, στα πλαίσια της αντεξέτασης της η παραπονούμενη κατάθεσε τα εξής έγγραφα: Τεκμήριο 4 - ιατρική έκθεση ημερομηνίας 03.06.09 του νεφρολόγου Δρ. Χριστόφορου Σταύρου Τεκμήριο 5 - χειρόγραφη κατάσταση αδειών για το έτος 2006 Τεκμήριο 6 - φωτοαντίγραφο αποσπάσματος μητρώου βιβλίου αδειών Κοινοτικού Συμβουλίου Πολεμίου Τεκμήριο 7 - Δέσμη εγγράφων κτηματολογίου Τεκμήριο 8 - Απόδειξη είσπραξης χρημάτων υπ' αριθμό 9685 ημερομηνίας 13.07.06 ΣΠΕ Πολεμίου Τεκμήριο 9 - Πρακτικά Κοινοτικού Συμβουλίου Πέγειας ημερομηνίας 04.03.08 Η παραπονούμενη απέρριψε τη θέση ότι στις 13.07.09 ήταν αδειούχα ως δείχνει το Τεκμήριο 5 λέγοντας πως ο κατηγορούμενος της χρέωσε την ημέρα ως άδεια επειδή εκτός από εργασία που έκανε διεκπεραίωσε και προσωπικές υποχρεώσεις της. Όπως ακόμη η μάρτυρας είπε, από το έτος 2005 μέχρι τον Αύγουστο 2009 ο κατηγορούμενος της έπαιρνε τα χέρια και την ρωτούσε αδιάκριτες και προσωπικές ερωτήσεις όταν ήταν μαζί του στο αυτοκίνητο και στο γραφείο. Για παράδειγμα την ρωτούσε κατά πόσο η ίδια είχε ερωτικές σχέσεις πριν από το γάμο της και αν ο σύζυγος της ήταν ο μοναδικός που έκανε έρωτα μαζί του. Υπήρξαν αρκετές φορές που ο κατηγορούμενος την έπαιρνε με όχημα σε συσκέψεις, συναντήσεις και άλλου είδους εργασίες τόσο στο Πολέμι όσο και στην Πάφο αλλά και στην Λευκωσία. Κάποιες φορές κρατούσε τα χέρια της σφικτά για να μην μπορεί ο κατηγορούμενος να της τα πιάνει. Όλα αυτά της δημιουργούσαν αμηχανία, άγχος, πίεση και φόβο. Ήταν ακόμη ανεπιθύμητα γι' αυτήν. Υπήρξαν περιπτώσεις που έκλαιγε και από το άγχος της πονούσε το στομάχι της ενώ είχε χάσει και βάρος. Ειδικότερα μετά που εξήλθε της ιδιωτικής κλινικής τον Ιούνιο 2009 για περίοδο 15 ημερών κοιμόταν με την μητέρα της, έκλαιγε συνέχεια, ζύγιζε μόνο 45 κιλά και λάμβανε φάρμακα για να ηρεμήσει χωρίς να ενδιαφέρεται για τα παιδιά της. Σε σχέση με τα καλωσορίσματα και αποχαιρετισμούς του κατηγορουμένου προς την παραπονούμενη κάθε Δευτέρα και Παρασκευή, αυτά ξεκίνησαν 1-2 μήνες από την πρόσληψη της και τερματίστηκαν 7-8 μήνες αργότερα μετά που του έγιναν παρατηρήσεις από την παραπονούμενη. Στη συνέχεια σε ερώτηση γιατί καθυστέρησε να υποβάλει το παράπονο της στην αστυνομία, η παραπονούμενη είπε ότι οφείλεται σε συνδυασμό λόγων όπως το ότι φοβόταν μήπως ο κατηγορούμενος την απολύσει και απολέσει έτσι την εργασία της, ότι την απειλούσε ότι θα διέδιδε ότι ήταν φιλενάδα του, το ότι δεν γνώριζε τους τρόπους και κανονισμούς για να δώσει μια κατάθεση στην αστυνομία, ότι δεν γνώριζε ότι μπορούσε να το κάνει στις 23.11.09 όταν έκανε την καταγγελία για το φτύσιμο που δέχτηκε από τον κατηγορούμενο, η πλημμελής διερεύνηση της υπόθεσης από τα εμπλεκόμενα μέλη της αστυνομίας και επειδή έλπιζε ότι ο κατηγορούμενος μετά από παρατηρήσεις που του έκανε και τις απολογίες που αυτός εξέφρασε στην ίδια στην παρουσία των γονέων της αλλά και κατόπιν καταγγελίας για επίθεση που προέβηκε εναντίον του, αυτός θα συνετιζόταν και θα διαφοροποιούσε την συμπεριφορά του απέναντι της. Περαιτέρω, η εν λόγω μάρτυρας αρχικά δήλωσε πως περί τον Φεβρουάριο 2007 αλλά ακολούθως είπε ότι πολύ πιθανό να ήταν το έτος 2008, ο κατηγορούμενος της υποσχέθηκε ότι θα της έδιδε προσαυξήσεις (άλλη από την ετήσια) έναντι ανταλλαγμάτων, τα οποία όμως θα συγκεκριμενοποιούσε μετά τη διευθέτηση της κλίμακας. Όταν η παραπονούμενη τον ρώτησε τι ανταλλάγματα είχε στο μυαλό του αυτός της είπε ότι θα της έλεγε όταν θα ερχόταν η κατάλληλη ώρα. Τότε η παραπονούμενη του είπε ότι ήθελε να παραμείνει στην κλίμακα που ήταν χωρίς να την ενδιαφέρει ή να επιθυμεί οτιδήποτε από αυτόν. Παράλληλα η παραπονούμενη απέρριψε κατηγορηματικά τις θέσεις του κατηγορουμένου ότι καμία σεξουαλική παρενόχληση της έγινε από τον ίδιο, ότι η καταγγελία της είναι όψιμη και κατευθύνεται από αλλότρια κίνητρα, ότι η καταγγελία της έγινε επειδή ο κατηγορούμενος προέβηκε σε καταγγελία στην αστυνομία εναντίον της για δημόσια εξύβριση και ότι η ίδια δεχόταν παρατηρήσεις από τον κατηγορούμενο επειδή δεν εκτελούσε ορθά τα καθήκοντα και την εργασία της. Επανεξεταζόμενη η παραπονούμενη, μεταξύ άλλων, στα πλαίσια διευκρίνισης του ζητήματος προσαύξησης που εγέρθηκε κατά την αντεξέταση της κατάθεσε το Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσεως της σαν γραμματέας του Κοινοτικού Συμβουλίου Πολεμίου ως Τεκμήριο
  2. Ο ΜΚ2 ήταν ο αξιωματικός της αστυνομίας που κατόπιν οδηγιών του τότε Γενικού Εισαγγελέα διορίστηκε από τον Αρχηγό Αστυνομίας για να συνεχίσει τη διερεύνηση της υπόθεσης αυτής που κατά την άποψη της Νομικής Υπηρεσίας είχε διερευνηθεί πλημμελώς από τα εμπλεκόμενα μέλη της αστυνομίας που υπηρετούσαν στον αστυνομικό σταθμό Στρουμπιού και συγκεκριμένα τον υπαστυνόμο Χριστάκη Χριστοδούλου και τον αστυφύλακα 1262 Πάτροκλο Ανδρονίκου. Στα πλαίσια διεκπεραίωσης των καθηκόντων του ο μάρτυρας είπε ότι έλαβε καταθέσεις από την παραπονούμενη, την μητέρα της, το σύζυγο της και τον Δρ. Ππαλά ενώ επιχείρησε να λάβει κατάθεση και από τον Δρ. Χριστόδουλο Γαλατόπουλο, ο οποίος όμως αρνήθηκε δίδοντας την έγκριση του στην παραπονούμενη να αναφέρει στο Δικαστήριο αν χρειαζόταν το τι είχε λεχθεί μεταξύ τους. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως με βάση το μαρτυρικό υλικό που υπήρχε στον αστυνομικό φάκελο έκρινε πως το παράπονο της ΜΚ1 χρειαζόταν περαιτέρω διερεύνηση και γι' αυτό έλαβε από αυτήν νέα λεπτομερή κατάθεση, μέσα από την οποία προέκυψε η ανάγκη εξέτασης νέων στοιχείων χωρίς παράλληλα να χρειαζόταν να ληφθεί νέα κατάθεση από τον κατηγορούμενο, πράγμα που έπραξε. Σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα η κατάθεση που έλαβε από την παραπονούμενη αναφερόταν σε κατ' εξακολούθηση σεξουαλική παρενόχληση της από το 2005 με αποκορύφωμα το καλοκαίρι του 2009 και καταληκτική ημερομηνία τις 23.11.09 όπου με βάση ισχυρισμό της παραπονούμενης ο κατηγορούμενος την ύβρισε και μετέβηκε στην αστυνομία για καταγγελία για εξύβριση και επίθεση, αλλά δεν κατάγγειλε σεξουαλική παρενόχληση της επειδή φοβόταν ότι ο κατηγορούμενος θα έλεγε ότι ήταν φιλενάδα του, ότι θα την απέλυε από την εργασία της και διάφορα άλλα. Επίσης, ο ΜΚ2 κατάθεσε ως Τεκμήριο 11 αστυνομικό ημερολόγιο ενέργειας που παραπέμφθηκε στη Νομική Υπηρεσία με το οποίο η αστυνομία εισηγείτο την ταξινόμηση της υπόθεσης αυτής σαν ανύπαρκτης. Ο ΜΚ3 είναι ιδιώτης ιατρός με ειδικότητα στην γαστρεντερολογία με σπουδές στην Ουκρανία τόσο του τίτλου γενικής ιατρικής όσο και της ειδικότητας του, την οποία ασκεί στην Πάφο από το
  3. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του παρουσίασε γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 19.08.10 που έδωσε στην αστυνομία, την οποία προσκόμισε σαν Τεκμήριο
  4. Με βάση την κατάθεση αυτή, περί τα μέσα Μαΐου 2009 τον επισκέφτηκε η παραπονούμενη για ιατρική εξέταση επειδή αντιμετώπιζε γαστρεντερολογικά προβλήματα και ειδικότερα πόνο στο στομάχι, αναγούλες, δυσπεψία και διάφορα άλλα. Ο εν λόγω ιατρός διαπίστωσε ότι αυτό οφειλόταν σε άγχος και πίεση και τότε η παραπονούμενη του εκμυστηρεύτηκε ότι δεχόταν σεξουαλικές παρενοχλήσεις από τον τότε κοινοτάρχη, χωρίς όμως να αναφερθεί σε λεπτομέρειες. Αυτός τη συμβούλευσε να εξεταστεί από ψυχίατρο. Στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του ο εν λόγω μάρτυρας επανέλαβε ότι μέσα από την ιατρική εξέταση αντιλήφθηκε ότι το πρόβλημα δεν ήταν οργανική πάθηση αλλά λειτουργικό και οφειλόταν σε αγχώδη διαταραχή και πίεση. Έτσι όταν η παραπονούμενη του ανάφερε το πιο πάνω κατ' ισχυρισμό γεγονός την παρέπεμψε στον ψυχίατρο Δρ. Γαλατόπουλο. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως χορηγούσε άδειες ασθενείας στην παραπονούμενη προκειμένου να υποβοηθήσει την παραπονούμενη να ακολουθήσει καλύτερα τη φαρμακευτική αγωγή που ακολουθούσε, η οποία ενείχε τη χορήγηση φαρμάκων για αντιμετώπιση συμπτωμάτων κατάθλιψης και αγχώδους διαταραχής. Ο ίδιος εξέτασε την παραπονούμενη μια φορά, η οποία σε άλλες περιπτώσεις ερχόταν στο ιατρείο του ζητώντας άδεια ασθενείας και αυτός χωρίς να την εξετάζει της χορηγούσε κάθε φορά άδεια ασθενείας, προκειμένου να υποβοηθήσει το θεραπευτικό έργο, αφού πρώτα διαπίστωνε ότι χρειαζόταν περαιτέρω χρόνος φαρμακευτικής αγωγής. Ωστόσο ο ίδιος δεν γνωρίζει αλλά ούτε και καταχώρησε στο ιατρικό αρχείο του πότε η παραπονούμενη συμπλήρωσε τη θεραπεία της στον Δρ. Γαλατόπουλο καθώς και πόσο αυτή διήρκεσε. Όπως ο ΜΚ3 είπε, ο δικός του ρόλος ήταν επικουρικός καθότι τόσο η ιατρική παρακολούθηση όσο και η θεραπευτική αγωγή γινόταν από τον Δρ. Γαλατόπουλο. Στη συνέχεια, στα πλαίσια της αντεξέτασης της η παραπονούμενη κατάθεσε τα εξής έγγραφα που ο ίδιος έκδωσε: Τεκμήριο 13 - ιατρική βεβαίωση ημερομηνίας 28.07.10 με την οποία χορηγείτο στην παραπονούμενη άδεια ασθενείας μίας ημέρας λόγω επιγαστρικού άλγους Τεκμήριο 14 - ιατρική βεβαίωση ημερομηνίας 08.06.09 με την οποία χορηγείτο στην παραπονούμενη άδεια ασθενείας μέχρι τις 30.06.09 λόγω σπαστικής κολίτιδας Τεκμήριο 15 - ιατρική βεβαίωση ημερομηνίας 04.11.10 με την οποία χορηγείτο στην παραπονούμενη άδεια ασθενείας μέχρι τις 12.11.10 λόγω αγχώδους συνδρομής και αναστάτωσης Τεκμήριο 16 - ιατρική βεβαίωση ημερομηνίας 29.10.10 με την οποία χορηγείτο στην παραπονούμενη άδεια ασθενείας μέχρι τις 01.11.10 λόγω επιγαστρικού άλγους και εμετών Τεκμήριο 17 - ιατρική βεβαίωση ημερομηνίας 11.02.10 με την οποία χορηγείτο στην παραπονούμενη άδεια ασθενείας μέχρι τις 12.02.10 λόγω ιογενούς λοίμωξης Τεκμήριο 'Α' - Ιατρική Βεβαίωση Δρ. Χριστόφορου Σταύρου ημερομηνίας προς αναγνώριση 03.06.09 σε σχέση με την παραπονούμενη και χορήγηση άδειας ασθενείας σ' αυτήν από 01.06.09 μέχρι 15.06.09 Ο ΜΚ4 σπούδασε ιατρική στην Αθήνα και μετά άσκησε ψυχιατρική για 25 έτη στο Ηνωμένο Βασίλειο όπου έτυχε τίτλου του Βασιλικού Κολεγίου της Αγγλίας, επάγγελμα που ασκεί στην Κύπρο από το 1989 στον ιδιωτικό τομέα. Η παραπονούμενη ήταν ασθενής του και την είδε για πρώτη φορά στις 04.06.09 και για τελευταία φορά στις 20.04.
