Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Aντρέας Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης: 10254/12, 18/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B205 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10254/12 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Kατηγορούσας Αρχής v Aντρέας Κωνσταντίνου Κατηγορουμένου ----------------------- Ημερομηνία: 18/12/
- Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Περγαντή. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ν. Νικήτα. Κατηγορούμενος: παρόν. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες σύμφωνα με το κατηγορητήριο, αυτές της λειτουργίας κέντρου αναψυχής χωρίς άδεια λειτουργίας από τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού (κατηγορία αρ.1), χρήσης μεγαφώνων χωρίς άδεια (κατηγορία αρ. 2) και πώλησης οινοπνευματωδών ποτών χωρίς άδεια (κατηγορία αρ. 3). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, οι πιο πάνω κατηγορίες αφορούν την ημερομηνία 17 Απριλίου 2012 και σχετίζονται με το κέντρο με την ονομασία «ENΣΤΙΚΤΟ BAR» που βρίσκεται στην οδό Ελευθερίας 15 στη Χλώρακα της Επαρχίας Πάφου. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε όλες τις πιο πάνω κατηγορίες που αντιμετωπίζει και για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα κατηγορίας, τον Αστ. 2680 Π. Αντωνίου (Μ.Κ.1). Ο κατηγορούμενος, κατά το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως σε όλες τις κατηγορίες και επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Επίσης, κάλεσε τρεις μάρτυρες υπεράσπισης, τον Αστ. 498 Αλέκο Λοϊζου (Μ.Υ.1), τον Αστ. 3135 Σάββα Αγαθοκλέους (Μ.Υ.2) και την κα Ιωάννα Παυλίδου (Μ.Υ.3). Ο Μ.Κ.1 καταθέτοντας στο Δικαστήριο, ανέφερε ότι κατά στις 17/04/2012 εργαζόταν στο ΟΠΕ Πάφου και γύρω στις 22:40 επισκέφθηκε, μαζί με άλλο συνάδελφο του, το μπαρ με την ονομασία ΕΝΣΤΙΚΤΟ που βρίσκεται στην Χλώρακα. Κατά την επίσκεψη του κατάγγειλε τον κατηγορούμενο επί το ότι λειτουργούσε το εν λόγω κέντρο χωρίς άδεια, ότι μετέδιδε μουσική μέσω μεγαφώνων σε δημόσιο χώρο χωρίς άδεια και ότι πωλούσε οινοπνευματώδη ποτά χωρίς άδεια. Του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο για τα αδικήματα που διέπραττε και του απάντησε «εντάξει». Όταν του είπε ότι θα καταγγελθεί και του επέστησε την προσοχή του Νόμο, του είπε ότι περιμένουν τις άδειες. Κατά την επίσκεψη του στο εν λόγω κέντρο είπε, εκεί βρίσκονταν γύρω στους 15 θαμώνες οι οποίοι κατανάλωναν οινοπνευματώδη ποτά και άκουγαν μουσική μέσω μεγαφώνων. Περιγράφοντας τον τρόπο της καταγγελίας του κατηγορουμένου, ο μάρτυρας ανέφερε ότι όταν εισήλθε στο υποστατικό, στεκόταν μέσα από το μπαρ το οποίο ήταν δεξιά της εισόδου ο κατηγορούμενος και σέρβιρε διάφορα οινοπνευματώδη ποτά όπως ουίσκι και βότκα και εισέπραττε λεφτά από διάφορους πελάτες. Γύρω από το μπαρ υπήρχαν διάφορα άλλα άτομα, αλλά μέσα στο μπαρ ήταν μόνο ο κατηγορούμενος. Επίσης, ανέφερε ότι στα μπαρ υπήρχε ταμειακή μηχανή. Ο μάρτυρας ανέφερε επίσης, ότι όταν τον είδε πίσω από το μπαρ, πήγε προς το μέρος του και ζήτησε τον υπεύθυνο του υποστατικού. Ο κατηγορούμενος του είπε ότι ήταν αυτός ο υπεύθυνος. Αφού του ζήτησε τις άδειες και δεν είχε, του έδωσε τα στοιχεία του και τον κατάγγειλε. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας είπε ότι στο μπαρ υπήρχαν μεγάφωνα και μεταδιδόταν ηχογραφημένη μουσική. Από την αντίπερα όχθη, ο κατηγορούμενος μετά που κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και παράθεσε την εκδοχή του. Ουσιαστικά είπε ότι το συγκεκριμένο υποστατικό ανήκει σε κάποιο Παντελή μαζί με κάποιο Ττούσιο. Το συγκεκριμένο βράδυ ο δεύτερος απουσίαζε και ο πρώτος που βρισκόταν στο μαγαζί ήθελε να πάει στο περίπτερο και τον άφησε υπεύθυνο για 5 - 6 λεπτά μέχρι να επιστρέψει. Μόλις το εν λόγω πρόσωπο έφυγε, ήρθε η Αστυνομία στο λεπτό και τον ρώτησε ποιος είναι ο υπεύθυνος και τους είπε ότι είναι αυτός. Τον ρώτησε τα στοιχεία του και τους τα είπε και τίποτε άλλο. Ο ίδιος αναφέρει ότι δεν ήξερε ότι θα τον κατάγγελλαν και μόλις έφυγαν επέστρεψε και ο εν λόγω Παντελής. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ούτε ποτό σέρβιρε ούτε κτύπησε στη μηχανή οτιδήποτε. Δεν νομίζει είπε στη συνέχεια να του ζήτησε κάποιος ποτό και να του έβαλε. Επίσης, είπε ότι πήγαινε στο συγκεκριμένο υποστατικό κάθε βράδυ και έπινε το ποτό του και ήταν θαμώνας στο μέρος. Οι Μ.Υ. 1 και 2 που κλήθηκαν από την υπεράσπιση ήταν, όπως φάνηκε από τη μαρτυρία του οι Αστυνομικοί που εργάζονταν στο ΟΠΕ Πάφου κατά τον ουσιώδη χρόνο μαζί με τον Μ.Κ.
