← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. CONSTANTIN DUMITRU GARGEA κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9057/14, 19/12/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. CONSTANTIN DUMITRU GARGEA κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9057/14, 19/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B206 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9057/14 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.

  1. CONSTANTIN DUMITRU GARGEA
  2. LENUTA GHERGIC
  3. VASILE TANASE
  4. LAZAR-MARIO MARIN
  5. RAUL-MARIAN MOLDOVAN Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 19.12.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορουμένους 1 και 4: κα Ε. Ταλιώτου Για Κατηγορουμένους 2 και 5: κα Καρακλίδου Για Κατηγορούμενο 3: κος Α. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενοι 1, 2, 3, 4 & 5: παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΔΙΚΗΣ ΕΝΤΟΣ ΔΙΚΗΣ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟ 1) Ο κατηγορούμενος 1 κατηγορείται ότι συνωμότησε μαζί με άλλα άτομα για να διαπράξουν κλοπή και επιπλέον αντιμετωπίζει κατηγορία κλοπής υπό υπαλλήλου, στις οποίες δήλωσε μη παραδοχή. Κατά την ακροαματική διαδικασία ο πρώτος μάρτυρας κατηγορίας, αρχιαστυφύλακας 1827 Μιχάλης Καλλής (ΜΚ4), επιχείρησε να καταθέσει ως τεκμήριο γραπτή ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου 1 μέσα από την οποία παραδέχεται τη διάπραξη των κατ' ισχυρισμό αδικημάτων του κατηγορητηρίου που τον αφορούν εμπλέκοντας και άλλα τρία άτομα ως συνεργούς του. Αυτή η προσπάθεια προσέκρουσε στην ένσταση της συνηγόρου του, η οποία ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι το συγκεκριμένο έγγραφο δεν πρέπει να κατατεθεί επειδή έχει ληφθεί χωρίς την ελεύθερη βούληση του κατηγορουμένου 1 αλλά δόθηκε κατόπιν: (α) εξαναγκασμού, (β) κτυπημάτων που του επέφερε μέλος της αστυνομίας, (γ) πίεσης που του ασκήθηκε συνεπεία απαγόρευσης που είχε στο να επισκεφτεί ιατρό, άρνησης να έχει πρόσβαση σε υπηρεσίες δικηγόρου και γενικότερα στέρησης της ευκαιρίας να πληροφορηθεί τα δικαιώματα του από το άρθρο 11 του Ν.163(Ι)/2005, (δ) απειλές. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο διέταξε τη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης για να διευκρινιστούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες λήφθηκε το προαναφερόμενο επίμαχο έγγραφο καθώς και γενικότερα να εξεταστούν τα πιο πάνω σημεία. Το εν λόγω έγγραφο που είναι συνταγμένο στη μητρική γλώσσα του κατηγορουμένου 1 που είναι η ρουμανική αλλά και μεταφράστηκε πιστά στην ελληνική γλώσσα κατατέθηκε ως Τεκμήρια ΔΕΔ3Α και 3Β. Στη διαδικασία δίκης εντός δίκης που ακολούθησε η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε τρεις μάρτυρες ενώ η πλευρά του κατηγορουμένου 1 δεν παρουσίασε οποιοδήποτε μάρτυρα. Πρώτος μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής ήταν ο αρχιαστυφύλακας 1204 Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου (ΜΚΔΕΔ1). Στην κυρίως εξέταση του ο ΜΚΔΕΔ1 κατάθεσε ως Τεκμήριο ΔΕΔ1 γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 18.09.14 στην οποία αναφέρει σε ποιες ενέργειες προέβηκε αναφορικά με την υπόθεση αυτή. Όπως σημειώνεται στην κατάθεση του, μεταξύ των ενεργειών που ο εν λόγω μάρτυρας έκανε ήταν στις 17.09.14 να πληροφορήσει γραπτώς τον κατηγορούμενο 1 στη ρουμανική γλώσσα για τα δικαιώματα επικοινωνίας του ως κρατούμενος τα οποία αυτός υπέγραψε στην παρουσία του, καθότι προηγουμένως της ίδιας ημέρας τον συνέλαβε δυνάμει σχετικού δικαστικού εντάλματος σύλληψης. Το έντυπο με τα δικαιώματα επικοινωνίας κρατουμένων τόσο στη μητρική γλώσσα του κατηγορουμένου 1 που είναι η ρουμανική όσο και πιστή μετάφραση του κειμένου στην ελληνική γλώσσα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια ΔΕΔ2Α και 2Β. Ερχόμενος στις συνθήκες κάτω από τις οποίες λήφθηκε το επίμαχο