← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χάρης Φωτίου, Αρ. Υπόθεσης: 14365/11, 19/11/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χάρης Φωτίου, Αρ. Υπόθεσης: 14365/11, 19/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B193 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14365/11 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Kατηγορούσας Αρχής v Χάρης Φωτίου Κατηγορουμένου ----------------------- Ημερομηνία: 19 /11/2014. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ειρ. Σάββα. Κατηγορούμενος : Αυτοπροσώπως. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της κοινής επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 (κατηγορία αρ.1), την κατηγορία της κακόβουλης ζημιάς κατά παράβαση του άρθρου 324

(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία αρ. 2) και την κατηγορία της απειλής βιαιοπραγίας, κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία αρ. 3) Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε τις πιο πάνω κατηγορίες και η κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε δύο μάρτυρες, τον Αστ. 2588 Α. Παπακλεοβούλου (Μ.Κ.1) και την κα Μαρία Κιουρζέλ Χαραλαμπίδου (Μ.Κ.2). Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, το Δικαστήριο με σχετική ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου για όλες τις κατηγορίες, γι αυτό κλήθηκε σε απολογία. Μετά από αυτό, ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Επίσης, κάλεσε ένα μάρτυρα υπεράσπισης, τον κ. Αλέξανδρο Αλεξάνδρου (Μ.Υ.1). Συνοπτικά η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου έχει ως ακολούθως: O M.K.1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ότι στις 19/02/2008 στον Αστυνομικό Σταθμό Πάφου έλαβε τρεις φωτογραφίες οι οποίες απεικονίζουν ένα σακάκι - παλτό και κατέθεσε τις εν λόγω φωτογραφίες ως τεκμήριο
  1. Στο εσωτερικό του συγκεκριμένου παλτού φαίνεται σκίσιμο της φόδρας (βλ. φωτογραφία αρ. 3). Ο μάρτυρας αυτός δεν μίλησε με την παραπονούμενη και ούτε γνώριζε πώς προκλήθηκε το συγκεκριμένο σκίσιμο της φόδρας. Η Μ.Κ.2 ήταν η παραπονούμενη η οποία υιοθετώντας την γραπτή της κατάθεση ως μέρος της κυρίως της εξέτασης και σε περαιτέρω προφορική της μαρτυρία, εξέθεσε τα γεγονότα που κατ' αυτήν έλαβαν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Συνοπτικά, ανέφερε ότι κατά το έτος 2006 διόρισε τον κ. Αλεξάνδρου ως δικηγόρο της για τέσσερις πολιτικές υποθέσεις που είχε εναντίον κάποιου Γιώργου Λαούρη. Αφού αναφέρει τους χειρισμούς των υποθέσεων της τόσο από τον κ. Αλεξάνδρου όσο και από τον κατηγορούμενο καταλήγει στο γεγονός ότι υπήρχε διαφωνία και τότε ο κ. Αλεξάνδρου της είπε ότι δεν θέλει να είναι δικηγόρος της πλέον και να περάσει από το γραφείο της στις 15/12/2007, ημέρα Σάββατο για να τις πουν τα έξοδα τους και να παραλάβει τους φακέλους της. Πήγε, αναφέρει, αλλά της είπαν να περάσει τη Δευτέρα για να της δώσουν κατάλογο εξόδων. Ακολούθως, τη Δευτέρα όταν πήγε εκ νέου, ο κατηγορούμενος της φώναξε στο γραφείο της και της είπε ότι θέλει £5000 διαφορετικά δεν θα πάρει τους φακέλους της. Αυτή διαφώνησε και πήγε στο γραφείο του κ. Αλεξάνδρου ο οποίος της είπε να πάει σπίτι της και θα της στείλει κατάλογο εξόδων με επιδότη. Στις 23/01/08 όταν ήταν ορισμένη μια από τις υποθέσεις της εμφανίστηκε ένας νεαρός δικηγόρος από το γραφείο του κ. Αλεξάνδρου και ανέφερε στο Δικαστήριο ότι δεν επιθυμούσαν να την εκπροσωπούν και τότε ο Δικαστής ανέβαλε την υπόθεση και ζήτησε από το δικηγόρο της να της παραδοθούν οι φακέλοι των υποθέσεων της. Ακολούθως, βρήκε τον κ. Αλεξάνδρου στο χώρο του Δικαστηρίου, ο οποίος τη βεβαίωσε ότι την Παρασκευή 