  5. Συνολικά την είδε 8 φορές το 2009, 4 φορές το 2010, 2 φορές το 2011 και μία φορά το
  6. Όπως ο εν λόγω μάρτυρας είπε, όταν η παραπονούμενη τον επισκέφτηκε την πρώτη φορά το πρόβλημα ήταν εντονότατο καθότι το άγχος της ήταν σε τέτοιο επίπεδο που αντιμετώπιζε κρίσεις πανικού με καταθλιπτική διάθεση. Τα συμπτώματα της επιδεινώθηκαν τον Σεπτέμβριο με Οκτώβριο 2009 ενώ από τον Μάρτιο και Απρίλιο 2010 η κατάσταση της άρχισε να βελτιώνεται, αλλά περί τα μέσα 2011 η κατάσταση της παρουσίασε υποτροπή. Στα πλαίσια θεραπείας της ο ΜΚ4 της χορήγησε το αντικαταθλιπτικό Seroxat ποσότητας 30mlg αλλά επειδή είχε εντονότατο άλγος της χορήγησε το Lexotanil σε δισκία ποσότητας 3 mlg ημερησίως. Η παραπονούμενη λάμβανε τη πιο πάνω φαρμακευτική αγωγή μέχρι το 2010 οπότε και την σταμάτησε για 4-5 μήνες. Στις πρώτες συναντήσεις που είχε μαζί της η παραπονούμενη δεν του ανάφερε από που προέρχονταν τα προβλήματα, όμως τον Σεπτέμβριο 2009 απέδωσε τα προβλήματα της σε κακές σχέσεις που είχε με τον κοινοτάρχη του χωριού στο οποίο εργαζόταν. Στις 23.11.09 του ανάφερε ότι ο κοινοτάρχης ήταν απότομος μαζί της και ότι πολύ συχνά είχαν προστριβές που έφθαναν μέχρι του σημείου να εξυβρίζει ο ένας τον άλλον. Ωστόσο το δεύτερο εξάμηνο του 2010 η παραπονούμενη του είπε ότι μία από τις μεταξύ τους δικαστικές διαδικασίες αφορούσε παρενόχληση που είχε στο παρελθόν από τον κοινοτάρχη. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ4 κατάθεσε ως Τεκμήριο 18 έγγραφο υπό τον τίτλο 'Πλάνο Θεραπείας' ημερομηνίας 26.03.14, το οποίο και εξήγησε στο Δικαστήριο. Ακολούθως, ο εν λόγω μάρτυρας δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως ο ίδιος δεν χορήγησε στην παραπονούμενη άδεια ασθενείας επειδή αυτή δεν του το ζήτησε. Ο κατηγορούμενος προέβηκε σε χωρίς όρκο κατάθεση λέγοντας πως είναι αθώος. Αναφερόμενος στην τρίτη κατηγορία του κατηγορητηρίου ο κατηγορούμενος σημειώνει ότι υπάρχει έγγραφο του Κοινοτικού Συμβουλίου Πολεμίου που δείχνει ότι την ημέρα που η παραπονούμενη ισχυρίζεται ότι την παρενόχλησε σεξουαλικά αυτή βρισκόταν με άδεια. Σύμφωνα με τον ίδιο τον Νοέμβριο 2006 η παραπονούμενη τον είχε προτείνει στις εκλογές ως κατάλληλο πρόσωπο για τη θέση του κοινοτάρχη. Αναφερόμενος στην τέταρτη κατηγορία του κατηγορητηρίου ο κατηγορούμενος είπε ότι αυτή δεν ευσταθεί για το λόγο ότι όταν κάποιος είναι υποψήφιος σε εκλογές είναι πολύ προσεκτικός και προκειμένου να συγκεντρώσει ψήφους δεν στεναχωρεί οποιονδήποτε. Σχετικά με την πέμπτη κατηγορία του κατηγορητηρίου ο κατηγορούμενος σημείωσε πως την πρώτη εβδομάδα του Αυγούστου 2009 υπεβλήθηκε σε εγχείρηση σε ιδιωτική κλινική στη Λεμεσό όπου παρέμεινε εκεί κλινήρης για 8 ημέρες. Την επόμενη της εγχείρησης τον επισκέφτηκε η παραπονούμενη με τον σύζυγο της προσφέροντας του ανθοδέσμη όπου και συζήτησαν θέματα του Κοινοτικού Συμβουλίου Πολεμίου. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι τον Αύγουστο 2009 εργαζόταν λέγοντας ότι η κλινική κατάσταση του δεν του το επέτρεπε καθότι υπήρξε υποτροπή στην εγχείριση με αποτέλεσμα να καθηλωθεί στην οικία του. Όσον αφορά το ζήτημα της αγοράς δώρων είπε ότι ήταν αμοιβαίο. Ειδικότερα είπε ότι μία φορά το χρόνο που ήταν τα γενέθλια της παραπονούμενης αυτός της αγόραζε ένα δώρο αξίας όχι πέραν των €20,00 ενώ αυτή δύο φορές το χρόνο που πήγαινε ταξίδια στο εξωτερικό του έφερνε ουίσκι, ούζο και γραβάτα. Αναφορικά με το θέμα ότι οι γονείς της πληροφορήθηκαν για το κατ' ισχυρισμό περιστατικό στο Κτηματολόγιο είπε ότι αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα επειδή πολλές φορές οι γονείς της τον είχαν προσκαλέσει στην οικία τους για καφέ, γεγονός που κατά την άποψη του αποδεικνύει τη θέση του. Καταλήγοντας, ο κατηγορούμενος είπε ότι συχνά τσακωνόταν με την παραπονούμενη επειδή η τελευταία ζητούσε και προσπαθούσε να προωθήσει τις θέσεις της ενώ αυτός ήταν αυστηρός και δεν επιθυμούσε να ξεφύγει από τα κανονικά πλαίσια λειτουργίας του Κοινοτικού Συμβουλίου Πολεμίου. Ο ΜΥ1 στην κυρίως εξέταση του παρουσίασε σαν Τεκμήριο 19 γραπτή κατάθεση που έλαβε από την παραπονούμενη στις 23.11.09 με την οποία καταγγέλλει τον κατηγορούμενο ότι την εξύβρισε λέγοντας της 'κουφούα άνεδρη' και ότι της έφτυσε στο πρόσωπο εξιστορώντας τα γεγονότα που περιβάλλουν το κατ' ισχυρισμό αυτό περιστατικό καθώς και τις κατ' ισχυρισμό μεταξύ τους κακές σχέσεις. Σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα, η παραπονούμενη δεν του εξέφρασε οποιοδήποτε άλλο παράπονο και ουδέποτε του είπε ότι είχε και άλλα να πει αλλά θα τα έλεγε αργότερα. Ο ίδιος τότε έδωσε οδηγίες στον αστυφύλακα 1262 Πάτροκλο Ανδρονίκου, μόλις επιστρέψει από τη Λευκωσία, να εξετάσει την υπόθεση λαμβάνοντας ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, τον οποίο και να κατηγορήσει. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1, ανάμεσα σ' άλλα, αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι ενημέρωσε τον κατηγορούμενο για το παράπονο που υπέβαλε η παραπονούμενη εναντίον του στις 23.11.09 καθώς και ότι ο κατηγορούμενος του τηλεφώνησε λέγοντας ότι διαπληκτίστηκε με την παραπονούμενη. Επίσης αρνήθηκε τη θέση ότι ζήτησε από την παραπονούμενη να σκεφτεί κατά πόσο ήθελε να προχωρήσει το παράπονο που έκανε στις 23.11.09 σε μία κοινωνία όπου ο ένας γνωρίζεται με τον άλλο και να του τηλεφωνήσει σε 10 ημέρες περίπου δηλώνοντας πως η υπόθεση της 23.11.09 προχώρησε την ίδια ημέρα. Για τη καταγγελία που ο κατηγορούμενος υπέβαλε εναντίον της παραπονούμενης στις 23.11.09 ο μάρτυρας αυτός είπε ότι ανέκρινε την παραπονούμενη στις 04.12.
  7. Ακόμη αρνήθηκε ότι η παραπονούμενη του είπε 'όταν βάλει το χέρι της στο Ευαγγέλιο έχει πολλά πράγματα να πει για τον κοινοτάρχη'. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του ο ΜΥ2 παρουσίασε σαν Τεκμήριο 20 γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 13.03.10 με βάση την οποία αναφέρει ότι στις 13.03.10 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο ενώ στη συνέχεια της ίδιας ημέρας τον κατηγόρησε αφού του επέστησε την προσοχή του νόμου. Ακόμη σημειώνεται ότι όταν στις 04.12.09 ο εν λόγω μάρτυρας κάλεσε την παραπονούμενη για να λάβει από αυτήν ανακριτική κατάθεση σχετικά με την εις βάρος της καταγγελία από τον κατηγορούμενο, αυτή ανάφερε στο ίδιο έγγραφο ότι έτυχε σεξουαλικής παρενόχλησης από τον κατηγορούμενο. Στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι στις 23.11.09 ο ΜΥ1 που ήταν ο σταθμάρχης του αστυνομικού σταθμού Στρουμπιού του ανάθεσε να λάβει ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο σε σχέση με το παράπονο της παραπονούμενης και να τον κατηγορήσει για τα αδικήματα που διέπραξε, πράγμα που έκανε. Αντίγραφο της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορουμένου ημερομηνίας 23.11.09 σε σχέση με το παράπονο της παραπονούμενης για κοινή επίθεση και δημόσια εξύβριση από τον κατηγορούμενο παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο 22 ενώ αντίγραφο γραπτής κατηγορίας κατηγορουμένου ιδίας ημερομηνίας ως Τεκμήριο 23, μέσα από το οποίο έγγραφο είπε επί λέξη 'Αρνούμε και τις δύο κατηγορίες και είμαι έτοιμος να υποστώ τις συνέπειες του νόμου εάν είμαι ένοχος.' Επίσης ο μάρτυρας αυτός είπε ότι όταν έλαβε την κατάθεση από τον κατηγορούμενο, ο τελευταίος παραπονέθηκε ότι η παραπονούμενη τον εξύβρισε αποκαλώντας τον 'Είσαι ένας κούφος άναδρος από τον καιρό που γεννήθηκες, είσαι ένα ζώο.' Ο ΜΥ2 διερεύνησε το παράπονο αυτό και στα πλαίσια αυτά έλαβε στις 23.11.09 κατάθεση από τον εργάτη του Κοινοτικού Συμβουλίου, Χριστάκη Χριστοδούλου, αντίγραφο της οποίας προσκόμισε ως Τεκμήριο
  8. Ακολούθως στις 04.12.09 τηλεφώνησε στην παραπονούμενη για να προσέλθει στο σταθμό, την οποία και πληροφόρησε για την εναντίον της καταγγελία όταν αυτή μετέβηκε εκεί. Τότε ήταν που η παραπονούμενη του είπε για παράπονο που είχε εναντίον του κατηγορουμένου για σεξουαλική παρενόχληση. Όπως ο ΜΥ2 είπε, ενημέρωσε για το θέμα αυτό τον ΜΥ1 καθώς και τον τότε αξιωματικό υπαίθρου, οι οποίοι του είπαν να καταγράψει ότι ήθελε η παραπονούμενη. Ακολούθως την κατηγόρησε σχετικά με την καταγγελία που ο κατηγορούμενος υπέβαλε εναντίον της. Παράλληλα ο ΜΥ2 απέρριψε κατηγορηματικά ότι είπε στην παραπονούμενη πως είπε αρκετά και δεν χρειαζόταν άλλα και δήλωσε πως δεν μπορούσε να αναφέρει κάτι τέτοιο επειδή η ίδια είχε τηλεφωνική επικοινωνία με το δικηγόρο της και τυχόν τέτοια ενέργεια του θα του δημιουργούσε προβλήματα στην εργασία του. Επιπλέον, ο ΜΥ2 είπε ότι οι σχέσεις του με τον κατηγορούμενο ήταν καθαρά επαγγελματικές υπό την ιδιότητα που τότε είχε ως κοινοτάρχης. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως δεν κάλεσε την παραπονούμενη για να την κατηγορήσει την ίδια ημέρα που υπεβλήθηκε η καταγγελία από τον κατηγορούμενο, δηλαδή στις 23.11.09, αλλά το έπραξε στις 04.12.09, επειδή εκείνη την ημέρα (23.11.09) δεν είχε χρόνο για να την καλέσει λόγω του ότι είχε επιστρέψει στην Πάφο από την Λευκωσία και είχε να διεκπεραιώσει και άλλα καθήκοντα, ενώ την επόμενη ημέρα απουσίαζε με άδεια από την εργασία του. Ωστόσο, όπως είπε, όταν επέστρεψε στα καθήκοντα του κάλεσε την παραπονούμενη για να διερευνήσει περαιτέρω την υπόθεση και όταν άρχισε να λαμβάνει την κατάθεση, αυτή του είπε ότι όσα είχε να πει για την καταγγελία του κατηγορουμένου τα ανάφερε σε προηγούμενη κατάθεση της. Παράλληλα, η παραπονούμενη του εξέφρασε παράπονο που αφορούσε σεξουαλική παρενόχληση καταγράφοντας αυτά που του είπε. Ακολούθως, ο ΜΥ2 επανέλαβε ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο επειδή ήταν τότε ο κοινοτάρχης Πολεμίου ενώ εξ' όψεως γνωρίζει και τον υιό του που ξέρει ότι κατέχει θέση υπεύθυνου λειτουργού στον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού, απορρίπτοντας όμως τη θέση της κατηγορούσας αρχής ότι εκφράστηκε για τον χαρακτήρα τόσο του κατηγορουμένου όσο και του υιού του. Επιπλέον, ο ΜΥ2 δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο η παραπονούμενη να δοκίμασε να επικοινωνήσει μαζί του στο προσωπικό κινητό του τηλέφωνο, πλην όμως είπε ότι η ίδια μπορούσε να αποταθεί στον σταθμάρχη, στον αξιωματικό υπαίθρου ακόμη και στον αστυνομικό διευθυντή Πάφου για το θέμα της λήψης κατ' ισχυρισμό συμπληρωματικής κατάθεσης από την ίδια και την κατ' ισχυρισμό αδυναμία της να τον εντοπίσει. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεών τους. Συγκεκριμένα, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης εστίασε την αγόρευσή του σε τέσσερις άξονες: (α) Η διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου και ακολούθως η εκδίκαση της υπόθεσης αυτής διεξήχθηκαν εκτός των συνταγματικών πλαισίων που το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος απαιτεί. Είναι η θέση του κυρίου Αλεξάνδρου ότι η παραπονούμενη ολιγώρησε να προβεί στην επίδικη καταγγελία αν και ήταν ελεύθερη να το πράξει. Ακολούθως, σύμφωνα πάντοτε με τον κύριο Αλεξάνδρου, χωρίς η παρούσα υπόθεση να είναι πολύπλοκη, οι ανακριτικές αρχές καθυστέρησαν να την προωθήσουν ενώπιον του Δικαστηρίου αφού όταν το έπραξαν είχε ήδη διαρρεύσει χρονικό διάστημα 13-14 μηνών από την ημερομηνία που υπεβλήθηκε το παράπονο στην αστυνομία ενώ σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει έχουν περάσει 8 χρόνια από την κατ' ισχυρισμό διάπραξη της τρίτης και τέταρτης κατηγορίας και πέντε χρόνια από αυτήν της πέμπτης κατηγορίας. (β) Η μαρτυρία της παραπονούμενης, όσο ελαστικά και αν ειδωθεί, είναι αναξιόπιστη και συνεπώς στερείται πειστικότητας. Μέσα από σχολιασμό της μαρτυρίας της παραπονούμενης, ο εν λόγω συνήγορος παρουσίασε ορισμένα παραδείγματα που κατά την άποψη του επαληθεύουν το πιο πάνω επιχείρημα του. Είναι ακόμη η θέση του κυρίου Αλεξάνδρου ότι το παράπονο της παραπονούμενης εδράζεται σε αλλότρια κίνητρα. Ειδικότερα ο κύριος Αλεξάνδρου ευσεβάστως σημείωσε ότι η παραπονούμενη κατασκεύασε την υπόθεση αυτή όταν κλήθηκε από την αστυνομία για να δώσει ανακριτική κατάθεση μετά από υποβολή εναντίον της παραπόνου από τον κατηγορούμενο. Σύμφωνα ακόμη με τον συνήγορο υπεράσπισης, μέσω της καταγγελίας της στην αστυνομία η παραπονούμενη αποσκοπούσε να αποκομίσει χρήματα από τον κατηγορούμενο προκειμένου να πληρώσει τα έξοδα του δικηγόρου της. (γ) Ακόμα όμως και να γίνει δεκτή η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος σε όλες τις κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Είναι η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι οι πράξεις και τα λόγια που καταλογίζονται στον κατηγορούμενο δεν περιέχουν το σεξουαλικό στοιχείο. Όπως ο κύριος Αλεξάνδρου είπε, κάποιος μπορεί να πει ότι επρόκειτο για παρενόχληση αλλά όχι σεξουαλικής φύσεως κάτω από το πνεύμα του νομικού ορισμού και έννοιας που παρέχονται από τις διατάξεις του Ν.205(Ι)/2005. (δ) Η παράλειψη της κατηγορούσας αρχής να θέσει στο Δικαστήριο το σύνολο της μαρτυρίας που είχε. Σύμφωνα με τον συνήγορο υπεράσπισης, η κατηγορούσα αρχή είχε την υποχρέωση να το πράξει αυτό παρουσιάζοντας όλους τους μάρτυρες που είχε στο κατηγορητήριο, χωρίς να απαλλάσσεται της ευθύνης αυτής από τη δυνατότητα της υπεράσπισης να καλέσει η ίδια κάποιους μάρτυρες. Στη βάση των πιο πάνω ο συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να διακόψει τη διαδικασία και να αθωώσει τον κατηγορούμενο. Αντίθετη ήταν η επιχειρηματολογία του εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, ο οποίος απέρριψε κατηγορηματικά ως παράλογη την τοποθέτηση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι πίσω από την καταγγελία της παραπονούμενης κρύβεται οικονομικό κίνητρο. Ο κύριος Συμεού ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία έχουν αποδειχτεί όλα τα συστατικά στοιχεία του υπό εκδίκαση αδικήματος και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κριθεί από το Δικαστήριο ένοχος σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει αφού από τα γεγονότα που εκτέθηκαν έχει θιγεί η αξιοπρέπεια της παραπονούμενης ενώ ταυτόχρονα δημιουργήθηκε ένα εξευτελιστικό, ταπεινωτικό και επιθετικό περιβάλλον στο χώρο εργασίας της. Όπως ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής είπε, ο κατηγορούμενος παρενόχλησε σεξουαλικά την κατηγορούμενη τόσο με λόγια όσο και με πράξεις. Ερχόμενος στο θέμα της καθυστέρησης ο κύριος Συμεού ανάφερε ότι μέσα από την μαρτυρία της παραπονούμενης δόθηκε εξήγηση, η οποία ήταν ότι είχε διαταχθεί από τον Γενικό Εισαγγελέα περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Ωστόσο ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής δέχτηκε ότι υπήρξε ολιγωρία και ανεπάρκεια από τις ανακριτικές αρχές προκειμένου να ταξινομηθεί ο φάκελος της υπόθεσης, η οποία σε συνδυασμό με τα γεγονότα που ήταν πολύπλοκα απέφεραν αργοπορία στην προώθηση της υπόθεσης στο Δικαστήριο. Όσον αφορά το ζήτημα της μη παρουσίασης κάποιων ατόμων ως μάρτυρες κατηγορίας, τα ονόματα των οποίων εμφανίζονται στο κατηγορητήριο, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής σημείωσε ότι δεν τους χρησιμοποίησε επειδή η μαρτυρία τους ήταν πανομοιότυπη με αυτή της παραπονούμενης που ήταν η βασική μάρτυρας κατηγορίας, εξοικονομώντας έτσι το χρόνο του Δικαστηρίου. Είναι η θέση του κυρίου Συμεού ότι η υπεράσπιση θα μπορούσε να τους χρησιμοποιήσει ως δικούς της μάρτυρες, πράγμα που έπραξε με τον αστυφύλακα 1262 Πάτροκλο Ανδρονίκου επειδή η μαρτυρία του βόλευε την εκδοχή του κατηγορουμένου. Σχολιάζοντας την μαρτυρία που προσκομίστηκε, ο κύριος Συμεού ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι η παραπονούμενη θα πρέπει να κριθεί αξιόπιστη μάρτυρας καθότι στις ερωτήσεις που της υπεβλήθηκαν έδωσε ειλικρινείς και τεκμηριωμένες απαντήσεις. Ο δε ΜΚ2, κατά τη γνώμη του εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, απλά διεκπεραίωσε την εργασία που ο Γενικός Εισαγγελέας του ανάθεσε δυνάμει όρων και εντολών, ενώ για τους ΜΚ3 και ΜΚ4 είπε ότι οι μαρτυρίες τους είναι απαλλαγμένες από αντιφάσεις με το περιεχόμενο τους να επιβεβαιώνει την ορθότητα της εκδοχής της παραπονούμενης. Παράλληλα, ο κύριος Συμεού κάλεσε το Δικαστήριο να αξιολογήσει την ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου υπό το φως των νομικών αρχών που τη διέπουν καθώς επίσης ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι οι ΜΥ1 και ΜΥ2 δεν θα πρέπει να γίνουν πιστευτοί καθότι οι μαρτυρίες τους χαρακτηρίζονται από ουσιώδεις αντιφάσεις, μέσα από τις οποίες προσπάθησαν να δικαιολογήσουν τις ενέργειες τους, οι οποίες αποτελούν αντικείμενο εξέτασης σε πειθαρχικές υποθέσεις που εκκρεμούν εναντίον τους. Η διάγνωση της ποινικής ευθύνης του Κατηγορουμένου Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, θεωρώ ορθό να εξετάσω τη θέση της υπεράσπισης μέσα από την οποία υπεβλήθηκε ότι η ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου διαγνώστηκε εκτός των πλαισίων του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος. Η αναγκαιότητα να δοθεί προτεραιότητα στην εξέταση αυτής της τοποθέτησης έγκειται στο ότι αν κριθεί ορθή δεν θα χρειαστεί η εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Η έγκαιρη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου και των αστικών του δικαιωμάτων αποτελεί αφενός θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου και αφετέρου κεφαλαιώδη υποχρέωση της Πολιτείας, κατ' εξοχήν της Δικαστικής Λειτουργίας. Η διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου εντός εύλογου χρόνου είναι δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το αντίστοιχο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία κύρωσε με το Νόμο 39/
  1. Το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, που είναι παρόμοιο με το άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει ως ακολούθως: "30.1 ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ...
