Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΙΟΝΕL PUIA, Αρ. Υπόθεσης: 3866/12, 19/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B207 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3866/12 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Kατηγορούσας Αρχής v ΙΟΝΕL PUIA Κατηγορουμένου ----------------------- Ημερομηνία: 19/12/2014. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ειρ. Σάββα. Για τον Κατηγορούμενο : κα Α. Σαββίδου. Κατηγορούμενος : παρόν. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, τρεις κατηγορίες, αυτή της απόπειρας κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 366, 367 και 255 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία αρ. 1), της μεταφοράς μάχαιρας απολήγουσα σε αιχμηρό άκρο, κατά παράβαση των άρθρων 82
(2), 85 και 86 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία αρ. 2) και αυτή της κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων εν καιρώ ημέρας επί σκοπώ την διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 296(δ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία αρ. 3). Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε και τις τρεις πιο πάνω κατηγορίες και η υπόθεση προχώρησε σε ακροαματική διαδικασία. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 22/01/2012 στην οδό Κυριάκου Μάτση στην Πάφο, με τη χρήση ενός κατσαβιδιού και ενός μαχαιριού το οποίο απόληγε σε αιχμηρό άκρο, αποπειράθηκε να κλέψει το πισινό γυαλί από ένα ακινητοποιημένο αυτοκίνητο μάρκας Rover 620, περιουσία του Μάριου Κομωδρόμου από την Πάφο. Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 5 μάρτυρες κατηγορίας και συγκεκριμένα τον Αστ. 3290 Π. Ιωνά (Μ.Κ.1), τον Αστ. 250 Α. Φιλίππου (Μ.Κ.2), τον Αστ. 1844 Ε. Αλεξάνδρου (Μ.Κ.3), τον Αστ. 1286 Α. Δημητρίου (Μ.Κ.4) και τον κ. Μάριο Κομωδρόμο (Μ.Κ.5). Ο κατηγορούμενος μετά που κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως, με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων επίσης, ο κατηγορούμενος προέβηκε σε αλλαγή απάντησης στην κατηγορία αρ. 2 ως ανωτέρω οπόταν παραδέχθηκε ενοχή και εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τις κατηγορίες αρ. 1 και
- Συνοπτικά η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από τους μάρτυρες κατηγορίας έχει ως ακολούθως: Ο Μ.Κ.1 ανέφερε τις ενέργειες που έκανε στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης και την εμπλοκή του, που ουσιαστικά περιορίστηκε στη λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο με τη βοήθεια διερμηνέα και την οποία κατάθεσε ως τεκμήριο 2Α την κατάθεση που έλαβε στην μητρική του γλώσσα και πιστή μετάφραση αυτής ως τεκμήριο 2Β. Πέραν τούτου, ο ίδιος δεν είδε το εν λόγω αυτοκίνητο για να μπορεί να περιγράψει την κατάσταση του και ούτε διερεύνησε τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου ότι το έβλεπε ακινητοποιημένο και ότι θεώρησε ότι ήταν εγκαταλελειμμένο. Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε ότι στις 23/01/2012 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για όλα τα αδικήματα που αντιμετωπίζει και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο απάντησε «Παραδέχομαι και ζητώ συγνώμη». Κατέθεσε στο Δικαστήριο επίσης, την εν λόγω γραπτή κατηγορία, τόσο στην μητρική του γλώσσα όσο και την πιστή μετάφραση αυτής στα ελληνικά ως τεκμήρια 4Α και 4Β αντίστοιχα. Ούτε αυτός ο μάρτυρας προέβηκε σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια. Ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι στις 22/01/2012 ο Αστ. 1286 Ε. Δημητρίου του παρέδωσε ένα κατσαβίδι και ένα μεγάλο μαχαίρι και του ανέφερε ότι τα κατάσχε ως τεκμήρια από ένα αλλοδαπό ο οποίος προσπαθούσε να κλέψει ένα ανεμοθώρακα από ένα αυτοκίνητο και τα έθεσε υπό την ασφαλή φύλαξη του. Κατέθεσε τα εν λόγω αντικείμενα ως τεκμήρια 6 και 7 αντίστοιχα. Ο μάρτυρας αυτός επίσης, ανέφερε ότι είναι ο εξεταστής της παρούσας υπόθεσης και συμφώνησε ότι το συγκεκριμένο αυτοκίνητο δεν ήταν ολόκληρο αλλά μισό, ήταν ακινητοποιημένο, δεν είχε τροχούς και καθίσματα αλλά ούτε και αρ. εγγραφής. Επίσης, είπε ότι ήταν ακινητοποιημένο σε ένα χωράφι αλλά δεν έλεγξε τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι το έβλεπε έτσι τα τελευταία 5 χρόνια. Περαιτέρω, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει σε ποιόν άνηκε το χωράφι που βρισκόταν μέσα το εν λόγω αυτοκίνητο και ότι ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε την ώρα που προσπαθούσε να αφαιρέσει το γυαλί από το εν λόγω αυτοκίνητο και ακολούθως μετά από έρευνες της Αστυνομίας εντοπίστηκε και ο ιδιοκτήτης του. Ο Μ.Κ.4 ανέφερε, υιοθετώντας το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (τεκμήριο 8), ότι στις 22/01/2012 και περί ώρα 15:20 και ενώ ήταν σε μηχανοκίνητη περιπολία μαζί με τον Ε/Α 5102 στην οδό Κυριάκου Μάτση στην Πάφο, εντόπισε ένα πρόσωπο να προσπαθεί να κλέψει από ένα ακινητοποιημένο αυτοκίνητο το πισινό ανεμοθώρακα. Κρατούσε ένα κατσαβίδι και ένα μαχαίρι είπε και τραβούσε τον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου προσπαθώντας να τον βγάλει από τη θέση του. Τον πλησίασαν και αφού του πήραν τα πιο πάνω αντικείμενα που κρατούσε του επέστησαν την προσοχή του στο Νόμο για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει και τους απάντησε «Δεν είναι κανενός το αυτοκίνητο και θα το πωλήσω σε κάποιο φίλο μου για 100 Ευρώ.» Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας, διευκρίνισε ότι ο ίδιος δεν έκανε κάτι άλλο για την παρούσα υπόθεση. Επίσης, ανέφερε ότι η πιο πάνω αναφορά του κατηγορούμενου προς αυτόν έγινε στα ελληνικά. Ο Μ.Κ.5 αναφέρει στην κατάθεση του τεκμήριο 9, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης, ότι ασχολείται με εξαρτήματα και πωλήσεις αυτοκινήτων εδώ και 15 χρόνια. Σε χωράφι στην οδό Κυριάκου Μάτση στην Πάφο έχει ένα αυτοκίνητο το οποίο είναι το μισό πισινό μέρος του και δεν έχει τροχούς ούτε καθίσματα πίσω. Είναι ένα μαύρο Rover 620 το οποίο χρησιμοποιεί ως εξαρτήματα και ανταλλακτικά όταν τα χρειάζεται. Στις 22/01/2012 πληροφορήθηκε από την Αστυνομία ότι κάποιο αλλοδαπό πρόσωπο προσπάθησε να κλέψει το πισινό γυαλί του ανεμοθώρακα του εν λόγω αυτοκινήτου η αξία του οποίου είναι €
- Σε περαιτέρω εξέταση του είπε ότι διαμένει στο σπίτι μπροστά από το χωράφι που βρισκόταν το εν λόγω αυτοκίνητο το οποίο είχε ενοικιασμένο για να σταθμεύει τα οχήματα που είχε για εξαρτήματα. Αντεξεταζόμενος είπε ότι δεν είχε άλλα αυτοκίνητα στο συγκεκριμένο χωράφι διότι τα μετακόμισε και απέμεινε μόνο το επίδικο καθότι χρειαζόταν πλατφόρμα να το μεταφέρει. Ένα μήνα πριν το συμβάν επίσης, είπε ότι μετακόμισε και ο ίδιος από το σπίτι που διέμενε. Περαιτέρω, ανέφερε ότι το χωράφι που βρισκόταν το αυτοκίνητο το ενοικίαζε από το 2006 δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου το οποίο ανανεωνόταν αυτόματα κάθε χρόνο από συγκεκριμένο πρόσωπο που δεν θυμόταν ακριβώς ποιος ήταν. Σταμάτησε να το νοικιάζει είπε τον Μάρτιο ή Απρίλιο του