έγγραφο, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος 1 διάβασε το Τεκμήριο ΔΕΔ2Α που ήταν συνταγμένο στην μητρική του γλώσσα και ακολούθως τον ρώτησε αν επιθυμούσε να ασκήσει οποιοδήποτε δικαίωμα του ως κρατούμενος με βάση το έντυπο αυτό. Επειδή δεν εισέπραξε απάντηση του ο μάρτυρας αυτός κάλεσε τον κατηγορούμενο 1 να το υπογράψει. Μάλιστα ο εν λόγω μάρτυρας είπε ότι ο κατηγορούμενος 1 ζήτησε να επικοινωνήσει με συγγενικό του πρόσωπο στη Ρουμανία για να του αναφέρει να μην τον αναμένει στο αεροδρόμιο καθότι δεν θα ταξίδευε, πράγμα που έκανε χρησιμοποιώντας το τηλέφωνο του. Επίσης, ο ΜΚΔΕΔ1 ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος 1 ουδέποτε του είπε ότι αισθανόταν ενοχλήσεις ή ότι αντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα υγείας. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚΔΕΔ1, ανάμεσα σ' άλλα, επανέλαβε ότι έδωσε στον κατηγορούμενο 1 το έντυπο με τα δικαιώματα επικοινωνίας κρατουμένων ζητώντας του να το διαβάσει και αυτός αφού διάβασε το κείμενο στη ρουμανική γλώσσα το υπέγραψε στην παρουσία του μάρτυρα σημειώνοντας μάλιστα δίπλα από την υπογραφή του το επίθετο του ολογράφως. Απαντώντας σχετική ερώτηση, ο εν λόγω μάρτυρας είπε ότι εκ παραδρομής δεν διαγράφηκε ένα από τα δύο ενδεχόμενα ως προς το κατά πόσο επιθυμούσε ή όχι να ασκήσει τα δικαιώματα που περιγράφονταν στο έντυπο, απορρίπτοντας έτσι τη θέση της συνηγόρου του κατηγορουμένου 1 ότι το εν λόγω έντυπο δεν δόθηκε στον κατηγορούμενο 1 αλλά ότι απλά του ζητήθηκε να το υπογράψει. Δεύτερος μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής ήταν ο αστυφύλακας 1240 Βάσος Αιμιλίου (ΜΚΔΕΔ2), ο οποίος στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι μετέβηκε στον αερολιμένα Λάρνακας και συνάντησε σε γραφείο εκεί τον κατηγορούμενο 1 μαζί με τη συμβία και τη θυγατέρα του. Περιγράφοντας την κατάσταση που τον βρήκε, ο εν λόγω μάρτυρας είπε ότι ο κατηγορούμενος 1 φαινόταν μια χαρά και καλά στην υγεία του και δεν του παραπονέθηκε για οτιδήποτε. Ακολούθως ο μάρτυρας είπε ότι μετέβηκαν όλοι στο ΤΑΕ Πάφου και αφού πληροφόρησε τον κατηγορούμενο 1 ότι θα του ληφθεί ανακριτική κατάθεση αυτός απάντησε από μέρους του ήταν εντάξει να προχωρήσει με τη λήψη της, πράγμα που ο ΜΚΔΕΔ2 έπραξε. Επιπλέον ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι καθ' όλη τη διάρκεια από τη μεταφορά του κατηγορουμένου 1 από τη Λάρνακα στην Πάφο και μέχρι την ολοκλήρωση της λήψης της ανακριτικής κατάθεσης του (Τεκμήρια ΔΕΔ3Α και 3Β) ο κατηγορούμενος ουδέποτε του εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο για πόνους που αισθανόταν και ουδέποτε ζήτησε να επισκεφτεί ιατρό. Αντίθετα, κάποια στιγμή πριν την λήψη της ανακριτικής κατάθεσης του ζήτησε νερό, αίτημα που ικανοποιήθηκε. Τότε ο μάρτυρας τον ρώτησε αν αισθανόταν καλά και αν ήταν σε θέση να δώσει ανακριτική κατάθεση με τον κατηγορούμενο 1 να απαντά καταφατικά. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚΔΕΔ2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως ο ίδιος μαζί με τον αρχιαστυφύλακα 1784 Κλεόπα και τον κατηγορούμενο 1 μετέβησαν στην Πάφο με υπηρεσιακό όχημα της αστυνομίας ενώ τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του εν λόγω κατηγορουμένου μεταφέρθηκαν στην Πάφο με διαφορετικό αστυνομικό όχημα για να αποτραπεί κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τυχόν μεταξύ τους συνεννόηση για σκοπούς μεταγενέστερης ανάκρισης τους, εφόσον υπό σύλληψη τελούσε και η συμβία του κατηγορουμένου
  6. Απορρίπτοντας την τοποθέτηση της συνηγόρου του κατηγορουμένου 1 ότι ο λόγος που τους μετέφεραν στην Πάφο με διαφορετικά αστυνομικά οχήματα ήταν για να ασκείται στον πελάτη της ψυχική πίεση, φόβο και εκβιασμό, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι καθ' όλη τη διαδρομή ο κατηγορούμενος 1 κοιμόταν και έτσι καμία μεταξύ τους συζήτηση αναπτύχθηκε. Στη συνέχεια ο μάρτυρας απέρριψε τη θέση της κυρίας Ταλιώτου ότι ο κατηγορούμενος 1 όταν βρισκόταν στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου του ζήτησε να έχει επικοινωνία με δικηγόρο. Επίσης ο ΜΚΔΕΔ2 αρνήθηκε τη θέση της εν λόγω συνηγόρου ότι από τη Λάρνακα μέχρι η ώρα που σχόλασε στην Πάφο κτύπησε σε οποιαδήποτε στιγμή τον κατηγορούμενο