25/01/2008 θα είχε τους καταλόγους εξόδων. Όταν δεν τους παρέλαβε, περίμενε για ακόμη μια εβδομάδα και επικοινώνησε εκ νέου με τον κ. Αλεξάνδρου αλλά σταμάτησε να της απαντά τα τηλέφωνα. Μετά από τα πιο πάνω, στις 04/02/2008 πήγε στο γραφείο του κ. Αλεξάνδρου μαζί με την κόρη της και ζήτησε από τον εν λόγω δικηγόρο να της παραδώσει τους φακέλους της για να μπορέσει να βρει νέο δικηγόρο μέχρι τις 20/02/2008 που είχε άλλη υπόθεση της εναντίον του κ. Λαούρη και ήταν ορισμένη για ακρόαση. Τότε ο κ. Αλεξάνδρου της ζήτησε να φύγει από το γραφείο του διότι δεν είχε καμία δουλειά εκεί και ότι δεν έχει τίποτε να συζητήσει μαζί της. Αυτή του είπε ότι για όσο καιρό παραμένουν οι φακέλοι στο γραφείο του δυστυχώς είναι δικηγόρος της και τότε αυτός της είπε ότι θα καλέσει την Αστυνομία για να την συλλάβει για να μάθει να συμπεριφέρεται. Αυτή περίμενε στο γραφείο του μέχρι να έρθει η Αστυνομία, την οποία ειδοποίησε λέγοντας τους ότι η συμπεριφορά μιας πελάτισσας του ήταν οχλαγωγική. Όταν ήρθαν οι Αστυνομικοί στο μέρος, τους ανέφερε τι είχε γίνει και της είπαν αν έχει οποιοδήποτε παράπονο να το καταγγείλει. Όταν σηκώθηκε να φύγει, η κόρη της είπε στους Αστυνομικούς ότι εδώ ήρθαμε με την μητέρα μου για να πάρουμε ένα κατάλογο εξόδων και δεν θα φύγουμε αν δεν τον πάρουμε. Τότε οι Αστυνομικοί την άφησαν με την κόρη της στο γραφείο του κ. Αλεξάνδρου για να της εξηγήσει ότι πρέπει να φύγουν και να πάνε στην Αστυνομία. Τότε ο κατηγορούμενος μπήκε στο γραφείο φωνάζοντας της ότι αν δεν βγαίνει μόνη της να την πετάξει αυτός και ταυτόχρονα την έπιασε από τον αριστερό ώμο, από το σακάκι που φορούσε τραβώντας το τόσο δυνατά με αποτέλεσμα να σχιστεί το εσωτερικό ύφασμα από το σακάκι της και να ακουστεί ότι σκίστηκε η μεταξωτή επένδυση. Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι το εν λόγω σακάκι το αγόρασε πριν μια εβδομάδα περίπου για £
  2. Αμέσως, έβγαλε το σακάκι και διαπίστωσε ότι ήταν σχισμένο και το έδειξε σε όλους. Φεύγοντας η κόρη της άρχισε να κλαίει και την στιγμή που περίμεναν το ανσανσέρ βγήκε ο κατηγορούμενος και της είπε ότι αν τολμήσει να ξαναπεράσει από το γραφείο του, από την πόρτα του θα την πετάξει με τις κλωτσιές. Στη συνέχεια πήγε, λέει, στην Αστυνομία για να καταγγείλει το συμβάν. Περαιτέρω, η παραπονούμενη αναγνώρισε το σακάκι της ως αυτό το οποίο φαίνεται στις φωτογραφίες - τεκμήριο
  3. Αντεξεταζόμενη, παραδέχθηκε ότι κατηγορήθηκε και παραδέχθηκε στην ποινική υπόθεση αρ. 3429/13 Ε.Δ.Πάφου το αδίκημα της αξιόποινης παράνομης εισόδου και επέμενε ότι δικηγόρος της ήταν και ο κατηγορούμενος αφού κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν μαζί με τον κ. Αλεξάνδρου στο ίδιο γραφείο και έτυχε να εμφανιστεί εκ μέρους της και στο Δικαστήριο. Επίσης, αρνήθηκε ότι τη συγκεκριμένη μέρα φώναζε στο γραφείο του κ. Αλεξάνδρου και προκαλούσε οχλαγωγία καθότι ουδέποτε η ίδια φωνάζει και ψηλώνει τον τόνο της φωνής της λόγω προβλήματος που έχει με το λαιμό της και ότι είναι ήρεμο άτομο. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο κ. Αλεξάνδρου δεν ειδοποίησε την Αστυνομία για να την εξαναγκάσει να φύγει από το γραφείο του αλλά για να την μάθει να συμπεριφέρεται. Από την αντίπερα όχθη, ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως και παράθεσε την δική του εκδοχή. Ουσιαστικά, ανέφερε ότι η παραπονούμενη στις 04/02/2008 επισκέφθηκε το γραφείο που διατηρεί με τον κ. Αλεξάνδρου και ενώ αυτός βρισκόταν στο δικό του γραφείο την άκουσε να φωνάζει και να ζητά επίμονα να της δοθούν οι φακέλοι των υποθέσεων της για τις οποίες είχε διορίσει δικηγόρο τον κ. Αλεξάνδρου ο οποίος της εξηγούσε με ήρεμο τρόπο