← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 8304/12, 18/12/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 8304/12, 18/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B204 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8304/12 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 18.12.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού Για Κατηγορούμενο: κος Χρ. Πουργουρίδης Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, στις κατηγορίες κλοπής από δημόσιο λειτουργό κατά παράβαση των άρθρων 255 και 267 του Κε.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (πρώτη κατηγορία), κατάχρησης εξουσίας από δημόσιο λειτουργό κατά παράβαση του άρθρου 105 του Κεφ.154 (δεύτερη κατηγορία) και αθέμιτης κτίσης περιουσιακού οφέλους κατά παράβαση του άρθρου 3 του Ν.51(Ι)/2004 μετά των συναφών τροποποιήσεων (τρίτη κατηγορία). Τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής εκτίθενται αναλυτικά στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 28.11.14, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους για σκοπούς μετριασμού της ποινής και δεν χρειάζονται να επαναδιατυπωθούν. Ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε στο Δικαστήριο πως ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες ενώ δήλωσε πως έχουν δημιουργηθεί έξοδα ύψους €335,00 αναφορικά με την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής. Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας, πράγμα που έγινε. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 37 ετών, διαζευγμένος και πατέρας δύο ανήλικων παιδιών ηλικίας 14 και 16 ετών αντίστοιχα. Προέρχεται από διασπασμένη οικογένεια μέτριας κοινωνικοικονομικής κατάστασης και είναι το μεγαλύτερο από τα δύο αδέλφια της οικογένειας του. Ο αναφερόμενος είναι απόφοιτος λυκείου και υπηρέτησε κανονικά την στρατιωτική του θητεία. Ακολούθως προσλήφθηκε ως αστυνομικός. Οι γονείς του χώρισαν το έτος 2001 αλλά διατηρούν καλή επικοινωνία μεταξύ τους. Ο πατέρας του εργάζεται ως εργολάβος οικοδομών ενώ η μητέρα του δεν εργάζεται λόγω του ότι πάσχει από ανίατη ασθένεια τα τρία τελευταία χρόνια. Ο κατηγορούμενος ανέλαβε τη φροντίδα της μητέρας του. Ο ίδιος εδώ και τρία χρόνια βρίσκεται σε διαθεσιμότητα από την εργασία του και λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των €900,

  1. Την περίοδο αυτή εργαζόταν με τον πατέρα του στις οικοδομές ως βοηθός του λαμβάνοντας μηνιαίως περίπου εισόδημα €800,00-€1.000,
  2. Από αυτά καταβάλλει διατροφή για τα παιδιά του €300,00, πληρώνει μηνιαίως €300,00 ως έξοδα φροντιστηρίων των παιδιών του καθώς επίσης καταβάλλει μηνιαίως δόση ύψους €620,00 για δάνειο ύψους €90.000,00 που απέκτησε για οικιστικούς σκοπούς από την Ελληνική Τράπεζα. Ακόμη διατηρεί παρατράβηγμα στο Ταμιευτήριο Αστυνομικών Κύπρου ύψους €25.000,
  3. Με τη σύζυγο του χώρισαν το έτος 2006 λόγω προβλημάτων που η σχέση τους αντιμετώπιζε. Ωστόσο διατηρεί καλές σχέσεις με την πρώην σύζυγο του και έχει τακτική επικοινωνία με τα παιδιά του. Πριν από τη σύλληψη του διέμενε μόνος του σε ιδιόκτητο διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων στη Λεμεσό. Οι συνθήκες διαβίωσης περιγράφονται ικανοποιητικές. Αυτό είναι και το μοναδικό ακίνητο που είναι εγγεγραμμένο στο όνομα του. Όπως σημειώνεται στην έκθεση, ο κατηγορούμενος δεν είναι ιδιοκτήτης οποιασδήποτε κινητής περιουσίας, με εξαίρεση όπως ο ίδιος στη συνέχεια είπε, ένα αυτοκίνητο μάρκας BMW αξίας €10,000 περίπου. Κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης με παραπομπή σε νομολογία αναφέρθηκε στους ακόλουθους μετριαστικούς παράγοντες τους οποίους αφού ανέπτυξε ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να ληφθούν υπόψη στα πλαίσια επιμέτρησης της ποινής: 1) Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου. 2) Η απόλυση του κατηγορουμένου από το αστυνομικό σώμα ως συνέπεια της καταδίκης του στην παρούσα υπόθεση καθώς και η ταλαιπωρία που θα υποστεί οδηγούμενος στην ανεργία σε μια περίοδο που η οικονομική κρίση μαστίζει την Κύπρο. 