  7. Αντίθετα ο ίδιος πρόσφερε νερό στον κατηγορούμενο
  8. Ακόμη ο μάρτυρας αρνήθηκε κατηγορηματικά τον ισχυρισμό της κυρίας Ταλιώτου ότι ο πελάτης της συνεχώς ζητούσε τις υπηρεσίες ιατρού. Επανεξεταζόμενος ο ΜΚΔΕΔ2 διευκρίνισε ότι αποτελεί συνήθης διαδικασία της αστυνομίας οι ύποπτοι να μην βρίσκονται στο ίδιο όχημα. Τελευταίος μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής ήταν ο αρχιαστυφύλακας 1827 Μιχάλης Καλλής (ΜΚΔΕΔ3), ο οποίος στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι ενώ βρισκόταν στο κυρίως δωμάτιο του ΤΑΕ Πάφου μαζί με τον κατηγορούμενο 1 και τον πληροφόρησε ότι θα ήταν προς το συμφέρον του να πει την αλήθεια, ο κατηγορούμενος 1 εξέφρασε την επιθυμά να αναφέρει γραπτώς την αλήθεια σε σχέση με την υπόθεση αυτή. Τότε ο μάρτυρας του επέστησε την προσοχή στο νόμο και στην παρουσία διερμηνέως έλαβε ανακριτική κατάθεση από αυτόν. Όπως ο μάρτυρας ανάφερε, κατά τη διάρκεια λήψης της γραπτής κατάθεσης ο κατηγορούμενος φαινόταν μια χαρά και δεν του έδωσε την εντύπωση να έχει οτιδήποτε και δεν του ανάφερε ότι αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα. Η γραπτή κατάθεση στην οποία κάνει αναφορά ο μάρτυρας αυτός είναι το επίμαχο έγγραφο, του οποίου το κείμενο στη ρουμανική γλώσσα αλλά και πιστή μετάφραση στην ελληνική γλώσσα παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας ως Τεκμήρια ΔΕΔ3Α και 3Β. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚΔΕΔ3, ανάμεσα σ' άλλα, αρνήθηκε κατηγορηματικά τη θέση της κυρίας Ταλιώτου ότι για 3 ώρες περίπου απειλούσε συνεχώς τον κατηγορούμενο 1 ότι αν δεν παραδεχόταν και δεν κατονόμαζε τυχόν άλλους συνεργούς του θα δημιουργούσε πρόβλημα στη συμβία του και ότι το Γραφείο Ευημερίας θα αναλάμβανε την ευθύνη του παιδιού του. Σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα, ο ίδιος πρόσφερε φραπέ και τσιγάρο και επειδή δέχτηκαν παρατήρηση που κάπνιζαν εντός του γραφείου του ΤΑΕ βγήκαν έξω και κάθισαν σε παγκάκι στην αυλή και συζητούσαν μέχρι να έλθει η διερμηνέας για τη λήψη της ανακριτικής κατάθεσης. Όπως ΜΚΔΕΔ3 ανάφερε, ο ίδιος συμβούλευσε τον κατηγορούμενο 1 να πει την αλήθεια στην αστυνομία και απέρριψε τη θέση της συνηγόρου του κατηγορουμένου 1 ότι καθοδήγησε τον πελάτη της να παραδεχτεί τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται στην παρούσα υπόθεση. Επίσης ο μάρτυρας επανέλαβε ότι με τη λήψη της κατάθεσης ο κατηγορούμενος 1 ήταν ψυχολογικά μια χαρά. Κατά την αγόρευση της η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι μέσα από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε έχει αποδειχτεί ότι το περιεχόμενο του επίμαχου εγγράφου (Τεκμήρια ΔΕΔ3Α και 3Β) είναι προϊόν επιθυμίας του κατηγορουμένου
  9. Με αναφορά σε νομολογία είναι η θέση της κυρίας Παπαλαζάρου ότι οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου 1 είναι αόριστοι και αυθαίρετοι. Αντίθετη ήταν η θέση της συνηγόρου του κατηγορουμένου 1 η οποία ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι ο κατηγορούμενος 1 εξαναγκάστηκε, πιέστηκε και απειλήθηκε προκειμένου να δώσει το επίμαχο έγγραφο. Με παραπομπή σε νομολογία η κυρία Ταλιώτου ισχυρίστηκε ότι στην παρούσα περίπτωση δεν τηρήθηκε η νενομισμένη διαδικασία. Όταν η κατηγορούσα αρχή επιχειρεί να παρουσιάσει στο Δικαστήριο μια κατάθεση κατηγορούμενου ή γενικότερα ένα έγγραφο που καθ' οιονδήποτε τρόπο καταγράφει δηλώσεις του όπως το επίμαχο (Τεκμήρια ΔΕΔ3Α και 3Β) ως μέρος του μαρτυρικού υλικού, τότε φέρει το βάρος απόδειξης ότι αυτό λήφθηκε με τη θέληση του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Επομένως, η κατηγορούσα αρχή οφείλει να αποδείξει ότι το σκοπούμενο προς κατάθεση έγγραφο είναι προϊόν ελεύθερης βούλησης του κατηγορούμενου και ότι δεν λήφθηκε κάτω από συνθήκες που επέδρασαν δυσμενώς στη θέληση του κατηγορούμενου, όπως η άσκηση εξουσίας αστυνομικού οργάνου που έκδηλα θέτει τον κατηγορούμενο σε δυσμενή θέση έναντι αυτού, η άσκηση άμεσης ή έμμεσης βίας ή απειλής ή η άμεση ή έμμεση υπόσχεση για αποκόμιση πλεονεκτήματος. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις R. v. Sfongaras 22 C.L.R. 113, Kokkinos v. Police