- Ο Μ.Υ.1 συγκεκριμένα ανέφερε ότι το συγκεκριμένο βράδυ εργαζόταν μαζί με το Αστ. 2680 και τον
- Δεν θυμόταν να πει κατά πόσο ο ίδιος ήταν μαζί με τον Μ.Κ.1 όταν καταγγέλθηκε ο κατηγορούμενος. Πιθανότατα να ήταν είπε αφού εκείνο το βράδυ εργαζόταν. Περαιτέρω, αναφέρθηκε γενικά στον τρόπο με τον οποίο προβαίνουν σε καταγγελίες των υποστατικών που λειτουργούν χωρίς τις απαραίτητες άδειες λειτουργίας. Επίσης, του υποδείχθηκε το τεκμήριο 1 και του υποβλήθηκε ότι σε αυτό δεν αναγράφεται το όνομα του. Ο μάρτυρας είπε ότι αυτό το έντυπο συμπληρώνεται μόνο από αυτόν που κάνει την καταγγελία. Ο Μ.Υ.2 πέραν του ότι το συγκεκριμένο βράδυ εργαζόταν με τους Μ.Κ.1 και Μ.Υ.1 δεν δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί οτιδήποτε συγκεκριμένο για την υπόθεση αυτή. Η Μ.Υ.3 κατέθεσε ως η αρμόδια υπάλληλος του Πρωτοκολλητείου Πάφου, Ποινικό Τμήμα και ως εκ της θέσεως της κατάθεσε στο Δικαστήριο αντίγραφο του κατηγορητηρίου της Ποινικής Υπόθεσης Αρ. 14666/12 Ε.Δ.Πάφου (τεκμήριο 2) με κατηγορούμενο κάποιο Νίκο Παντέλα. Αυτό αφορά καταγγελία του ιδίου υποστατικού στις 14/04/2012 και στις 22/01/2014 επιβλήθηκαν διάφορες χρηματικές ποινές προστίμου στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων, ο συνήγορος του κατηγορουμένου κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει και απαλλάξει τον κατηγορούμενο από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει για συγκεκριμένους λόγους στους οποίους αναφέρθηκε. Ήταν η θέση του ότι δεν έχει αποδειχθεί η παρούσα υπόθεση πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όπως απαιτείται, πέραν της αρχικής του θέσης ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.1 περιέχει αντιφάσεις, ο ίδιος δεν απαντούσε ευθέως τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν και ότι θα πρέπει να απορριφθεί ως αναξιόπιστη. Επίσης, αποτέλεσε θέση του ότι υπήρξε μια πλημμελής παρουσίαση της υπόθεσης από την Αστυνομία διότι, όπως είπε, βασίστηκε σε μια αναφορά του κατηγορουμένου που τους είπε ότι ήταν υπεύθυνος του υποστατικού. Έπρεπε, συνέχισε, η Αστυνομία να διασταυρώσει τη θέση αυτή και να αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία. Η παραδοχή και μόνο του κατηγορουμένου είπε δεν είναι ικανή για το Δικαστήριο να καταδικάσει και παρέπεμψε σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Επίσης, είπε ότι ελλείπει η σχετική επίστηση στο Νόμο και το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη του την εν λόγω παραδοχή του. Ούτε λήφθηκε κατάθεση από αυτόν από την Αστυνομία. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο Μ.Κ.1 έπρεπε να φέρει στο Δικαστήριο και άλλα τεκμήρια που να ενισχύουν τα όσα ανέφερε. Συγκεκριμένα είπε ότι αφού αναφέρθηκε σε ταμειακή μηχανή, έπρεπε να την κατάσχει και να την παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Τέλος, κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την υπόθεση λόγω αμφιβολιών που δημιουργούνται στο κατά πόσο ο κατηγορούμενος ήταν ο κατά Νόμο υπεύθυνος, όπως είπε. Δεν υπάρχει μαρτυρία είπε για το ποιος είναι ο ιδιοκτήτης του συγκεκριμένου υποστατικού και ποιος έχει συμφέρον σε αυτό. Επίσης, παραπέμποντας στις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας είπε ότι η κατηγορούσα αρχή όφειλε να αποδείξει ότι το συγκεκριμένο υποστατικό ήταν πέραν των 8 τ.μ. καθότι όπως είπε είναι συστατικό στοιχείο του αδικήματος της 1ης κατηγορίας και δεν το έπραξε. Αντίθετη ήταν η θέση της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής η οποία κάλεσε το Δικαστήριο να κάνει αποδεκτή τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 η οποία ήταν σαφέστατη είπε και εξήγησε στο Δικαστήριο τι ακριβώς διαμείφθηκε μεταξύ του ιδίου και του κατηγορουμένου. Η απόδειξη της κατηγορίας στοιχειοθετείται με την λειτουργία ενός υποστατικού και όχι με την ιδιοκτησία. Ο κατηγορούμενος ο ίδιος ανέφερε ότι ήταν υπεύθυνος το βράδυ εκείνο του συγκεκριμένου υποστατικού και ο μάρτυρας τον είδε να σερβίρει ποτά και να εισπράττει χρήματα. Ήταν η θέση της ότι έχουν αποδειχθεί όλες οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος γι αυτό κάλεσε το Δικαστήριο να τον κρίνει ένοχο. Λαμβάνοντας υπόψη μου ολόκληρη την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου από αμφότερες τις πλευρές και τις θέσεις που προβλήθηκαν θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της για να καταλήξω σε συγκεκριμένα ευρήματα γεγονότων. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Ο Μ.Κ.1 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή τη μαρτυρία του και κρίνω ότι αυτός ήταν σταθερός και συνεπείς στα όσα ανέφερε ότι έλαβαν χώρα κατά τις 17/04/2012 και περί ώρα 22:40 όταν επισκέφθηκε το υποστατικό με την ονομασία «ENΣΤΙΚΤΟ BAR» στη Χλώρακα. Κατ' αρχή το γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο έλαβε χώρα μια τέτοια επίσκεψη για σκοπούς ελέγχου των αδειών λειτουργίας του συγκεκριμένου υποστατικού δεν φαίνεται να αμφισβητείται από τον κατηγορούμενο. Ο μάρτυρας αυτός περιέγραψε με λεπτομέρειες τι ακριβώς έπραξε και διαπίστωσε όταν εισήλθε στο εν λόγω υποστατικό. Δεν έχω διαπιστώσει ότι αυτός είχε οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο στην καταγγελία ούτε αναφύεται κάτι τέτοιο από όλα τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ούτε έχω διαπιστώσει ότι αυτός δεν θυμόταν τι ακριβώς είχε γίνει και διαπιστώσει. Άλλωστε αντεξεταζόμενος του ζητήθηκε να καταθέσει και το φάκελο που ο ίδιος συμπλήρωσε μετά την καταγγελία (βλ. τεκμήριο 1) τα αναγραφόμενα του οποίου συνάδουν πλήρως με αυτά που ανέφερε προφορικά στο Δικαστήριο κατά την κυρίως εξέταση του. Το γεγονός και μόνο ότι η 2η σελίδα του τεκμηρίου 1 είναι διαφορετική από την 1ην και ότι θα μπορούσε να αναγράψει τις εν λόγω πληροφορίες και λεπτομέρειες στην 1ην σελίδα δεν κάτι το ουσιαστικό που πλήττει την αξιοπιστία του ούτε καταδεικνύει ότι αυτή είναι εκ των υστέρων κατασκεύασμα. Άλλωστε περί τούτου έδωσε και την εξήγηση του και δεν διακρίνω κάτι μεμπτό σε αυτήν. Η θέση επίσης της υπεράσπισης ότι το τεκμήριο αυτό δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη δυνάμει των προνοιών του άρθρου 34 του Περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9 καθότι είναι αντίγραφο θεωρώ ότι δεν ευσταθεί στο στάδιο αυτό. Το άρθρο αυτό αναφέρεται στη δυνατότητα του Δικαστηρίου να μπορεί να αποδεκτεί ως τεκμήριο ένα έγγραφο κατά το στάδιο της κατάθεσης του στο Δικαστήριο ως απόδειξη των γεγονότων που περιλαμβάνονται σε αυτό. Κάτι τέτοιο δεν εγέρθηκε κατά την κατάθεση του και είναι και οξύμωρο για την υπεράσπιση να ζητά στο στάδιο αυτό να μην ληφθεί υπόψη το εν λόγω έγγραφο το οποίο η ίδια ζήτησε και κατέθεσε ο μάρτυρας στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου περιέχει μαρτυρία η οποία προέρχεται από τον ίδιο τον μάρτυρα που το κατέθεσε, την κατέγραψε ο ίδιος και όσα αναφέρονται σε αυτό αναφέρθηκαν και από τον ίδιο προφορικά. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας εξήγησε τις ενέργειες του και διαπιστώσεις του λέγοντας ότι εντόπισε τον κατηγορούμενο πίσω από το μπαρ να σερβίρει οινοπνευματώδη ποτά, αναφέροντας το είδος αυτών και τον τρόπο που το διαπίστωσε και να εισπράττει χρήματα και να τα τοποθετεί στην ταμειακή μηχανή που βρισκόταν στο μπαρ. Η θέση ότι έπρεπε να παρουσιάσει και άλλα στοιχεία στο Δικαστήριο όπως την ταμειακή μηχανή για να μπορεί να γίνει αποδεκτή αυτή η θέση του, δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Κάτι τέτοιο δεν απαιτείται και ειδικότερα η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού δεν χρειάζεται ενίσχυση από άλλη μαρτυρία και άλλα στοιχεία αναφορικά με την στοιχειοθέτηση των συγκεκριμένων αδικημάτων του κατηγορητηρίου. Από τη στιγμή που θεωρώ ότι ο μάρτυρας αυτός είναι αξιόπιστος και έχω πεισθεί ότι αυτά που ανέφερε έλαβαν χώρα δεν θεωρώ ότι απαιτείτο και οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να επιβεβαιώνει τα όσα ανέφερε. Επιπρόσθετα, ο μάρτυρας εξήγησε για ποιο λόγο κατάγγειλε τον κατηγορούμενο. Τον εντόπισε πίσω από το μπαρ να ενεργεί με τον τρόπο που ενεργούσε και γι αυτόν τον πλησίασε και ζήτησε από αυτόν να του πει ποιος