  2. Έκαστος, κατά την διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ' αυτού ποινικής κατηγορίας, δικαιούται ανεπηρεάστου, δημοσίας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου, ενώπιον ανεξαρτήτου, αμερολήπτου και αρμοδίου δικαστηρίου ιδρυομένου διά νόμου." Ως προς τις αρχές που διέπουν το θέμα αυτό η κυπριακή νομολογία ταυτίζεται με εκείνη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Γαβριηλίδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 A.A.Δ. 405). Το άρθρο 30.2 οριοθετεί τις προϋποθέσεις για την έγκυρη διαπίστωση των αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του πολίτη καθώς και της ποινικής του ευθύνης. Επιπλέον, σκοπός της συνταγματικής πρόνοιας είναι η προστασία του κατηγορουμένου από τις υπερβολικές καθυστερήσεις. Δεν είναι δυνατό ένας κατηγορούμενος να τελεί σε μακροχρόνια κατάσταση αβεβαιότητας για τη διάγνωση της ποινικής του ευθύνης. Η διάγνωσή τους έξω από τα πλαίσια αυτά αποτελεί εκτροπή από τα συνταγματικά θέσμια και καθιστά τη διαδικασία άκυρη στην ολότητα της ως μέσο διαπίστωσης των αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου (Λιασίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 434, Ευσταθίου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 294 και Χριστόπουλος v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 100). Η νομολογία ορθά δεν καθορίζει χρονική περίοδο καθυστέρησης, υπέρβαση της οποίας θα θεωρείται ότι θα έβγαινε έξω από τα όρια του εύλογου χρόνου (Γενικός Εισαγγελέας v. Καψού
(2004)2 Α.Α.Δ. 127). Ωστόσο στον καθορισμό του μέτρου κρίσης για το εύλογο του χρόνου έχουν τεθεί ορισμένα κριτήρια που εξετάζονται, τα οποία είναι:
(1)οι συνθήκες και τα περιστατικά της υπόθεσης,
(2)η σοβαρότητα και πολυπλοκότητα της υπόθεσης,
(3)η συμπεριφορά των ανακριτικών και εισαγγελικών αρχών,
(4)η συμπεριφορά του κατηγορουμένου,
(5)η στάση του δικαστικού οργάνου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223, Γενικός Εισαγγελέας v. Βάσου
(2005)2 Α.Α.Δ. 653, Ευσταθίου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 294 και Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, στις οποίες και παραπέμπω. Στην υπόθεση Ευσταθίου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 294 λέχθηκε ότι αφετηρία για την επιμέτρηση του χρόνου αποτελεί η ημέρα σύλληψης ή καταγγελίας του κατηγορουμένου. Η παραβίαση της συνταγματικής επιταγής να γίνεται διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου εντός εύλογου χρονικού διαστήματος στη βάση των προαναφερόμενων καθορισμένων από τη νομολογία κριτηρίων, συνδέεται με τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης. Η απόφαση για διακοπή δίκης είναι εξαιρετικά δραστικό μέτρο που χρησιμοποιείται μόνο όπου τα γεγονότα της υπόθεσης το επιβάλλουν ως θέμα ορθής λειτουργίας της δικαιοσύνης (Γενικός Εισαγγελέας v. Γαβριήλ και άλλοι
(2005)2 Α.Α.Δ 10). Η διακοπή της διαδικασίας μπορεί να γίνει μόνο εφόσον δεν θα ήταν πλέον δυνατή η διεξαγωγή δίκαιης δίκης ή για κάποιο πειστικό λόγο θα ήταν άδικο να προχωρήσει η δίκη εναντίον του κατηγορουμένου. Θα πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι η διακοπή της δίκης δεν είναι η μόνη και αποκλειστική θεραπεία που το Δικαστήριο παρέχει όταν αποφασίσει πως η δίκη δεν περατώθηκε μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. Ανάλογα με την περίπτωση τέτοια διαπίστωση μπορεί να ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής σε περίπτωση βέβαια που ο κατηγορούμενος κριθεί ένοχος. Στην υπόθεση Πουμπούρης v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 1 το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι το κατά πόσο μια δίκη είναι δίκαιη δεν κρίνεται με τρόπο αφηρημένο αλλά ο κατηγορούμενος πρέπει να αποδεικνύει σε κάθε περίπτωση ότι η θέση του πραγματικά επηρεάστηκε δυσμενώς. Επίσης τονίστηκε ότι η κατοχύρωση των εχεγγύων της δίκαιης δίκης εξετάζεται στα πλαίσια της ιδίας της δίκης και όχι έξω από αυτή εφόσον η απλή διαπίστωση καθυστέρησης δεν συνιστά από μόνη της στοιχείο αποφασιστικό για την αθώωση του κατηγορούμενου. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση και έχοντας υπόψη μου τις προαναφερόμενες αρχές παρατηρώ ότι τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα της τρίτης και τέταρτης κατηγορίας φέρονται να διαπράχτηκαν την 13η Ιουλίου 2006 και τον Δεκέμβριο 2006 ενώ το κατ' ισχυρισμό αδίκημα της πέμπτης κατηγορίας φέρεται να διαπράχτηκε τον Αύγουστο
  1. Η παραπονούμενη προβαίνει σε καταγγελία στην αστυνομία για τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα στις 04.12.
  2. Ανεξαρτήτως του ζητήματος που προέκυψε σε σχέση με τον αξιωματικό, υπαξιωματικό και αστυνομικό που συμμετείχαν στη διερεύνηση της υπόθεσης αυτής, γεγονός που προκάλεσε την παρέμβαση του Γενικού Εισαγγελέα που με εντολή του διορίστηκε νέος εξεταστής, προκύπτει ότι η εν λόγω υπόθεση δεν χαρακτηρίζεται από βαθμό πολυπλοκότητας. Τα γεγονότα είναι τέτοια που δεν απαιτούσαν δύσκολη ή εξειδικευμένη διερεύνηση αλλά την κατατάσσουν στις συνήθεις απλές περιπτώσεις. Η λήψη καταθέσεων μόνο από την παραπονούμενη, από τον Δρ. Χριστάκη Παλά τη μητέρα και το σύζυγο της επιβεβαιώνει ότι πρόκειται για περίπτωση με απλά γεγονότα. Η υπόθεση καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο στις 29.10.10, δηλαδή 11 περίπου μήνες μετά την υποβολή της καταγγελίας από την παραπονούμενη. Ορθά ή λανθασμένα η διερεύνηση της υπόθεσης έλαβε παράταση προκειμένου να ολοκληρωθεί μετά την παρέμβαση του Γενικού Εισαγγελέα. Επομένως κάποιας μορφής καθυστέρηση παρατηρείται στην προώθηση της υπόθεσης στο Δικαστήριο. Η λήψη κατάθεσης από την παραπονούμενη από τον αστυφύλακα 1262 Πάτροκλο Ανδρονίκου στις 04.12.09 και αργότερα από τον υπαστυνόμο Κόκο Κλεάνθους στις 17.08.10, ο οποίος ήταν ο αξιωματικός στον οποίο ο Γενικός Εισαγγελέας ανάθεσε την ολοκλήρωση της διερεύνησης της υπόθεσης, είναι στοιχεία που αναδεικνύουν θέμα καθυστέρησης λόγω παρατεταμένης διερεύνησης. Το γεγονός ότι η καθυστέρηση οφείλεται στην κατάσταση που δημιουργήθηκε και προκάλεσε την παρέμβαση του Γενικού Εισαγγελέα δεν αποτελεί δικαιολογία από μέρους της κατηγορούσας αρχής. Θα πρέπει τώρα να εξεταστεί η μετέπειτα πορεία της υπόθεσης σε συνάρτηση με την στάση του κατηγορουμένου αλλά και αυτήν του δικαστικού οργάνου. Συγκεκριμένα, η υπόθεση τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου στις 03.12.
  3. Εκείνη την ημέρα ορίστηκε νέα ημερομηνία απάντησης από τον κατηγορούμενο η 17η Ιανουαρίου
  4. Στις 17.01.11 το κατηγορητήριο τροποποιήθηκε με την διακοπή της πρώτης και δεύτερης κατηγορίας και πρόσθεσης 3 νέων κατηγοριών. Η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για απάντηση από τον κατηγορούμενο στο τροποποιημένο πλέον κατηγορητήριο στις 11.02.11 όπου εκείνη την ημέρα ο κατηγορούμενος απάντησε μη παραδοχή, ως είναι δικαίωμα του, με αποτέλεσμα η υπόθεση να οριστεί για ακρόαση στις 15.03.
  5. Από τις 15.03.11 μέχρι τις 04.10.13, ημερομηνία κατά την οποία άρχισε η εκδίκαση της υπόθεσης, η εν λόγω υπόθεση αναβλήθηκε συνολικά 11 φορές εκ των οποίων 6 φορές λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου (28.09.11, 08.03.12, 03.05.12, 26.09.12, 30.11.12 και 31.05.13), 1 φορά λόγω απεργίας των υπαλλήλων της δημόσιας υπηρεσίας (13.12.11) και 4 φορές μετά από αιτήματα της υπεράσπισης που έγιναν αποδεκτά από το Δικαστήριο (15.03.11, 27.05.11, 24.04.13 και 16.09.13). Ακολούθως, στα πλαίσια κατάθεσης της μαρτυρίας της η παραπονούμενη εμφανίστηκε 10 φορές, από τις οποίες 3 φορές για την κυρίως εξέταση της (04.10.13, 16.10.13 και 24.10.13), 6 φορές για αντεξέταση (04.11.13, 29.11.13, 03.12.13, 10.12.13, 16.12.13 και 17.12.13) και μία φορά για επανεξέταση (20.12.13). Οι δε τελικές αγορεύσεις διήρκεσαν 3 ημέρες με τον συνήγορο υπεράσπισης να χρησιμοποιεί την 5η Σεπτεμβρίου 2014 και το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου της 11.09.14, ενώ ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής χρησιμοποίησε τον υπόλοιπο αλλά λιγότερο μέρος του χρόνου της 11.09.14 και την 12η Σεπτεμβρίου
  6. Από την πιο πάνω πορεία της υπόθεσης διαπιστώνω ότι ο κατηγορούμενος έχει μεγάλο και σημαντικό μερίδιο ευθύνης στο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την καταχώρηση της υπόθεσης μέχρι την ολοκλήρωση της εκδίκασης της. Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να επιχειρεί την οικοδόμηση υπόθεσης για αντισυνταγματικό τρόπο διεξαγωγής της δίκης την στιγμή που είναι συνυπεύθυνος για την καθυστέρηση με την καταχώρηση της υπόθεσης (Θεοδώρου v Θεοδώρου
(1996)1 Α.Α.Δ. 66). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223, η συμβολή του κατηγορουμένου στην καθυστέρηση μετρά εναντίον του. Επιπλέον φαίνεται ότι το χρονικό διάστημα των 4 ετών και 8 μηνών περίπου που δημιουργήθηκε από τις 13.03.10, όταν ο κατηγορούμενος κλήθηκε στον αστυνομικό σταθμό Στρουμπιού και έδωσε ανακριτική κατάθεση και στη συνέχεια της ίδιας ημέρας κατηγορήθηκε γραπτώς, μέχρι τις 26.11.14 που ολοκληρώνεται η παρούσα υπόθεση με την έκδοση δικαστικής απόφασης, δεν έχει επηρεάσει το δικαίωμα του κατηγορουμένου για να τύχει δίκαιης δίκης. Σε κανένα στάδιο διαφάνηκε ότι με την παρέλευση του χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία που ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς μέχρι την καταχώριση του κατηγορητηρίου ο κατηγορούμενος θεώρησε ή ήταν με την εντύπωση ότι δεν θα διωκόταν. Επίσης, πουθενά δεν έχει προκύψει ότι ο κατηγορούμενος υπέστηκε οποιαδήποτε βλάβη από την καθυστέρηση που προκλήθηκε. Ακόμη μέσα από τη διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος υπερασπίστηκε τον εαυτό του δεόντως και με τον τρόπο που επιθυμούσε χωρίς να προκληθεί οποιοδήποτε κώλυμα ένεκα της καθυστέρησης που παρατηρήθηκε για την ολοκλήρωση της δίκης. Η υπεράσπιση δεν έδειξε στη βάση συγκεκριμένων στοιχείων ότι μέσα από την καθυστέρηση αυτή η θέση του κατηγορουμένου επηρεάστηκε δυσμενώς. Ο συνήγορος υπεράσπισης εδράζει τη θέση του περί παραβίασης του συνταγματικού δικαιώματος διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του πελάτη του αποκλειστικά και μόνο στην καθυστέρηση του παρατηρείται, η οποία όμως από μόνη της δεν αποτελεί αποφασιστικό στοιχείο για τη διακοπή της διαδικασίας και αθώωσης του κατηγορουμένου. Στη βάση των πιο πάνω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν έχουν παραβιαστεί οι πρόνοιες του άρθρου 30.2 του Συντάγματος για διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου εντός εύλογου χρονικού διαστήματος έτσι ώστε να πρέπει να ακυρωθεί η δίκη και αυτός να αθωωθεί. Θα μπορούσε όμως να εξεταστεί το ενδεχόμενο να δοθεί θεραπεία για την πάροδο του χρονικού αυτού διαστήματος, από τις ημερομηνίες διάπραξης των αδικημάτων, στο στάδιο επιμέτρησης της ποινής, εάν και εφόσον τελικά ο κατηγορούμενος κριθεί ένοχος σε οποιαδήποτε κατηγορία που αντιμετωπίζει. Η μη κλήση όλων των μαρτύρων του κατηγορητηρίου από την κατηγορούσα αρχή Θα εξετάσω τώρα αν από την ενέργεια της κατηγορούσας αρχής να μην παρουσιάσει ως μάρτυρες στην εκδίκαση της υπόθεσης όλα τα άτομα, τα ονόματα των οποίων παρουσιάζονται στο κατηγορητήριο, δημιουργούνται οποιεσδήποτε συνέπειες. Η δίκη της υπόθεσης αυτής είναι συνοπτικής μορφής όπου σε αντίθεση με υποθέσεις που εκδικάζονται ενώπιον κακουργιοδικείου δεν υπάρχει υποχρέωση στην κατηγορούσα αρχή που να της επιβάλλει την αναφορά και καταγραφή ονομάτων προσώπων που θα κληθούν ως μάρτυρες κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Το ζήτημα του περιεχομένου του κατηγορητηρίου σε σχέση με συνοπτικής δίκης ρυθμίζεται από το άρθρο 38 του Κεφ.155 και προκύπτει ότι τέτοια υποχρέωση δεν επιβάλλεται. Εφόσον η κατηγορούσα αρχή δεν έχει υποχρέωση να αναφέρει οποιοδήποτε όνομα μάρτυρος στο κατηγορητήριο συνοπτικής δίκης είναι αυτονόητο ότι δεν απαιτείται τέτοια ενημέρωση από την κατηγορούσα αρχή προς την υπεράσπιση σε σχέση με τους μάρτυρες που τελικά θα χρησιμοποιήσει. Συνεπώς, οποτεδήποτε παρατηρείται αναφορά ονόματος μάρτυρα στο κατηγορητήριο συνοπτικής δίκης αυτό είναι απλά τυπικού χαρακτήρα. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι μέσα από μία τέτοια καταγραφή επιτρέπεται η πρόσθεση ή η αφαίρεση ονομάτων μαρτύρων καθώς και η επιλεκτική χρήση τέτοιων ατόμων ως μάρτυρες, ζητήματα που επίσης είναι τυπικά. Στην προκειμένη περίπτωση το κατηγορητήριο αρχικά περιείχε 6 ονόματα μαρτύρων. Στην πορεία προστέθηκαν ακόμη δύο ονόματα, αυτά του Δρ. Χριστόδουλου Γαλατόπουλου και του υπαστυνόμου Κόκου Κλεάνθους. Κατά την παρουσίαση της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή χρησιμοποίησε ως μάρτυρες κατηγορίας την παραπονούμενη (μάρτυρας 1 επί του κατηγορητηρίου), τον Δρ. Παλά (μάρτυρας 5 επί του κατηγορητηρίου), τον Δρ. Χριστόδουλο Γαλατόπουλο και τον υπαστυνόμο Κόκο Κλεάνθους. Όπως προκύπτει η κατηγορούσα αρχή δεν χρησιμοποίησε ως μάρτυρες τους γονείς της παραπονούμενης (Ελένη και Χριστόδουλο Κωνσταντίνου), τον σύζυγο της παραπονούμενης (Μάριο Παστρικό) και τον αστυφύλακα 1262 Πάτροκλο Ανδρονίκου, παρόλο ότι τα ονόματα τους εμφανίζονταν ως μάρτυρες 2, 3, 4 και 6 αντίστοιχα. Παρά την τυπικότητα του θέματος, όπως έχει αναλυθεί πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή εξήγησε ότι δεν επιθυμούσε να χρησιμοποιήσει τον προαναφερόμενο αστυφύλακα επειδή δεν τον θεωρούσε μάρτυρα αλήθειας, έχοντας εις γνώση της τον φερόμενο ρόλο που αυτός είχε κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, που ως αποτέλεσμα προκάλεσε την παρέμβαση του Γενικού Εισαγγελέα και τον διορισμό νέου αστυνομικού εξεταστή της υπόθεσης ενώ παράλληλα εναντίον του εν λόγω αστυφύλακα προέκυψε πειθαρχική υπόθεση. Δεδομένης της χρησιμοποίησης του από την πλευρά του κατηγορουμένου ως μάρτυρα υπεράσπισης, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν προκλήθηκε οποιαδήποτε βλάβη στα συμφέροντα του κατηγορουμένου και ούτε υπήρξε δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων του. Όσον αφορά τους γονείς και τον σύζυγο της παραπονούμενης, η κατηγορούσα αρχή δικαιολόγησε την μη κλήση τους στο ότι η μαρτυρία τους ήταν πανομοιότυπη με αυτή της παραπονούμενης και έτσι η παρουσίαση τους στο Δικαστήριο θα ήταν απλά εκ του περισσού χωρίς να εξυπηρετεί οποιοδήποτε χρήσιμο σκοπό. Εάν ο κατηγορούμενος πίστευε ότι η μαρτυρία αυτών των προσώπων ή οποιουδήποτε από αυτούς μπορούσε να προσθέσει κάτι περισσότερο στα γεγονότα της υπόθεσης διαφωτίζοντας το Δικαστήριο προς όφελος του, τη στιγμή που η παραπονούμενη μέσα από την μαρτυρία της επικαλείτο συνομιλίες και συζητήσεις που είχε μαζί τους, μεταφέροντας εξ' ακοής δηλώσεις τους, ο συνήγορος υπεράσπισης μπορούσε προτού η κατηγορούσα αρχή κλείσει την υπόθεσή της να ζητήσει την κλήτευση τους με σκοπό την αντεξέταση τους επί των συνομιλιών και συζητήσεων αυτών καθώς και των αρχικών δηλώσεων τους μέσα από αυτές. Αν ο κατηγορούμενος πίστευε ότι προκαλείτο ζημιά στα δικαιώματα του και/ή ότι επηρεάζονταν δυσμενώς τα συμφέροντα του, θα μπορούσε δια του συνηγόρου του να ασκήσει το δικαίωμα αυτό που του παρέχουν οι πρόνοιες του άρθρου 26 του Κεφ.9. Ο κατηγορούμενος όμως επέλεξε να μην ασκήσει το δικαίωμα του αυτό. Με δεδομένο αυτό αλλά και χωρίς να παραγνωρίζω ότι η παραπονούμενη έτυχε εκτεταμένης αντεξέτασης σε θέματα που ενέπλεκαν τους γονείς της αλλά και το σύζυγο της, κρίνω ότι η μη κλήση των προαναφερομένων προσώπων ως μάρτυρες κατηγορίας δεν προκάλεσαν βλάβη σε οποιαδήποτε δικαιώματα του κατηγορουμένου αλλά ούτε και υπήρξε δυσμενής επηρεασμός των συμφερόντων του. Αν από την άλλη ο κατηγορούμενος θεωρούσε ότι η μαρτυρία των ατόμων αυτών βοηθούσε την εκδοχή του θα μπορούσε να τους καλέσει ως μάρτυρες υπεράσπισης, όπως έπραξε με τον αστυφύλακα 1262 Πάτροκλο Ανδρονίκου (μάρτυρα 6 στο κατηγορητήριο), έχοντας εις γνώση του το πλήρες ονοματεπώνυμο τους καθώς και τη διεύθυνση διαμονής τους. Η κρίση του κατηγορουμένου να μην ακολουθήσει ούτε αυτήν την οδό του στερεί το δικαίωμα δικαιολογημένου παραπόνου επί ενός τέτοιου θέματος. Προχωρώ ευθύς στην αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη, το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους, στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψή της είτε στην ολότητα της είτε σε μέρος αυτής (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Επίσης, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Η δε αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εμπειρογνώμονα εδράζεται στις ίδιες αρχές με βάση τις οποίες αξιολογούνται οι μαρτυρίες των κοινών μαρτύρων (Ψάλτης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113) και Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)!Β Α.Α.Δ. 1077). Το Δικαστήριο μπορεί να δεχτεί μέρος της μαρτυρίας του ενός ή του άλλου εμπειρογνώμονα και να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα (Πιττάλης v. Ianira Enterprises Ltd κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814). Βέβαια η συμπεριφορά ενός εμπειρογνώμονα μάρτυρα στο εδώλιο δεν έχει τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας του, παρόλο που παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης του (Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 746, Star Fiber Glass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 875 και Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441). Ο ρόλος του εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύει το Δικαστή με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του για να μπορέσει έτσι το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη εφαρμόζοντας αυτά τα κριτήρια πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (Νομικό Σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τάκης Ηλιάδης, 1994, σελίδες 138-146, Καούρης v. Δημητρίου
(2008)1Β Α.Α.Δ. 967 και Davie v. Edinburgh Magistrates
(1953)S.C. 34). Στο βαθμό και την έκταση που ο πραγματογνώμονας βασίζει τη γνώμη του σε γεγονότα που του έχουν γνωστοποιηθεί, τα γεγονότα αυτά πρέπει να αποδεικνύονται σύμφωνα με τους αποδεικτικούς κανόνες (Ττοουλιάς v. Δημοκρατία
(1989)2 Α.Α.Δ. 258, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1Β Α.Α.Δ. 746, Republic v. Chacholiades
(1980)2 C.L.R. 481 και Χαραλάμπους v. Σάββα
(1996)1Α Α.Α.Δ. 576). Η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα γίνεται αποδεκτή για να εφοδιάσει το Δικαστήριο με επιστημονική μαρτυρία που μπορεί να μην βρίσκεται μέσα στις γνώσεις και εμπειρίες του Δικαστή (Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1). Αντικρίζοντας την μαρτυρία της παραπονούμενης (ΜΚ1), με γνώμονα το προαναφερόμενο νομικό πλαίσιο, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει, στα πλαίσια του ζητήματος της αξιολόγησης, θέματα ειδικά για περιπτώσεις σεξουαλικών αδικημάτων και είναι αυτό του άμεσου (πρώτου) παραπόνου και της παρουσίασης ενισχυτικής μαρτυρίας, η οποία να είναι αξιόπιστη και να επαληθεύει την μαρτυρία της παραπονούμενης, που επίσης να κρίνεται αξιόπιστη (Παρμαξής Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 224 και Παπαδήμας v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 251). Οι λεπτομέρειες άμεσου παραπόνου δύναται να προσαχθούν ως απόδειξη από την κατηγορούσα αρχή. Τέτοια δυνατότητα έχει θεσμοθετηθεί και ειδικότερα παρέχεται μέσα από τις πρόνοιες του άρθρου 10 του Κεφ.9 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Πρώτο παράπονο εντός της έννοιας του προαναφερόμενου άρθρου προϋποθέτει την προώθηση παραπόνου ή δήλωσης αμέσως μετά τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος προς το πρόσωπο που θεωρείται ότι ήταν φυσικό η παραπονούμενη να αποταθεί. Τέτοιο παράπονο ή δήλωση πρέπει να έχει την ταυτότητα του αυθόρμητου και έτσι να γίνεται σε ανύποπτο χρόνο. Η σημασία του πρώτου παραπόνου τονίστηκε στην υπόθεση Γεωργιάδης v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 1 όπου λέχθηκαν τα εξής: "Ο νόμος, εκφραστής της αναμενόμενης ανθρώπινης συμπεριφοράς, αναμένει την άμεση αντίδραση και καταγγελία από το θύμα της παράνομης πράξης, ιδιαίτερα της σεξουαλικής. Η άμεση μάλιστα εκδήλωση παραπόνου θεωρείται τόσο σημαντική ώστε θεσμοθετημένη πρόνοια στον περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9, άρθρο 10, να επιτρέπει, κατ' εξαίρεση του κανόνα της μη αποδοχής εξ ακοής μαρτυρίας, την κατάθεση στο Δικαστήριο του παραπόνου αυτού ως απόδειξη του καταγγελλόμενου γεγονότος ή και ενισχύσεως του. Και τούτο παρά τις επικρίσεις που δέχθηκε το πιο πάνω άρθρο σε πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Ποινική έφεση αρ. 7056 Λιασίδης ν. Αστυνομίας, ημερ. 30.9.02). Εκείνο που έχει σημασία είναι η σκέψη του νομοθέτη πίσω από τη σχετική πρόνοια." Προεκτείνοντας την έννοια του άμεσου παραπόνου έχει λεχθεί στην υπόθεση Αντωνίου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 ότι το Δικαστήριο πρέπει να είναι δεκτικό στην ολοένα και πλέον αποδεκτή και συγκλίνουσα θέση, ότι τα θύματα των σεξουαλικών επιθέσεων βιώνουν μια πληθώρα ψυχολογικών μετατραυματικών εμπειριών που αναμφίβολα επηρεάζουν και την δυνατότητα τους να υποβάλουν άμεσα το παράπονο τους, αλλά και τη δυνατότητα τους να λειτουργούν και να αντιδρούν πάντοτε κατά τρόπο που εκλογικευμένα θα θεωρείτο αναμενόμενος. Είναι γι' αυτό το λόγο που στην υπόθεση Brierley v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 101/2011, ημερομηνίας 19.07.12 παράπονο που υπεβλήθηκε εντός 15 ωρών από το βιασμό εντάχθηκε στην κατηγορία του πρώτου παραπόνου. Εκτός όμως από άμεσο παράπονο στα πλαίσια απόδειξης σεξουαλικών αδικημάτων, όπως οι υπό εκδίκαση κατηγορίες σεξουαλικής παρενόχλησης, χρειάζεται η προσκόμιση ενισχυτικής μαρτυρίας. Ενισχυτική μαρτυρία μπορεί να θεωρηθεί και το πρώτο παράπονο (Φιλίππου v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 341). Παρόλα αυτά η ανάγκη ενίσχυσης της μαρτυρίας της παραπονούμενης από άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία αποτελεί μόνο κανόνα πρακτικής και τέτοια μαρτυρία δεν απαιτείται από τη νομοθεσία. Έτσι η καταδίκη μπορεί να θεμελιωθεί στη βάση μόνο της μαρτυρίας της παραπονούμενης αφού προηγουμένως το Δικαστήριο προειδοποιήσει ορθά και κατάλληλα τον εαυτό του για τους κινδύνους που ελλοχεύουν να κριθεί η ενοχή χωρίς ενισχυτική μαρτυρία (Ευμενίου v. Γενικού Εισαγγελέα
(2006)2 Α.Α.Δ. 321 και Aouad v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 90). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι το κατηγορητήριο περιορίζεται στην καταγραφή 3 κατ' ισχυρισμό περιστατικών σεξουαλικής παρενόχλησης της παραπονούμενης από τον κατηγορούμενο με την παραπονούμενη όμως να ισχυρίζεται πολλές φορές μέσα από την μαρτυρία της ότι η σεξουαλική παρενόχληση ήταν συχνή. Όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα μαρτυρία, η παραπονούμενη προσλήφθηκε ως γραμματέας του Κοινοτικού Συμβουλίου Πολεμίου τον Απρίλιο 2005 με κοινοτάρχη τον κατηγορούμενο. Παρόλο ότι η πρώτη περίπτωση σεξουαλικής παρενόχλησης που η παραπονούμενη επικαλείται ότι υπέστηκε ήταν μεταξύ Μαΐου-Ιουνίου 2005, που ας σημειωθεί δεν είναι από αυτές που περιγράφονται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, με την τελευταία να προκύπτει να είναι τον Αύγουστο 2009 και αποτελεί αντικείμενο περιγραφής στις λεπτομέρειες της πέμπτης κατηγορίας με την κατηγορούμενη όμως να αποφεύγει να δηλώνει ξεκάθαρα πότε ήταν η τελευταία φορά που παρενοχλήθηκε σεξουαλικά, εντούτοις η καταγγελία στην αστυνομία έγινε στις 04.12.09, δηλαδή 4 χρόνια και 8 μήνες περίπου μετά από το πρώτο κατ' ισχυρισμό περιστατικό και 4 μήνες αργότερα από το τελευταίο κατ' ισχυρισμό περιστατικό του κατηγορητηρίου. Η γενική μονολεκτική αναφορά της παραπονούμενης περί σεξουαλικής παρενόχλησης της στον ιατρό Παλά με ειδικότητα στην γαστρεντερολογία περί τα μέσα Μαΐου 2009, όπως ο ίδιος επικαλείται μέσα από την μαρτυρία του, δεν αποτελεί πρώτο παράπονο στην έννοια του άρθρου 10 του Κεφ.
  1. Πέραν του ότι ο εν λόγω ιατρός δεν θεωρείται πρόσωπο που ήταν φυσικό η παραπονούμενη πρώτα να αποταθεί, αυτό που η παραπονούμενη απλά του εξέφρασε δεν ήταν λεπτομέρειες και γεγονότα των περιπτώσεων που αναφέρονται στο κατηγορητήριο ή συγκεκριμένα περιστατικά άλλων συναφών περιπτώσεων σεξουαλικής παρενόχλησης αλλά απλά, γενικά και αόριστα ότι υπήρξε θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης από τον κατηγορούμενο. Η μαρτυρία του Δρ. Παλά επιβεβαιώνει το εύρημα αυτό. Επίσης η παραπονούμενη φέρεται στις 09.12.10 να ανάφερε στον ψυχίατρο Δρ. Γαλατόπουλο τον ισχυρισμό της ότι ο κατηγορούμενος προσπάθησε να την φιλήσει. Με δεδομένο ότι το τελευταίο κατ' ισχυρισμό περιστατικό σεξουαλικής παρενόχλησης έγινε τον Αύγουστο 2009 η κατ' ισχυρισμό δήλωση της στον Δρ. Γαλατόπουλο φέρεται να έγινε σε καθυστερημένο χρόνο. Ωστόσο στη συνέχεια θα εξηγήσω για πιο λόγο προκύπτει ότι η παραπονούμενη καμία λεπτομέρεια περί σεξουαλικής παρενόχλησης της ανάφερε στον Δρ. Γαλατόπουλο, σε αντίθεση με αυτά που ο ίδιος επικαλέστηκε στην προφορική κατάθεση του στο Δικαστήριο. Επομένως, ούτε αυτή η κατ' ισχυρισμό δήλωση ικανοποιεί τις πρόνοιες του άρθρου 10 του Κεφ.
  2. Το ίδιο καθυστερημένα η παραπονούμενη ενέργησε όταν είπε ότι πληροφόρησε τους γονείς της, τον αδελφό της και το σύζυγο της για τις παρενοχλήσεις που ισχυριζόταν ότι δεχόταν. Επιπλέον ας σημειωθεί ότι ουδείς από τους πιο πάνω στενούς συγγενείς της παραπονούμενης παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να επιβεβαιώσει οποιοδήποτε παράπονο σεξουαλικής παρενόχλησης στους οποίους η παραπονούμενη ισχυρίζεται ότι αποτάθηκε δεδομένης της θέσης της υπεράσπισης ότι η παραπονούμενη κατασκεύασε υπόθεση περί σεξουαλικής εκμετάλλευσης της από τον κατηγορούμενο, την οποία και παρουσίασε για πρώτη φορά στις 04.12.09 όταν απευθύνθηκε στην αστυνομία για καταγγελία. Συνεπώς, ούτε αυτές οι φερόμενες δηλώσεις των στενών συγγενών της παραπονούμενης εμπίπτουν στις πρόνοιες του άρθρου 10 του Κεφ.
  3. Ομοίως καθυστερημένα η παραπονούμενη αποτάθηκε στην αστυνομία για να καταγγείλει τα περιστατικά που έχουν καταγραφεί στη γραπτή κατάθεση της σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό σεξουαλική παρενόχληση της. Η πρόταξη ισχυρισμού για κατ' εξακολούθηση σεξουαλική παρενόχληση δεν σημαίνει ότι το παράπονο ή η δήλωση του παραπονούμενου πρέπει να περιορίζεται σε περιστατικά του μακρινού παρελθόντος αλλά το παράπονο ή η δήλωση που υπεβλήθηκε να γίνεται όσο το δυνατό πλησιέστερα του χρόνου πραγματοποίησης του περιστατικού, χωρίς βέβαια κάτι το διαφορετικό να είναι μοιραίο για την υπόθεση της παραπονούμενης. Με δεδομένο ότι η παραπονούμενη αποτάθηκε για πρώτη φορά στην αστυνομία στις 04.12.09, η δήλωση της περιορίζεται σε περιστατικά του έτους 2006 καθώς και σε μία γενική αναφορά για περιστατικό τον Αύγουστο
  4. Με γνώμονα την μαρτυρία του Δρ. Γαλατόπουλου ότι από τον Αύγουστο 2009 μέχρι και τον Νοέμβριο 2009 η ψυχολογική κατάσταση της παραπονούμενης ήταν βελτιωμένη με τις κρίσεις πανικού να είχαν υποχωρήσει, η καταγγελία που έγινε στις 04.12.09 δεν εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 10 του Κεφ.