(1967)2 C.L.R. 217, Petri v. The Police
(1968)2 C.L.R. 1, Ioannides v. The Republic
(1968)2 C.L.R. 169 και Psaras & Another v. Police
(1987)2 C.L.R. 132. H υπόθεση Fournides v. The Republic
(1986)2 C.L.R. 73, συνοψίζει τις αρχές που διέπουν τη δεκτότητα μιας κατάθεσης αλλά και οποιουδήποτε εγγράφου τύπου όπως το επίμαχο στη συγκεκριμένη περίπτωση, στο ακόλουθο χαρακτηριστικό απόσπασμα: "Είναι αλήθεια ότι σειρά αποφάσεων της Κυπριακής Νομολογίας αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να απορρίψει μια κατάθεση αν λήφθηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες. Η ουσία αυτών των αποφάσεων έγκειται εις το ότι ένα Δικαστήριο που καλείται να αποφασίσει τη δεκτότητα μιας κατάθεσης πρέπει να υιοθετεί μια ευρεία θεώρηση των γεγονότων που περιβάλλουν και συνθέτουν τη λήψη της κατάθεσης και δεν πρέπει να διστάζει να απορρίψει μια κατάθεση αν λήφθηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες. Αυτές οι αρχές, αντανακλούν τη δέσμευση μας για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τη διατήρηση του κράτους δικαίου. Ωστόσο καμιά από αυτές τις αυθεντίες στοχεύει στην αλλαγή της βασικής αρχής ότι η θεληματικότητα είναι το κριτήριο της δεκτότητας. Αυτό επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 ΑΑ..Δ. Επίσης οι Δικαστικοί Κανόνες, όπως έχει τονισθεί, δεν αποτελούν από μόνοι τους Κανόνες Δικαίου, παράβαση των οποίων καθιστά μη αποδεκτή την κατάθεση. Αποτελούν, ωστόσο, σημαντικά βοηθήματα για να αποφασισθεί κατά πόσο μια κατάθεση είναι θεληματική." Παρόλο που επίσης πρέπει να καταδεικνύεται ότι το επίμαχο έγγραφο λήφθηκε σύμφωνα με τους Δικαστικούς Κανόνες, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί κατάθεση όπου υπήρξε παρέκκλιση από τους κανόνες, η οποία ασκείται με γνώμονα τη θεληματικότητα αυτής, όπως αναφέρεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Ονησίλλου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 556: "Παρέκκλιση από τους Δικαστικούς Κανόνες κατά τη λήψη κατάθεσης υπόπτου από τις αστυνομικές αρχές, δε συνεπάγεται και την απόρριψη της κατάθεσης ως μαρτυρίας. Η αρχή δικαίου η οποία ισχύει είναι τούτη: Παρέκκλιση από τους Δικαστικούς Κανόνες παρέχει διακριτική ευχέρεια στο εκδικάζον την υπόθεση δικαστήριο να τις απορρίψει με έρεισμα τις επιπτώσεις που ενέχει άμεσα ή έμμεσα στο εκούσιο της κατάθεσης που συνιστά και το κύριο εχέγγυο για την ορθότητα και την ακρίβεια του περιεχομένου της ." Το Δικαστήριο οφείλει να αποδεχθεί κατάθεση όταν είναι βέβαιο στον απαιτούμενο βαθμό ότι οι συνθήκες που περιβάλλουν τη λήψη του επίμαχου εγγράφου είναι ελεύθερες από κάθε υποψία και οποιονδήποτε βαθμό καταπίεσης και βέβαια απουσιάζουν συνθήκες άμεση ή έμμεση υπόσχεση για αποκόμιση πλεονεκτήματος. Η λέξη 'καταπίεση' επεξηγήθηκε στην υπόθεση R. v. Priestley
(1965)51 Cr. App. R. 1 ως: ".to my mind this word, in the context of the principles under consideration, imports something which tends to sap, and has sapped, that free will which must exist before a confession is voluntary .. Whether or not there is oppression in an individual case depends upon many elements. I am not going into all of them. They include such things as the length of time of any individual period of questioning, the length of time intervening between periods of questioning, whether the accused person had been given proper refreshment or not, and the characteristics of the person who makes the statement. What may be oppressive as regards a child, an invalid, or an old man, or somebody inexperienced in the ways of this world may turn out not to be oppressive when one finds that the accused person is of a tough character and an experienced man of the world." Στην υπόθεση R. v. Prayer