ότι για να τους παραλάβει πρέπει να συνταχθεί και ψηφιστεί κατάλογος εξόδων από τον Πρωτοκολλητή. Αυτή συνέχιζε να φωνάζει προκαλώντας ανησυχία ενώ στο γραφείο του κ. Αλεξάνδρου υπήρχε και άλλος πελάτης με τον οποίο αναγκάστηκε να διακόψει. Μετά από πάροδο μισής περίπου ώρα ο κ. Αλεξάνδρου αναγκάστηκε να ειδοποιήσει την Αστυνομία να επιληφθεί του προβλήματος και ήρθαν στο μέρος δύο Αστυνομικοί οι οποίοι προσπαθούσαν να πείσουν την παραπονούμενη να εγκαταλείψει το γραφείο και να σταματήσει να κάνει φασαρία αλλά αυτή αρνιόταν επίμονα φωνάζοντας και προκαλώντας ακόμη περισσότερη ανησυχία. Ο ίδιος, αναφέρει, καθόλο το διάστημα βρισκόταν στην είσοδο του γραφείου του κ. Αλεξάνδρου και την παρακαλούσε επίσης ευγενικά και με ήρεμο τρόπο να φύγει από το γραφείο αλλά αυτή επέμενε να προκαλεί φασαρία. Περί η ώρα 18:40 τελικά οι Αστυνομικοί την έπεισαν να φύγει με την κόρη της. Ο ίδιος αρνείται ότι της επιτέθηκε και ότι την άγγιξε. Σε περαιτέρω εξέταση του, είπε ότι η παραπονούμενη ουδέποτε υπήρξε πελάτιδα του αλλά ήταν του κ. Αλεξάνδρου με τον οποίο συστεγαζόταν. Ο Μ.Υ.1 αφού αναφέρθηκε στη συνεργασία που είχε με την παραπονούμενη και τους λόγους που της ζήτησε να διακόψουν ανέφερε τα γεγονότα που κατ' αυτόν έλαβαν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αναφέρθηκε στο γεγονός ότι στις 04/02/2008 η παραπονούμενη εισήλθε στο γραφείο του μαζί με την κόρη της την ώρα που αυτός είχε άλλο πελάτη και άρχισε να φωνάζει και να τον προσβάλλει ζητώντας επίμονα να της δοθούν οι φακέλοι των υποθέσεων της. Κάθισε στο γραφείο του και προσπαθούσε να της εξηγήσει με ήρεμο τρόπο ότι θα τους παραλάβει αφού συνταχθούν οι καταλόγοι εξόδων, καταχωρηθούν και ο Πρωτοκολλητής ψηφίσει τα έξοδα και πληρωθούν. Συνέχισε να την παρακαλεί να εξέλθει από το γραφείο του χωρίς αυτή να το πράττει και άλλοτε φώναζε και άλλοτε συνομιλούσε με την κόρη της αφήνοντας αιχμές στο πρόσωπο του ότι τα παίρνει από τον αντίδικο της. Τότε ειδοποίησε την Αστυνομία για να έρθει στο μέρος να την βγάλουν έξω από το γραφείο του. Εντός του γραφείου του ήταν και ο κατηγορούμενος ο οποίος σε κάποια φάση πήγε στο δικό του για να δει τι συνέβηκε και τότε του ζήτησε να παραμείνει στο γραφείο του και να βλέπει πελάτες γιατί είχαν μαζευτεί αρκετοί, ο ίδιος είχε ειδοποιήσει την Αστυνομία για να επιληφθεί του θέματος και τότε αυτός πήγε στο γραφείο του. Στη συνέχεια, ήρθαν δύο Αστυνομικοί στο γραφείο του και παρακαλούσαν την παραπονούμενη να φύγει. Εκείνη τη στιγμή βγήκε από το γραφείο του ο κατηγορούμενος και ήρθε στην είσοδο του δικού του γραφείου και την παρακαλούσε όπως και αυτός ευγενικά και με ήρεμο τρόπο να φύγει αλλά αυτή επέμενε και συνέχιζε να φωνάζει. Περί η ώρα 18:40 οι Αστυνομικοί την έπεισαν και έφυγε από το γραφείο του. Επίσης, αναφέρει ότι σε καμία περίπτωση ο κατηγορούμενος της επιτέθηκε ούτε την απείλησε. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου ότι σε τέτοιου είδους υποθέσεις το ζητούμενο είναι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η αποτελεσματικότητα της μαρτυρίας τους με γνώμονα την ασφάλεια της καταδίκης (βλ. Δημήτρης Χρυσοστόμου v. Αστυνομίας, Ποιν.Έφεση Αρ. 235/12, Ημερ. 13/11/2013). O M.K.1 κατέθεσε στο Δικαστήριο τις φωτογραφίες του επίδικου παλτού που έλαβε στις 19/02/2008 (τεκμήριο 2). Πέραν τούτου, δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια. Η μαρτυρία του αυτή ουσιαστικά δεν έτυχε αμφισβήτησης ούτε και η αυθεντικότητα των εν λόγω φωτογραφιών. Επίσης, δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος για να μην αποδεκτώ τη μαρτυρία του και τις φωτογραφίες που κατέθεσε. Ως εκ τούτου την αποδέχομαι. Από αυτή και συγκεκριμένα τις φωτογραφίες, απεικονίζεται ένα παλτό στο εσωτερικό μέρος του οποίου υπάρχει ένα σκίσιμο της φόδρας. Η Μ.