ήταν ο υπεύθυνος και ο ίδιος ο κατηγορούμενος του παρουσιάστηκε ως ο υπεύθυνος και του έδωσε και τα στοιχεία του. Η θέση της υπεράσπισης ότι η παραδοχή αυτή του κατηγορουμένου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή καθότι δεν του έγινε επίστηση στο Νόμο δεν μπορεί να έχει θέσει στο στάδιο αυτό. Είναι γεγονός ότι ακόμη και μια προφορική ομολογία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή όταν δεν είναι το προϊόν της ελεύθερης βούλησης του κατηγορουμένου. Σε αυτήν την περίπτωση όμως, το θέμα θα πρέπει να εγερθεί από την υπεράσπιση στο στάδιο παρουσίασης μιας τέτοιας μαρτυρίας και τότε να ακολουθήσει δίκη εντός δίκης για να διαπιστωθεί και να αποφασιστεί κατά πόσο θα γίνει αποδεκτή μια τέτοια μαρτυρία. Στην παρούσα περίπτωση κάτι τέτοιο δεν έγινε και η μαρτυρία αυτή - ομολογία του κατηγορουμένου ότι αυτός ήταν υπεύθυνος του μέρους βρίσκεται πλέον ενώπιον του Δικαστηρίου. Πέραν και ανεξάρτητα των πιο πάνω, σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού αμφισβητήθηκε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος προέβηκε στη δήλωση αυτή ή ότι αυτή ήταν προϊόν παραπλάνησης από τον μάρτυρα ή ήταν χωρίς τη θέληση του. Άλλωστε όπως προκύπτει και από τη μαρτυρία του κατηγορουμένου, το γεγονός ότι βρισκόταν στο υποστατικό το βράδυ εκείνο και ότι παρουσιάστηκε ως υπεύθυνος δίνοντας και τα στοιχεία του επαναλήφθηκε δίνοντας τη δική του εκδοχή φυσικά για αυτό η οποία θα αξιολογηθεί κατωτέρω. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω, το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού και την εντύπωση που απεκόμισα από αυτόν κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ σε αυτή και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Ως εκ τούτου την αποδέχομαι στην ολότητα της. Από την αντίπερα όχθη ο κατηγορούμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα κατά την ώρα που κατέθετε και κρίνω ότι μοναδικός σκοπός και στόχος του ήταν να αποφύγει τις ευθύνες του. Πέραν τούτου, η μαρτυρία του δεν είναι πειστική, σε κάποια σημεία δεν συνάδει με τη λογική ενώ σε κάποια άλλα είναι και αντιφατική. Συγκεκριμένα προσπάθησε να παρουσιάσει την θέση ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στο συγκεκριμένο υποστατικό ως θαμώνας και ότι ο ιδιοκτήτης και υπεύθυνος του υποστατικού πήγε για πέντε λεπτά στο περίπτερο και τον άφησε τον ίδιο υπεύθυνο μέχρι να επιστρέψει. Εκείνη την ώρα είπε ήρθε η Αστυνομία, η οποία παρέμεινε για 5 - 6 λεπτά στο μέρος, τους παρουσιάστηκε ως υπεύθυνος, έδωσε τα στοιχεία του και μόλις έφυγε επέστρεψε ο ιδιοκτήτης και υπεύθυνος του μέρους. Η πιο πάνω θέση δεν είναι λογική ούτε και πειστική. Να σημειωθεί επίσης ότι πρώτη φορά προβάλλεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο ίδιος ουδέποτε πρόβαλε αυτή τη θέση στο Μ.Κ.1 όταν επισκέφθηκε το υποστατικό και στην προσπάθεια του να εξηγήσει τους λόγους περιέπεσε σε αντιφάσεις ή οι εξηγήσεις του δεν είναι πειστικές ούτε μπορεί να γίνουν αποδεκτές. Ανάφερε ότι δεν γνώριζε τι συνέβαινε ούτε αντιλήφθηκε ότι θα τον κατάγγελλαν αυτόν. Παρόλα αυτά έδωσε τα στοιχεία του και όταν ρωτήθηκε για τούτο είπε ότι από τη στιγμή που του τα ζήτησε η Αστυνομία ήταν υποχρεωμένος να το πράξει. Επίσης, πιο κάτω προσπαθώντας να δικαιολογήσει τη θέση του ότι δεν κατάλαβε ότι η Αστυνομία θα κατάγγελλε αυτόν πρόβαλε και τη θέση ότι είχε καταναλώσει και κάποια ποτά και δεν αντιλαμβανόταν πλήρως. Θεωρώ ότι η όλη εκδοχή που ο κατηγορούμενος πρόβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι εκ των υστέρων σκέψεις του με σκοπό να αποφύγει τις ενδεχόμενες ευθύνες του. Δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται στην ολότητα της. Οι Μ.Υ.1 και 2 ήταν οι Αστυνομικοί που το συγκεκριμένο βράδυ εργάζονταν μαζί με τον Μ.Κ.1. Ουδείς από αυτού θυμόταν να πει αν είχε εμπλοκή στη καταγγελία και τι ακριβώς έλαβε χώρα. Ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι είναι αυτός που κάνει την καταγγελία που συμπληρώνει το φάκελο και τα γεγονότα και δεν χρειάζεται να αναφέρεται και το άλλο άτομο που βρίσκεται μαζί του, κάτι το οποίο ανέφερε και ο Μ.