3) Η απόλυση του κατηγορουμένου δεν επιτρέπει επανάληψη τέτοιας αξιόποινης συμπεριφοράς από μέρους του. 4) Το κοινωνικό στίγμα που ο κατηγορούμενος θα κουβαλά και θα τον υποδεικνύει ως πρώην αστυνομικό που απολύθηκε λόγω κλοπής. 5) Τις επιπτώσεις που θα κληθούν να υποστούν τα δύο ανήλικα παιδιά του κατηγορουμένου σε σχέση με την φοίτηση τους. Ειδικότερα επειδή η πρώην σύζυγος του εργάζεται συνήθεις ώρες εργασίας ως βοηθός μικροβιολόγος σε ιδιωτικό οργανισμό, ο κατηγορούμενος σε καθημερινή βάση μεταφέρει δύο ανήλικα παιδιά του με τα οποία έχει στενή επαφή σε φροντιστήρια με αποτέλεσμα η απρόσκοπτη φοίτηση των παιδιών αυτών να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό από τον κατηγορούμενο. 6) Τις υποχρεώσεις που ο κατηγορούμενος έχει απέναντι στην διαζευγμένη μητέρα του που πρόσφατα υπεβλήθηκε σε πολύωρη και σοβαρή εγχείρηση μεταστατικού καρκίνου και την οποία μεταφέρει δύο φορές την εβδομάδα για φυσιοθεραπεία καθώς και για ψυχολογική της στήριξη στο πρόβλημα υγείας που παρουσίασε με αποτέλεσμα η καταδίκη αυτή να επιφέρει επιπτώσεις στην μητέρα του κατηγορουμένου αναφορικά με τα εν λόγω ζητήματα. 7) Η μεγάλη εκτίμηση που ο κατηγορούμενος χαίρει από το οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον του, γεγονός που σύμφωνα με τον συνήγορο υπεράσπισης είναι με βάση τα λεγόμενα των φίλων του έξω από το πλαίσιο του χαρακτήρα του. 8) Την επιθυμία του κατηγορουμένου να αποζημιώσει τον παραπονούμενο για την απώλεια του χρηματικού ποσού είτε με έμπρακτη πληρωμή είτε με την έκδοση σχετικού διατάγματος αποζημίωσης προς όφελος του, πρόθεση την οποία υλοποίησε σε συνεννόηση με τον παραπονούμενο εμβάζοντας το ποσό των €380,00 σε σχετικό τραπεζικό λογαριασμό του αδελφού του παραπονούμενου στις 16.12.
  4. 9) Το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή, χωρίς να γίνεται ισχυρισμός ότι ο χρόνος αυτός επηρέασε δυσμενώς τα δικαιώματα και συμφέροντα του κατηγορουμένου. 10) Ο κατηγορούμενος υπέπεσε σε στιγμιαίο σφάλμα. Καταλήγοντας ο κύριος Πουργουρίδης σημείωσε πως η ποινή που θα επιβληθεί για να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα θα πρέπει να είναι στερητική της ελευθερίας, πλην όμως ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την αναστολή της. Αναμφίβολα όλα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος ότι διέπραξε είναι σοβαρά, γεγονός που αναγνώρισε ευθέως και ο συνήγορος υπεράσπισης. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από τις σχετικές νομοθεσίες ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας

(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, το αδίκημα της κλοπής από δημόσιο λειτουργό, δυνάμει του άρθρου 267 του Κεφ.154, προέβλεπε κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος από τον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 10 ετών. Το δε αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας από δημόσιο λειτουργό που αποβλέπει σε κέρδος προνοούσε, με βάση το άρθρο 105 του Κεφ.154, την περίοδο διάπραξης του από τον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 3 ετών. Όσον αφορά τον υπαίτιο που διαπράττει το αδίκημα της αθέμιτης κτίσης περιουσιακού οφέλους υπόκειται σύμφωνα με το άρθρο του Ν.51(Ι)/2004 σε ποινή φυλάκισης μέχρι 7 ετών ή σε πρόστιμο μέχρι €42.715,04 (ισότιμο σε Λ.