(1972)56 Cr. App. R. 151 αποφασίστηκε ότι 'καταπιεστική ανάκριση' είναι ανάκριση που από τη φύση της, τη διάρκεια της ή άλλα περιστατικά (περιλαμβανομένης και της κράτησης) δημιουργεί ελπίδες (όπως την ελπίδα απόλυσης) ή φόβους ή επηρεάζει με τέτοιο τρόπο το μυαλό του κατηγορουμένου έτσι που η θέση του να μειώνεται και να ανοίγει το στόμα του όταν στην αντίθετη περίπτωση θα έμενε σιωπηλός. Στην υπόθεση R. v. Houghton
(1979)68 Cr. App. R. 197 έχει λεχθεί ότι το Δικαστήριο πρέπει να θέσει το ερώτημα τι οδήγησε τον κατηγορούμενο να πει αυτά που είπε. Αναμφίβολα, η θεληματικότητα μιας κατάθεσης οδηγεί στη διαπίστωση ευρημάτων. Η αξιολόγηση όμως της μαρτυρίας σε μια δίκη εντός δίκης πρέπει να περιορίζεται σε όσο το δυνατό στενότερα πλαίσια για να καλύψουν μόνο τα επίδικα θέματα της δίκης εντός δίκης. Η διατύπωση ευρημάτων για την αξιολόγηση μαρτύρων αποφεύγεται όσο είναι δυνατό, ώστε να μην επηρεαστεί η ευρύτερη αξιοπιστία των μαρτύρων στο πλαίσιο της κυρίως δίκης (Petri v. Police
(1968)2 C.L.R. 40 και Ioannides v. The Republic
(1968)2 C.L.R. 169). Δεν πρέπει ακόμη να εξάγονται συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να επηρεάσουν δυσμενώς την υπεράσπιση του κατηγορούμενου. Έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας που προσκομίστηκε στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης και χωρίς να μου διαφεύγει ότι το θέμα γενικά της αξιοπιστίας των μαρτύρων στη διαδικασία αυτή πρέπει να παραμείνει ανοικτό, προχωρώ να εξετάσω τα προαναφερόμενα εγειρόμενα ζητήματα. Θα ξεκινήσω από τις θέσεις του κατηγορουμένου 1 για το επίδικο έγγραφο, οι οποίες περιορίζονται μέσα από υποβολές της συνηγόρου του μιας και ο ίδιος δεν έδωσε οποιαδήποτε μαρτυρία στη διαδικασία αυτή. Συγκεκριμένα, είναι η θέση του ότι μέλη της αστυνομίας του αρνήθηκαν αίτημα του να επισκεφτεί ιατρό ως αποτέλεσμα κτυπημάτων που του επέφερε ο ΜΚΔΕΔ2, προς το πρόσωπο του οποίου περιορίζεται η θέση του κατηγορουμένου 1 για άσκηση βίας εναντίον του. Πρόκειται για ένα γενικό, αόριστο και ασαφή ισχυρισμό. Καμία λεπτομέρεια παρέχεται επί τούτου, πέραν της απλής λεκτικής διατύπωσης. Κατ' αρχήν δεν διευκρινίζεται πότε και που ακριβώς ο ΜΚΔΕΔ2 κτυπούσε τον κατηγορούμενο 1, ως είναι ο ισχυρισμός του τελευταίου. Ούτε διευκρινίζεται σε ποιο ή ποια μέρη του σώματος του τον κτυπούσε καθώς και με ποιο τρόπο, δηλαδή αν χρησιμοποιούσε γυμνά χέρια ή κάποιο αντικείμενο και αν ναι τι είδους ήταν αυτό. Απογυμνωμένη όμως από ανάλογες λεπτομέρειες είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου 1 για άρνηση επιθυμίας του να επισκεφτεί ιατρό. Οι φράσεις 'συνεχώς' και 'καθ' όλο το χρονικό διάστημα που μεταφέρθηκε ο κατηγορούμενος 1 από τη Λάρνακα στην Πάφο και μέχρι την ώρα που ο ΜΚΔΕΔ2 σχόλασε από την υπηρεσία του' παραπέμπουν σε γενική και αόριστη τοποθέτηση. Αν ευσταθούσαν οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου 1 ότι πάρα πολλές φορές δέχτηκε κτυπήματα και ότι συνεχώς ζητούσε ιατρό για το πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα που επικαλείται τότε η υγεία του θα κλονιζόταν και θα είχε επιπτώσεις. Αυτό όμως ευτυχώς δεν φαίνεται να συμβαίνει. Από την άλλη όλοι οι μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής ήταν σαφείς και συγκεκριμένοι στις αναφορές τους. Ειδικότερα ο ΜΚΔΕΔ1 ανάφερε κατηγορηματικά ότι καθ' όλη τη διάρκεια που ο κατηγορούμενος 1 ήταν μαζί του σε γραφείο του αερολιμένα Λάρνακας αυτός ουδέποτε του ανάφερε ότι δεν αισθανόταν καλά ή αν αισθανόταν οποιεσδήποτε ενοχλήσεις σε σχέση με την υγεία του. Ο δε ΜΚΔΕΔ2 επιβεβαίωσε τα λεγόμενα του ΜΚΔΕΔ1 αναφέροντας ότι ο κατηγορούμενος 1 φαινόταν καλά στην υγεία του χωρίς να παραπονεθεί για ενοχλήσεις. Καθ' όλη δε τη διάρκεια του ταξιδιού στην Πάφο ο κατηγορούμενος 1 κοιμόταν. Μάλιστα μετά τη μεταφορά του στην Πάφο ο ΜΚΔΕΔ2 ικανοποίησε αίτημα του κατηγορουμένου 1 να πιεί νερό και ρωτώντας τον αν αισθανόταν καλά αυτός του απάντησε καταφατικά χωρίς πάλι να αναφέρει για οποιεσδήποτε ενοχλήσεις. Παράλληλα, σαφής και θετική άρνηση χωρίς παλινδρομήσεις ήταν η θέση του ΜΚΔΕΔ2 ότι σε καμία περίπτωση κτύπησε τον κατηγορούμενο
  1. Συνεπώς, κανένα στοιχείο δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να επαληθεύει τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου 1 περί κτυπημάτων που δέχτηκε από τον ΜΚΔΕΔ2 ή από οποιοδήποτε άλλο μέλος της αστυνομίας καθώς και άρνησης αιτήματος του να επισκεφτεί ιατρό, οι οποίοι ισχυρισμοί απλά περιορίζονται σε λεκτική διατύπωση που στερούνται λογικής και πραγματικού ερείσματος. Είναι ακόμη η θέση του κατηγορουμένου 1 ότι δεν του δόθηκε το έντυπο με τα δικαιώματα επικοινωνίας ως κρατούμενος και ότι απλά του ζητήθηκε να το υπογράψει. Αν ίσχυε όμως αυτό που έλεγε, δηλαδή αν πρόθεση του ΜΚΔΕΔ1 και γενικότερα της αστυνομίας ήταν να μην του δοθεί το έντυπο αυτό αλλά μόνο να το υπογράψει, τότε για πιο λόγο να υπογράψει σε ένα τέτοιο έντυπο, το κείμενο του οποίου ήταν συνταγμένο στη μητρική του γλώσσα που είναι η ρουμανική (Τεκμήριο ΔΕΔ3Α). Εξάλλου και έτσι να είχαν τα πράγματα ο κατηγορούμενος 1 μπορούσε να αρνηθεί να υπογράψει το κείμενο μέχρι να το διαβάσει, πράγμα που δεν έπραξε. Η τοποθέτηση της υπογραφής του στο χώρο του ονόματος του μαζί με την ολογράφως καταγραφή του επιθέτου δίπλα από αυτή καθώς και την καταγραφή της ημερομηνίας και ώρας από τον ίδιο προϋπόθετε το κείμενο να βρίσκεται ενώπιον του, γεγονός που του επέτρεπε να το διαβάσει πρώτα. Πέραν αυτού, ο κατηγορούμενος 1 μπορούσε προτού να υπογράψει να ζητήσει και να τύχει νομικής συμβουλής από το δικηγόρο του και αν όπως ισχυρίζεται του στέρησαν το δικαίωμα να έχει τις υπηρεσίες ενός από αυτού, μπορούσε πάλι να αρνηθεί να το υπογράψει, πράγμα όμως που δεν έπραξε. Τα δεδομένα αυτά υποδεικνύουν ότι στον κατηγορούμενο 1 δόθηκε το έντυπο δικαιωμάτων του κρατουμένου στην μητρική του γλώσσα, ο οποίος είχε την ευκαιρία να το διαβάσει και φαίνεται ότι το διάβασε προτού το υπογράψει και συμπληρώσει την ημερομηνία και ώρα που το διάβασε μαζί με το επίθετο του ολογράφως, πλην όμως επέλεξε να μην ασκήσει τα δικαιώματα του που περιγράφονται στο κείμενο του εν λόγω εντύπου. Θεωρώ ότι η ευθύνη του ΜΚΔΕΔ1 εξαντλήθηκε με την παράδοση του εντύπου στη ρουμανική γλώσσα στον κατηγορούμενο
  2. Από εκεί και πέρα ο τρόπος χειρισμού του εντύπου ως εγγράφου ήταν ευθύνη του κατηγορουμένου
  3. Δεδομένης της υπογραφής του αλλά και της ολογράφως καταγραφής του επιθέτου του πάνω στο έντυπο σε συνδυασμό με τη συμπλήρωση της ώρας και της ημερομηνίας, ενέργειες που αναντίλεκτα έγιναν από τον ίδιο τον κατηγορούμενο 1, η μη συμπλήρωση ολογράφως του ονόματος του κατηγορουμένου στην αρχή του κειμένου είναι άνευ ουσιαστικής σημασίας, αλλά θα τολμούσα να έλεγα ότι θα μπορούσε να είχε γίνει για τυπολατρικούς λόγους. Εξίσου τυπικής φύσεως είναι και η τυχαία παράλειψη του κατηγορουμένου 1 να διαγράψει το ενδεχόμενο που δεν ήταν επιλογή του, δηλαδή κατά πόσο επιθυμούσε να ασκήσει τα δικαιώματα του ή δεν επιθυμούσε κάτι τέτοιο. Μόνο ο κατηγορούμενος 1 ήταν σε θέση να το πράξει αφού μόνο αυτός αντιλαμβανόταν το περιεχόμενο του κειμένου στη ρουμανική γλώσσα. Είναι προφανές ότι η μη τέτοια διαγραφή είναι εκ παραδρομής αλλά σε καμία περίπτωση, στη βάση των υπολοίπων ουσιωδών στοιχείων που υπάρχουν καταγραμμένα στο κείμενο σε συνάρτηση με την μαρτυρία του ΜΚΔΕΔ1 ότι ο κατηγορούμενος 1 του ανάφερε ότι δεν επιθυμούσε να ασκήσει τα δικαιώματα που περιγράφονται στο έντυπο, έστω στην ελληνική γλώσσα, μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη, αναιρεί ή ακυρώνει ή διαφοροποιεί την επιλογή του κατηγορουμένου
  4. Η δε μη χρήση μεταφραστή για σκοπούς συμπλήρωσης του εντύπου αυτού ήταν αχρείαστη δεδομένης της σύνταξης του κειμένου στη μητρική γλώσσα του κατηγορουμένου καθώς και της πρωτοβουλίας του κατηγορουμένου 1 να συμπληρώσει και να υπογράψει ο ίδιος το έντυπο χωρίς παράλληλα να αναζητήσει βοήθεια από δικηγόρο. Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα καταλήγω ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν στερήθηκε της ευκαιρίας να πληροφορηθεί τα δικαιώματα του που περιγράφονται μέσα από το περιεχόμενο του σχετικού εντύπου. Απλά λεκτική ήταν και η θέση του κατηγορουμένου 1 ότι όταν βρισκόταν στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου ζήτησε από τον ΜΚΔΕΔ2 να έχει επικοινωνία με δικηγόρο, η οποία δεν συνοδεύεται από οποιοδήποτε μαρτυρικό υλικό που θα καθιστούσε ένα τέτοιο ενδεχόμενο πιθανά υπαρκτό. Τα όσα ανάφερα πιο πάνω ισχύουν και για τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου 1 περί εξαναγκασμού και απειλών που σύμφωνα με τον ίδιο του εκστόμισε ο ΜΚΔΕΔ3 καθώς και για κατ' ισχυρισμό καθοδήγηση που επικαλείται ότι έτυχε από τον εν λόγω αστυνομικό προκειμένου να προβεί στο περιεχόμενο του επίμαχου εγγράφου. Η όλη συμπεριφορά που με σαφήνεια, θετικότητα και παραστατικότητα ο ΜΚΔΕΔ3 περίγραψε στο Δικαστήριο εμπλουτισμένη με συγκεκριμένα στοιχεία και λεπτομέρειες στην απουσία άλλης περί του αντιθέτου μαρτυρίας δεν αφήνουν περιθώριο παραμικρής αμφιβολίας για οποιαδήποτε επιλήψιμη μεταχείριση του κατηγορουμένου 1 από τον εν λόγω αστυνομικό. Γενικότερα οι μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής παρουσίασαν μία ολοκληρωμένη, σταθερή και συνεπή εκδοχή των γεγονότων αναφορικά με τις συνθήκες λήψης του επιδίκου εγγράφου με το οποίο ο κατηγορούμενος 1 συνδέεται, με τις θέσεις των μαρτύρων αυτών να παραμένουν αλώβητες μέχρι τέλους. Θετική και σαφής μαρτυρία προερχόμενη από τους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής όπως η διαπίστωση σε διάφορες περιπτώσεις ότι ο κατηγορούμενος 1 φαινόταν καλά στην υγεία του, η επιβεβαίωση αυτής της διαπίστωσης και από τον ίδιο, η μη οποτεδήποτε υποβολή παραπόνου για αδιαθεσία ή ενοχλήσεις, το ότι ο κατηγορούμενος 1 κοιμόταν καθ' όλη τη διάρκεια της διαδρομής από τη Λάρνακα στην Πάφο, η προσφορά νερού όταν ζήτησε αλλά και η παροχή φραπέ, τσιγάρων και φιλικές συζητήσεις που δεν αντικρούστηκαν από οποιαδήποτε άλλη περί του αντιθέτου μαρτυρία, καταρρίπτουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλους τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου
  5. Εν πάση περιπτώσει, ενώπιον του Δικαστηρίου κανένα στοιχείο υπάρχει που να δημιουργεί εύλογη υποψία ότι το επίμαχο έγγραφο λήφθηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες ή υπό τις συνθήκες που ο κατηγορούμενος 1 επικαλείται. Αντίθετα, από την ενώπιον μου μαρτυρία οδηγούμαι στο ασφαλές συμπέρασμα ότι οι συνθήκες λήψης του επίμαχου εγγράφου είναι όπως τις ανέφεραν στο Δικαστήριο οι μάρτυρες κατηγορίας. Θεωρώ ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι το επίδικο έγγραφο λήφθηκε κάτω από συνθήκες ελεύθερης βούλησης του κατηγορουμένου 1 με τον κατηγορούμενο 1 να θέτει την υπογραφή του σ' αυτό ως προϊόν ελεύθερης βούλησης του και χωρίς καθ' οιονδήποτε τρόπο ή μορφή πίεσης, απειλής, εξαναγκασμού, ξυλοδαρμού, επηρεασμού, καθοδήγησης ή υπόσχεσης για απόκτηση οποιασδήποτε μορφής πλεονεκτήματος ή οφέλους. Είναι όμως γεγονός ότι η θεληματική κατάθεση του κατηγορουμένου 1 δεν συνάδει με το δικαστικό κανόνα 4 που εξηγεί πως πρέπει να είναι ένα τέτοιου είδους έγγραφο και ότι το πρόσωπο που επιθυμεί να τη δώσει να έχει πληροφορηθεί ότι μπορεί να γράψει μόνος του την κατάθεση του και επίσης να βεβαιώνει ότι έδωσε την κατάθεση του χωρίς φόβο και με την θέληση του. Στην προκειμένη περίπτωση το επίδικο έγγραφο είναι ανακριτικού χαρακτήρα και λήφθηκε υπό τη μορφή ερωτήσεων από τον ΜΚΔΕΔ3 και απαντήσεων από τον κατηγορούμενο 1, χωρίς έτσι να υπάρχει το προαναφερόμενο λεκτικό αλλά να περιέχει το λεκτικό μιας ανακριτικής φύσεως κατάθεσης. Παρά την παρέκκλιση αυτή όμως ο σκοπός του θεληματικού στοιχείου παραμένει και όπως ο ΜΚΔΕΔ3 εξήγησε με γνώμονα αυτό αλλά και επειδή από την μαρτυρία του κατηγορουμένου 1 εμπλέκονταν και άλλα άτομα προτιμήθηκε αυτό το είδος κατάθεσης. Δεδομένου ότι επιστήθηκε η προσοχή του κατηγορουμένου 1 στο νόμο και αυτός γνώριζε τις συνέπειες από μια τέτοια κατάθεση, επίσης ότι η κατάθεση αυτή λήφθηκε με τη βοήθεια διερμηνέα και ότι ο κατηγορούμενος 1 γνώριζε πως μπορούσε να προβεί σε οποιεσδήποτε και όσες διορθώσεις, προσθήκες ή αλλαγές επιθυμούσε στο περιεχόμενο της, το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική ευχέρεια του και δέχεται το έγγραφο αυτό για το οποίο υπάρχει παρέκκλιση από τους δικαστικούς κανόνες. Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι τα γεγονότα έχουν ως ακολούθως: Ο ΜΚΔΕΔ1 αμέσως μετά που συνέλαβε τον κατηγορούμενο 1 στον αερολιμένα Λάρνακας του έδωσε έντυπο των δικαιωμάτων των κρατουμένων στην μητρική του γλώσσα που ήταν η ρουμανική, ο οποίος αφού το διάβασε το υπέγραψε στην παρουσία του εν λόγω μάρτυρα καταγράφοντας δίπλα από την υπογραφή του το επίθετο του ολογράφως καθώς και την ημερομηνία και ώρα χωρίς να ζητήσει τη βοήθεια δικηγόρου. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος 1 μεταφέρθηκε στην Πάφο με υπηρεσιακό όχημα της αστυνομίας διαφορετικό από το όχημα που μετέφερε τη συμβία και το παιδί του που ήταν και αυτή τότε ύποπτη προς αποφυγή οποιασδήποτε μεταξύ τους συνεννόησης κατά τη διάρκεια της διαδρομής και στα πλαίσια εφαρμογής σχετικής αστυνομικής διαδικασίας. Καθ' όλη τη διάρκεια της διαδρομής προς την Πάφο ο κατηγορούμενος 1 κοιμόταν. Στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου ζήτησε κάποια στιγμή νερό και ο ΜΚΔΕΔ2 του έδωσε. Ο δε ΜΚΔΕΔ3 τον κέρασε φραπέ και τσιγάρα ενώ συνομίλησε μαζί του φιλικά στην αυλή του σταθμού συμβουλεύοντας τον ότι θα ήταν προς το συμφέρον του να πει την αλήθεια στην αστυνομία. Σε κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος 1 εξέφρασε την επιθυμία στον ΜΚΔΕΔ3 να του αναφέρει γραπτώς την αλήθεια σε σχέση με την υπόθεση αυτή. Τότε ο μάρτυρας του επέστησε την προσοχή στο νόμο και στην παρουσία διερμηνέως έλαβε γραπτή ανακριτική κατάθεση από αυτόν. Το επίμαχο έγγραφο λήφθηκε από τον ΜΚΔΕΔ
  6. Ο κατηγορούμενος 1 υπέγραψε το Τεκμήριο ΔΕΔ3Α με την ελεύθερη βούληση του ως ορθό, πιστή μετάφραση του οποίου πραγματοποιήθηκε με τη βοήθεια διερμηνέα (Τεκμήριο ΔΕΔ3Β). Ο λόγος που η επίμαχη κατάθεση ήταν ανακριτικού χαρακτήρα είναι επειδή ο κατηγορούμενος 1 ενέπλεκε και άλλα τρία άτομα ως συνεργούς του. Ο κατηγορούμενος 1 ουδέποτε ζήτησε τις υπηρεσίες είτε ιατρού είτε δικηγόρου. Ουδέποτε παραπονέθηκε σε οποιονδήποτε αστυνομικό ότι ένιωθε ενοχλήσεις. Μάλιστα όταν ρωτήθηκε αν αισθανόταν καλά αυτός απάντησε καταφατικά. Παράλληλα, όλοι οι μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής διαπίστωσαν ότι ο κατηγορούμενος 1 φαινόταν καλά στην υγεία του και συμπεριφερόταν ως ένα τέτοιο άτομο. Επίσης, κανένας αστυνομικός καθοδήγησε, κτύπησε, εξανάγκασε, πίεσε καθ' οιονδήποτε τρόπο ή απείλησε τον κατηγορούμενο 1 ότι θα δημιουργούσε πρόβλημα στην συμβία του και/ή ότι το Γραφείο Ευημερίας θα αναλάμβανε την ευθύνη του παιδιού του προκειμένου να υπογράψει το επίμαχο έγγραφο. Κατά συνέπεια, το επίμαχο έγγραφο μπορεί να κατατεθεί ως τεκμήριο κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης (κυρίως διαδικασία της υπόθεσης). (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Δίκη εντός δίκης/Κλοπή-Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.