Κ.1. Δεν θεωρώ ότι η μαρτυρία των εν λόγω μαρτύρων μπορεί να βοηθήσει σε οτιδήποτε στην ανεύρεση των γεγονότων της παρούσας υπόθεση ούτε και προσθέτει οτιδήποτε. Η Μ.Υ.3 κατέθεσε ως εκ της θέσεως της άλλη ποινική υπόθεσε εναντίον άλλου προσώπου που αφορά το ίδιο υποστατικό και προέκυψε από καταγγελία σε άλλη ημερομηνία. Ούτε η μαρτυρία αυτή είναι σχετική ή μπορεί να βοηθήσει την υπεράσπιση του κατηγορουμένου καθοιονδήποτε τρόπο. Η ποινική ευθύνη των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, όπως θα διαφανεί και κατωτέρω, προκύπτει από τη λειτουργία ενός τέτοιου υποστατικού και μόνο. Το γεγονός ότι σε άλλη ημερομηνία ενδεχομένως να ήταν κάποιο άλλο πρόσωπο υπεύθυνο αυτού και να προέκυψαν εναντίον του οι εν λόγω κατηγορίες, είναι άσχετο με την παρούσα υπόθεση. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Ο Μ.Κ.1 στις 17/04/2012 και περί ώρα 22:40 επισκέφθηκε το κέντρο με την ονομασία «ENΣΤΙΚΤΟ BAR» που βρίσκεται στην Χλώρακα όπου εντόπισε σε αυτόν γύρω στα 15 άτομα να καταναλώνουν οινοπνευματώδη ποτά ακούγοντας και μουσική η οποία μεταδιδόταν μέσω μεγαφώνων. Προσέγγισε τον κατηγορούμενο ο οποίος βρισκόταν πίσω από το μπαρ κατά τον χρόνο εκείνο και σέρβιρε ποτά εισπράττοντας χρήματα τα οποία τοποθετούσε στην ταμειακή μηχανή που βρισκόταν στο μέρος και δίνοντας ρέστα. Ζήτησε τον υπεύθυνο του υποστατικού και του παρουσιάστηκε ο ίδιος. Ακολούθως του ζήτησε τις σχετικές άδειες τις οποίες δεν είχε να του παρουσιάσει. Αφού τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που διέπραττε του απάντησε «εντάξει». Στη συνέχεια του είπε ότι θα καταγγελθεί και του είπε «περιμένουμε τις άδειες». Οι θαμώνες εντός του υποστατικού βρίσκονταν σε διάφορα σημεία κρατώντας ποτό και ακούγοντας μουσική. Επίσης, δεν διαπίστωσε ότι κάποιο άλλο πρόσωπο τη δεδομένη στιγμή είχε την ευθύνη της λειτουργίας του συγκεκριμένου υποστατικού ή της μετάδοσης μουσικής η οποία μεταδιδόταν μέσω μεγαφώνων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το άρθρο 18
(1)(β) του Περί Κέντρων Αναψυχής Νόμου Ν. 29/85προνοεί τα ακόλουθα: «18.-
(1)Παν πρόσωπο το οποίον - (α)............ (β) διατηρεί ή λειτουργεί κέντρον άνευ άδειας λειτουργίας (γ)............ (δ)............ είναι ένοχον αδικήματος και, εν περιπτώσει καταδίκης, υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας πεντακόσιας λίρας ή εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν τους εξ μήνας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς ταύτας, εάν δε η παράβασις συνεχισθή μετά τη καταδίκην του, τούτο είναι ένοχον περαιτέρω αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσα τας πεντήκοντα λίρας δι' εκάστην ημέραν καθ' ήν συνεχίζεται η παράβασις.» Στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του πιο πάνω Νόμου, «κέντρον» σημαίνει κατάστημα - (α) λειτουργούν εντός των περιοχών των πόλεων, κωμοπόλεων, συμβουλίων βελτιώσεως και παραλιακών περιοχών ή (β)................... εν τω οποίω παρέχονται επί πληρωμή εστίασις, ή πάσης φύσεως φαγητά, ποτά ή γλυκίσματα, ανεξαρτήτως του εάν εις το κατάστημα προσφέρεται μουσική ή καλλιτεχνικόν πρόγραμμα:» Όπως προκύπτει από τον πιο πάνω ορισμό για να ταξινομηθεί ένα κατάστημα ως κέντρο αναψυχής και να εμπίπτει στις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας, θα πρέπει να παρέχεται σε αυτό, εστίαση, φαγητά, ποτά ή γλυκίσματα επί πληρωμή. Πέραν των πιο πάνω, έχει λεχθεί στην Στέλιος Στυλιανού v. Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού
(1999)2 Α.Α.Δ. 47, ότι η ποινική ευθύνη του παραβάτη δε συναρτάται με την ιδιοκτησία του κέντρου αλλά με τις πράξεις λειτουργίας του, έννοια συνυφασμένη με τη συμμετοχή στη λειτουργία του κέντρου (βλ. επίσης Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Χάρη Βασιλείου & Σια Λτδ κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 399). Σε σχέση με τη κατηγορία αρ. 2, αυτή της πώλησης οινοπνευματωδών ποτών χωρίς άδεια, το άρθρο 3
(1)(α) του Περί Πωλήσεως Οινοπνευματωδών Ποτών Νόμου Κεφ. 144 προνοεί τα ακόλουθα: «3.