Κ.£25.000,00) ή και στις δύο ποινές. Επιπλέον το Δικαστήριο μπορεί επιπρόσθετα να διατάξει τη δήμευση οποιουδήποτε περιουσιακού οφέλους αποκτήθηκε αθέμιτα. Το αδίκημα της κλοπής υπό δημοσίου λειτουργού που ο κατηγορούμενος διέπραξε εντάσσεται στην μεγάλη κατηγορία της κλοπής και είναι από τις σοβαρότερες μορφές της. Το αδίκημα της κλοπής υπό δημοσίου λειτουργού θεωρείται σοβαρό ακριβώς επειδή ενέχει το στοιχείο της παραβίασης εμπιστοσύνης που ο πολίτης επιδεικνύει στις δημόσιες αρχές και οργανισμούς. Η διάπραξη ενός τέτοιου αδικήματος περιλαμβάνει κατάχρησης δημόσιας θέσης και απόκτηση οφέλους εις βάρος του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος πολίτη για κατοχή και απόλαυση περιουσίας. Ενέργειες από δημόσια λειτουργό που οδηγούν σε κατάχρηση εξουσίας αποβλέποντας σε κέρδος καθώς και στην απόκτηση αθέμιτης κτίσης περιουσιακού οφέλους ολοκληρώνουν την εικόνα τραυματισμού που επιφέρουν στην προαναφερόμενη σχέση εμπιστοσύνης προκαλώντας μόνο αισθήματα αποστροφής. Παράδειγμα τέτοιου είδους αδικήματος είναι η διάπραξη κλοπής από επί καθήκον αστυνομικό. Η σοβαρότητα εδώ έγκειται στο ότι ο αστυνομικός στα πλαίσια της υπηρεσίας του ενεργεί ως θεματοφύλακας της νομιμότητας καθώς και της ασφάλειας της ζωής αλλά και της περιουσίας των πολιτών. Όπως πολύ ορθά επισήμανε ο συνήγορος υπεράσπισης, αδικήματα τέτοιας φύσεως κλονίζουν την εμπιστοσύνη των πολιτών απέναντι στο θεσμό της αστυνομίας που αποτελεί το θεμέλιο ενός υγιούς δημοκρατικού κράτους ενώ παράλληλα υπονομεύουν το έργο και την αποστολή του αστυνομικού σώματος. Τέτοια θλιβερά περιστατικά πρέπει να εντοπίζονται, να απομονώνονται και να πατάσσονται. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 1994 που αφορούσε τη διάπραξη αδικήματος κλοπής από δημόσιο λειτουργό, η αντιμετώπιση τέτοιων κρουσμάτων πρέπει να είναι αποτελεσματική και αποτρεπτική. Η σοβαρότητα του αδικήματος αυτού καθώς και η ανάγκη για αποτελεσματική αντιμετώπιση τέτοιων φαινομένων έτσι ώστε να αποτρέπει την συνέχιση διάπραξης τους από άλλους επίδοξους παραβάτες τονίστηκε ακόμη στην προγενέστερη απόφαση Polydorou v. The Police
(1984)2 C.L.R. 48, μέσα από την οποία το ακόλουθο χαρακτηριστικό απόσπασμα ομιλεί από μόνο του: "Persons in the public service should always, but especially during the present difficult times exhibit the fidelity and honesty which underlies such employment. Persons who prove themselves unworthy of the trust placed in them by their country should be punished in a way which will deter others to follow their example." Θεώρηση της νομολογίας παρουσιάζει την ποινή φυλάκισης ως το είδος ποινής που αναπόφευκτα επιβάλλεται όταν διαπράττονται τέτοιου είδους αδικήματα όπως στην παρούσα περίπτωση. Στην πιο πάνω υπόθεση Χαραλάμπους v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 1994 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 12 μηνών σε άτομο λευκού ποινικού μητρώου που επέστρεψε ολόκληρο το ποσό των Λ.Κ.£15.000 που έκλεψε σε δύο διαφορετικές χρονικές στιγμές πριν να του προσαχθούν κατηγορίας, βίωνε διαταραχή συνοχής της οικογένειας του, αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας και αφού λήφθηκε υπόψη ο τερματισμός εργοδότησης του καθώς και η απώλεια σύνταξης και συναφών ωφελημάτων. Περαιτέρω, στην προαναφερόμενη υπόθεση Polydorou v. The Police
(1984)2 C.L.R. 48 επιβλήθηκε σε δημόσιο λειτουργό που διέπραξε κατ' εξακολούθηση το αδίκημα της κλοπής από δημόσιο λειτουργό ποινή φυλάκισης 12 μηνών κατόπιν παραδοχής και με λευκό ποινικό μητρώο. Επίσης στην υπόθεση The Attorney-General of the Republic v. Lazarides
(1967)2 C.L.R. 210 χρηματική ποινή που επιβλήθηκε για τη διάπραξη του αδικήματος της κλοπής από δημόσιο λειτουργό αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης 6 μηνών κατόπιν παραδοχής, με λευκό ποινικό μητρώο και τον κατηγορούμενο να ήταν ηλικίας 23 ετών. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575 και Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι τα γεγονότα και οι συνθήκες που περιβάλουν τη διάπραξη των αδικημάτων την καθιστούν όντως σοβαρή. Ο κατηγορούμενος εκμεταλλευόμενος την υπεύθυνη δημόσια θέση του ως αστυφύλακας καταχράστηκε την εμπιστοσύνη που του έδειξαν πολίτες με την παράδοση απολεσθέντος πορτοφολιού. Δυστυχώς με την παράνομη στάση του δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες των πολιτών που θεωρώντας ότι βρισκόταν σε ασφαλή χέρια του εναπόθεσαν το πορτοφόλι μαζί με το περιεχόμενο του με την προοπτική αυτός να το παραδώσει στο νόμιμο δικαιούχο του. Ο τρόπος που αντέδρασε όταν οι πολίτες του παρέδωσαν το πορτοφόλι έδειξε από την αρχή πρόθεση να οικειοποιηθεί το επίδικο πορτοφόλι. Παρόλο ότι του δόθηκε η ευκαιρία να παραδώσει το εν λόγω πορτοφόλι στον ιδιοκτήτη του όταν αυτός εμφανίστηκε ενώπιον του αναζητώντας το αμέσως μετά που το παρέδωσαν τα άτομα που το εντόπισαν, ο κατηγορούμενος δεν το έπραξε. Παρόλο ότι την επίδικη νύκτα ήταν επί καθήκον αστυνομικός και κατ' επέκταση μέλος ενός σώματος που, μεταξύ άλλων, ενεργεί ως προστάτης της περιουσίας πολιτών, εντούτοις έπραξε ενάντια της αποστολής του θεσμού που υπηρετούσε. Δυστυχώς ο κατηγορούμενος επέδειξε πλήρη ασέβεια στο θεμελιώδες δικαίωμα της κατοχής, ιδιοκτησίας και απόλαυσης περιουσίας, το οποίο και καταπάτησε κατάφωρα. Με την συμπεριφορά του πρόδωσε την εμπιστοσύνη που οι πολίτες του έδειξαν στη συγκεκριμένη περίπτωση και παράλληλα κηλίδωσε την εικόνα του αστυνομικού σώματος, ενός σώματος που ευθύνεται για την τήρηση της δημόσιας ασφάλειας για την επίτευξη της οποίας οικοδομεί πάνω σε συνεργασία με τους πολίτες. Η κατάχρηση της θέσης του αστυνομικού από τον κατηγορούμενο σαφώς κλονίζει την εμπιστοσύνη του κοινού στον ευαίσθητο θεσμό της αστυνομίας. Μάλιστα η υπόθεση αυτή έλαβε δημοσιότητα όταν σχετικό άρθρο δημοσιεύτηκε σε τοπική εφημερίδα της Πάφου. Ο κατηγορούμενος έδρασε με πονηριά και θρασύτητα, χωρίς όμως τα ευρήματα του Δικαστηρίου να οδηγούν σε προσχεδιασμένη και κατ' εξακολούθηση συμπεριφορά από μέρους του. Ένας άλλος επιβαρυντικός παράγοντας που λαμβάνω υπόψη είναι η αποκόμιση οφέλους από την παράνομη οικειοποίηση του πορτοφολιού και του περιεχομένου του, μεταξύ των οποίων και του χρηματικού ποσού των €370. Ένα άλλο επιβαρυντικό στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη είναι η ζημιά και η ταλαιπωρία που ο κατηγορούμενος προκάλεσε στον ιδιοκτήτη του πορτοφολιού δεδομένου ότι εντός του επιδίκου πορτοφολιού δεν υπήρχαν μόνο χρήματα αλλά και μία τραπεζική κάρτα, μία κάρτα καταστήματος πώλησης αγαθών και το δελτίο ταυτότητας, τα οποία και σαφώς εξυπηρετούσαν τον κατηγορούμενο στις καθημερινές ανάγκες και υποχρεώσεις του. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η απώλεια αυτών των καρτών και της ταυτότητας είναι μόνιμη, γεγονός που δείχνει το βαθμό και την έκταση της ζημιάς και της ταλαιπωρίας που ο παραπονούμενος υπέστηκε ένεκα της αξιόποινης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο του. Περαιτέρω λαμβάνω υπόψη τις συνέπειες που προκαλεί στη ζωή και την οικογένεια του η καταδίκη του στην παρούσα υπόθεση. Ειδικότερα είναι εις γνώση του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος στην ηλικία αυτή που βρίσκεται θα απολέσει τη θέση του ιδιαίτερα σε μια δύσκολη περίοδο για το νησί όπου μαστίζεται από την παγκόσμια οικονομική κρίση και ο αριθμός των ανέργων αυξάνεται καθώς επίσης θα απολέσει τη σύνταξη και όλα τα άλλα συναφή ωφελήματα του (Χαραλάμπους v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 1994). Παράλληλα, είναι γεγονός ότι η προδιαγραφόμενη απομάκρυνση του κατηγορουμένου από το αστυνομικό σώμα δεν επιτρέπει τη επανάληψη παρόμοιας αξιόποινης συμπεριφοράς από τον ίδιο, πράγμα που δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου. Η δε μεγάλη εκτίμηση που ο κατηγορούμενος χαίρει από το οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον του είναι παράγοντας που πιστώνεται στον κατηγορούμενο. Απαρατήρητες δεν περνούν για το Δικαστήριο και οι υποχρεώσεις του κατηγορουμένου απέναντι τόσο στα παιδιά του σε σχέση με τη συχνή αν όχι καθημερινή μεταφορά τους στα φροντιστήρια όσο και προς τη διαζευγμένη μητέρα του την οποία και φροντίζει αναφορικά με την προσπάθεια που καταβάλλει για να ξεπεράσει το σοβαρό πρόβλημα υγείας που παρουσιάστηκε και για το οποίο υπεβλήθηκε σε εγχείριση. Οι επιπτώσεις της ποινής στην μητέρα και στα εξαρτώμενα τέκνα του κατηγορουμένου είναι παράγοντες ελαφρυντικοί που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο (Μ.Θ. v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 174). Όσον αφορά το στίγμα του λόγου απώλειας της εργασίας του που θα κυνηγά τον κατηγορούμενο στην κοινωνία, είναι κάτι που το Δικαστήριο αντιλαμβάνεται και κατανοεί, πλην όμως ο κατηγορούμενος μόνο τον εαυτό του θα πρέπει να μέμφεται γι' αυτό. Τα γεγονότα της υπόθεσης και οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων στις οποίες το Δικαστήριο κατέληξε καταδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε σοβαρότατο, έστω στιγμιαίο, σφάλμα με τις σοβαρές προεκτάσεις που έχουν εξηγηθεί πιο πάνω. Την ίδια στιγμή δεν μπορεί να παραγνωριστεί το γεγονός ότι η ασύγγνωστη αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου ήλθε στο προσκήνιο και αποκαλύφτηκε από την παρατηρητικότητα τόσο του παραπονούμενου όσο και ενός από τους δύο πολίτες που εντόπισαν το επίδικο πορτοφόλι σε δρόμο και το παρέδωσαν προσωπικά στον κατηγορούμενο. Η ενέργεια του κατηγορουμένου να καταβάλει μεγαλύτερο του κλαπέντος χρηματικού ποσού και συγκεκριμένα €380,00 (το κλαπέν ποσό ήταν €370,00) σε τραπεζικό λογαριασμό του παραπονούμενου στις 16.12.14 ως αποζημίωση στον παραπονούμενο είναι στοιχείο που σαφώς δεν παραγνωρίζεται. Σύμφωνα με τη νομολογία η αποζημίωση του θύματος δεν είναι βαρυσήμαντο στοιχείο και παρόλο ότι δεν αποκτά κυριαρχική σημασία στην επιβολή ποινής ιδιαίτερα όταν πρόκειται περί σοβαρών αδικημάτων ως είναι η προκειμένη περίπτωση, εντούτοις συνηγορεί υπέρ ηπιότερης τιμωρίας (Μενελάου άλλως Καραμανλής v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 248 και Γενικός Εισαγγελέας v. Ματθαίου άλλως 'Μαλέκκου'
(2003)2 Α.Α.Δ. 50). Στην παρούσα υπόθεση η αποζημίωση από τον κατηγορούμενο επήλθε μόλις δύο ημέρες πριν από την επιβολή της ποινής και κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας στην οποία κρίθηκε ένοχος. Αυτό, αν και δεν μειώνει τη σημασία της ως ένδειξη έμπρακτης μεταμέλειας, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως άμεση (Λεωνίδου v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663, Ισιδώρου v. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.α.
(1999)2 Α.Α.Δ. και Τηλεμάχου v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 701). Επιπλέον λαμβάνω υπόψη τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές περιγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αλλά και αναφέρθηκαν από τον συνήγορο υπεράσπισης και ειδικότερα ότι: · Είναι ηλικίας 37 ετών, διαζευγμένος και πατέρας δύο ανήλικων παιδιών ηλικίας 14 και 16 ετών αντίστοιχα. · Προέρχεται από διασπασμένη οικογένεια μέτριας κοινωνικοικονομικής κατάστασης. · Ανέλαβε τη φροντίδα της διαζευγμένης μητέρας του, η οποία δεν εργάζεται λόγω του ότι πριν από τρία χρόνια παρουσίασε σοβαρό πρόβλημα υγείας και για το οποίο υπεβλήθηκε σε εγχείρηση μεταστατικού καρκίνου. · Τις οικονομικές υποχρεώσεις του απέναντι τόσο σε χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς όσο και προς τα παιδιά του, όπως αυτά αναφέρθηκαν πιο πάνω. · Τα τελευταία τρία χρόνια βρίσκεται σε διαθεσιμότητα από την εργασία του. Ένα ζήτημα που χρήζει εξέτασης για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής είναι ο χρόνος που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης με την καταχώρηση της υπόθεσης λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής. Ο λόγος για τον οποίο προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του παραβάτη. Παρόλα αυτά, η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την ημερομηνία επιβολής ποινής, είναι ένας παράγοντας που από μόνος του λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην επιβολή της ποινής, ιδιαίτερα αν η σοβαρότητα του αδικήματος δικαιολογεί την επιβολή ποινής φυλάκισης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. 358 και Μυροφόρα ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84). Η πάροδος μακρού χρόνου από το χρόνο της διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος (Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 77, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267, Γενικός Εισαγγελάς κ.ά. ν. Πότση κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 252, Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 272). Όπου όμως ο κατηγορούμενος ευθύνεται για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (Γεώργιος Τσιόλης v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 154, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Πεγειώτη και άλλης (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 και Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223). Στην παρούσα υπόθεση από τα ευρήματα στα οποία το Δικαστήριο κατέληξε και αφού ανάτρεξε στο ιστορικό του φακέλου της υπόθεσης παρατηρώ ότι τα αδικήματα διαπράχτηκαν στις 31.12.
  1. Ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς από την αστυνομία στις 08.01.12 ενώ η υπόθεση καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο στις 18.06.
  2. Η υπόθεση τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου στις 10.10.
  3. Εκείνη την ημέρα ο κατηγορούμενος απουσίαζε από το Δικαστήριο με αποτέλεσμα να εκδοθεί εναντίον του ένταλμα σύλληψης. Στις 19.11.12 που η υπόθεση ορίστηκε ξανά ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε και δήλωσε μη παραδοχή, ως ήταν δικαίωμα του. Η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 26.04.
  4. Εκείνη την ημέρα η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου. Ομοίως και στις 28.11.13 που η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση. Στις 07.04.14 η υπόθεση αυτή τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και την ημέρα εκείνη ξεκίνησε ευθύς η εκδίκαση της. Η ακρόαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε στις 14.10.14 και η καταδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου δόθηκε στις 28.11.
  5. Παράλληλα δόθηκαν οδηγίες για ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας. Στις 10.12.14 έγινε αγόρευση για μετριασμό της ποινής από τον συνήγορο υπεράσπισης και σήμερα, 18.12.14, το Δικαστήριο επιβάλλει ποινή στον κατηγορούμενο. Από τα πιο πάνω στοιχεία και δεδομένα, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δεν ευθύνεται για την χρονικό διάστημα των 3 ετών περίπου που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα. Ο χρόνος αυτός προσμετρείται προς όφελος του κατηγορουμένου παρόλο ότι, με βάση το περιεχόμενο της Έκθεσης Κοινωνικής Έρευνας, δεν παρατηρείται να έχει σημειωθεί ουσιαστική μεταβολή των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου. Ούτε βέβαια ο συνήγορος υπεράσπισης μέσα από την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής έθεσε θέμα μεταβολής των προσωπικών συνθηκών του πελάτη του. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να προστατέψει την εμπιστευτική σχέση πολιτών-αστυνομικού σώματος και παράλληλα να αναχαιτίσει όποια κρούσματα επιχειρήσουν να την τραυματίσουν ή να την υπονομεύσουν στέλλοντας τα κατάλληλα μηνύματα στην κοινωνία μέσω της επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Καταληκτικά επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι εξής ποινές: Πρώτη κατηγορία - Ποινή φυλάκισης 12 μηνών Δεύτερη κατηγορία - καμία ποινή καθότι τα γεγονότα αυτής είναι τα ίδια με αυτά της πρώτης κατηγορίας για την οποία επιβλήθηκε ποινή Τρίτη κατηγορία - καμία ποινή καθότι τα γεγονότα αυτής είναι τα ίδια με αυτά της πρώτης κατηγορίας για την οποία επιβλήθηκε ποινή. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/
  6. Εξάλλου αυτό ήταν και το αίτημα του συνηγόρου υπεράσπισης. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος είναι άτομο λευκού ποινικού μητρώου. Παράλληλα, το μεγάλο χρονικό διάστημα των 3 ετών περίπου που διέρρευσε από τη ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα χωρίς ο κατηγορούμενος να ευθύνεται γι' αυτό είναι τέτοιο που δεν καθιστά μονόδρομο και αναπόφευκτη επιλογή την επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης. Επιπλέον, μια ενδεχόμενη άμεση ποινή φυλάκισης στον κατηγορούμενο θα οδηγήσει αμέσως στην πρόκληση δυσμενών επιπτώσεων σε εξαρτώμενα μέλη της οικογένειας του και ειδικότερα στην απρόσκοπτη φοίτηση δύο αθώων ανήλικων παιδιών που βρίσκονται σε κρίσιμο στάδιο της ζωής τους τη στιγμή που η συχνή αν όχι καθημερινή μόρφωση τους σε ιδιωτικά φροντιστήρια επιτυγχάνεται μόνο με την βοήθεια του κατηγορουμένου, πέραν από την οικονομική στήριξη που τους παρέχει, καθώς και στην ζωή της διαζευγμένης μητέρας του κατηγορουμένου, την φροντίδα της οποίας ανέλαβε αποκλειστικά ο υιός της όταν πριν από τρία χρόνια παρουσιάστηκε σ' αυτήν πολύ σοβαρό πρόβλημα υγείας. Σε τέτοια περίπτωση τόσο τα ανήλικα τέκνα όσο και η άρρωστη μητέρα του θα κληθούν άδικα να επωμιστούν το τίμημα της αξιόποινης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου με ανεπανόρθωτο κόστος στην οικονομική και καθημερινά έμπρακτη στήριξη και υποστήριξη που αυτός παρέχει στη ζωή τους. Κάτω από αυτές τις συνθήκες και δεδομένα και κατόπιν βαθύτατου προβληματισμού, θεωρώ ότι συντρέχουν τέτοιες προϋποθέσεις που κλίνουν την πλάστιγγα υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου, διατάσσεται όπως η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ανασταλεί για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Έπεται ότι το αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης εγκρίνεται. (Εξηγείται στον κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής της ποινής φυλάκισης). Έξοδα €335,00 να καταβληθούν αυθημερόν από τον κατηγορούμενο. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Judgment Αναφορά: Ποινικό/Κλοπή υπό δημόσιου λειτουργού-Κατάχρηση εξουσίας-Αθέμιτη κτήση περιουσιακού οφέλους /Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.