Κ.2 ήταν η παραπονούμενη και η βασική μάρτυρας των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής. Έχω διεξέλθει της μαρτυρίας της με πολλή προσοχή και έχοντας υπόψη μου το περιεχόμενο της αλλά και την εντύπωση που απεκόμισα από αυτήν από το εδώλιο του μάρτυρα κατά την ώρα που κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου, κρίνω ότι είναι επικίνδυνο να βασιστώ σε αυτήν και να προβώ σε ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Έχω διαπιστώσει ότι βασικό παράπονο της παραπονούμενης που ήταν και ο λόγος επίσκεψης στο δικηγορικό γραφείο του κ. Αλεξάνδρου στο οποίο εργαζόταν και ο κατηγορούμενος, ήταν κατά τη θέση της ο πλημμελής χειρισμός των υποθέσεων της από το συγκεκριμένο δικηγόρο. Επίσης, φάνηκε από τη μαρτυρία της να άφηνε και περαιτέρω αιχμές και άλλα κίνητρα στο συγκεκριμένο δικηγόρο λέγοντας ότι η συμπεριφορά του και το αποτέλεσμα του προσωρινού διατάγματος ήταν παράξενο γι αυτήν. Αυτή η έντονη διαφωνία και παράπονο της στο ζήτημα αυτό ήταν διάχυτη σε όλη της την μαρτυρία προσπαθώντας μάλιστα να καταστήσει υπεύθυνο και/ή συνυπεύθυνο γι αυτό τον κατηγορούμενο λέγοντας ότι ήταν και αυτός δικηγόρος της. Η πιο πάνω στάση της και αναφορά δημιουργεί κίνητρο στην παραπονούμενη στην καταγγελία της εναντίον του κατηγορούμενου για τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης και αφήνει αμφιβολίες για το γνήσιο της καταγγελίας σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αδυναμίες της μαρτυρίας της σε σχέση με αυτό καθεαυτό το επεισόδιο που ισχυρίστηκε ότι έλαβε χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο, στις οποίες θα αναφερθώ κατωτέρω. Κατά αρχή προκύπτει από τη μαρτυρία της ότι η ίδια για αρκετό καιρό πριν την επίσκεψη της στο γραφείο του κ. Αλεξάνδρου προσπαθούσε να πάρει τους φακέλους της χωρίς αποτέλεσμα και ότι την επίδικη χρονική στιγμή επισκέφθηκε το γραφείο του συγκεκριμένου δικηγόρου αποφασισμένη να λύσει το θέμα αυτό και να παραλάβει τους φακέλους της. Προκύπτει επίσης, ότι δεν είχε κλείσει οποιοδήποτε ραντεβού και ότι πήγε στο συγκεκριμένο γραφείο με τη κόρη της. Επίσης, παραδέχθηκε ότι δεν έφευγε από το γραφείο του συγκεκριμένου δικηγόρου γι αυτό και ειδοποιήθηκε η Αστυνομία. Παρόλα αυτά όμως, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της και όταν της υποδείχθηκε ότι αυτή έκανε φασαρία και φώναζε και αρνείτο να φύγει γι αυτό και ειδοποιήθηκε η Αστυνομία, το αρνείται και λέει ότι η Αστυνομία δεν κλήθηκε από τον κ. Αλεξάνδρου για να την εξαναγκάσουν να φύγει αλλά νομίζει για να την μάθει να συμπεριφέρεται. Επίσης, αναφέρει ότι όταν ήρθε η Αστυνομία δεν την εξανάγκασε να φύγει αλλά της εξήγησε τα δικαιώματα της και ότι αν ήθελε μπορούσε να κάνει παράπονο. Παράλληλα, προέκυψε από τη μαρτυρία της και το παραδέχθηκε ότι εναντίον της καταχωρήθηκε η Ποινική Υπόθεση Αρ. 3429/13 Ε.Δ.Πάφου για το αδίκημα της αξιόποινης παράνομης εισόδου και συγκεκριμένα με βάση τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου (βλ. τεκμήριο 4) ότι παρέμεινε παράνομα στο δικηγορικό γραφείο «ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ & ΦΩΤΙΟΥ» με σκοπό να διαπράξει σε αυτό αδίκημα, δηλαδή ενόχληση. Στην υπόθεση αυτή, όπως η ίδια ανέφερε παραδέχθηκε ενοχή. Παρόλα αυτά όμως, στην πορεία προσπάθησε να καταδείξει ότι η ίδια δεν διέπραξε οποιοδήποτε αδίκημα, δεν ξέρει πότε άρχισε η παράνομη είσοδος της στο εν λόγω γραφείο και αν άρχισε και γενικότερα απέφευγε να απαντά σε συγκεκριμένα ζητήματα επί του θέματος αυτού