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων 2 & 3 του άρθρου αυτού, κανένα πρόσωπο δεν πωλεί ή προσφέρει προς πώληση ή επιτρέπει να πωλούνται ή να προσφέρονται προς πώληση ή κατέχει προς πώληση οιαδήποτε οινοπνευματώδη ποτά μόνο δυνάμει και σύμφωνα με - (α) άδεια προς πώληση οινοπνευματωδών ποτών λιανικώς σε τέτοια υποστατικά ή τόπο όπως δύναται να οριστεί σε αυτή για κατανάλωση εντός ή εκτός τέτοιων υποστατικών ή τόπου (η οποία στον Νόμο αυτόν αναφέρεται ως άδεια λιανικής πώλησης). Αναφορικά με την 3ην κατηγορία, αυτή της χρήσης μεγαφώνων χωρίς άδεια, το άρθρο 187 του Ποινικού Κώδικα έχει ως ακολούθως: «187.—
(1)Κανένας δεν χρησιµοποιεί ή θέτει σε λειτουργία ή προκαλεί ή επιτρέπει τη χρήση από άλλο ή τη λειτουργία τηλεβόα, µεγαφώνου, ενισχυτή ήχου ή άλλου οργάνου που αυτόµατα, µηχανικά ή ηλεκτρικά ενισχύει ή µεταδίδει ενισχυµένο ήχο— (α) σε δηµόσιο χώρο· ή (β) σε οποιοδήποτε άλλο χώρο µε τέτοιο τρόπο ή κάτω από περιστάσεις ώστε ο ενισχυµένος ήχος µε αυτό τον τρόπο, να προκαλεί οχληρία σε οποιοδήποτε δηµόσιο ή άλλο χώρο, παρά µόνο δυνάµει άδειας που εκδίδεται από τον Έπαρχο ή απο πρόσωπο που εξουσιοδοτεί ο Έπαρχος για αυτό, και σύµφωνα µε τους τυχόν συνηµµένους όρους σε τέτοια άδεια:» Στην Ανδρέας Ευθυμιάδης v. Της Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 25 ερμηνεύτηκε ο όρος «δημόσιος χώρος» και το συστατικό στοιχείο αυτό του αδικήματος με αναφορά και στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, όπου λέχθηκε ότι ένας τόπος μπορεί να αποτελεί δημόσιο χώρο παρά το γεγονός ότι ο ιδιοκτήτης του έχει δικαίωμα να αποκλείσει την ελεύθερη είσοδο σε αυτόν μεμονωμένων ατόμων ή ακόμα ομάδων ατόμων. Στην πιο πάνω υπόθεση αποφασίστηκε ότι μπυραρία αποτελεί δημόσιο χώρο εν τη έννοια του Νόμου. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ουσιαστικά η κύρια θέση της υπεράσπισης, πέραν της γενικής αμφισβήτησης των κατηγοριών, ήταν ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν υπεύθυνος του συγκεκριμένου υποστατικού όπου έλαβε χώρα η καταγγελία. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω όμως, το βάρος απόδειξης για το κατά πόσο το συγκεκριμένο υποστατικό αποτελούσε κέντρο αναψυχής κατά τον ουσιώδη χρόνο εν τη έννοια του Νόμου, είναι στους ώμους της κατηγορούσας αρχής. Επομένως, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι το συγκεκριμένο υποστατικό ήταν κέντρο αναψυχής εν τη έννοια του Νόμου. Εκείνο το οποίο έχει προκύψει είναι ότι κατά την επίσκεψη του Μ.Κ.1 στο συγκεκριμένο υποστατικό υπήρχαν περίπου 15 άτομα τα οποία βρίσκοταν τόσο στο μπαρ αλλά και σε άλλα μέρη του υποστατικού καταναλώνοντας οινοπνευματώδη ποτά όπως ουίσκι και βότκα. Επίσης, εντόπισε τον κατηγορούμενο να βρίσκεται πίσω από το μπαρ και να πουλά τα εν λόγω ποτά εισπράττοντας χρήματα τα οποία έβαζε σε ταμειακή μηχανή που βρισκόταν εκεί. Επομένως, προκύπτει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο στο συγκεκριμένο υποστατικό πωλούνταν ποτά έναντι αμοιβής. Τα πιο πάνω γεγονότα αποδεικνύουν ότι το συγκεκριμένο υποστατικό ήταν κέντρο αναψυχής εν τη έννοια του άρθρου 2 του σχετικού Νόμου. Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι πέραν των πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή όφειλε να αποδείξει ότι το συγκεκριμένο υποστατικό ήταν πέραν των 8 τ.μ. παραπέμποντας στην εξαίρεση από τον ορισμό του κέντρου αναψυχής στο άρθρο 2 του Νόμου. Παραπέμπω αυτούσια τη συγκεκριμένη πρόνοια. «Νοείται ότι δεν περιλαμβάνονται στον όρο αυτό: (i)............... (ii)................ (iii)............... (iv)............... (v) τα καταστήματα των οποίων ο χώρος εξυπηρέτησης είναι μικρότερος των οκτώ τετραγωνικών μέτρων και τα οποία δεν προσφέρουν οινοπνευματώδη ποτά.» Από το λεκτικό της πιο πάνω πρόνοιας προκύπτει ότι ένα υποστατικό για να μη θεωρείται κέντρο αναψυχής θα πρέπει να είναι τόσο μικρότερο των οκτώ τετραγωνικών μέτρων όσο και να μην προσφέρει οινοπνευματώδη ποτά. Δηλαδή, απαιτείται να πληρούνται και τα δύο πιο πάνω προαπαιτούμενα. Είναι γεγονός ότι ο Μ.Κ.1 αντεξεταζόμενος δεν ήταν σε θέση να αναφέρει το μέγεθος του συγκεκριμένου υποστατικού λέγοντας ότι αυτό ήταν μικρότερο από την αίθουσα του Δικαστηρίου χωρίς να αναφέρει σε μέτρα περίπου πόσο ήταν. Παρόλα αυτά όμως, από τα ευρήματα του Δικαστηρίου έχει προκύψει ότι στο συγκεκριμένο υποστατικό πωλούνταν οινοπνευματώδη ποτά. Από τη στιγμή που με βάση την πιο πάνω εξαίρεση θεωρώ ότι απαιτείται η σωρευτική συνύπαρξη και των δύο πιο πάνω στοιχείων, κρίνω ότι η απουσία ευρήματος για το μέγεθος του υποστατικού και μόνο δεν είναι ικανή να κατατάξει το εν λόγω υποστατικό στην πιο πάνω εξαίρεση. Επομένως, η κατάληξη είναι ότι το υποστατικό στο οποίο ο Μ.Κ.1 προέβηκε στις σχετικές καταγγελίες είναι κέντρο αναψυχής εν τη έννοια του Νόμου. Αναφορικά με το κατά πόσο ο κατηγορούμενος ήταν υπεύθυνος του εν λόγω υποστατικού κατά τον ουσιώδη χρόνο ή ορθότερα κατά πόσο συμμετείχε στη λειτουργία του εν λόγω κέντρου έχει προκύψει ως πραγματικό γεγονός ότι αυτό κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στο υποστατικό και ήταν υπεύθυνος αυτού ή λειτουργούσε αυτό. Ο ίδιος παρουσιάστηκε στον Μ.Κ.1 ως ο υπεύθυνος του εν λόγω υποστατικό χωρίς να του αναφέρει οτιδήποτε άλλο. Επίσης, ερωτούμενος κατά πόσο έχει τις σχετικές άδειες του απάντησε ότι αναμένουν να εκδοθούν. Περαιτέρω, έδωσε και τα στοιχεία του στον Μ.Κ.1. Όλα τα πιο πάνω, αποτελούν σαφή ομολογία του κατηγορούμενου ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν το πρόσωπο που είχε την ευθύνη λειτουργίας του συγκεκριμένου υποστατικού. Έχει τεθεί από την υπεράσπιση το θέμα ότι από την ομολογία ενός κατηγορουμένου και μόνο το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταδικάσει και θα πρέπει να αναζητήσει και άλλη μαρτυρία που να την επιβεβαιώνει. Σύμφωνα με την νομολογία, είναι επιθυμητό μια ομολογία να υποστηρίζεται και από άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία που να καθιστά αυτή αληθοφανή. Παρόλο που δεν είναι απαραίτητο κάτι τέτοιο, είναι ορθότερο να αναζητείται τέτοιου είδους μαρτυρία προκειμένου η καταδίκη να ακολουθεί πάντοτε τη διαπίστωση από το Δικαστήριο πως η ενοχή αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας από το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας. (βλ. Μιχαλάκης Ιακωβίδης ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 110, Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 166, 172, Μιχάλης Αναξαγόρα Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2ΑΑΔ 330 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τάσου Γεωργίου
(2006)2ΑΑΔ 217 και Μάριος Καππέλος v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 241). Στην παρούσα περίπτωση, η όλη συμπεριφορά και αναφορές του κατηγορουμένου στον Μ.Κ.1 δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι αυτός κατά τον ουσιώδη χρόνο λειτουργούσε το συγκεκριμένο υποστατικό. Οι εξηγήσεις που έδωσε γι αυτές τις αναφορές του, έχουν απορριφθεί από το Δικαστήριο για τους λόγους που αναφέρθηκαν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του. Πέραν τούτου, ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει και η μαρτυρία του Μ.