  5. Περαιτέρω, μελετώντας την προσκομισθείσα μαρτυρία παρατηρώ ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης δεν συνοδεύεται από άλλη ενισχυτική μαρτυρία που να την επιβεβαιώνει. Η μαρτυρία του Δρ. Παλά αναφέρει απλά τι του είπε μονολεκτικά και γενικά η παραπονούμενη χωρίς να υπεισέρχεται σε λεπτομέρειες. Ο δε Δρ. Γαλατόπουλος αποδίδει τα ιατρικά ευρήματα του στις κακές σχέσεις, έντονους διαπληκτισμούς και προστριβές της παραπονούμενης με τον κατηγορούμενο για εργασιακά θέματα. Σε σχέση με τους γονείς, τον αδελφό και το σύζυγο της παραπονούμενης, όπως έχει ήδη λεχθεί πιο πάνω, κανείς από αυτούς παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να ενισχύσει την μαρτυρία της παραπονούμενης, παρόλο ότι βασική θέση του κατηγορουμένου είναι ότι η κατηγορούμενη για αλλότριους σκοπούς κατασκεύασε υπόθεση περί σεξουαλικής παρενόχλησης της, την οποία για πρώτη φορά εμφάνισε στις 04.12.09 όταν προέβηκε σε καταγγελία στην αστυνομία. Είναι όμως εις γνώση του Δικαστηρίου ότι η μη εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 10 του Κεφ.9, καθώς και η ανυπαρξία ενισχυτικής μαρτυρίας δεν το εμποδίζει να αξιολογήσει τη μαρτυρία της παραπονούμενης και αφού προειδοποιήσει κατάλληλα τον εαυτό του για τους κινδύνους που ενέχονται, να καταλήξει σε συμπέρασμα ενοχής του κατηγορουμένου. Με βάση το σκεπτικό αυτό προχωρώ αμέσως σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης. Η παραπονούμενη δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο ανάμενε από ένα άτομο, που επικαλείται ότι η ψυχική του υγεία είχε κλονιστεί με αποκορύφωμα την ιατρική του παρακολούθηση από ψυχίατρο ο οποίος διέγνωσε άγχος, κρίσεις πανικού και κατάθλιψη και γενικότερα η ζωή του ατόμου αυτού σημαδεύτηκε ανεξίτηλα αρνητικά εξαιτίας λόγων και πράξεων ενός άλλου προσώπου, να ήταν πειστικό στις τοποθετήσεις του. Η παραπονούμενη όμως δεν είχε την εικόνα ενός τέτοιου προσώπου. Η μαρτυρία της παραπονούμενης στο σύνολο της περιέχει κενά και αδυναμίες. Σε ουσιώδεις πτυχές της δημιουργήθηκαν εύλογα ερωτήματα που παρέμειναν αναπάντητα. Αυτά τα κενά, αδυναμίες και τα λογικά ερωτηματικά που βασικά χαρακτηρίζουν την μαρτυρία της παραπονούμενης δημιουργούν σκιές ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της. Σ' αυτό συνηγορεί και το γεγονός ότι υπάρχουν μέρη της μαρτυρίας που μεταξύ τους συγκρούονται. Η δε παραπονούμενη κατά τη διάρκεια της μακράς και πιεστικής αντεξέτασης της στο Δικαστήριο υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις, οι οποίες έπληξαν ανεπανόρθωτα την εικόνα της ως μάρτυρα. Όλα τα προαναφερόμενα αφαιρούν από τη δυναμική της μαρτυρίας και παράλληλα προκαλούν σοβαρό ρήγμα στην αξιοπιστία της. Αυτό με τη σειρά του εγείρει θέμα πειστικότητας της μαρτυρίας. Προς τεκμηρίωση των πιο πάνω αναφέρω τα εξής: Είναι η θέση της παραπονούμενης ότι στις 04.12.09 μετέβηκε στην αστυνομία κατόπιν δικής της πρωτοβουλίας με σκοπό να υποβάλει καταγγελία εναντίον του κατηγορουμένου για σεξουαλική παρενόχληση. Ωστόσο το Τεκμήριο 2 που λήφθηκε από τον αστυφύλακα 1262 Πάτροκλο Ανδρονίκου δεν την δικαιώνει. Από το εν λόγω έγγραφο προκύπτει ότι η παραπονούμενη κλήθηκε από την αστυνομία για να της ληφθεί ανακριτική κατάθεση αναφορικά με εναντίον της υπό διερεύνηση υπόθεση δημόσιας εξύβρισης, αδίκημα που σύμφωνα με καταγγελία του κατηγορουμένου ημερομηνίας 23.11.09 διαπράχτηκε στο γραφείο της στο Κοινοτικό Συμβούλιο Πολεμίου την ίδια ημέρα και ώρα 08:
  6. Όταν της υποδείχτηκε ο λόγος που κλήθηκε στην αστυνομία και της εξηγήθηκε η πρόθεση για γραπτή ανάκριση της μαζί με τα δικαιώματα της, η παραπονούμενη είπε ότι τα γεγονότα της υπό διερεύνηση υπόθεσης για την οποία θα ανακρινόταν τα ανάφερε σε προηγούμενη μη ανακριτικής φύσεως κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 23.11.09 στην οποία και παρέπεμψε τον πιο πάνω αστυφύλακα. Παράλληλα όμως εκδήλωσε επιθυμία να δηλώσει για πρώτη φορά ορισμένα γεγονότα προβάλλοντας συγκεκριμένο λόγο που δεν τα ανάφερε προηγουμένως. Το έπραξε και διαφάνηκε ότι επρόκειτο για κατ' ισχυρισμό γεγονότα σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Αυτό όμως που φαίνεται από τα ενώπιον μου γεγονότα είναι ότι στις 04.12.09 η παραπονούμενη μετέβηκε στην αστυνομία αφού κλήθηκε για να δώσει ανακριτική κατάθεση σε σχέση με εναντίον της καταγγελία που έγινε στις 23.11.09 από τον κατηγορούμενο. Η παραπονούμενη κλήθηκε επανειλημμένως από το συνήγορο υπεράσπισης να εξηγήσει το λόγο που δεν προέβηκε ενωρίτερα τις 04.12.09 σε καταγγελία εναντίον του κατηγορουμένου για σεξουαλική παρενόχληση. Επ' αυτού σε διάφορα στάδια της αντεξέτασης της έδωσε πολλούς και διαφορετικούς λόγους, μερικοί από τους οποίους μεταξύ τους συγκρούονται αλλά και άλλοι ανατρέπονται από τα γεγονότα. Συγκεκριμένα, το Τεκμήριο 2, που είναι η ανακριτική κατάθεση της στην αστυνομία στις 04.12.09 στα πλαίσια διερεύνησης εναντίον της υπόθεσης για κοινή επίθεση και δημόσια εξύβριση του κατηγορουμένου κατόπιν καταγγελίας του τελευταίου, αναφέρει ως δικαιολογία γιατί τώρα μέσα από αυτή δηλώνει παράλληλα κατ' ισχυρισμό γεγονότα σεξουαλικής παρενόχλησης της από τον κατηγορούμενο που κατά την ίδια έγιναν στο παρελθόν, αποδίδοντας την καθυστέρηση στη λανθασμένη αντίληψη που είχε ότι μπορούσε να τα είχε αναφέρει αργότερα από το χρόνο που αυτά συνέβησαν αφού, όπως η ίδια είπε, δεν της είχε ξανατύχει να δώσει ξανά κατάθεση στην αστυνομία και έτσι δεν γνώριζε τους τρόπους και κανονισμούς στην αστυνομία για το τι πρέπει να περιέχει μια κατάθεση. Από τα ενώπιον μου γεγονότα όμως αυτή η θέση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Στις 23.11.09 η παραπονούμενη ήταν αυτή που αμέσως μετά από ένα κατ' ισχυρισμό γεγονός για φτύσιμο και δημόσια εξύβριση από τον κατηγορούμενο κατέφυγε ευθύς στην αστυνομία καταγγέλλοντας τον κατηγορούμενο μέσα από γραπτή κατάθεση της δείχνοντας έτσι ότι αυτά που επικαλέστηκε 12 ημέρες μετά στο Τεκμήριο 2 ως δικαιολογία για την καθυστέρηση δεν ίσχυαν. Παράλληλα, αυτή η γραπτή δήλωση της στο Τεκμήριο 2 που αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της έρχεται σε αντίθεση με τη δια ζώσης μαρτυρία της στο Δικαστήριο στις 10.12.13 όταν στα πλαίσια αντεξέτασης επικαλέστηκε, ανάμεσα σ' άλλα ως λόγους που δεν προέβηκε σε τέτοια καταγγελία στις 23.11.09, την ελπίδα που είχε ότι με την καταγγελία αυτή της κοινής επίθεσης και δημόσιας εξύβρισης που υπέβαλε εναντίον του κατηγορουμένου καθώς και προγενέστερη καταγγελία εναντίον του από άλλη κάτοικο της κοινότητας για σεξουαλική παρενόχληση της το έτος 2009 θα φόβιζαν και ταυτόχρονα θα υποχρέωναν τον κατηγορούμενο να διαφοροποιήσει πλέον την συμπεριφορά του απέναντι της. Η παραπονούμενη κλήθηκε ακόμη να δικαιολογήσει τη στάση της να μην προβεί σε καταγγελία εναντίον του κατηγορουμένου για σεξουαλική παρενόχληση της στις 23.11.09 όταν μετέβηκε στην αστυνομία και κατάγγειλε τον κατηγορούμενο για κοινή επίθεση (φτύσιμο στο πρόσωπο της) και δημόσια εξύβρισή της. Επ' αυτού προέβαλε 5 λόγους λέγοντας ότι ισχύουν όλοι μαζί. Ως πρώτο λόγο ανάφερε ότι δεν γνώριζε πως μπορούσε να το πράξει τη στιγμή που εκείνη την ημέρα είχε μεταβεί στην αστυνομία για άλλο λόγο. Πρόκειται για μια φτωχή δικαιολογία που στερείται λογικής και κατ' επέκταση πειστικότητας αφού η παραπονούμενη μπορούσε εύκολα αν αντιμετώπιζε τέτοιο δισταγμό είτε να ρωτήσει την αστυνομία όταν μετέβηκε για την άλλη καταγγελία είτε το δικηγόρο της που την εκπροσωπούσε. Ως δεύτερο λόγο η παραπονούμενη επικαλέστηκε κατ' ισχυρισμό απειλή του κατηγορουμένου ότι θα διέδιδε ότι ήταν φιλενάδα του. Δώδεκα μέρες αργότερα όμως όταν έγινε η καταγγελία για σεξουαλική παρενόχληση η παραπονούμενη δεν φαίνεται να είχε τέτοιο δίλημμα. Μάλιστα, όπως η ίδια δήλωσε στην αντεξέταση της, μετά τις 23.11.09 δεν την ενδιέφερε πλέον τι θα πει ο κόσμος, δίχως στο μεσοδιάστημα μέχρι τις 04.12.09 που προέβηκε στην καταγγελία για σεξουαλική παρενόχληση, να είχε συμβεί οποιοδήποτε περιστατικό σεξουαλικής παρενόχλησης της. Αυτό που φαίνεται να συνέβηκε από τις 23.11.09 μέχρι τις 04.12.09 ήταν έντονες προστριβές και λογομαχίες της παραπονούμενης με τον κατηγορούμενο, πράγμα που οδήγησε αμφότερους στην αστυνομία και υποβολή αντιστοίχων καταγγελιών. Το εχθρικό αυτό κλίμα στο χώρο εργασίας διατηρήθηκε μέχρι και τις 04.12.09, χωρίς επαναλαμβάνω στο μεσοδιάστημα αυτό να έγινε κάποιο περιστατικό σεξουαλικής παρενόχλησης. Η διαφοροποίηση της θέσης της παραπονούμενης στο ζήτημα αυτό, δηλαδή το ότι δεν την ενδιέφερε αν ο κόσμος πίστευε τα λεγόμενα του κατηγορουμένου ότι δήθεν την είχε φιλενάδα, αφήνει εκτεθειμένο σε απόρριψη τον προηγούμενο αντίθετο ισχυρισμό της. Τρίτο λόγο που η παραπονούμενη επικαλέστηκε ήταν ο φόβος ότι αν κατάγγελλε τον κατηγορούμενο η ίδια θα είχε συνέπειες με την εργασία της. Μα ο φόβος αυτός υφίστατο από τη στιγμή που στις 23.11.09 προέβηκε σε εναντίον του καταγγελία στην αστυνομία για κατ' ισχυρισμό κοινή επίθεση και δημόσια εξύβριση της και δεν φάνηκε ότι ήταν ικανός να την αποτρέψει από του να αποταθεί στην αστυνομία. Επίσης ο φόβος αυτός δεν απέτρεψε την παραπονούμενη να αποστείλει στις 23.11.09 επιστολή στον τότε Υπουργό Εσωτερικών, στον Έπαρχο Πάφου, στην Κεντρική Υπηρεσία Κοινοτικών Συμβουλίων, στον Πρόεδρο και Μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου Πολεμίου και στην συντεχνία της με την οποία πληροφορούσε όλους αυτούς τους φορείς για το κατ' ισχυρισμό περιστατικό της με τον κατηγορούμενο για κοινή επίθεση και δημόσια εξύβριση της που ήταν και το γεγονός που την ίδια ημέρα την οδήγησε για σχετική καταγγελία στην αστυνομία, χωρίς όμως να προβαίνει σε οποιαδήποτε αναφορά για σεξουαλική παρενόχληση της. Επιπλέον, ο φόβος που η παραπονούμενη επικαλείται ότι αισθανόταν περί κινδύνου απώλειας της εργασίας της και/ή μείωσης μισθού και/ή απώλειας προσαύξησης δεν φαίνεται να είναι αληθής, γεγονός που ήταν εις γνώση της. Η πρόσληψη της ως γραμματέας στο Κοινοτικό Συμβούλιο Πολεμίου προϋποθέτει λήψη πλειοψηφικής απόφασης από τον πρόεδρο και τα μέλη του κοινοτικού συμβουλίου που το απαρτίζουν. Το ίδιο απαιτείται σε περίπτωση πρότασης για απόλυση της και σίγουρα δεν πρόκειται για ένα απλό θέμα. Η δήλωση της παραπονούμενης που περιέχεται στο Τεκμήριο 1 και αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος της εξέφρασε την αντίθεση του στην πρόσληψη της αποδεικνύει ότι η παραπονούμενη απολάμβανε τη στήριξη της πλειοψηφίας του κοινοτικού συμβουλίου, πράγμα που η ίδια γνώριζε. Αν οι αποφάσεις λαμβάνονταν μόνο από τον κατηγορούμενο ως κοινοτάρχης τότε η παραπονούμενη δεν θα προσλαμβανόταν. Στο δε Τεκμήριο 19 που είναι η γραπτή κατάθεση της στην αστυνομία ημερομηνίας 23.11.09 στα πλαίσια της καταγγελίας της στην αστυνομία εναντίον του κατηγορουμένου για κοινή επίθεση και δημόσια εξύβριση της φαίνεται ότι εξακολουθούσε να υπήρχε η στήριξη στο πρόσωπο της από την πλειοψηφία του κοινοτικού συμβουλίου γεγονός που επίσης η παραπονούμενη γνώριζε. Παράλληλα, η θέση της παραπονούμενης στην προφορική μαρτυρία της στο Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος της υποδείκνυε να μην εφαρμόζει τις πλειοψηφικές αποφάσεις του κοινοτικού συμβουλίου δείχνει επίγνωση της παραπονούμενης ότι μια απόφαση του κοινοτικού συμβουλίου εφαρμόζεται μόνο όταν αυτή λαμβάνεται κατά πλειοψηφία. Το ίδιο ισχύει και για το ενδεχόμενο απώλειας προσαύξησης, άλλης βεβαίως από αυτής ή αυτών που δικαιούταν ως εργαζόμενη από τη θέση της γραμματέας. Αυτό αποδεικνύεται από το Τεκμήριο 9 που η ίδια η παραπονούμενη παρουσίασε στο Δικαστήριο στο οποίο καταγράφεται απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου Πολεμίου για παραχώρηση στην παραπονούμενη προσαύξησης για τους λόγους που σημειώνονται. Η εγκεκριμένη μισθολογική κλίμακα της παραπονούμενης σημειώνεται στο Τεκμήριο 10 που η παραπονούμενη προσκόμισε και είναι το Σχέδιο Υπηρεσίας της Γραμματέας του Κοινοτικού Συμβουλίου Πολεμίου. Το δε ζήτημα μείωσης μισθού είναι εξίσου περίπλοκο όπως το ενδεχόμενο απώλειας της εργασίας της και σίγουρα όπως η ίδια γνώριζε δεν επαφιόταν αποκλειστικά και μόνο στον κατηγορούμενο. Για όλα αυτά ο λόγος που προέβαλε δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Όσον αφορά τον τέταρτο και πέμπτο λόγο που η παραπονούμενη προέβαλε που είναι η ελπίδα ότι με την καταγγελία που του έκανε για κοινή επίθεση και δημόσια εξύβριση καθώς και η πίστη που είχε ότι μια προγενέστερη καταγγελία εναντίον του κατηγορουμένου για σεξουαλική παρενόχληση από άλλη κάτοικο το έτος 2009 θα τον φόβιζε και αυτά θα ήταν αρκετά για να τον υποχρεώσουν να αλλάξει συμπεριφορά, έχω ήδη ασχοληθεί πιο πάνω λέγοντας ότι αναιρούνται από τη μεταγενέστερη δήλωση της μέσα από το Τεκμήριο 2, στο σχολιασμό τον οποίο και παραπέμπω. Η παραπονούμενη δικαιολόγησε ακόμη την μη καταγγελία του κατηγορουμένου για το ότι προείχε η υγεία της που ήταν κλονισμένη. Αναφερόταν στην περίοδο λίγο πριν από τις αρχές Ιουνίου 2009 όταν εισήχθηκε σε ιδιωτική κλινική. Επ' αυτού, όπως είπε, διαφώνησε με τον πατέρα της που εισηγήθηκε την υποβολή τέτοιας καταγγελίας. Αν ευσταθούσε αυτό που είπε μπορούσε τέτοια καταγγελία να γινόταν σε προγενέστερο χρόνο που η υγεία της το επέτρεπε όταν μάλιστα η ίδια ισχυρίζεται ότι αντιλήφθηκε την πραγματική πρόθεση του κατηγορουμένου το έτος
  7. Επιπροσθέτως, η παραπονούμενη ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας της ήταν αυτός που μετά την έξοδο της από την ιδιωτική κλινική της εισηγήθηκε πάλι ότι η συμπεριφορά του κατηγορουμένου θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο καταγγελίας στην αστυνομία αλλά η ίδια εκ νέου αρνήθηκε διαφωνώντας μαζί του επειδή είχε πειστεί από τη συμπεριφορά του ότι είχε αλλάξει προς το καλύτερο. Αν θεωρήσουμε την μαρτυρία της παραπονούμενης αληθή τότε μία αναδρομή σ' αυτή σε σχέση με την συμπεριφορά του κατηγορουμένου από το 2005 μέχρι το 2009 και τη στιγμή που λέει ότι το σκέφτηκε, διαψεύδει ένα τέτοιο συμπέρασμα της και αφήνει τη δική της, αδρανή στο θέμα αυτό συμπεριφορά, χωρίς ίχνος λογικής και δικαιολογία για κάτι τέτοιο. Αυτό με τη σειρά του καθιστά το λόγο αυτό μη πειστικό και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Στην πορεία όμως η εκδοχή αυτή της παραπονούμενης διαφοροποιήθηκε λέγοντας ότι η ίδια εξακολουθούσε να μην επιθυμεί να καταγγείλει τον κατηγορούμενο στην αστυνομία επειδή δεν ήταν ψυχολογικά έτοιμη αλλά και ούτε είχε το θάρρος να το πράξει λόγω του ότι ο κατηγορούμενος ήταν προϊστάμενος της. Για το θέμα αυτό το Δικαστήριο έχει ήδη εξηγήσει γιατί ο λόγος αυτός δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και παραπέμπω στο σχετικό μέρος της απόφασης αυτής. Όσον αφορά το ζήτημα ότι η ίδια δεν ήταν ψυχολογικά έτοιμη, ούτε αυτό φαίνεται να ευσταθεί αφού η υγεία της παραπονούμενης σημείωσε στο μεταξύ βελτίωση και το μόνο που χρειαζόταν ήταν να μεταβεί στην αστυνομία για να προβεί σε σχετική καταγγελία έχοντας πλέον την στήριξη της οικογένειας της καθώς και του συζύγου της, όπως έπραξε αυθημερόν με το κατ' ισχυρισμό περιστατικό της κοινής επίθεσης και δημόσιας εξύβρισης διακόπτοντας μάλιστα τα καθήκοντα της για να προβεί σε μια τέτοια καταγγελία. Επομένως, προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η διερεύνηση από την αστυνομία της εναντίον της υπόθεσης για δημόσια εξύβριση του κατηγορουμένου ήταν αυτή που έκλινε την πλάστιγγα στο να αποφασίσει να προβεί σε καταγγελία στην αστυνομία εναντίον του κατηγορουμένου για σεξουαλική παρενόχληση. Όπως προκύπτει από τα ενώπιον μου γεγονότα η 4η Δεκεμβρίου 2009 ήταν η πρώτη φορά που η παραπονούμενη ισχυρίστηκε στην αστυνομία ότι ο κατηγορούμενος την παρενοχλούσε σεξουαλικά. Παράλληλα, η αναφορά της παραπονούμενης, ανάμεσα σ' άλλα, μέσα από την προαναφερόμενη επιστολή της ημερομηνίας 23.11.09 για το ότι δεν θα αναφερθεί σε άλλες λεπτομέρειες που ίσως να αναγκαστεί να αναφέρει στο μέλλον, εννοώντας το θέμα της σεξουαλικής παρενόχλησης της, σε συνάρτηση με την δήλωση της στο Δικαστήριο κατά την αντεξέταση της στις 29.11.13 ότι ήταν εις γνώση της ότι το μόνο που θα μπορούσε να απομακρύνει τον κατηγορούμενο από τη θέση του κοινοτάρχη ήταν μια ενδεχόμενη καταδίκη του από Δικαστήριο για διάπραξη ατιμωτικού αδικήματος, φανερώνει ότι η καταγγελία της στις 04.12.09 μόνο άμεση και αυθόρμητη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Το πρώτο από τα τρία περιστατικά που αναφέρονται στις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου (κατηγορία 3) και ένα από αυτά που η παραπονούμενη θεωρεί βασικό είναι το κατ' ισχυρισμό περιστατικό που κατά την ίδια διαδραματίστηκε στον ανελκυστήρα του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου καθοδόν σε συνάντηση που είχαν στο γραφείο του επαρχιακού κτηματολογικού λειτουργού Πάφου. Σύμφωνα με την παραπονούμενη πρόκειται για ένα περιστατικό που της προκάλεσε άγχος, φόβο, αμηχανία και πίεση και για το οποίο μετά που επέστρεψε στο Πολέμι της χορηγήθηκε άδεια ασθενείας. Η συμπεριφορά όμως που αυτή επέδειξε αμέσως μετά το κατ' ισχυρισμό περιστατικό κλονίζει την αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού της. Η ίδια δεν αποχώρησε από το χώρο εφόσον όπως είπε ήταν αναστατωμένη και αισθανόταν άβολα και όπως λογικά αναμενόταν να έπραττε ένα άλλο άτομο στη θέση της. Αντίθετα όχι μόνο συνόδευσε τον κατηγορούμενο στην προγραμματισμένη συνάντηση που είχε με τον επαρχιακό κτηματολογικό λειτουργό Πάφου αλλά παράλληλα παρέμεινε εκεί και τακτοποίησε με τον λειτουργό αυτό και προσωπική της υπόθεση. Η στάση της αυτή δεν δείχνει άτομο που ενοχλήθηκε και αναστατώθηκε εξαιτίας περιστατικού που έγινε αμέσως προηγουμένως. Το Τεκμήριο 7 που είναι δέσμη εγγράφων δείχνει την παρουσία της παραπονούμενης στο Κτηματολόγιο Πάφου στις 13.07.06 καθότι ένα από τα έγγραφα δείχνει την ημερομηνία εκείνη πληρωμή από μέρους της παραπονούμενης του ποσού των Λ.Κ.£251,75 και στη συνέχεια έκδοση εις το όνομα της απόδειξης υπ' αριθμό
  8. Τα υπόλοιπα έγγραφα που αποτελούν το Τεκμήριο 7 και είναι δεόντως συμπληρωμένα και υπογεγραμμένα και φέρουν ημερομηνία 27.06.06, δηλαδή ημερομηνία προγενέστερη της μετάβασης της στο Κτηματολόγιο Πάφου, αποδεικνύουν ότι η παραπονούμενη εκμεταλλεύτηκε την εκεί μετάβαση της καθώς και την παρουσία του επαρχιακού κτηματολογικού λειτουργού μέσω της συνάντησης που είχε μαζί του μαζί με τον κατηγορούμενο για θέματα του κοινοτικού συμβουλίου και με τη βοήθεια του λειτουργού αυτού διευθέτησε προσωπική της υπόθεση που αφορούσε θέματα κτηματολογίου προωθώντας τα εν λόγω έγγραφα. Τα Τεκμήρια 5 και 6 δείχνουν την εγγραφή άδειας μίας ημέρας από μέρους της παραπονούμενης. Αυτό όμως δεν σημαίνει, υπό το φως του Τεκμηρίου 7, ότι η παραπονούμενη στις 13.07.06 δεν βρισκόταν μαζί με τον κατηγορούμενο στο Κτηματολόγιο Πάφου για συνάντηση τους με τον επαρχιακό κτηματολογικό λειτουργό Πάφου. Την ίδια στιγμή δεν σημαίνει αυτόματα ότι το κατ' ισχυρισμό περιστατικό στον ανελκυστήρα του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου όντως διαδραματίστηκε. Σε σχέση με το Τεκμήριο 8 που είναι η απόδειξη είσπραξης υπ' αριθμό 9685 της ΣΠΕ Πολεμίου για το ποσό των Λ.Κ.£250,95 από το Κοινοτικό Συμβούλιο Πολεμίου στις 13.07.09, όπως και η πιο πάνω απόδειξη είσπραξης χρηματικού ποσού από την παραπονούμενη στο Κτηματολόγιο Πάφου εκ μέρους του Κοινοτικού Συμβουλίου Πολεμίου την ίδια ημέρα, φανερώνει ότι στις 13.07.06 η παραπονούμενη εκτός από την προσωπική της υπόθεση στο Κτηματολόγιο Πάφου ασχολήθηκε με ζητήματα του Κοινοτικού Συμβουλίου Πολεμίου. Ωστόσο η παραμονή της στο Κτηματολόγιο Πάφου και η ενασχόληση της τόσο με εργασιακά θέματα όσο και με προσωπική της υπόθεση κτηματολογικής φύσεως σε καμία περίπτωση δικαιολογεί ως αληθή τη μετέπειτα επικαλούμενη ψυχολογική της κατάσταση για την οποία έλαβε άδεια ασθενείας από παιδίατρο. Αυτό με τη σειρά του δημιουργεί σκιές ως προς την αλήθεια του όλου περιστατικού. Κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης το Δικαστήριο αποδέχεται τα Τεκμήρια 5, 6, 7, 8, 9 και 10 για τον προαναφερόμενο περιορισμένο σκοπό που αφορά έκαστο από αυτά. Στην προφορική κατάθεση της στο Δικαστήριο η παραπονούμενη είπε ότι επειδή πονούσε το στομάχι της συνεπεία του κατ' ισχυρισμό περιστατικού του Κτηματολογίου Πάφου επισκέφτηκε αυθημερόν την Δρ. Ανθούλα Λοϊζίδου Ευθυμίου, η οποία εξέδωσε ιατρική βεβαίωση (Τεκμήριο 3). Το Δικαστήριο όμως δεν μπορεί να αντιληφθεί γιατί η παραπονούμενη αποτάθηκε και εξετάστηκε από μία παιδίατρο. Η ειδικότητα στην παιδιατρική επιτρέπει και ταυτόχρονα περιορίζει στο άτομο που την εξασκεί να εξετάζει και να καταλήγει με ασφάλεια σε ιατρικά ευρήματα που αφορούν παιδιά και όχι άτομα της ηλικίας της παραπονούμενης. Σίγουρα το κατ' ισχυρισμό πρόβλημα της παραπονούμενης απαιτούσε ιατρό άλλης ειδικότητας. Κατά συνέπεια, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης αποδίδω μηδενική βαρύτητα στο Τεκμήριο
  9. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η όλη συμπεριφορά της παραπονούμενης στο Κτηματολόγιο Πάφου σε συνδυασμό με την ενέργεια να καταφύγει σε παιδίατρο για θεραπεία έχουν κλονίσει περισσότερο την αξιοπιστία της στο Δικαστήριο. Για τον ίδιο με πιο πάνω λόγο αποδίδω, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης, μηδενική βαρύτητα στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  10. Η εισαγωγή της παραπονούμενης στο ιδιωτικό ιατρικό κέντρο 'Ευαγγελισμός' στην Πάφο με προβλήματα που δεν φαίνονται να σχετίζονται με τη νεφρολογία συνοδεύτηκε από ιατρική έκθεση ημερομηνίας 03.06.09 του νεφρολόγου Δρ. Χριστόφορου Σταύρου, ο οποίος εκτίμησε την ιατρική κατάσταση της παραπονούμενης καταλήγοντας σε ιατρικά ευρήματα, συμπεράσματα και εισηγήσεις που έκδηλα δεν είναι της ειδικότητας του και χωρίς να αποκαλύπτει με ποιο τρόπο προέβηκε στη διάγνωση που καταγράφει και πως καταλήγει στα αποτελέσματα που η έκθεση του παρουσιάζει. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο απορρίπτει τη θέση ότι η παραπονούμενη εισήχθηκε στην πιο πάνω ιδιωτική κλινική την 01.06.09 όπου και παρέμεινε μέχρι τις 03.06.
  11. Στρεφόμενος στην στάση που η παραπονούμενη διατήρησε καθ' όλη τη διάρκεια της κατ' ισχυρισμό σεξουαλικής παρενόχλησης δυσκολεύομαι να την αντιληφθώ. Το ότι ο κατηγορούμενος σταμάτησε να την φιλά στα μάγουλα κάθε Δευτέρα και Παρασκευή μετά που η παραπονούμενη προέβηκε σε συστάσεις στον ίδιο έπρεπε να της είχε δώσει δύναμη και κουράγιο να επαναλάβει την κατ' ισχυρισμό ενέργεια της και για όλα τα υπόλοιπα που ισχυρίζεται ότι υπέφερε όπως για παράδειγμα τις αδιάκριτες ερωτήσεις που λέει ότι της έκαμνε, τα διάφορα κομπλιμέντα που λέει ότι της έλεγε, το ότι την έκανε να νιώθει άβολα όταν καθόταν απέναντι από το γραφείο της και την κοίταζε επίμονα, τις περιπτώσεις που λέει ότι της κρατούσε το χέρι, τα 3 κατ' ισχυρισμό περιστατικά του κατηγορητηρίου καθώς και όλα τα άλλα που επικαλείται. Αντί να βάλει ένα τέλος στον συνεχιζόμενο εφιάλτη που περίγραφε ότι ζούσε, την μία διστάζει, την άλλη δεν βρίσκει το κουράγιο, την άλλη δεν ήταν ψυχολογικά έτοιμη, την άλλη φοβάται για το μέλλον της στην εργασία, την άλλη πίστευε ότι ο κατηγορούμενος θα διαφοροποιούσε την συμπεριφορά του και άλλες δικαιολογίες. Χωρίς λογική επέλεγε να εργάζεται όπως μας έδωσε να καταλάβουμε κάτω από βασανιστικές εμπειρίες και όταν ακόμη η οικογένεια της την συμβούλευε να προχωρήσει στο αυτονόητο που ήταν να εκθέσει τον κατηγορούμενο καταγγέλλοντας τον, αυτή ήταν η μόνη που διαφωνούσε. Στο μεταξύ όμως η παραπονούμενη εισερχόταν στο όχημα του κατηγορουμένου και οι δύο μαζί μετέβαιναν σε επαγγελματικές αποστολές στην Πάφο και εκτός Πάφου όπως στην Λευκωσία. Είναι χωρίς λογική που η παραπονούμενη εισερχόταν στο όχημα του κατηγορουμένου και μαζί μετέβαιναν είτε στο Κτηματολόγιο Πάφου είτε στο Υπουργείο Συγκοινωνιών στη Λευκωσία είτε στην Πάφο για να επιθεωρήσουν ένα δρόμο ή για να ελέγξουν ένα λάστιχο της υδατοπρομήθειας που έσπασε ή γενικότερα για να επιληφθούν ενός προβλήματος που προέκυψε. Όπως φαίνεται πρόκειται για ένα υπολογίσιμο αριθμό τέτοιων αποστολών που διεκπεραιώθηκαν με κοινή μετάβαση στον εκάστοτε προορισμό χρησιμοποιώντας και οι δύο μαζί ταυτόχρονα το όχημα του κατηγορουμένου. Η παραπονούμενη παρόλο ότι γνώριζε την συμπεριφορά του κατηγορουμένου εντούτοις συναινούσε στο να εισέρχεται στο όχημα του και μαζί να μεταβαίνουν σε επαγγελματικές εργασίες. Παρόλα αυτά στο κατ' ισχυρισμό επεισόδιο της κοινής επίθεσης και της δημόσιας εξύβρισης της βλέπουμε την κατηγορούμενη να δρα αστραπιαία αυθημερόν και να καταγγέλλει τον κατηγορούμενο όχι μόνο στην αστυνομία αλλά και σε όλους τους αρμόδιους φορείς χωρίς οποιαδήποτε από τις πιο πάνω δικαιολογίες να την αποτρέπει ή έστω να την προβληματίζει για μια στιγμή. Αυτή η δυναμική και κοφτερή στάση που η παραπονούμενη εδώ επέδειξε, σαφώς και θέτει σε αμφιβολία τη γνησιότητα των πιο πάνω ισχυρισμών της περί δισταγμού, αδυναμίας και αναποφασιστικότητας για μία παρόμοια αντίδραση. Ο τρόπος με τον οποίο η παραπονούμενη κατάθετε στο Δικαστήριο σε συνδυασμό με το μορφωτικό επίπεδο της δείχνει ένα άτομο με δυναμικό χαρακτήρα και έντονη προσωπικότητα και στη βάση αυτών είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό πως ανέχτηκε την κατ' ισχυρισμό κατ' εξακολούθηση συμπεριφορά του κατηγορουμένου για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Το Τεκμήριο 19, που είναι γραπτή κατάθεση της παραπονούμενης στην αστυνομία στις 23.11.09 στα πλαίσια καταγγελίας της εναντίον του κατηγορουμένου για κοινή επίθεση και δημόσια εξύβριση της, κάνει αναφορά για αρκετές φορές που ήλθε σε σύγκρουση με τον κατηγορούμενο. Δόθηκε η εντύπωση για τεταμένες σχέσεις και συχνές λογομαχίες μεταξύ τους. Αποκορύφωμα η πιο πάνω καταγγελία καθώς και καταγγελία για κάπνισμα στο γραφείο. Αυτό επαληθεύει την πιο πάνω θέση για δυναμικό χαρακτήρα και έντονη προσωπικότητα της παραπονούμενης. Ταυτόχρονα φανερώνει άτομο που δεν φοβάται να συγκρουστεί και να διαφωνήσει με τον προϊστάμενο του, άτομο που δεν είναι ανεκτικό με κάτι που δεν συμμερίζεται και παράλληλα άτομο που δεν αισθανόταν φόβο για απώλεια της εργασίας του ή προσαυξήσεων. Η δε λογομαχία που η παραπονούμενη είχε με τον κατηγορούμενο για τον εργάτη που προσλήφθηκε τον Ιούλιο 2009 δείχνει βελτίωση του προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε προηγουμένως. Η διαφορετική αυτή συμπεριφορά της παραπονούμενης καταρρίπτει όλους τους προαναφερόμενους λόγους που αυτή επικαλέστηκε προκειμένου να δικαιολογήσει την ανοχή της μπροστά σε κάτι που είπε ότι την έκανε να υποφέρει καθώς και το μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε προτού καταφύγει στην αστυνομία για να υποβάλει καταγγελία για σεξουαλική παρενόχληση της από τον κατηγορούμενο. Επιπλέον είναι δίχως λογική το γεγονός ότι η κατηγορούμενη αποδέχτηκε τουλάχιστο σε δύο περιπτώσεις δώρα από τον κατηγορούμενο όπως εξίσου παράλογο είναι και το γεγονός ότι η ίδια η παραπονούμενη έκανε δώρα ένα μπουκάλι ούζο και μία γραβάτα στον κατηγορούμενο, τη στιγμή που επικαλείτο σεξουαλική παρενόχληση Μπροστά στις τραυματικές εμπειρίες που η παραπονούμενη ισχυρίστηκε ότι βίωνε με αποκορύφωμα τον κλονισμό της ψυχικής υγείας της, ο λόγος που προβλήθηκε για την παροχή δώρων σε καμία περίπτωση είναι δικαιολογημένος. Όσον αφορά την αποδοχή των δώρων η παραπονούμενη δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση. Σημειώνεται ότι η παραπονούμενη τήρησε σιγή ιχθύος στο θέμα των δώρων, το οποίο και ανάδειξε η υπεράσπιση στο στάδιο της αντεξέτασης της. Αυτό πλήττει περισσότερο την αξιοπιστία της. Αξιοπερίεργο όμως είναι και το γεγονός ότι ενώ η παραπονούμενη προσπαθούσε να αποφύγει αχρείαστες επαφές με τον κατηγορούμενο και ο σύζυγος της έπνεε τα μένεα εναντίον του κατηγορουμένου συνεπεία της συμπεριφοράς του για την οποία στο μεταξύ είχε πληροφορηθεί, τον Αύγουστο του 2009 μαζί επισκέφτηκαν τον κατηγορούμενο σε ιδιωτική κλινική στη Λεμεσό που αυτός είχε εισαχθεί. Η απόδοση της επίσκεψης σε τυπικής φύσεως και το ότι συνδυάστηκε με εξέταση του υιού της παραπονούμενης στο ίδιο ιατρικό κέντρο δεν πείθει. Η συμπεριφορά της αυτή δεν δικαιολογείται αφού δεν έπρεπε να είχε κάποιο λόγο. Ανεξήγητη επίσης θεωρείται και η επίσκεψη του κατηγορουμένου στην οικία της παραπονούμενης 3-4 ημέρες πριν από τις 23.11.09 για να ευχηθεί στο σύζυγο της καλή ανάρρωση που είχε υποβληθεί σε επέμβαση, ο οποίος και έγινε δεκτός. Ας σημειωθεί ότι η παραπονούμενη δεν αποκάλυψε στην κυρίως εξέταση της τις δύο πιο πάνω συναντήσεις, οι οποίες ήλθαν στο προσκήνιο από την υπεράσπιση στο στάδιο αντεξέτασης της παραπονούμενης. Αυτό χωρίς αμφιβολία παρουσιάζει ως αναληθείς τους πιο πάνω ισχυρισμούς της παραπονούμενης. Επιπλέον δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου η αρχική δήλωση της παραπονούμενης ότι ο πατέρας της άρχισε να ενημερώνεται για τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου τον Μάιο 2009 λίγο πριν εισαχθεί στην ιδιωτική κλινική 'Ευαγγελισμός', η οποία στη συνέχεια διαφοροποιήθηκε παραπέμποντας σε πληροφόρηση που αυτός για πρώτη φορά είχε όταν αυτή εισήχθηκε στην εν λόγω κλινική. Ακολούθως υπήρξε νέα διαφοροποίηση στο ζήτημα αυτό αφού η παραπονούμενη είπε ότι ο πατέρας της άρχισε να μαθαίνει λεπτομέρειες για πρώτη φορά όταν έδωσε κατάθεση στην αστυνομία στις 04.12.
  12. Η παραπονούμενη όμως στην πορεία της αντεξέτασης της ελίχθηκε εκ νέου όταν είπε ότι ο πατέρας της έμαθε κάποια πράγματα από την ίδια, από τον δικηγόρο της, από το Δρ. Παλά και τελικά από την προαναφερόμενη κατάθεση της στην αστυνομία. Οι διάφοροι αυτοί ελιγμοί τραυμάτισαν περισσότερο την αξιοπιστία της παραπονούμενης. Αυτό που το Δικαστήριο περαιτέρω δυσκολεύεται να καταλάβει είναι γιατί η παραπονούμενη ισχυρίζεται ότι το έτος 2007 αντιλήφθηκε τις πραγματικές πονηρές προθέσεις του κατηγορουμένου τη στιγμή που η ίδια ισχυρίζεται ότι από το έτος 2005 ο κατηγορούμενος την παρενοχλούσε σεξουαλικά στο χώρο εργασίας της επικαλούμενη φιλήματα στο μάγουλο, πράγμα που την υποχρέωσε να προβεί σε παρατηρήσεις στον ίδιο, ισχυριζόμενη πως αισθανόταν άβολα για διάφορα κομπλιμέντα που της έκανε καθώς και για το περιστατικό στον ανελκυστήρα του Κτηματολογίου Πάφου στις 13.06.06 για το οποίο αντέδρασε στιγμιαία και για το οποίο κατέφυγε σε παιδίατρο για θεραπεία λόγο πόνου που ένιωθε στο στομάχι της. Πρόκειται για ισχυρισμό που έχει πάρει διαζύγιο με την αλήθεια. Στο σημείο αυτό θεωρώ ορθό να διευκρινίσω ότι με αυτά δεν υπονοείται ότι η ψυχική υγεία της παραπονούμενης δεν είχε κλονιστεί τις περιόδους που αυτή επικαλέστηκε. Παρόλα αυτά δεν αποκλείεται τα προβλήματα υγείας της παραπονούμενης να οφείλονται στις συχνές εντάσεις και προστριβές που είχε με τον κατηγορούμενο είτε για εργασιακά θέματα που αφορούσαν το Κοινοτικό Συμβούλιο Πολεμίου και τις αποφάσεις αυτού είτε λόγω μη ύπαρξης καλής χημείας στη συνεργασία της από τη θέση του γραμματέα με τον κατηγορούμενο ως κοινοτάρχης που τότε ήταν. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 19 που είναι η γραπτή κατάθεση της παραπονούμενης στην αστυνομία στις 23.11.09 στα πλαίσια καταγγελίας της εναντίον του κατηγορουμένου για κοινή επίθεση και δημόσια εξύβριση της, από το έτος 2005 μέχρι το 2009 συχνά υπήρχαν καβγάδες και δημιουργούνταν εντάσεις μεταξύ της παραπονούμενης και του κατηγορουμένου. Επίσης η ίδια η παραπονούμενη μέσα από τη μαρτυρία της έκανε αναφορά για διάφορους καβγάδες που είχε με τον κατηγορούμενο και αφορούσαν ζητήματα του κοινοτικού συμβουλίου. Θεωρώ πως 5 χρόνια συχνών και έντονων λογομαχιών, διαπληκτισμών και προστριβών για εργασιακά θέματα μέσα σ' ένα τεταμένο εργασιακό κλίμα είναι αρκετά για να προκαλέσουν σε κάποιο κλονισμό της ψυχικής υγείας του. Εν πάση περιπτώσει, με βάση όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι δημιουργούνται αρκετές αμφιβολίες αναφορικά με την αξιοπιστία της παραπονούμενης, ειδικότερα καθ' όσον αφορά τα γεγονότα όπως η ίδια παρουσίασε στο Δικαστήριο ότι είχαν διαδραματιστεί και έτσι μοιραία αδυνατώ να αποδεχθώ και να στηριχθώ στη μαρτυρία της. Αυτό συμπαρασύρει και τις δύο γραπτές καταθέσεις της που είναι τα Τεκμήρια 1 και 2, τις οποίες ούτε αυτές αποδέχομαι (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168, Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ., 266 και Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερομηνίας 29.11.13). Παράλληλα, από τη στιγμή που το Τεκμήριο 'Α' προς αναγνώριση δεν μετατράπηκε σε κανονικό τεκμήριο για να αξιολογηθεί κατά την εκδίκαση της υπόθεσης το περιεχόμενο του αγνοείται παντελώς από το Δικαστήριο καθότι η όποια μαρτυρία καταγράφηκε σε σχέση με αυτό παρέμεινε ανενεργή (Μελάς v. Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826). Ο ΜΚ2 ήταν ο νέος αστυνομικός εξεταστής της υπόθεσης που διορίστηκε στη βάση οδηγιών του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Η μαρτυρία του εστιάζεται στις διάφορες ενέργειες στις οποίες προέβηκε για τη διερεύνηση της υπόθεσης αυτής υπό την ιδιότητα του αυτή. Οι ενέργειες του αυτές ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν από τον κατηγορούμενο. Κάτω από αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του ΜΚ2 που περιστρέφεται γύρω από τις αναντίλεκτες ενέργειες που αυτός έκαμε στα πλαίσια εξιχνίασης αυτής της υπόθεσης. Ειδικότερα από την μαρτυρία του αποδέχομαι ότι έλαβε γραπτές καταθέσεις στις 17.08.10 από την παραπονούμενη (Τεκμήριο 1) και στις 19.08.10 από τον γαστρεντερολόγο Δρ. Παλά (Τεκμήριο 12) καθώς και το ότι επιχείρησε να λάβει γραπτή κατάθεση από τον ψυχίατρο Δρ. Γαλατόπουλο χωρίς όμως θετικό αποτέλεσμα. Δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω ότι ο ΜΚ2 επιπλέον έλαβε κατάθεση από την μητέρα και το σύζυγο της παραπονούμενης. Εξάλλου ούτε αυτό αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο. Ως μέρος της μαρτυρίας του κατατέθηκε το Τεκμήριο 11, το περιεχόμενο όμως του οποίου επειδή αναφέρεται σε υποκειμενικές διαπιστώσεις αστυνομικού αλλά και σε κατ' ισχυρισμό γεγονότα τα οποία τελούν υπό αξιολόγηση από το Δικαστήριο μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, μετά από μελέτη και αξιολόγηση του, ουδεμία βαρύτητα του αποδίδω. Ο ΜΚ3 έκανε φτωχή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ως επιστήμονας δεν ήταν πειστικός στις τοποθετήσεις του. Αντίθετα πολλές από τις απαντήσεις που έδωσε ήταν πρόχειρες και μη επιστημονικά τεκμηριωμένες. Ο ίδιος παραδέχτηκε ότι χωρίς να παρακολουθεί και να εξετάζει ιατρικά την παραπονούμενη προχωρούσε στην παροχή αδειών ασθενείας σ' αυτήν δίχως να γνωρίζει αν τις περιόδους έκδοσης τους η παραπονούμενη παρακολουθείτο από άλλο ιατρό ή αν εξακολουθούσε να τελεί υπό φαρμακευτική αγωγή ή για πόσο διάστημα αυτή διαρκούσε. Η παραδοχή του αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με προγενέστερη θέση του ότι χορηγούσε τέτοιες άδειες ασθενείας προκειμένου να υποβοηθήσει το θεραπευτικό έργο του ψυχίατρου Δρ. Γαλατόπουλου μετά που ενημερωνόταν από τον τελευταίο για την πορεία αυτού, λέγοντας χαρακτηριστικά μάλιστα ότι ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι η παραπονούμενη ανταποκρινόταν καλά στη θεραπευτική αγωγή. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, για την παροχή αδειών ασθενείας στην παραπονούμενη ο εν λόγω ιατρός δεν καθοδηγείτο από ιατρικά κριτήρια, δεν διατηρούσε ιατρικό φάκελο και δεν είχε καταχωρημένα σε αρχείο οποιαδήποτε σχετικά στοιχεία για να τα χρησιμοποιήσει. Όπως ορθά ο Δρ. Γαλατόπουλος (ΜΚ4) που ήταν ο ψυχίατρος που παρακολουθούσε την παραπονούμενη χαρακτήρισε τη στάση αυτή του ΜΚ3 ως μία κακή πρακτική που δυστυχώς παρατηρείται καθημερινά στην Κύπρο με το Δικαστήριο να συμπληρώνει ότι ήταν λανθασμένη και αντιεπαγγελματική. Ο ΜΚ3 δεν μπορούσε να γνωρίζει την ιατρική κατάσταση της παραπονούμενης δεδομένης της παραπομπής της από τον ίδιο σε ιατρό διαφορετικής ειδικότητας από τον ίδιο, ο οποίος και την παρακολουθούσε μετά που την πρώτη φορά διαπίστωσε ότι τα όποια προβλήματα η παραπονούμενη αντιμετώπιζε θα έπρεπε να τύχουν χειρισμού από τον ψυχίατρο Δρ. Γαλατόπουλο. Αξιοσημείωτο είναι ακόμη το γεγονός ότι ενώ, όπως φαίνεται από τα Τεκμήρια 13, 14, 15, 16 και 17 που αναγνώρισε ότι ο ίδιος τα είχε εκδώσει, ο εν λόγω ιατρός εργαζόταν στην ιδιωτική κλινική 'Ευαγγελισμός' στην Πάφο και παρόλο ότι είχε εξετάσει την παραπονούμενη περί τα μέσα Μαΐου 2009 δεν γνώριζε ότι η παραπονούμενη λίγες ημέρες αργότερα νοσηλεύτηκε στο ίδιο ιατρικό κέντρο που τότε εργαζόταν και συγκεκριμένα από την 01.06.09 μέχρι 03.06.09 ως προέκταση των προβλημάτων που αντιμετώπιζε και τον είχε επισκεφτεί. Αυτό δείχνει το χαμηλό έως ανύπαρκτο επίπεδο επαφής με την ιατρική κατάσταση της παραπονούμενης. Επιπλέον, ο ΜΚ3 δεν ήταν σε θέση να δώσει λεπτομέρειες εις απάντηση σημαντικών ερωτήσεων που του υπεβλήθηκαν όπως για παράδειγμα αυτές που άπτονταν του χρονικού εμφάνισης συμπτωμάτων λειτουργικών προβλημάτων στην παραπονούμενη. Η δε γενική και αόριστη αναφορά του για σεξουαλική παρενόχληση που η παραπονούμενη του είπε ότι είχε στο χώρο εργασίας της από τον κατηγορούμενο δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε σημασία καθότι είναι απογυμνωμένη από στοιχειώδεις λεπτομέρειες. Στη βάση των πιο πάνω δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ3 ως επιστημονικά ορθή και αξιόπιστη περιλαμβανομένου και του Τεκμηρίου 12 που αποτελεί μέρος αυτής. Όσον αφορά τα Τεκμήρια 13, 14, 15 και 16, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης τους, ουδεμία βαρύτητα τους αποδίδω καθότι τα ιατρικά αποτελέσματα της διάγνωσης σε κάθε ένα από αυτά, αν και δεν έχουν αμφισβητηθεί, δεν έχουν ιατρικά συνδεθεί με το κατά πόσο προκλήθηκαν στον χώρο εργασίας της κατηγορούμενης άμεσα από την κατ' ισχυρισμό συμπεριφορά του κατηγορουμένου ή αν προέρχονται από παρενέργειες ισχυρής δράσης της φαρμακευτικής αγωγής του Δρ. Γαλατόπουλου κάτω από την οποία η παραπονούμενη τελούσε και γενικότερα του θεραπευτικού έργου που βρισκόταν σε εξέλιξη. Κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης, μηδενική βαρύτητα προσδίδω και στο Τεκμήριο 17 επειδή αφορά ιογενή λοίμωξη (κρυολόγημα) και ως εκ τούτου ουδεμία σχέση έχει με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης αυτής. Ο ΜΚ4 δημιούργησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν σαφής και κατατοπιστικός στις τοποθετήσεις του. Έδωσε επεξηγηματικές και επιστημονικά τεκμηριωμένες απαντήσεις στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν περιοριζόμενος πάντοτε στον τομέα της ειδικότητας του αλλά και στα γεγονότα που ο ίδιος βίωσε και διαπίστωσε προσωπικά μέσα από την ιατρική εξέταση και παρακολούθηση της παραπονούμενης ως ασθενή του. Χωρίς δισταγμό και περιστροφές και με βάση αρχειοθετημένο ιατρικό φάκελο ανάφερε με λεπτομέρεια και παραστατικότητα τι διαπίστωσε μέσα από την ιατρική εξέταση της παραπονούμενης, ποια φαρμακευτική αγωγή της χορήγησε, εάν η παραπονούμενη συμμορφωνόταν με τις οδηγίες του και κατά πόσο είχε βελτιωτικό αποτέλεσμα. Αυτό όμως που αβίαστα προκύπτει από τη μαρτυρία του ΜΚ4 είναι ότι δεδομένης και της ενημέρωσης που είχε από την παραπονούμενη το ενδεχόμενο τα προβλήματα που αυτός διέγνωσε και για τα οποία η παραπονούμενη ακολούθησε συγκεκριμένη θεραπευτική αγωγή να οφείλονται στις τεταμένες σχέσεις, συχνές προστριβές και λογομαχίες που είχε στο χώρο εργασίας της με τον κατηγορούμενο δεν μπορεί να αποκλειστεί. Αντίθετα μέσα από την μαρτυρία του ΜΚ4 αλλά και υπό το φως του περιεχομένου του Τεκμηρίου 19 φαντάζει ως μία σοβαρή πιθανότητα. Με γνώμονα τα προαναφερόμενα αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ4 ως επιστημονικά ορθή και αξιόπιστη περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 18 που αποτελεί μέρος αυτής και παρόλο ότι αυτό φέρει ημερομηνία σύνταξης την προηγούμενη ημέρα της κατάθεσης του εν λόγω μάρτυρα στο Δικαστήριο, εντούτοις, ως εξήγησε ο ΜΚ4, καταγράφει τις καταχωρήσεις που έγιναν στον ηλεκτρονικό αρχείο του μάρτυρα κατά τους ουσιώδεις χρόνους, θέση η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη. Ωστόσο από την μαρτυρία του ΜΚ4 δεν δέχομαι την αναφορά του ότι η παραπονούμενη του είπε λεπτομέρειες για κατ' ισχυρισμό σεξουαλική παρενόχληση της από τον κατηγορούμενο και συγκεκριμένα ότι ο τελευταίος προσπάθησε να τη φιλήσει και ότι αυτή το αποκάλυψε μόνο στη μητέρα της και όχι στον πατέρα της που ήταν νευρικός από φόβο να μην δημιουργηθούν προβλήματα στο χωριό. Αν όντως ίσχυε κάτι τέτοιο τουλάχιστο το είδος της σεξουαλικής παρενόχλησης θα καταγραφόταν στο Τεκμήριο 18, όπως στο εν λόγω έγγραφο σημειώθηκαν λεπτομέρειες για άλλου είδους προβλήματα που η παραπονούμενη του είπε (για παράδειγμα οι σημειώσεις στο Τεκμήριο 18 για την ημερομηνία 21.09.11). Προκύπτει ότι ο βαθμός και η έκταση της ενημέρωσης που έτυχε από την παραπονούμενη στο θέμα σεξουαλική παρενόχληση περιορίζεται στο τι καταγράφεται στο πιο πάνω έγγραφο για την ημερομηνία 09.12.10. Όπως και στην περίπτωση του ΜΚ3 έτσι και εδώ η γενική και αόριστη αναφορά για σεξουαλική παρενόχληση που η παραπονούμενη είπε στον ΜΚ4 ότι είχε στο χώρο εργασία της από τον κατηγορούμενο δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε σημασία καθότι στερείται των στοιχειωδών λεπτομερειών. Ο κατηγορούμενος, όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω, προέβηκε σε χωρίς όρκο κατάθεση από την θέση στην οποίαν βρισκόταν, εξασκώντας έτσι το δικαίωμα που του παρέχει το άρθρο 74
(1)(γ) της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ.155 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Είναι γνωστό ότι η παροχή χωρίς όρκο κατάθεσης δεν επενεργεί εις βάρος του κατηγορουμένου αλλά ούτε και εκλαμβάνεται ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του. Είναι αποσαφηνισμένο μέσα από τη νομολογία ότι η χωρίς όρκο δήλωση του κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ωστόσο, όπως έχει επίσης νομολογηθεί, η αξία που έχει μία τέτοια δήλωση είναι περιορισμένη αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης (Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Δημοσθένους κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Ιωάννου και Σιμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, R. v. Frost [1964] 64 Cr. App. R. 284, Σίφουνας v. Δημοκρατίας και Πέτρου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ.91, Vrakas v. R
(1973)2 CLR 139, Θεμιστοκλέους v. Αστυνομίας
(1981)2 CLR 200, Καντάρ v. Δημοκρατίας
(1978)2 CLR 132). Στην δε υπόθεση Θεοχάρους v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22 τονίστηκε πως η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει την ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε αξιόπιστη. Το Δικαστήριο όμως έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη πριν καταλήξει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της. Έχοντας αξιολογήσει την χωρίς όρκο κατάθεση του κατηγορουμένου, κρίνω ότι αυτή περιέχει στοιχεία που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα αλλά και σημεία που δεν έχουν πειστική αξία. Συγκεκριμένα η εκδοχή του σε σχέση με την τρίτη κατηγορία οδηγεί σε οχύρωση του πίσω από τα Τεκμήρια 5 και 6 στη βάση των οποίων ισχυρίζεται ότι η κατηγορούμενη στις 13.07.06 δεν βρισκόταν μαζί του στο Κτηματολόγιο Πάφου. Η θέση του όμως αυτή δεν επαληθεύεται από το Τεκμήριο 7, ένα εκ των εγγράφων της δέσμης που συνθέτουν το εν λόγω τεκμήριο αποδεικνύει ότι εκείνη την ημέρα η παραπονούμενη βρισκόταν στον πιο πάνω χώρο καθότι προέβηκε σε πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.£251,75 και στη συνέχεια παρέλαβε από αρμόδιο λειτουργό του Κτηματολογίου Πάφου την απόδειξη υπ' αριθμό 633552, η οποία εκδόθηκε εις το όνομα της. Επιπλέον, ο εν λόγω ισχυρισμός του κατηγορουμένου διαψεύδεται από το Τεκμήριο 8 που δείχνει ότι την συγκεκριμένη ημέρα η παραπονούμενη προέβηκε εκ μέρους του Κοινοτικού Συμβουλίου Πολεμίου στην κατάθεση του ποσού των Λ.Κ.£250,95 σε μετρητά στο λογαριασμό του εν λόγω κοινοτικού συμβουλίου στη ΣΠΕ Πολεμίου, για την οποία κατάθεση παρέλαβε από το πιο πάνω πιστωτικό ίδρυμα την απόδειξη είσπραξης υπ' αριθμό
  1. Αυτό δείχνει ότι στις 13.07.06 η παραπονούμενη διεκπεραίωσε εργασίες για λογαριασμό του Κοινοτικού Συμβουλίου Πολεμίου και συνεπώς δεν βρισκόταν με άδεια όπως αναληθώς ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος. Επαναλαμβάνω όμως ότι αυτό δεν σημαίνει αυτόματα ότι το κατ' ισχυρισμό περιστατικό στον ανελκυστήρα του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου όντως διαδραματίστηκε. Αναφορικά με την τέταρτη κατηγορία ο κατηγορούμενος δικαιολογεί την άρνηση του στην τακτική να είναι κάποιος υποψήφιος προσεκτικός πριν από τις εκλογές προκειμένου η προεκλογική του εκστρατεία να μην υποστεί ζημιά, πράγμα που θεωρεί ότι τον καλύπτει και στη δική του περίπτωση. Αυτό όμως δεν είναι κανόνας ή κάτι που ισχύει για όλους και συνεπώς δεν αποδεικνύει κατ' ανάγκη οτιδήποτε. Σε σχέση με την πέμπτη κατηγορία ο κατηγορούμενος αποδίδει την ενέργεια του να κάνει δώρα στην παραπονούμενη την ημέρα των γενεθλίων της σε συνήθη κοινωνική πράξη προς τα άτομα με τα οποία εργάζεται. Αν όμως αυτό που ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται είχε οποιαδήποτε δόση αλήθειας τότε έπρεπε να παρατηρήσουμε ανάλογη συμπεριφορά για τον εργάτη του Κοινοτικού Συμβουλίου Πολεμίου αλλά και για τα μέλη του εν λόγω κοινοτικού συμβουλίου, άτομα που επίσης εργάζονται με τον κατηγορούμενο. Κάτι τέτοιο όμως ουδέποτε φαίνεται ότι έγινε. Την ίδια στιγμή η συμπεριφορά αυτή δεν οδηγεί κατ' ανάγκη σε στοιχειοθέτηση του κατ' ισχυρισμό περιστατικού σεξουαλικής παρενόχλησης. Με βάση τα πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται το περιεχόμενο της ανώμοτης κατάθεσης του κατηγορουμένου. Ο ΜΥ1 ήταν ένα από τα μέλη της αστυνομίας που εμπλέκεται στη διερεύνηση της καταγγελίας της παραπονούμενης ότι ο κατηγορούμενος της έφτυσε στο πρόσωπο και την εξύβρισε στο χώρο εργασία της. Οι βασικές ενέργειες στις οποίες προέβηκε ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν από την κατηγορούσα αρχή. Συγκεκριμένα από την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα αποδέχομαι ότι στις 23.11.09 και μεταξύ των ωρών 11:30 π.μ. και 12:00 μ.μ. έλαβε γραπτή κατάθεση από την παραπονούμενη στα πλαίσια διερεύνησης της προαναφερόμενης καταγγελίας για κοινή επίθεση και δημόσια εξύβριση της από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 19). Ακόμη δέχομαι ότι ο μάρτυρας αυτός έδωσε αυθημερόν οδηγίες στον επί καθήκον αστυφύλακα 1262 Πάτροκλο Ανδρονίκου (ΜΥ2) να εξετάσει αυτή την υπόθεση μόλις αυτός επιστρέψει από τη Λευκωσία λαμβάνοντας ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο και κατηγορώντας τον, πράγματα που έγιναν (Τεκμήρια 22 και 23). Επίσης δέχομαι ότι την ίδια ημέρα (23.11.09) ο ΜΥ1 έλαβε κατάθεση και από τον εργάτη του Κοινοτικού Συμβουλίου Χριστάκη Χριστοδούλου (Τεκμήριο 21). Η υπόλοιπη μαρτυρία του ΜΥ1 δεν είναι καθόλου διαφωτιστική για τα επίδικα θέματα και συνεπώς δεν την λαμβάνω υπόψη. Σε σχέση με το Τεκμήριο 19 αποδέχομαι μόνο ότι από την πρόσληψη της παραπονούμενης ως γραμματέα η σχέση της με τον κατηγορούμενο ως κοινοτάρχη ήταν προβληματική με τη συνεργασία τους να μην χαρακτηρίζεται από καλή χημεία και ότι από το έτος 2005 μέχρι το 2009 συχνά υπήρξαν διάφορες μεταξύ τους προστριβές και διαφωνίες σε έντονο κλίμα που συνοδεύτηκαν από έντονες λογομαχίες και διαπληκτισμούς για εργασιακά θέματα και ζητήματα που αφορούσαν το Κοινοτικό Συμβούλιο Πολεμίου. Η προηγούμενη αυτή δήλωση της παραπονούμενης επαληθεύεται από άλλες προγενέστερες δηλώσεις της με τις οποίες είχε πληροφορήσει τον ΜΚ4 για τα προβλήματα συνεργασίας της με τον κατηγορούμενο, πληροφορίες που ο τελευταίος καταχώρησε στο ηλεκτρονικό αρχείο του και ακολούθως μετέφερε στο Τεκμήριο 18 που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Το υπόλοιπο μέρος του Τεκμηρίου 19 δεν λαμβάνεται υπόψη καθότι αφορά λεπτομέρειες στοιχείων που άπτονται της καταγγελίας της παραπονούμενης περί ισχυρισμού κοινής επίθεσης και δημόσιας εξύβρισης της από τον κατηγορούμενο, αντικείμενο που δεν αποτελεί εξέταση στην παρούσα υπόθεση. Ο ΜΥ2 ήταν ακόμη ένα μέλος της αστυνομίας που συμμετείχε στη διερεύνηση της καταγγελίας της παραπονούμενης ότι ο κατηγορούμενος της έφτυσε στο πρόσωπο και την εξύβρισε στο χώρο εργασία της. Οι ενέργειες που έκανε έχουν αναφερθεί πιο πάνω και εφόσον συνοψίζονται στη λήψη των Τεκμηρίων 22 και 23 τα οποία και τις επιβεβαιώνουν, τις αποδέχομαι, πάντοτε μόνο ως ενέργειες που έγιναν από τον μάρτυρα αυτό. Οι εν λόγω ενέργειες δεν αμφισβητήθηκαν από την κατηγορούσα αρχή. Επίσης δέχομαι ότι ο εν λόγω μάρτυρας στις 04.12.09 κάλεσε τηλεφωνικώς την παραπονούμενη στον αστυνομικό σταθμό Στρουμπιού με σκοπό να της λάβει ανακριτική κατάθεση σχετικά με καταγγελία που έγινε εναντίον της από τον κατηγορούμενο για δημόσια εξύβριση, μέσα από την οποία γραπτή κατάθεση προέβηκε σε νέα καταγγελία εναντίον του κατηγορουμένου για σεξουαλική παρενόχληση της. Αυτό επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο
  2. Επιπλέον δέχομαι ως ενέργεια στην οποία ο ΜΥ2 έκανε, το ότι στη συνέχεια κατηγόρησε την παραπονούμενη σχετικά με την πιο πάνω εναντίον της καταγγελία από τον κατηγορούμενο. Η υπόλοιπη όμως μαρτυρία του ΜΥ2 δεν αφορά την ουσία των επιδίκων θεμάτων και χωρίς έτσι να μπορεί να επηρεάσει το επίπεδο αξιοπιστίας του μάρτυρα την αγνοώ. Μέρος της όλης μαρτυρίας του ΜΥ2 αποτελεί το Τεκμήριο 20 από το οποίο δέχομαι μόνο το κομμάτι που αναφέρει τις πιο πάνω ενέργειες που έκανε. Το υπόλοιπο κομμάτι του Τεκμηρίου 20 δεν λαμβάνεται υπόψη καθότι αφορά λεπτομέρειες στοιχείων που είτε αποτελούν υποκειμενικές διαπιστώσεις είτε δεν σχετίζονται με το υπό εξέταση αντικείμενο της υπόθεσης αυτής. Όσον αφορά το Τεκμήριο 21 που είναι η γραπτή κατάθεση του εργάτη του Κοινοτικού Συμβουλίου Πολεμίου Χριστάκη Χριστοδούλου του αποδίδω μηδενική βαρύτητα καθότι το περιεχόμενο του επίσης δεν αφορά τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης. Το ίδιο ισχύει για το Τεκμήριο 23 που είναι οι γραπτές κατηγορίες στον κατηγορούμενο στην καταγγελία της παραπονούμενης ότι της έφτυσε και την εξύβρισε σε δημόσιο χώρο. Ομοίως για το Τεκμήριο 22, η οποία είναι η εκδοχή του κατηγορουμένου στην εν λόγω καταγγελία της παραπονούμενης και που ας σημειωθεί ότι δεν αποτέλεσε μέρος της χωρίς όρκο κατάθεσης του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο. Η απόρριψη της μαρτυρίας της παραπονούμενης για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί πιο πάνω, η οποία ουσιαστικά είναι η μοναδική μάρτυρας γεγονότων της κατηγορούσας αρχής, αφαιρεί την δυνατότητα για κατάληξη σε οποιαδήποτε ευρήματα που σχετίζονται με τα γεγονότα που πραγματικά διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο και άπτονται του ισχυρισμού για σεξουαλική παρενόχληση. Η μη κατάληξη σε ευρήματα προδιαγράφει το αποτέλεσμα αυτής της υπόθεσης. Το σίγουρο είναι ότι οι σχέσεις παραπονούμενης-κατηγορούμενου έχουν διαχρονικά δοκιμαστεί από συχνές προστριβές, έντονες λογομαχίες, διαφωνίες και έντονους καβγάδες για εργασιακά θέματα που διήρκεσαν από το 2005 μέχρι το 2009 και οδήγησαν αμφότερους να προβούν σε καταγγελίες ο ένας εναντίον του άλλου, όχι μόνο στην αστυνομία αλλά και σε άλλους αρμόδιους φορείς. Η μεταξύ τους έλλειψη συνεργασίας στη βάση συνεχών τεταμένων σχέσεων για μεγάλο χρονικό διάστημα είναι πιθανό να κλόνισαν την ψυχική υγεία της παραπονούμενης, πράγμα εξάλλου που εκμυστηρεύτηκε σε διάφορες επισκέψεις της στον ψυχίατρο που την παρακολουθούσε (ΜΚ4). Είναι γνωστό ότι η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι απέτυχε να το πράξει. Το κενό που παρατηρείται στα γεγονότα δεν μπορεί να συμπληρωθεί μέσω εικασιών και υποθέσεων όσο εύλογες και αν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Στις υποθέσεις Τούμπας ν. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R.110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 υποδείχθηκε πως εάν στο τέλος της εκδίκασης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας που αντιμετωπίζει. Η αμφισβήτηση της αξιοπιστίας της παραπονούμενης οδηγεί σε αποτυχία την προσπάθεια της κατηγορούσας αρχής για απόδειξη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας της υπόθεσης αυτής εναντίον του κατηγορουμένου, ο οποίος, στη βάση υποβοσκουσών εύλογων αμφιβολιών, αθωώνεται και απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/I Final Judgment Αναφορά: Ποινικό/Σεξουαλική Παρενόχληση/Τελική Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.