προσπαθώντας να καλύψει την δική της ενδεχόμενη παράνομη συμπεριφορά. Επίσης, αρνείται ότι έκανε φασαρία και φώναζε λέγοντας ότι δεν μιλά ποτέ έντονα και δυνατά λόγο προβλήματος που έχει με το λαιμό της. Όλες οι πιο πάνω αναφορές της σε σχέση με τη συμπεριφορά της κατά τον ουσιώδη χρόνο είναι αντιφατικές και το κυριότερο έχω διακρίνει μια προσπάθεια της παραπονουμένης να αποκρύψει τυχόν γεγονότα που σχετίζονται με την ίδια την συμπεριφορά της και γενικότερα να παρουσιάσει στο Δικαστήριο ολοκληρωμένα τα γεγονότα που κατά την θέση της έλαβαν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η πιο πάνω στάση της αδυνατίζει την όλη εκδοχή της σε σχέση με την μετέπειτα ισχυριζόμενη συμπεριφορά του κατηγορουμένου και δημιουργεί ερωτηματικά κατά πόσο όντως έλαβα χώρα τα όσα είπε και με τον τρόπο που τα περιέγραψε. Δεν είναι δυνατό η ίδια να έχει παραδεχθεί τη διάπραξη συγκεκριμένου αδικήματος εντός του συγκεκριμένου δικηγορικού γραφείου που έλαβε χώρα την ίδια μέρα με το κατ' ισχυρισμό επεισόδιο εναντίον του κατηγορουμένου και στην παρούσα διαδικασία εμμέσως πλην σαφώς να το αρνείται και να προσπαθεί να καταδείξει ότι η δική της συμπεριφορά ήταν άψογη. Ούτε μπορεί να γίνει δεκτή η θέση της ότι η Αστυνομία κλήθηκε διότι ο κ. Αλεξάνδρου ήθελε να την μάθει να συμπεριφέρεται και όχι διότι δεν έφευγε από το γραφείο του και δημιουργούσε φασαρία. Ακόμη και έτσι να ήταν τα πράγματα ποια ήταν η συμπεριφορά της και ποιο ήταν αυτό που της καταλογιζόταν και ειδοποιήθηκε η Αστυνομία; Πέραν των πιο πάνω, προσπάθησε να καταδείξει ότι υπήρχε κίνδυνος τόσο για την ίδια όσο και για την κόρη της ενόσω παρέμεναν στο γραφείο του κ. Αλεξάνδρου και ο πρώτιστος στόχος της ήταν να προστατέψει την κόρη της, χωρίς όμως να εξηγήσει ακριβώς ποιος ήταν ο κίνδυνος αυτός και από πού προερχόταν. Ερωτούμενη τότε γιατί δεν έφευγε, είπε ότι δεν το έπραττε διότι υπήρχε ο κίνδυνος η κόρη της να παραμείνει άστεγη με μια τέτοια υπεράσπιση που είχε από το δικηγόρο της, επικεντρώνοντας το παράπονο της πάλι στο ζήτημα αυτό. Στην πορεία είπε ότι δεν το έπραττε διότι ο κίνδυνος έληξε αφού η Αστυνομία έφυγε και δεν τους συνέλαβαν. Οι εν λόγω αναφορές εκτός του ότι είναι αντιφατικές και ασαφείς, κρίνω ότι παρουσιάζουν και το στοιχείο της υπερβολής με απώτερο σκοπό και στόχο να πλήξουν το τότε δικηγόρο της σε σχέση με το χειρισμό των υποθέσεων της αλλά και τη συμπεριφορά του έναντι αυτών χωρίς όμως να έχει προβεί σε οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του. Αναφορικά με τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου, πέραν των αναφορών της στην γραπτή της κατάθεση και της επιμονής της ότι αυτός την τράβηξε τόσο δυνατά από τον ώμο με αποτέλεσμα να σχιστεί η φόδρα του παλτού της και ότι στην πορεία ενώ βρισκόταν στο ανσασέρ την απείλησε, δεν ήταν σε θέση να θυμάται να περιγράψει άλλα περιβάλλοντα γεγονότα για τα οποία ρωτήθηκε αν έλαβαν χώρα και πώς τελικά ενεπλάκηκε ο κατηγορούμενος στη διαφορά αυτή που είχε με τον κ. Αλεξάνδρου. Δεν θυμόταν να πει σε ποιο στάδιο μπήκε στο γραφείο του κ. Αλεξάνδρου ο κατηγορούμενος και πόση ώρα πέρασε από την ώρα που αυτή βρισκόταν εκεί καθότι όπως είπε πέρασαν 6 χρόνια από τότε. Αυτό θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό αλλά εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο των γεγονότων που αφορούν τη δική της συμπεριφορά την οποία όπως αναφέρθηκε ανωτέρω προσπαθούσε να αποκρύψει. Επίσης, ερωτούμενη κατά πόσο οι Αστυνομικοί τη συνέλαβαν όταν ήρθαν και την οδήγησαν έξω από το γραφείο πάλι δεν ήταν σε θέση να πει λέγοντας ότι δεν νομίζει να έγινε κάτι τέτοιο επειδή δεν υπήρχε θέμα για να τη συλλάβουν και ισχυρίστηκε ότι βρισκόταν νόμιμα στο γραφείο. Περαιτέρω, όταν της υποβλήθηκε ότι σε κάποιο σημείο κατευθύνθηκε με απειλητικές διαθέσεις προς τον κ. Αλεξάνδρου και ενδεχομένως να την έπιασε από το χέρι ο κατηγορούμενος για να την αποτρέψει, πάλι δεν μπορούσε να δώσει μια σαφή απάντηση αρνούμενη το γεγονός αυτό κάνοντας εικασίες. Συγκεκριμένα, είπε ότι δεν πιστεύει ότι μια γυναίκα μπορεί να γίνει απειλητική σε δύο άνδρες και η οποία ως μητέρα κρατά το παιδί της μπορεί να σηκωθεί απειλητικά. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, ολόκληρο το περιεχόμενο της μαρτυρίας της παραπονούμενη και την εντύπωση που απεκόμισα από αυτή κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο κρίνω ότι είναι επικίνδυνο να δώσω βαρύτητα σε αυτή και να προβώ σε ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Διαπίστωσα μια προσπάθεια απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων που συνέθεταν το όλο σκηνικό σε μια προσπάθεια να καταδείξει το άψογο της συμπεριφοράς της και ότι το πρόβλημα ήταν στη συμπεριφορά τόσο του κ. Αλεξάνδρου όσο και του κατηγορούμενου σε βαθμό μάλιστα που κινδύνευε τόσο αυτή όσο και η κόρη της. Η έντονη δυσαρέσκεια της από το χειρισμό των υποθέσεων από το τότε δικηγόρο της συμπεριλαμβάνοντας και τον κατηγορούμενο καταδεικνύουν κίνητρο στην παραπονούμενη για την καταγγελία της αυτής και με τα όσα ανέφερε σε σχέση με το περιστατικό που ισχυρίστηκε ότι έλαβε χώρα μου έχουν δημιουργηθεί αμφιβολίες κατά πόσο έλαβε χώρα τελικά ένα τέτοιο περιστατικό ή τουλάχιστον όπως το έχει περιγράψει και αν πράγματι προκλήθηκε η συγκεκριμένη ζημία στο παλτό της ένεκα της χειρονομίας του κατηγορούμενου. Να σημειωθεί επίσης στο σημείο αυτό ότι ήταν η θέση της ότι την τράβηξε από τον ώμο τόσο δυνατά με αποτέλεσμα να υποστεί αυτή τη ζημιά. Δεν έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες όμως αναφορικά με το πώς έλαβε χώρα αυτό και κατά πόσο αφού ήταν τόσο δυνατά που έγινε αν αυτή έπεσε στο έδαφος ή όχι και σε ποιο έδειξε ότι σχίστηκε το παλτό. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι δεν μπορώ να αποδεκτώ τη μαρτυρία της παραπονούμενης και την απορρίπτω στην ολότητα της. Από την αντίπερα όχθη, ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως υιοθετώντας ως μέρος της κυρίως του εξέτασης το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία. Έχω διεξέλθει της μαρτυρίας του τόσο κατά την κυρίως του εξέτασης όσο και κατά την αντεξέταση του. Εκείνο το οποίο διαπιστώνεται από όλη του την μαρτυρία ήταν ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέση να δώσει μια σαφή και σταθερή εικόνα για το τι έλαβε χώρα την συγκεκριμένη μέρα και ποιες ήταν οι ενέργειες του. Ενώ στην κυρίως του εξέταση και γραπτή του κατάθεση αναφέρεται στη συμπεριφορά που επέδειξε η κατηγορούμενη τη δεδομένη στιγμή και ότι ο ίδιος ουδέποτε την άγγιξε ή την απείλησε καθοιονδήποτε τρόπο, κατά την αντεξέταση φάνηκε να μην θυμάται και να μπορεί να πει επ' ακριβώς τι είχε λάβει χώρα και ποια ήταν η συμπεριφορά του. Επίσης, φάνηκε να προβάλει και μια άλλη εκδοχή λέγοντας ότι πιθανόν να άγγιξε την παραπονούμενη στην προσπάθεια του να την αποτρέψει από το να κατευθυνθεί προς τον κύριο Αλεξάνδρου όταν την αντιλήφθηκε να επιχειρεί να το πράττει με απειλητικές διαθέσεις. Παρόλα αυτά όμως ακόμη και αυτή τη θέση που πρόβαλε δεν ήταν σε θέση να την υποστηρίξει και φάνηκε ότι έκανε εικασίες και δεν θυμόταν τι ακριβώς είχε λάβει χώρα. Θεωρώ ότι δεν μπορώ να λάβω υπόψη μου τη μαρτυρία του κατηγορούμενου και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Ως εκ τούτου, δεν θα δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτήν. Ο Μ.Υ.1 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Περιέγραψε με σαφήνεια και ειλικρίνεια τα γεγονότα όπως διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο στο γραφείο του αναφέροντας επ' ακριβώς τη συμπεριφορά της παραπονουμένης αλλά και τις δικές του ενέργειες. Δεν έχω διαπιστώσει σε οποιοδήποτε στάδιο της μαρτυρίας του οποιαδήποτε αντίφαση στις αναφορές του ή ότι έλεγε ψέματα με απώτερο σκοπό και στόχο να βοηθήσει την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ο οποίος τύγχανε κατά τον ουσιώδη χρόνο να ήταν συνεργάτης του. Το όλο επεισόδιο έλαβε χώρα εντός του προσωπικού του γραφείου και ήταν κατηγορηματικός ότι σε κανένα στάδιο ο κατηγορούμενος επιτέθηκε καθοιονδήποτε τρόπο της παραπονουμένης ούτε την άρπαξε από τον ώμο, όπως η παραπονούμενη περιέγραψε. Επίσης, ξεκαθάρισε ότι την ώρα που αυτή αποχωρούσε από το γραφείο του με τη συνοδεία της Αστυνομίας, κατευθύνθηκε προς την έξοδο και ότι ούτε και σε αυτό το στάδιο είδε ή άκουσε τον κατηγορούμενο να την απειλεί με οποιεσδήποτε λέξεις ή φράσεις. Κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στην μαρτυρία του μάρτυρα αυτού για να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων και την αποδέχομαι. Έχοντας υπόψη την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα γεγονότα τα οποία παρέμεινα αναντίλεκτα και/ή αποτέλεσαν κοινό έδαφος των διαδίκων και τα παραδεκτά γεγονότα, τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Η παραπονούμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο και προηγουμένως ήταν πελάτιδα του κ. Αλέξανδρου Αλεξάνδρου, δικηγόρου από την Πάφο ο οποίος διατηρούσε δικηγορικό γραφείο με τον κατηγορούμενο στην οδό 1ης Απριλίου 16 στην Πάφο. Ο εν λόγω κ. Αλεξάνδρου ενεργούσε ως δικηγόρος της σε κάποιες πολιτικές αγωγές που η παραπονούμενη είχε εναντίον κάποιου κ. Λαούρη και προέκυψε διαφορά έτσι την ειδοποίησε να παραλάβει τους φακέλους της διότι δεν επιθυμούσε πλέον να την εκπροσωπεί. Αφορμή ήταν η συμπεριφορά της παραπονούμενης έναντι του δικηγόρου της λόγω της απόρριψης από το Δικαστήριο ενός προσωρινού διατάγματος. Στις 04/02/2008 η παραπονούμενη εισήλθε στο πιο πάνω δικηγορικό γραφείο μαζί με την ανήλικη της κόρη και ακολούθως στο προσωπικό γραφείο του κ. Αλεξάνδρου ο οποίος την ώρα εκείνη έβλεπε άλλο πελάτη. Αυτή άρχισε να φωνάζει ζητώντας επίμονα να της δοθούν οι φακέλοι των υποθέσεων της και παρά τις εκκλήσεις του δικηγόρου της να εξέλθει από το γραφείο του, αυτή παρέμεινε εκεί μαζί με την κόρη της και συνέχισε να φωνάζει και να αφήνει αιχμές προς το πρόσωπο του για τον χειρισμό των υποθέσεων της. Αφού οι προσπάθειες του να της εξηγήσει τη διαδικασία που πρέπει να γίνει για να πάρει τους φακέλους της και να την πείσει να φύγει απέβησαν άκαρπες, αναγκάστηκε να ειδοποιήσει την Αστυνομία, η οποία έφτασε στο μέρος. Σε κάποια στιγμή άκουσε τις φωνές ο κατηγορούμενος ο οποίος εισήλθε και αυτός στο γραφείο του κ. Αλεξάνδρου του οποίου είπε να επιστρέψει πίσω στο γραφείο του για να βλέπει πελάτες οι οποίοι είχαν εν τω μεταξύ μαζευτεί. Όταν έφθασε η Αστυνομία στο γραφείο του κ. Αλεξάνδρου εισήλθε εκ νέου ο κατηγορούμενος και αυτός όπως και ο ίδιος με ευγενικό τρόπο προσπαθούσε να την πείσει να φύγει. Αυτή όμως συνέχισε να φωνάζει και όταν οι Αστυνομικοί της είπαν ότι αν δεν αποχωρήσει τότε θα ειδοποιούσαν γυναίκα Αστυνομικό για να τη συλλάβει πείστηκε στο τέλος και περί ώρα 18:40 εξήλθε και έφυγε μαζί με την κόρη της. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το αδίκημα της κοινής επίθεσης προβλέπεται από το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα το οποίο αναφέρει ότι οποιοσδήποτε επιτίθεται παράνομα εναντίον άλλου είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις £1,000 ή και τις δύο ποινές. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Η μεγάλη αδιαφορία στην οποία μπορεί να στοιχειοθετηθεί εναλλακτικά το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης στο αδίκημα, έχει περιγραφεί στη Νομολογία του κοινοδικαίου ότι καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964). Σε σχέση με το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς, το άρθρο 324
(1)του Ποινικού Κώδικα αναφέρει τα ακόλουθα: «324.—
(1)Όποιος εσκεµµένα και παράνοµα καταστρέφει ή προξενεί ζηµιά σε περιουσία, είναι ένοχος ποινικού αδικήµατος, το οποίο εκτός αν προνοείται διαφορετικά είναι πληµµέληµα, αυτός αν δεν προβλέπεται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηµατική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές:» Αναφορικά με το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας, αυτό προβλέπεται στο άρθρο 91(γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο έχει ως ακολούθως: «91. Όποιος - .................. γ) µε σκοπό υποκίνησης οποιουδήποτε προσώπου για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νοµική υποχρέωση να διενεργήσει ή για να παραλείψει πράξη την οποία αυτό έχει νοµικό δικαίωµα να διενεργήσει, απειλεί άλλον ότι δυνατόν να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη, ή την περιουσία του ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη οποιουδήποτε για τον οποίο ενδιαφέρεται εναντίον του οποίου γίνονται οι απειλές, είναι ένοχος πληµµελήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Στην Ντζιαν Νετζιήπ v. Της Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 1 λέχθηκε ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ' αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού προς τον σκοπό αποφυγής εκτέλεσης καθήκοντος. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού. Στην εν λόγω απόφαση επίσης, αναφέρθηκε ότι το κριτήριο δεν είναι υποκειμενικό. Δεν απαιτείται δηλαδή να προκληθεί στην πραγματικότητα φόβος στον παραπονούμενο ότι οι απειλές θα πραγματοποιηθούν. Αρκεί η απειλή να δημιουργεί εξ' αντικειμένου δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. (βλ. επίσης Χρίστου Βοσκού v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 510 και Kallenos v. Police
(1969)2 C.L.R. 210). ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Είναι προφανές ότι εν όψει της απόρριψης της μαρτυρίας της παραπονούμενης, δεν προκύπτουν οποιαδήποτε ευρήματα του Δικαστηρίου τα οποία να στοιχειοθετούν τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος ή έστω κάποιο από αυτά. Συγκεκριμένα, δεν έχει προκύψει ως πραγματικό γεγονός οποιαδήποτε ενέργεια του κατηγορουμένου εναντίον της παραπονουμένης η οποία να συνιστά επίθεση, ούτε ότι ένεκα μιας τέτοιας συμπεριφοράς προκλήθηκε οποιαδήποτε ζημιά στην περιουσία της. Περαιτέρω, δεν έχουν προκύψει οποιαδήποτε λεχθέντα του κατηγορουμένου εναντίον της τα οποία θα μπορούσαν να συνιστούν απειλή εν τη έννοια του Νόμου που απώτερο σκοπό και στόχο είχαν να την αποτρέψουν από τον να ασκήσει οποιοδήποτε νόμιμο της δικαίωμα. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι δεν έχουν αποδειχθεί οι κατηγορίες εναντίον του κατηγορουμένου. Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω, η κατάληξη είναι ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορουμένου στον αναγκαίο βαθμό γι αυτό απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.).............. Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.