Κ.1 αναφορικά με τις διαπιστώσεις του κατά την είσοδο του στο υποστατικό. Εντόπισε τον κατηγορούμενο να βρίσκεται πίσω από το μπαρ, να σερβίρει οινοπνευματώδη ποτά και να εισπράττει χρήματα. Στο μέρος επίσης, δεν διαπίστωσε να βρισκόταν οποιοδήποτε άλλο άτομο το οποίο να ασχολείται με τη λειτουργία του μπαρ. Τα άλλα άτομα όπως ανέφερε ήταν θαμώνες οι οποίοι κατανάλωναν οινοπνευματώδη ποτά και διασκέδαζαν ακούγοντας μουσική. Επομένως, οι ενέργειες του κατηγορούμενου τη δεδομένη στιγμή επιβεβαιώνουν και τις αναφορές του στο Μ.Κ.1 ότι αυτός ήταν ο υπεύθυνος λειτουργίας του συγκεκριμένου υποστατικού κατά τον ουσιώδη χρόνο. Το κατά πόσο ο κατηγορούμενος ήταν ιδιοκτήτης ή όχι του συγκεκριμένου υποστατικού ή αν σε άλλη ημερομηνία καταγγέλθηκε άλλο πρόσωπο, είναι γεγονότα και στοιχεία άσχετα με την ενοχή του. Εκείνο που θα πρέπει να διαπιστωθεί και είναι απαραίτητο είναι κατά πόσο αυτό λειτουργούσε κατά τη δεδομένη στιγμή το εν λόγω κέντρο, κάτι το οποίο κρίνω ότι έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Αναφορικά με το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας, αυτό της χρήσης μεγαφώνων χωρίς άδεια, προνοείται από το άρθρο 187
(1)του Ποινικού Κώδικα το οποίο αναφέρθηκε ανωτέρω και όπως προκύπτει δύναται να διαπραχθεί με διαζευκτικούς τρόπους. Στην παρούσα περίπτωση αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο υπεύθυνος του συγκεκριμένου μπαρ κατά τον ουσιώδη χρόνο και στο οποίο μεταδιδόταν ηχογραφημένη μουσική μέσω μεγαφώνων. Είναι γεγονός ότι ο Μ.Κ.1 δεν είδε τον κατηγορούμενο να προβαίνει σε αλλαγή δίσκων ή να ασχολείται με πράξεις που σχετίζονται με τη μουσική αλλά ούτε και άλλο πρόσωπο εντοπίστηκε στο μέρος να ασχολείται με αυτό το θέμα. Ήταν όμως, ο υπεύθυνος λειτουργίας του συγκεκριμένου μπαρ κατά τον ουσιώδη χρόνο και στο οποίο μεταδιδόταν μουσική μέσω μεγαφώνων ή καλύτερα χρησιμοποιούνταν ή λειτουργούσαν μεγάφωνα τα οποία μετέδιδαν μουσική. Κρίνω ότι τα εν λόγω γεγονότα καταδεικνύουν και τη διάπραξη και αυτού του αδικήματος από τον κατηγορούμενο. Η λειτουργία και χρήση των εν λόγω μεγαφώνων δεν μπορεί και δεν προκύπτει από όλη τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, να αποδοθεί σε κάποιο άλλο πρόσωπο ή τουλάχιστον να αφήνει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι προέκυπτε από ενέργειες του κατηγορουμένου, αφού ήταν και ο μοναδικός υπεύθυνος λειτουργίας του κατά τον ουσιώδη χρόνο. Επίσης, προκύπτει ότι το συγκεκριμένο κέντρο εφόσον πρόκειται για μπαρ, αποτελεί δημόσιο χώρο εν τη έννοια του Νόμου (βλ. Ανδρέας Ευθυμιάδης v Aστυνομίας (ανωτέρω)). Περαιτέρω, σε σχέση με την τρίτη κατηγορία, έχει αναφερθεί και ανωτέρω και προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο πωλούσε οινοπνευματώδη ποτά στο συγκεκριμένο μπαρ. Τέλος, σε όλες τις πιο πάνω κατηγορίες, ο κατηγορούμενος δεν κατείχε κατά τον ουσιώδη χρόνο τις απαραίτητες άδειες λειτουργίας. Ο Μ.Κ.1 ζήτησε τις εν λόγω άδειες αλλά ο κατηγορούμενος δεν τις παρουσίασε και του ανέφερε ότι αναμένουν την έκδοση τους. Επίσης, ενώπιον του Δικαστηρίου δεν παρουσιάστηκαν οποιεσδήποτε άδειες σε σχέση με όλες τις πιο πάνω κατηγορίες ούτε και αποτέλεσε θέση του κατηγορούμενου ότι κατείχε τέτοιες άδειες ή οποιεσδήποτε άλλες άδειες. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και για τους λόγους που αναφέρθηκαν, η κατάληξη είναι ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στις τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.).............. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο