← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΑΓΗΣ ΑΓΗΣΙΛΑΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9157/11, 15/12/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΑΓΗΣ ΑΓΗΣΙΛΑΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9157/11, 15/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B202 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9157/11 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.

  1. ΑΓΗΣ ΑΓΗΣΙΛΑΟΥ
  2. ΒΑΡΒΑΡΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 15.12.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού Για Κατηγορούμενο 2: κος Α. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος 2: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει κατηγορία κλεπταποδοχής κατά παράβαση του άρθρου 306(α) του Κεφ.154 (τρίτη κατηγορία κατηγορητηρίου). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ότι μεταξύ των ημερομηνιών 21.05.10 και 03.06.10 στην Πάφο αποδέχτηκε 7 χρυσαφικά άγνωστης αξίας περιουσία της Δώρας Αγησιλάου από την Πάφο γνωρίζοντας ότι τα πιο πάνω αποτελούσαν προϊόν κλοπής. Σε προγενέστερη ημερομηνία και προτού αρχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης αυτής, ο κατηγορούμενος 1 προέβηκε σε παραδοχή στις κατηγορίες που τον αφορούσαν και του επιβλήθηκαν ποινές. Για την απόδειξη της υπόθεσης της η κατηγορούσα αρχή δεν παρουσίασε οποιοδήποτε μάρτυρα. Ωστόσο στο στάδιο παρουσίασης της εκδοχής της, η κατηγορούσα αρχή προσκόμισε από κοινού με την υπεράσπιση τα πιο κάτω έγγραφα που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 1, 2, 3Α, 3Β, 4 και 5, το περιεχόμενο των οποίων, με εξαίρεση ορισμένων παραγράφων που έχουν διαγραφεί, αμφότερα μέρη δήλωσαν ότι αποδέχονται ως ορθό και αληθές:

(1)Γραπτή κατάθεση αστυφύλακα 1698 Κ. Κυριάκου (Τεκμήριο 1)
(2)Γραπτή κατάθεση κατηγορουμένου 1 Άγη Αγησιλάου, αδελφού παραπονούμενης, ημερομηνίας 04.06.10 (Τεκμήριο 2)
(3)Δύο γραπτές καταθέσεις παραπονούμενης Δώρας Αγησιλάου ημερομηνίας 04.06.10 και 05.06.10 (Τεκμήρια 3Α και 3Β)
(4)Γραπτή κατάθεση αστυφύλακα 1827 Μ. Καλλή ημερομηνίας 04.06.10 (Τεκμήριο 4)
(5)Γραπτή κατάθεση αστυφύλακα 2798 Σ. Καραολή ημερομηνίας 05.06.10 (Τεκμήριο 5). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον τoυ κατηγορουμένου 2 στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε χωρίς όρκο κατάθεση δίχως να καλέσει οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Η εκδοχή του κατηγορουμένου υπό το φως της γραπτής ανακριτικής κατάθεσης του ημερομηνίας 04.06.10, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6, είναι ότι περί τα τέλη του έτους 2009 ήλθε στο χρυσοχοείο του που στεγάζεται στο κατάστημα αρ.9 του Tatiana Court στη λεωφόρο Ελευθερίου Βενιζέλου ο κατηγορούμενος 1 μαζί με ένα παιδί ζητώντας του να αγοράσει δύο δικές του βέρες επειδή όπως του είπε είχε χωρίσει. Σύμφωνα με την εν λόγω κατάθεση, ο κατηγορούμενος 2 τις αγόρασε επειδή τον λυπήθηκε χωρίς να θυμάται το χρηματικό αντάλλαγμα που έδωσε. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος 2 έλιωσε τις δύο βέρες αλλά δεν γνωρίζει τι απέγινε ο χρυσός. Όπως ακόμη σημειώνεται στην ίδια κατάθεση, έκτοτε ο κατηγορούμενος 2 αγόρασε σταδιακά από τον κατηγορούμενο 1 ένα γυναικείο σταυρό με καδένα, ένα όνομα με καδένα λαιμού, ένα άλλο γυναικείο σταυρό και ένα περίπου μήνα πριν την ημερομηνία που έδωσε την κατάθεση μία χρυσή λίρα του Αγίου Γεωργίου, αντικείμενα συνολικού βάρους 20 γραμμαρίων που ο κατηγορούμενος 1 είπε ότι ήταν δικά του. Για τις αγορές αυτές ο κατηγορούμενος 2 έδωσε στον κατηγορούμενο 1 το χρηματικό ποσό των €300-€400 περίπου. Ο κατηγορούμενος 2 έλιωσε όλα τα προαναφερόμενα χρυσαφικά στο εργαστήριο του και με το χρυσό εκείνο κατασκεύασε άλλα χρυσά αντικείμενα τα οποία και πώλησε. Ακόμη σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος 2 ουδέποτε υποψιάστηκε ότι ο κατηγορούμενος 1 είχε κλέψει τα προαναφερόμενα χρυσαφικά που αγόρασε. Στην χωρίς όρκο κατάθεση του ο κατηγορούμενος 2 δηλώνει αθώος και ότι εξασκεί το επάγγελμα αυτό για 30 χρόνια όπου κατά τη διάρκεια αυτή αγοράζει και πωλεί νόμιμα βάσει των τρεχόντων τιμών. Αμφότερες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Συγκεκριμένα, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι ο κατηγορούμενος μέσα από την γραπτή κατάθεση ισχυρίζεται ψευδώς ότι περί τα τέλη του έτους 2009 έλαβε κάποια κλοπιμαία περιουσία από τον κατηγορούμενο 1 τη στιγμή που τα παραδεκτά γεγονότα παραπέμπουν σε χρονική περίοδο μετά από 6 μήνες. Είναι η θέση του κυρίου Συμεού ότι η εν λόγω γραπτή αναληθής θέση του κατηγορουμένου 2 σε συνάρτηση με την μαρτυρία που γενικότερα τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι επαρκής στο να κρίνει τον κατηγορούμενο 2 ένοχο στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία του συνηγόρου υπεράσπισης, ο οποίος υποστήριξε πως ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε που να αποδεικνύει ότι η τιμή που πωλήθηκαν τα επίδικα αντικείμενα ήταν χαμηλή. Είναι ακόμη η θέση του εν λόγω συνηγόρου ότι τα συγκεκριμένα 7 κομμάτια χρυσαφικών δεν εντοπίστηκαν στο κατάστημα του κατηγορουμένου 2. Επίσης είναι η θέση του κυρίου Αλεξάνδρου ότι δεν υπάρχει αποκρυσταλλωμένη μαρτυρία σε ποια 7 τεμάχια χρυσαφικών γίνεται αναφορά και αν ο κατηγορούμενος 2 έλαβε τελικά όλα τα χρυσαφικά ή μέρος ή σταδιακά. Ο συνήγορος υπεράσπισης επιπλέον ισχυρίστηκε ότι ελλείπει παντελώς στοιχείο που να οδηγεί σε γνώση από μέρους του κατηγορουμένου 2 ότι τα επίδικα χρυσαφικά ήταν κλοπιμαία. Στη βάση των πιο πάνω ο κύριος Αλεξάνδρου κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει τον κατηγορούμενο 2 στην τρίτη κατηγορία του κατηγορητηρίου που τον αφορά. Η εκδοχή του κατηγορουμένου τέθηκε στο Δικαστήριο μέσω σχετικής χωρίς όρκο κατάθεσης από την θέση στην οποίαν βρισκόταν, εξασκώντας έτσι το δικαίωμα που του παρέχει το άρθρο 74
(1)(γ) της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ.155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, σε συνάρτηση βέβαια με τη γραπτή ανακριτική κατάθεση του στην αστυνομία ημερομηνίας 04.06.10 (Τεκμήριο 6). Είναι γνωστό ότι η παροχή χωρίς όρκο κατάθεσης δεν επενεργεί εις βάρος του κατηγορουμένου αλλά ούτε και εκλαμβάνεται ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του. Είναι αποσαφηνισμένο μέσα από τη νομολογία ότι η χωρίς όρκο δήλωση του κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ωστόσο, όπως έχει επίσης νομολογηθεί, η αξία που έχει μία τέτοια δήλωση είναι περιορισμένη αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης (Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Δημοσθένους κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Ιωάννου και Σιμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, R. v. Frost [1964] 64 Cr. App. R. 284, Σίφουνας v. Δημοκρατίας και Πέτρου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ.91, Vrakas v. R
(1973)2 CLR 139, Θεμιστοκλέους v. Αστυνομίας
(1981)2 CLR 200, Καντάρ v. Δημοκρατίας
(1978)2 CLR 132). Στην δε υπόθεση Θεοχάρους v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22 τονίστηκε πως η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει την ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε αξιόπιστη. Το Δικαστήριο όμως έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη πριν καταλήξει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της. Στην προκειμένη περίπτωση η ουσιαστικά μονολεκτική χωρίς όρκο δήλωση του κατηγορουμένου 2 δεν προσθέτει οτιδήποτε νέο στην εκδοχή του, το πλαίσιο της οποίας προσδιορίζεται μέσα από το περιεχόμενο της γραπτής ανακριτικής κατάθεσης του (Τεκμήριο 6) για το οποίο το Δικαστήριο, στη βάση της ενώπιον του αποδεκτής μαρτυρίας, δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει καθότι συμπλέει με αυτή. Βέβαια η αναφορά του κατηγορουμένου 2 μέσα από το Τεκμήριο 6 ότι η πρώτη φορά που αγόρασε μέρος των επιδίκων χρυσαφικών από τον κατηγορούμενο 1 ήταν περί τα τέλη του έτους 2009 δεν ευσταθεί καθότι τα παραδεκτά γεγονότα τα οποία και υπερισχύουν παραπέμπουν σε τέτοια χρονική περίοδο του ενός μηνός περίπου πριν από τις 04.06.10 που ο κατηγορούμενος 1 προέβηκε σε γραπτή ομολογία στην αστυνομία για την αξιόποινη πράξη του. Ανακριβής όμως κρίνεται και η αναφορά του κατηγορουμένου 2 που δίδει μέσα από το Τεκμήριο 6 για αγορά διαφόρων χρυσαφικών από τον κατηγορούμενο 1, η περιγραφή των οποίων καταλήγει σε 6 τεμάχια αντίς 7 κομμάτια που είναι τα παραδεκτά γεγονότα, λαμβάνοντας υπόψη ότι η μία εκ των δύο βερών στις οποίες ο κατηγορούμενος 2 κάνει αναφορά ότι αγόρασε δεν μπορεί να εκληφθεί ως μέρος της κλαπείσας περιουσίας αφού η παραπονούμενη δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι της κλάπηκε μία βέρα και όχι δύο. Εν πάσει περιπτώσει, τα πιο πάνω σε καμία περίπτωση ανατρέπουν την βάση και την ουσία της εκδοχής του κατηγορουμένου
  1. Όλη η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής προσκομίστηκε υπό τη μορφή παραδεκτών γεγονότων. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης τα μέρη δήλωσαν από κοινού τα πιο κάτω ως παραδεκτά γεγονότα που εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και αποτελούν αυτόματα μέρος των ευρημάτων του: (α) Η συνολική αξία της κλαπείσας ποσότητας χρυσαφικών από την οικία της παραπονούμενης ανέρχεται στο ποσό των €5.000,00, από την οποία 7 κομμάτια χρυσαφικά έχουν πωληθεί από τον κατηγορούμενο 1 στον κατηγορούμενο
  2. (β) Στις 04.06.10 ο αστυφύλακας 1698 Κ. Κυριάκου παρέλαβε από το κατάστημα του κατηγορουμένου 2 λιωμένο χρυσό βάρους 44,8 γραμμαρίων. Παράλληλα μέσα από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1 μέχρι 5, το οποίο αμφότερα μέρη αποδέχονται ως ορθό και αληθές προέκυψαν τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα που επίσης εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και αποτελούν και αυτά μέρος των ευρημάτων του:
  3. Στις 03.06.10 η παραπονούμενη πρόσεξε ότι από το κουτί που βρισκόταν στο ερμάρι του υπνοδωματίου της οικίας της κλάπηκαν διάφορα χρυσαφικά όπως 3 χρυσούς σταυρούς με τις χρυσές τους καδένες, 3 χρυσές λίρες του Αγίου Γεωργίου, 3 χρυσές ταυτότητες των παιδιών της, 2 χρυσές πλακέτες με τα ονόματα 'Θέκλα' και 'Δώρα', μία πλακέτα με χρυσή καδένα με το όνομα 'Θέκλα', μία βέρα, ένα χρυσό βραχιόλι, μία γυναικεία χοντρή χρυσή καδένα του λαιμού με σταυρό και περί τα 10 χρυσά δαχτυλίδια.
  4. Στις 04.06.10 η παραπονούμενη προέβηκε σε σχετική καταγγελία στην αστυνομία για διάρρηξη και κλοπή στην οικία της.
  5. Μέλη της αστυνομίας που μετέβηκαν επί τόπου διαπίστωσαν ότι ο δράστης πέτυχε είσοδο στην εν λόγω οικία από μικρό παραθυράκι το οποίο βρίσκεται στο ξύλινο πλαίσιο της κύριας εισόδου (παραστατό) στην πρόσοψη της κατοικίας παραβιάζοντας το με φυσική βία. Σιδεράκι που βρισκόταν στη θύρα εισόδου και στερέωνε το σύρτη του προαναφερόμενου παραθύρου εντοπίστηκε από την παραπονούμενη να απουσιάζει.
  6. Μέσα από αστυνομικές έρευνες ο κατηγορούμενος 1, αδελφός της παραπονούμενης, παραδέχτηκε ότι ήταν αυτός που διέρρηξε την οικία της και έκλεψε διάφορα χρυσαφικά.
  7. Ο κατηγορούμενος 1 πώλησε σε 3-4 φορές σε διάστημα ενός μηνός μέρος των κλαπέντων χρυσαφικών στον κατηγορούμενο 2 έναντι του χρηματικού ποσού των €300,
  8. Στις 04.06.10 ο αστυφύλακας 1698 Κ. Κυριάκου μαζί με συνάδελφο του προέβηκε σε έρευνα στο χρυσοχοείο του κατηγορουμένου 2, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του τελευταίου, μέσα από την οποία εντόπισε μεγάλο αριθμό μεταχειρισμένων χρυσαφικών και ένα σακουλάκι με λιωμένο χρυσό στο οποίο αναγραφόταν βάρος 44,8 γραμμάρια.
  9. Την ίδια ημέρα ο πιο πάνω αστυφύλακας συνέλαβε τον κατηγορούμενο 2 δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και αφού του εξήγησε τους λόγους σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε 'Δεν παραδέχομαι. Δεν το ήξερα ότι ήταν κλεψιμιά επειδή μου τα έφερνε σταδιακά.'
  10. Στις 05.06.10 ο κατηγορούμενος 1 υπέδειξε στον αστυφύλακα 2798 Σ. Καραολή τόσο την οικία της παραπονούμενης που βρίσκεται στην οδό Δενούσης αρ.6 στην Πάφο όπου διέρρηξε και από την οποία έκλεψε διάφορα χρυσαφικά όσο και το χρυσοχοείο του κατηγορουμένου 2 που είναι το κατάστημα αρ.9 με την ονομασία 'Blue Diamond' στο Tatiana Court στη λεωφόρο Ελευθερίου Βενιζέλου στην Πάφο ως το χρυσοχοείο στο οποίο πήρε και πώλησε μέρος των χρυσαφικών που έκλεψε από την κατοικία της παραπονούμενης.
  11. Στις 09.06.10 ο αστυφύλακας 1698 Κ. Κυριάκου επέστρεψε στον κατηγορούμενο 2 όλα τα μεταχειρισμένα χρυσαφικά που ο τελευταίος του παρέδωσε όταν εντοπίστηκαν μέσα από την έρευνα του χρυσοχοείου του πρώτου στις 04.06.10 επειδή κατόπιν ελέγχου τους διαπιστώθηκε ότι αυτά βρίσκονταν νόμιμα στην κατοχή του κατηγορουμένου
  12. Στο σημείο αυτό θεωρώ χρήσιμο να αναφέρω ότι εντοπίζω μία διαφορά στα παραδεκτά γεγονότα. Συγκεκριμένα ενώ αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι από την οικία της παραπονούμενης κλάπηκαν 3 χρυσοί σταυροί με τις χρυσές τους καδένες, 3 χρυσές λίρες του Αγίου Γεωργίου, 3 χρυσές ταυτότητες των παιδιών της, 2 χρυσές πλακέτες με τα ονόματα 'Θέκλα' και 'Δώρα', μία πλακέτα με χρυσή καδένα με το όνομα 'Θέκλα', μία βέρα, ένα χρυσό βραχιόλι, μία γυναικεία χοντρή χρυσή καδένα του λαιμού με σταυρό και περί τα 10 χρυσά δαχτυλίδια, είναι την ίδια στιγμή παραδεκτό γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 1 έκλεψε από την κατοικία της παραπονούμενης 7-8 κομμάτια χρυσαφικών διαφόρων ειδών. Με δεδομένο ότι είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 1 πώλησε στον κατηγορούμενο 2 εφτά με οκτώ κομμάτια χρυσαφικών έναντι του χρηματικού ποσού των €300,00 πρόκειται για επουσιώδη διαφορά. Επιπροσθέτως, θεωρώ πως η κοινή δήλωση των μερών ότι συνολική αξία της κλαπείσας ποσότητας χρυσαφικών από την οικία της παραπονούμενης ανέρχεται στο ποσό των €5.000,00, από την οποία 7 κομμάτια χρυσαφικά έχουν πωληθεί από τον κατηγορούμενο 1 στον κατηγορούμενο 2 διευκρινίζει το ζήτημα αυτό σε βαθμό που να ξεκαθαρίζει τη διαφορά που προέκυψε τοποθετώντας έτσι το όλο θέμα στην ορθή, αληθή και πραγματική του διάσταση. Συνεπώς, προκύπτει και αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 1 έκλεψε από την οικία της παραπονούμενης 3 χρυσούς σταυρούς με τις χρυσές τους καδένες, 3 χρυσές λίρες του Αγίου Γεωργίου, 3 χρυσές ταυτότητες των παιδιών της, 2 χρυσές πλακέτες με τα ονόματα 'Θέκλα' και 'Δώρα', μία πλακέτα με χρυσή καδένα με το όνομα 'Θέκλα', μία βέρα, ένα χρυσό βραχιόλι, μία γυναικεία χοντρή χρυσή καδένα του λαιμού με σταυρό και περί τα 10 χρυσά δαχτυλίδια, όλα συνολικής αξίας €5.000,00 και περιουσία της παραπονούμενης. Μέρος αυτής και ειδικότερα 7 κομμάτια αυτών των κλαπέντων χρυσαφικών διαφόρων ειδών ο κατηγορούμενος πώλησε στον κατηγορούμενο 2 έναντι του χρηματικού ποσού των €300,
  13. Μία άλλη διάσταση που εντοπίζεται μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία είναι η χρονική στιγμή που ο κατηγορούμενος 2 αποδέχτηκε τα κλαπέντα χρυσαφικά. Η αποδοχή γινόταν κάθε φορά που αυτός αγόραζε τα εν λόγω χρυσαφικά από τον κατηγορούμενο
  14. Ειδικότερα στις λεπτομέρειες της τρίτης κατηγορίας σημειώνεται ως τέτοια η περίοδος μεταξύ 21.05.10 και 03.06.
  15. Στη γραπτή κατάθεση της η παραπονούμενη αναφέρει ότι η τελευταία φορά που είδε τα κλαπέντα από τον κατηγορούμενο 1 χρυσαφικά της ήταν δύο εβδομάδες πριν από τις 03.06.
  16. Ωστόσο αποτελούν παραδεκτά γεγονότα από αμφότερα μέρη οι γραπτές θέσεις του κατηγορουμένου 1 στην κατάθεση του ημερομηνίας 04.06.10 (Τεκμήριο 2) ότι ένα μήνα προηγουμένως αντιμετώπιζε έλλειψη χρημάτων με αποτέλεσμα ένα πρωί να κλέψει τα χρυσαφικά της παραπονούμενης από την οικία της, 7 τεμάχια εκ των οποίων να πωλήσει στον κατηγορούμενο 2 σε 3-4 φορές σε διάστημα ενός μηνός. Αυτό από μόνο του ως κοινά παραδεκτό γεγονός και πηγάζοντας αυτόματα από την αμοιβαία παραδοχή των μερών καθορίζει ότι ο κατηγορούμενος 2 αποδέχτηκε τα 7 τεμάχια κλαπέντων χρυσαφικών αγοράζοντας τα από τον κατηγορούμενο σε 3-4 φορές από 03.05.10 μέχρι 03.06.
  17. Χωρίς να επηρεάζονται δυσμενώς οποιαδήποτε δικαιώματα ή συμφέροντα του κατηγορουμένου 2 ή η υπεράσπιση του και δίχως να αλλάζει η κατηγορία που αυτός αντιμετωπίζει ή να αλλοιώνεται η νομική βάση της κατηγορίας αυτής και με βάση τις εξουσίες που μου παρέχει το άρθρο 85
(4)του Κεφ.155 οι λεπτομέρειες της τρίτης κατηγορίας τροποποιούνται έτσι ώστε να αναφέρουν ως περίοδο αποδοχής από τον κατηγορούμενο 2 των 7 τεμαχίων χρυσαφικών που κλάπηκαν από τον κατηγορούμενο 1 από 04.05.10 μέχρι 03.06.10 για να συνάδει με την προσκομισθείσα κοινά αποδεκτή από αμφότερα μέρη μαρτυρία καθότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που το προαναφερόμενο άρθρο θέτει. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Το αδίκημα της κλεπταποδοχής που είναι η κατηγορία που ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει διέπεται από το άρθρο 306 του Κεφ.
  1. Το εν λόγω άρθρο προνοεί ρητά τα εξής: "Όποιος απoδέχεται ή κατακρατεί περιουσία, που γνωρίζει ότι αυτή εκλάπηκε ή αποκτήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο κάτω από περιστάσεις που συνιστούν κακούργημα ή πλημμέλημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου βαθμού (κακουργήματος ή πλημμελήματος) και υπόκειται— (α) στην περίπτωση κακουργήματος, σε φυλάκιση πέντε χρόνων· (β) στην περίπτωση πλημμελήματος, σε φυλάκιση δύο χρόνων." Mελέτη τoυ άρθρου 306 του Κεφ.154 καθιστά σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του υπό εκδίκαση αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) ο κατηγορούμενος αποδέχεται ή κατακρατεί περιουσία, (β) η οποία περιουσία κλάπηκε ή αποκτήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο κάτω από περιστάσεις που συνιστούν κακούργημα ή πλημμέλημα και (γ) ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι αυτή η περιουσία κλάπηκε ή αποκτήθηκε με τρόπο που να αποτελεί κακούργημα ή πλημμέλημα. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου παρατηρώ ότι ο κατηγορούμενος 1 πώλησε στον κατηγορούμενο 2 τρεις με τέσσερις φορές σε διάστημα ενός μηνός εφτά κομμάτια χρυσαφικών που αποτελούσαν μέρος περιουσίας χρυσαφικών που ο πρώτος έκλεψε από την οικία της παραπονούμενης συνολικής αξίας €5.
  2. Ακόμη αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος 2 κάθε φορά που ο κατηγορούμενος 1 του πωλούσε μέρος της κλαπείσας περιουσίας αποδεχόταν αγοράζοντας την έναντι του συνολικού ποσού των €
  3. Το γεγονός ότι δεν προσκομίστηκε αποκρυσταλλωμένη μαρτυρία που να φανερώνει με βεβαιότητα ότι τα συγκεκριμένα 7 κομμάτια χρυσαφικών που ο κατηγορούμενος 2 αγόρασε από τον κατηγορούμενο 1 εντοπίστηκαν στο κατάστημα του πρώτου είναι άνευ σημασίας. Αυτό που έχει σημασία και στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί παραδεκτό γεγονός είναι ότι ο κατηγορούμενος 2 αγόρασε 7 κομμάτια χρυσαφικών που ήταν μέρος κλαπείσας περιουσίας της παραπονούμενης, την οποία απέκτησε πληρώνοντας στον κατηγορούμενο 1 το χρηματικό ποσό των €
  4. Αυτό με τη σειρά του αναντίλεκτα αποδεικνύει αποδοχή και συνάμα κατοχή κλαπείσας περιούσιας από μέρους του κατηγορουμένου
  5. Παράλληλα, χωρίς δεύτερη σκέψη, τα 7 τεμάχια χρυσαφικών εμπίπτουν στην νομική έννοια της 'περιουσίας' που το ερμηνευτικό πλαίσιο του Κεφ.154 (άρθρο 2) περιγράφει. Επομένως τα δύο πρώτα συστατικά στοιχεία ικανοποιούνται στον απαιτούμενο βαθμό. Αυτό που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε όταν αγόραζε τα επίδικα 7 τεμάχια χρυσαφικών ότι αυτά ήταν κλαπέντα. Τέτοια ένοχη γνώση του κατηγορουμένου 2 δεν προκύπτει πάντοτε μέσα από άμεση και θετική μαρτυρία αλλά συνάγεται από τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου καθώς και από τα γεγονότα της υπόθεσης που συνήθως έχουν χαρακτήρα περιστατικής μαρτυρίας (Kyprianou v. The Police
(1976)2 C.L.R. 75). Στην υπόθεση Ψύλλας v. Αστυνομίας (Αρ.2)
(2011)2 Α.Α.Δ. 466 τονίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι η γνώση της κλοπιμαίας προέλευσης αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Ακόμη λέχθηκε ότι η κατοχή προσφάτως κλαπείσας περιουσίας μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα γνώσης και συνακόλουθα ενοχής εκτός αν δοθεί εξήγηση που οδηγεί προς άλλη κατεύθυνση την οποία το Δικαστήριο αξιολογεί, με συνέπεια την αθώωση, εφόσον την αποδεχτεί ή αν δεν είναι διατεθειμένο να την αποκλείσει. Στην περίπτωση που οι εξηγήσεις του κατηγορουμένου δημιουργούν αμφιβολία στο Δικαστήριο για την ύπαρξη γνώσης ο κατηγορούμενος αθωώνεται (Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Απλή υποψία ότι το αντικείμενο μπορεί να είναι κλοπιμαίο δεν είναι επαρκές για να τεκμηριώσει γνώση του κατηγορουμένου κατά το χρόνο της απόκτησης του ότι ήταν κλοπιμαίο (Textbook on Criminal Law, Michael J. Allen, 5η έκδοση σελ.448). Η αγορά κλαπέντων εμπορευμάτων σε τιμή πολύ χαμηλότερη από την αξία τους στην ελεύθερη αγορά είναι παράγοντας που μπορεί να ενισχύσει μαρτυρία για ύπαρξη γνώσης για την προέλευση τους και παράλληλα να αποτελέσει αυτοτελή μαρτυρία από την οποία δυνατό να εξαχθούν ενοχοποιητικά συμπεράσματα (Ττουλιάς v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 258). Σε τέτοια περίπτωση είναι απαραίτητη η προσκόμιση μαρτυρίας για την αξία των κλαπέντων αντικειμένων στην ελεύθερη αγορά κατά το χρόνο πώλησης τους καθώς αναγκαία είναι και η παρουσίαση μαρτυρίας ως προς το τίμημα αγοράς τους κατά τον κρίσιμο χρόνο. Στην ίδια υπόθεση αναφέρθηκε ακόμη ότι η ηθελημένη απόκρυψη της φύλαξης κλοπιμαίας περιουσίας είναι παράγοντας που επίσης τείνει να ενισχύσει την ύπαρξη γνώσης για την προέλευση τους. Πρόσφατη κατοχή κλαπείσας περιουσίας σε σχέση με το διάστημα που διέρρευσε από την κλοπή της μπορεί από μόνο του να μην είναι πάντοτε αποφασιστικός παράγοντας για την εξαγωγή ενοχοποιητικού συμπεράσματος ενοχής, πλην όμως είναι στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη μαζί με την υπόλοιπη προσκομισθείσα μαρτυρία. Την ίδια στιγμή όμως διαπίστωση στενής σχέσης μεταξύ του προσώπου που πωλεί και του προσώπου που αγοράζει δυνατό να οδηγήσει σε ενοχοποιητικό συμπέρασμα γνώσης. Περαιτέρω, τέτοιο συμπέρασμα δυνατό να εξαχθεί στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι ο λογαριασμός συναλλαγής είναι αναληθής (Kyprianou v. The Police
(1976)2 C.L.R. 75). Περαιτέρω, η άρνηση του κατηγορουμένου ότι κατείχε τη συγκεκριμένη περιουσία καθώς και η διατύπωση ψέματος από τον κατηγορούμενο είναι στοιχεία που μπορεί να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι γνώριζε πως η κλαπείσα περιουσία είναι κλοπιμαία. Επιπλέον, το ίδιο συμπέρασμα μπορεί να εξαχθεί όταν διαπιστωθεί πως ο κατηγορούμενος κατείχε πρόσφατα κλαπείσα περιουσία και αυτός δεν προσφέρει καμία εξήγηση αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες την έχει αποκτήσει ή αν η εξήγηση που δίδει κριθεί ότι δεν είναι αληθινή (Textbook on Criminal Law, Michael J. Allen, 5η έκδοση σελ.448, Christofides v. The Police
(1965)2 C.L.R. 69 και Paspalli v. The Police
(1968)2 C.L.R. 108). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν προσπάθησε να αποκρύψει την αγορά των χρυσαφικών που αγόρασε από τον κατηγορούμενο 1 αλλά αντίθετα αποκάλυψε στην αστυνομία ότι κατείχε τη συγκεκριμένη περιουσία ως αποτέλεσμα συναλλαγής που είχε με τον κατηγορούμενο 1 όταν κλήθηκε για να του ληφθεί ανακριτική κατάθεση. Παράλληλα, με δική του γραπτή συγκατάθεση, επέτρεψε τη διεξαγωγή έρευνας στο χρυσοχοείο του από μέλη της αστυνομίας. Μάλιστα η εκδοχή που έδωσε στην αστυνομία για τα μεταχειρισμένα χρυσαφικά που εντοπίστηκαν κατά την έρευνα του καταστήματος ότι προέρχονται από πελάτες του που του τα έφεραν για επιδιόρθωση επαληθεύτηκε αφού μέσα από έλεγχο που η αστυνομία διενήργησε διαπίστωσε ότι αυτά βρίσκονταν νόμιμα στην κατοχή του κατηγορουμένου 2. Σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες απέκτησε την εν λόγω κλοπιμαία περιουσία, ο κατηγορούμενος 2 έδωσε μέσα από το Τεκμήριο 6 εξήγηση πότε και πόσες φορές υπήρξε τέτοια συναλλαγή με τον κατηγορούμενο 1, για ποιο λόγο προέβηκε στις αγορές των χρυσαφικών που αγόρασε και ποιο ήταν το συνολικό αντάλλαγμα των αγορών αυτών. Οι εξηγήσεις αυτές δεν ανατράπηκαν μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής. Την ίδια στιγμή δεν υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο που να καθιστά τις εξηγήσεις αυτές αναληθείς. Περαιτέρω, δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να καθορίζει την αξία στην ελεύθερη αγορά της ποσότητας και ειδών των κλαπέντων χρυσαφικών που ο κατηγορούμενος 2 αγόρασε από τον κατηγορούμενο 1 έτσι ώστε να συγκριθεί με το συνολικό ποσό των €300 που καταβλήθηκε ως αντάλλαγμα για την πώληση τους με σκοπό να εξαχθεί κάποιο συμπέρασμα. Στη βάση όλων αυτών οι θέσεις του κατηγορουμένου 2 ότι κατά το χρόνο αγορών τους ο ίδιος δεν γνώριζε ότι τα χρυσαφικά που απέκτησε από τον κατηγορούμενο 2 ήταν κλοπιμαία καθώς και το ότι αυτό που πάντα πράττει είναι να αγοράζει και να πωλεί νόμιμα σύμφωνα με τις τρέχοντες τιμές της αγοράς παρέμειναν αλώβητες μέχρι το τέλος. Ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε στο Δικαστήριο που να οδηγεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Με τα δεδομένα αυτά το τρίτο συστατικό στοιχείο δεν έχει στοιχειοθετηθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Η σωρευτική τεκμηρίωση των συστατικών στοιχείων κάθε κατηγορίας που ένας κατηγορούμενος αντιμετωπίζει αποτελεί έργο και συνάμα υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής, η οποία φέρει και το βάρος απόδειξης γι' αυτό. Κάτι τέτοιο στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει επιτευχθεί. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Έξοδα €45,00 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. Ένα σακκουλάκι με λιωμένο χρυσό που βρίσκεται στην κατοχή της αστυνομίας ως τεκμήριο να επιστραφεί στο νόμιμο δικαιούχο του. Τα παρειακά επιχρίσματα να καταστραφούν. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Judgment Αναφορά: Ποινικό/Κλεπταποδοχή/Τελική Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.