- Επίσης, είπε ότι το συγκεκριμένο αυτοκίνητο το είχε για 2 - 3 χρόνια μπορεί και 5 χρόνια και περισσότερο και ότι το εισήγαγε στη Κύπρο ως εξαρτήματα και όχι ως αυτοκίνητο. Από την αντίπερα όχθη ο κατηγορούμενος προέβηκε στην κάτωθι ανώμοτη δήλωση: «Υιοθετώ την κατάθεση μου που έδωσα στην Αστυνομία. Δεν είχα σκοπό να κλέψω. Δεν έκανα ποτέ στη ζωή μου αυτό το πράγμα. Έτσι όπως έβλεπα το αυτοκίνητο για 5 χρόνια νόμιζα ότι ήταν πεταγμένο. Δεν είχε ούτε αρ. εγγραφής ούτε κάτι άλλο για να καταλάβω ότι ανήκει σε κάποιον. Δυστυχώς, δεν σκέφτηκα να πάω στην Αστυνομία για να ρωτήσω. Είμαι αθώος.» Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον, τη γραμμή αντεξέτασης των μαρτύρων κατηγορίας και την μαρτυρία που παρέμεινε αναντίλεκτη ή αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων προκύπτουν τα ακόλουθα γεγονότα: Ο κατηγορούμενος στις 221/01/2012 συνελήφθηκε σε ένα χωράφι στην οδό Κυριάκου Μάτση στην Πάφο να κρατά ένα κατσαβίδι και ένα μαχαίρι προσπαθώντας να αφαιρέσει το πισινό ανεμοθώρακα από μισό αυτοκίνητο που βρισκόταν στο σημείο και δεν έφερε αρ. εγγραφής, ούτε πισινά καθίσματα και τροχούς. Τα γεγονότα αυτά και η πράξη του αυτή καθεαυτή δεν αμφισβητείται. Εκείνο που προέκυψε να αμφισβητείται είναι η πρόθεση του να αποστερήσει το συγκεκριμένο ανεμοθώρακα από τον ιδιοκτήτη του και πιο συγκεκριμένα κατά πόσο το όχημα ήταν εγκαταλελειμμένο. Ουσιαστικά η θέση που ο κατηγορούμενος θέτει είναι ότι το συγκεκριμένο όχημα ήταν εγκαταλελειμμένο και ότι ο ίδιος προσωπικά πίστευε κάτι τέτοιο και ενεργώντας με τον τρόπο που ενέργησε δεν είχε δόλιο σκοπό και πρόθεση να αποστερήσει το συγκεκριμένο αντικείμενο από τον ιδιοκτήτη του. Επομένως, απαιτείται να προβώ σε αξιολόγηση την ενώπιον μου τεθείσας μαρτυρίας με σκοπό να καταλήξω σε συγκεκριμένα ευρήματα γεγονότων και ακολούθως να προβώ στην κατάληξη μου έχοντας υπόψη και τη νομική πτυχή του ζητήματος. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Επίσης, διατηρώ κατά νου την πάγια αρχή της νομολογίας ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί τη μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στο σύνολο της είτε εν μέρει, αφού προηγουμένως αιτιολογήσει την προσέγγιση του αυτή και εφόσον ουσιαστικά ο μάρτυρας αυτός κριθεί αξιόπιστος (βλ. Παντελής Λαζάρου v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633, Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 και Κώστας Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 219/2012, Ημερ. 29/11/2013). Ο Μ.Κ.1 περιορίστηκε στο να αναφέρει ότι έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο. Το γεγονός και η ενέργεια του αυτή δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Πέρα τούτου, ο μάρτυρας είπε ότι δεν έκανε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια. Δεν έχω διαπιστώσει κάτι μεμπτό στη μαρτυρία του και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.2 επίσης περιορίστηκε στο να αναφέρει τις ενέργειες που ο ίδιος έκανε στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης που ήταν να κατηγορήσει γραπτώς τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει. Ούτε ο μάρτυρας αυτός έτυχε αμφισβήτησης για την ενέργεια του αυτή και κατά την αντεξέταση του διευκρινίστηκε ότι ο ίδιος δεν έκανε κάτι άλλο. Αποδέχομαι και αυτού τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.3 κατέθεσε ως ο εξεταστής της υπόθεσης. Ο μάρτυρας αυτός μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια και ανέφερε τα γεγονότα που περιήλθαν στην αντίληψη του κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Η αντεξέταση του είχε περισσότερο διευκρινιστικό χαρακτήρα προσπαθώντας να καταδείξει την κατάσταση που το συγκεκριμένο όχημα - εξάρτημα βρισκόταν. Ο μάρτυρας συμφώνησε ότι επρόκειτο περί μισού αυτοκινήτου - το πισινό του μέρος- το οποίο δεν είχε τροχούς, καθίσματα και αρ. εγγραφής το οποίο βρισκόταν σε ένα χωράφι. Συμφώνησε ότι παρά τη θέση του κατηγορουμένου στην κατάθεση του ότι βρισκόταν εκεί για 5 χρόνια στην ίδια κατάσταση εντούτοις δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε έρευνα για την ορθότητα της θέσης αυτής. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας αυτός, παρά το ότι ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει στο Δικαστήριο πώς εντοπίστηκε ο φερόμενος ως ιδιοκτήτης του εν λόγω οχήματος και προσήλθε στην Αστυνομία και έδωσε κατάθεση. Συμφώνησε ότι δεν υπήρχε καταγγελία εκ μέρους του πριν τη σύλληψη του κατηγορούμενου και ότι το εν λόγω πρόσωπο μετά από το γεγονός αυτό έδωσε την κατάθεση του. Δεν γνώριζε να πει ποιος τον ειδοποίησε και πώς εντοπίστηκε το πρόσωπο αυτό. Επίσης, όπως φάνηκε δεν γνώριζε ούτε σε ποιόν άνηκε το χωράφι που ανευρέθηκε το εν λόγω όχημα. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω δεν υπάρχει κάτι μεμπτό στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, πέραν των ανωτέρω επισημάνσεων σε σχέση με γεγονότα τα οποία δεν διερεύνησε και δεν γνώριζε να διαφωτίσει το Δικαστήριο. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Ο Μ.Κ.4 ήταν το πρόσωπο που εντόπισε τον κατηγορούμενο στο εν λόγω χωράφι προσπαθώντας να αφαιρέσει το συγκεκριμένο ανεμοθώρακα κρατώντας ένα κατσαβίδι και ένα μαχαίρι. Το γεγονός αυτό δεν αμφισβητείται από την υπεράσπιση. Εκείνο το οποίο έτυχε αμφισβήτησης από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, είναι η απάντηση που ανέφερε ότι του έδωσε ο κατηγορούμενος στη σκηνή σε ερώτηση του τί θα έκανε τον ανεμοθώρακα και ότι θα τον πουλούσε σε κάποιο φίλο του για 100 ευρώ. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι το γεγονός αυτό του το ανέφερε στα ελληνικά παρά το ότι, όπως του τέθηκε, ο κατηγορούμενος δεν μιλά ελληνικά και ότι η μητρική του γλώσσα είναι η Ρουμάνικη. Πέραν της επιμονής του ότι του ανέφερε τα πιο πάνω, δεν παράθεσε άλλες λεπτομέρειες σε σχέση με τη συνομιλία που είχαν και κατά πόσο διαπίστωσε ότι αντιλαμβάνεται έστω και κάποια ελληνικά έτσι ώστε η συνεννόηση τους επί του ζητήματος να ήταν ακριβής. Είναι γεγονός και προκύπτει από όλη τη μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος κατάγεται από τη Ρουμανία. Τόσο η ανακριτική του κατάθεση όσο και η γραπτή του κατηγορία λήφθηκε με τη βοήθεια διερμηνέα και σε αυτή αναφέρει ότι ήθελε το συγκεκριμένο ανεμοθώρακα για να το βάλει στο αυτοκίνητο του και όχι για να τον πουλήσει. Παρά το γεγονός ότι ο σκοπός για τον οποίο ένα αντικείμενο μπορεί να κλαπεί δεν έχει σημασία, εντούτοις θα πρέπει να καταλήξω κατά πόσο έγινε η εν λόγω δήλωση και αναφορά προς τον μάρτυρα από τον κατηγορούμενο. Στην Hossain Molla Mohammad κ.α. v Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 590 δηλώσεις του αλλοδαπού που έγιναν στον Αστυνομικό στη σκηνή κατά τη σύλληψη του να διαπράττει αδίκημα, έγιναν αποδεκτές καθότι είχαν δοθεί διευκρινήσεις αναφορικά με το γεγονός αυτό και ότι ο αλλοδαπός αντιλαμβανόταν λίγα ελληνικά. Στην παρούσα δεν δόθηκαν οποιεσδήποτε άλλες διευκρινίσεις έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί με ασφάλεια να καταλήξει, παρά το γεγονός ότι επρόκειτο περί αλλοδαπού, ότι μπορούσε να αντιληφθεί και να μιλήσει την ελληνική έστω και σε περιορισμένο βαθμό. Πέραν της επιμονής του μάρτυρα ότι ο κατηγορούμενος του ανέφερε αυτά που είπε και παρά το ότι του τέθηκε ότι αυτός δεν ήταν σε θέση να μιλά και να αντιλαμβάνεται ελληνικά, δεν έδωσε οποιεσδήποτε άλλες διευκρινίσεις. Εν όψει τούτου και του γεγονότος ότι η μετέπειτα διαδικασία και λήψη της κατάθεσης του έγινε με τη βοήθεια διερμηνέα, κρίνω ότι δεν είναι ασφαλές για το Δικαστήριο να προβεί σε εύρημα ότι πράγματι ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε τι του έλεγε ο μάρτυρας και έδωσε αυτή τη συγκεκριμένη απάντηση. Πέραν του πιο πάνω που ανέφερε ο μάρτυρας, στο οποίο δεν θα δώσω βαρύτητα, αποδέχομαι την υπόλοιπη του μαρτυρία η οποία άλλωστε δεν έτυχε και αμφισβήτησης. Ο Μ.Κ.5 κατέθεσε ως ο ιδιοκτήτης του συγκεκριμένου μισού αυτοκινήτου. Έχω παρακολουθήσει το μάρτυρα αυτό με πολλή προσοχή κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο μάρτυρα και έλαβα υπόψη μου και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του. Εκείνο το οποίο διαπιστώνεται κατ΄ αρχή είναι ότι κατά την αντεξέταση του δεν έτυχε αμφισβήτησης το γεγονός ότι αυτός ήταν ο ιδιοκτήτης του συγκεκριμένου αυτοκινήτου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Εκείνο που προέκυψε να αμφισβητείται ήταν ουσιαστικά ο λόγος που το είχε στο συγκεκριμένο χωράφι και κατά πόσο είχε δικαίωμα να το έχει καθώς επίσης και κατά πόσο αυτό φαινόταν εγκαταλελειμμένο, γεγονότα στα οποία θα αναφερθώ πιο κάτω κατά την αξιολόγηση της θέσης του επί αυτών. Επομένως, θεωρώ ότι το γεγονός ότι ήταν ο ιδιοκτήτης του εν λόγω αυτοκινήτου παρέμεινε αναντίλεκτο και μπορώ να προβώ σε ανάλογο εύρημα. Επιπρόσθετα, δεν έχει προκύψει ότι αυτός είχε οποιοδήποτε λόγο ή σκοπό να παρουσιαστεί ως ο ιδιοκτήτης του εν λόγω οχήματος αν δεν ήταν, τη στιγμή μάλιστα που όπως προκύπτει από τα υπόλοιπα γεγονότα δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά. Αναφορικά με τα υπόλοιπα ζητήματα και μαρτυρία του όμως, κρίνω ότι δεν μπορώ να την κάνω αποδεκτή και να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα καθότι αυτή είναι ασαφής, γενική και αόριστη και δεν έδωσε πειστικές και τεκμηριωμένες απαντήσεις. Συγκεκριμένα, ενώ στη κατάθεση του αναφέρει ότι το συγκεκριμένο αυτοκίνητο το είχε σε χωράφι στην οδό Κυριάκου Μάτση και το χρησιμοποιούσε για εξαρτήματα, στην προφορική του μαρτυρία προσπάθησε να δικαιολογήσει την παρουσία του εν λόγω οχήματος στο συγκεκριμένο χωράφι. Ανέφερε ότι το χωράφι αυτό το ενοικίαζε, ότι ήταν μπροστά από το σπίτι του και το είχε για να βάζει μέσα αυτοκίνητα τα οποία είχε για εξαρτήματα. Αντεξεταζόμενος και ερωτούμενος να πει γιατί το γεγονός αυτό δεν το είπε στην κατάθεση του και ότι σε αυτή αναφέρει μόνο ότι είχε το συγκεκριμένο αυτοκίνητο στο εν λόγω χωράφι, είπε ότι το είπε στον Αστυνομικό που του έλαβε κατάθεση. Ο Μ.Κ.3 που ήταν αυτός που του έλαβε κατάθεση όμως, είπε ότι δεν ρώτησε τον κατηγορούμενο γιατί δεν είχε το εν λόγω αυτοκίνητο στην οικία του και το είχε στο συγκεκριμένο χωράφι. Ερωτούμενος να πει επίσης, γιατί δεν υπήρχαν άλλα αυτοκίνητα στο χωράφι ανέφερε ότι αυτό ήταν το τελευταίο διότι μετακόμισε τα άλλα και αυτό χρειαζόταν πλατφόρμα και το άφησε εκεί. Το ερώτημα είναι κατά πόσο τα άλλα οχήματα που είχε μετακινηθήκαν από μόνα τους εν όψει και της θέσης ότι τα είχε εκεί για εξαρτήματα και αυτά ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο; Επίσης, πού μετακίνησε τα άλλα και γιατί δεν μετακίνησε και το συγκεκριμένο και το άφησε εκεί; Περαιτέρω, δεν παρουσίασε ενοικιαστήριο έγγραφο του χωραφιού που βρισκόταν το εν λόγω αυτοκίνητο και δεν ήταν σε θέση να κατονομάσει τον ιδιοκτήτη του από τον οποίο όπως είπε το ενοικίαζε από το 2006 μέχρι το 2012, δηλαδή για 6 περίπου χρόνια. Στην πορεία θυμήθηκε τον εν λόγω ιδιοκτήτη αλλά ανέφερε ότι είναι στο γαμπρό του που έδινε το ενοίκιο χωρίς να εξηγήσει πάλι γιατί. Οι αναφορές και θέσεις του αυτές δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτές. Πέραν των πιο πάνω, δεν ήταν σε θέση να δώσει μια σαφή απάντηση, έστω και στο περίπου για πόσο χρονικό διάστημα είχε το εν λόγω αυτοκίνητο - εξάρτημα. Είπε 2 - 3 χρόνια, ύστερα μπορεί 5 είπε ή και περισσότερα. Πιο κάτω είπε ότι το αυτοκίνητο δεν έφερε αρ. εγγραφής καθότι εισήχθηκε ως εξάρτημα από την Αγγλία στην κατάσταση στην οποία βρέθηκε. Η απάντηση αυτή θεωρώ ότι είναι εκτός λογικής και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ο μάρτυρας ουσιαστικά είπε ότι είσαξε από την Αγγλία, μισό αυτοκίνητο, το οποίο δεν είχε τροχούς, καθίσματα ή οτιδήποτε άλλο για να το χρησιμοποιεί ως εξαρτήματα. Το μόνο πράγμα που προέκυψε να έχει αυτό το αυτοκίνητο όμως είναι ένα ανεμοθώρακα. Γιατί δεν είσηξε μόνο το εν λόγω αντικείμενο; Τι θα πωλούσε και πού θα χρησίμευε το υπόλοιπο μέρος του οχήματος δεν μπορώ να φανταστώ αλλά ούτε και εξήγησε ο μάρτυρας. Όλα τα πιο πάνω όμως αυτά καθεαυτά, θεωρώ ότι δεν έχουν και τόση σημασία για την έκβαση της παρούσας υπόθεσης. Το κατά πόσο είχε το εν λόγω όχημα στο συγκεκριμένο χωράφι νόμιμα ή όχι ο παραπονούμενος είναι άσχετο με τα επίδικα θέματα (βλ. R v. Kelly and Lindsay [1999] Q.B. 621 CA). Εκείνο που έχει σημασία όμως από τα πιο πάνω είναι κατά πόσο το εν λόγω όχημα είχε εγκαταλειφθεί ή φαινόταν ως εγκαταλελειμμένο. Ο μάρτυρας έδωσε περί τούτου την υποκειμενική του θέση ότι δεν θα μπορούσε να εκλειφθεί από κάποιο τρίτο πρόσωπο ως εγκαταλελειμμένο. Αν και αυτό είναι έργο του Δικαστηρίου να συμπεράνει το γεγονός αυτό, εντούτοις δεν μπορώ να αποδεκτώ τη θέση του αυτή. Όπως έχει προκύψει τόσο από τη δική του μαρτυρία όσο και από την υπόλοιπη μαρτυρία, το εν λόγω μισό αυτοκίνητο βρισκόταν σε ένα χωράφι χωρίς να υπάρχει οτιδήποτε άλλο σε αυτό, δεν είχε τροχούς, καθίσματα και ούτε αριθμούς εγγραφής. Επίσης, ο ίδιος είπε ότι μετακίνησε τα άλλα οχήματα που είχε σε αυτό πλην αυτού. Παρόλο που έδωσε τη δική του εξήγηση για το γεγονός αυτό, εντούτοις δεν θεωρώ ότι με όλα αυτά τα γεγονότα μπορώ να αποδεκτώ τη θέση του ότι αυτό δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως εγκαταλελειμμένο. Δεν έδωσε κάποιο άλλο στοιχείο που να συνηγορεί προς αυτήν την κατεύθυνση. Το κατά πόσο ο ίδιος δεν το θεωρούσε εγκαταλελειμμένο δεν σημαίνει ότι αυτό μπορούσε να θεωρηθεί και από οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και την υπόλοιπη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, πέραν από το γεγονός ότι αυτός ήταν ο ιδιοκτήτης του εν λόγω οχήματος, το οποίο αποδέχομαι για τους λόγους που ανέφερα ανωτέρω, δεν μπορώ να αποδεκτώ οποιοδήποτε άλλο μέρος της μαρτυρίας του γι αυτό απορρίπτεται. Από την αντίπερα όχθη, οι κατηγορούμενος προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση, όπως παρατέθηκε ανωτέρω και υιοθέτησε μεταξύ άλλων και το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης στην Αστυνομία. Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβηκε ο κατηγορούμενος λαμβάνεται υπ' όψιν ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369). Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή του κατηγορουμένου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Να σημειωθεί επίσης, ότι η ανώμοτη δήλωση δεν υπέχει θέση ένορκης μαρτυρίας και δεν μπορεί να αντικρούσει άλλη μαρτυρία η οποία δόθηκε ενόρκως και κρίθηκε αξιόπιστη. Γενικά, η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου έχει πειστική παρά αποδεικτική σημασία ή αξία. Στην R. v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11, λέχθηκε στη σελ. 17 το εξής (σε ελεύθερη μετάφραση): «Αυτό που λέγεται σε μια κατάθεση, δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα, αλλά η ενδεχόμενη αξία της είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική. Δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα, με μαρτυρία που βρίσκεται μπροστά στους ενόρκους, μπορεί όμως να κάμει τους ενόρκους να δουν τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως.» Παραπέμπω επίσης, στην Πολύβιος Σίφουνας κ.α. v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 91 όπου επαναδιατυπώθηκε ότι η αξία της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου είναι μάλλον περιορισμένη αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Αναφορικά με τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση γραπτών καταθέσεων παραπέμπω στις Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359 και Φίλιππος Κωνσταντινίδης v. Της Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ.
- Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές, θεωρώ ότι μπορώ να προσδώσω βαρύτητα στο μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου που αναφέρεται στο σκοπό της κατοχής του μαχαιριού και του κατσαβιδιού καθώς επίσης και τη θέση του ότι πήγε στο συγκεκριμένο χωράφι για να βγάλει το πισινό γυαλί από το εν λόγω αυτοκίνητο. Όλα αυτά που αναφέρει στην κατάθεση του, τουλάχιστον αποτελούν δηλώσεις ενάντια στα συμφέροντα του και τα οποία υποστηρίζονται και από άλλη αποδεκτή μαρτυρία. Άλλωστε τα γεγονότα αυτά αποτέλεσαν και κοινό έδαφος των διαδίκων. Πέραν τούτου, ο κατηγορούμενος τόσο στην κατάθεση του όσο και στην ανώμοτη δήλωση του δίνει την δική του εξήγηση για την πράξη του αυτή αναφέροντας ότι έβλεπε το συγκεκριμένο όχημα εδώ και πέντε χρόνια πεταμένο στο χωράφι και υπολόγισε ότι δεν άνηκε σε κανέναν. Παρόλο που εξήγηση αυτή αποτελεί εξήγηση για εκ πρώτης όψεως εγκληματική δραστηριότητα και δεν δόθηκε ενόρκως, εντούτοις θα πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα των υπόλοιπων γεγονότων όπως έχουν προκύψει ενώπιον του Δικαστηρίου. Και αυτά είναι η κατάσταση που βρισκόταν το εν λόγω όχημα και ο χώρος που βρισκόταν. Η θέση αυτή του κατηγορουμένου, θα πρέπει επίσης να αναφερθεί, δεν συγκρούεται με άλλη αποδεκτή μαρτυρία και είναι γεγονότα τα οποία βρίσκονται στην αποκλειστική του γνώση και θεωρώ ότι μπορεί να συμπληρώσουν τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και να δώσουν σε αυτή άλλη υφή. Θεωρώ ότι εν όψει όλων των ανωτέρω, θα μπορούσα να κάνω αποδεκτή την ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου και να την εντάξω στα πλαίσια των υπόλοιπων γεγονότων με τα οποία δεν συγκρούεται αλλά τείνει να τα συμπληρώσει. Ως εκ τούτου αποδέχομαι την ανώμοτη δήλωση του, κάτι το οποίο ανέφερε και από τη πρώτη στιγμή στη κατάθεση του. Τέλος, θα πρέπει να γίνει αναφορά και στην απάντηση του κατηγορουμένου στην γραπτή του κατηγορία και συγκεκριμένα στο γεγονός ότι όταν του απαγγέλθηκαν οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει αυτός απάντησε «Παραδέχομαι και ζητώ συγνώμη» Η απάντηση του αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ρητή και ξεκάθαρη παραδοχή των αδικημάτων που αντιμετωπίζει και ειδικότερα της απόπειρας κλοπής. Ο τρόπος σύνταξης της εν λόγω κατηγορίας που του απαγγέλθηκε δεν καταδεικνύει συγκεκριμένα γεγονότα τα οποία παραδέχθηκε ο κατηγορούμενος και τα οποία συνθέτουν το αδίκημα. Κατηγορήθηκε ότι αποπειράθηκε να κλέψει από ακινητοποιημένο αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του Μάριου Κομωδρόμου, τον πισινό ανεμοθώρακα. Η πράξη του η ίδια είναι ξεκάθαρη και ενώπιον του Δικαστηρίου την παραδέχθηκε. Πέραν τούτου, για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της κλοπής απαιτείται και η απόδειξη άλλων συστατικών στοιχείων και συγκεκριμένα η γνώση του ότι το εν λόγω όχημα είχε ιδιοκτήτη και ότι είχε πρόθεση να του αποστερήσει την περιουσία του. Κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να προκύπτει από την εν λόγω κατηγορία και ούτε φαίνεται ο κατηγορούμενος να το αποδέχεται όπως προκύπτει και από τη γραπτή του κατάθεση που δίνει την εκδοχή του. Επομένως, από την απάντηση του και μόνο στην κατηγορία δεν μπορεί να προκύψει οποιοδήποτε συμπέρασμα ενοχής. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας και την μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσα υπόθεσης: Ο κατηγορούμενος στις 22/01/2012 πήρε από το σπίτι του ένα μαχαίρι το οποίο απόληγε σε μυτερή άκρη και ένα κατσαβίδι και μετέβηκε σε χωράφι που βρίσκεται στον οδό Κυριάκου Μάτση στην Πάφο με σκοπό να ξεβιδώσει ένα πισινό ανεμοθώρακα που υπήρχε σε ένα αυτοκίνητο που βρισκόταν εκεί. Ο λόγος που το έπραξε ήταν διότι έβλεπε το συγκεκριμένο όχημα στο μέρος εκείνο για πέντε χρόνια και θεωρούσε ότι ήταν εγκαταλελειμμένο αφού αυτό ήταν μισό, δεν είχε καθίσματα ούτε τροχούς και αριθμούς εγγραφής. Επίσης, το χωράφι φάνηκε να μην είχε οποιαδήποτε περίφραξη. Ο κατηγορούμενος στην προσπάθεια του να αποσπάσει τον εν λόγω ανεμοθώρακα από το μισό αυτοκίνητο τον τραβούσε όταν εκείνη τη στιγμή στη σκηνή έφθασαν μέλη της Αστυνομίας και τον ανέκοψαν και στην πορεία τον συνέλαβαν. Ιδιοκτήτης του εν λόγω μισού οχήματος ήταν ο Μ.Κ.
- ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «. 255.—
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται µε δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκοµίζει οτιδήποτε που µπορεί να καταστεί αντικείµενο κλοπής µε σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη µόνιµα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγµατος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόµιµα, αν είναι θεµατοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, µε δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη. Οι πρόνοιες τoυ πιο πάνω άρθρου καταδεικνύουν ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής είναι τα ακόλουθα: α) Απόκτηση β) Περιουσίας που ανήκει σε άλλο γ) Με δόλιο τρόπο και χωρίς τη συναίνεση του και αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, και δ) Με πρόθεση να την αποστερήσει μόνιμα από τον ιδιοκτήτη του. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής, όπως προκύπτει είναι τα ίδια με αυτά του s.1 και 2 του Αγγλικού Theft Act 1968 και θεωρώ ότι μπορεί να αντληθεί καθοδήγηση από την Αγγλική νομολογία σε σχέση με την ερμηνεία που αποδίδονται σε αυτά και πώς αποδεικνύονται. Αναφορικά με το δόλο που θα πρέπει να αποδειχθεί παραπέμπω στο κάτωθι απόσπασμα της R v. Ghosh [1982] Q.B. 1053, 75 Cr. App. R. 154, C.A και στο τεστ που έθεσε ο Lord Lane για να διαπιστωθεί αυτό: «Ιn determining whether the prosecution has proved that the defendant was acting dishonestly, a jury must first of all decide whether according to the ordinary standards of reasonable and honest people what was done was dishonest. If it was not dishonest by those standards, that is the end of the matter and the prosecution fails. If it was dishonest by those standards, then the jury must consider whether the defendant himself must have realised that what he was doing was by those standards dishonest. In most cases, where the actions are obviously dishonest by ordinary standards, there will be no doubt about it. It will be obvious that the defendant himself knew that he was acting dishonestly. It is dishonest for the defendant to act in a way which he knows ordinary people consider to be dishonest, even if he asserts or genuinely believes that he is morally justified in acting as he did.» Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Archbold 2009, par. 21-2b και 21-2c το τεστ είναι διπλό και το πρώτο είναι αντικειμενικό ενώ το δεύτερο υποκειμενικό. Επίσης, ζήτημα εφαρμογής του πιο πάνω τεστ προκύπτει όταν ο κατηγορούμενος το εγείρει και ότι δεν γνώριζε ότι κάποιος θα θεωρούσε ότι το έκανε δόλια. Σε συνάρτηση με τα πιο πάνω και σχέση με την περιουσία που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, σε αυτή δεν περιλαμβάνεται περιουσία η οποία έχει εγκαταλειφθεί από τον ιδιοκτήτη της (βλ. R v. White, 7 Cr. App. R. 266, C.C.A). Ακόμη και στην περίπτωση όμως που η εν λόγω περιουσία δεν έχει εγκαταλειφθεί αλλά ο κατηγορούμενος πιστεύει ότι έχει εγκαταλειφθεί δεν μπορεί να καταδικαστεί για το αδίκημα της κλοπής ανεξάρτητα αν η πεποίθηση του αυτή ήταν λογική ή παράλογη. Σε αυτή την περίπτωση δεν ενεργεί με δόλιο τρόπο. Παραπέμπω στον Archbold 2009, par. 21-30 κάτω από τον τίτλο «Belief that property has been abandoned» όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: « Property that has been abandoned cannot be stolen (see post, 21-64). If property had not been abandoned, but the defendant believed that it had, he cannot be convicted of theft, whether his belief was reasonable or unreasonable. He would not be acting dishonestly: R v. Small, 86 Cr. App. R. 170. The relevance of reasonableness of the belief is as to whether it was actually held: ibid. Where the prosecution case is that it was patently unreasonable for the defendant to have believed the property to have been abandoned, the jury should be specifically reminded that even an unreasonable belief may nevertheless be an honest one: R v. Wood [2002] 4 Archbold News 3, C.A.; and where the sole question for the jury was as to the genuineness of the defendant's belief as to the factual situation, not as to the ordinary person's idea of honesty, the giving of a Ghosh direction (ante) was inappropriate and liable to confuse the jury: ibid. Περαιτέρω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι μπορεί να υπάρξει καταδίκη για κλοπή περιουσίας η οποία ανήκει σε άγνωστο πρόσωπο με την προϋπόθεση ότι μπορεί να αποδειχθεί ότι η περιουσία θα έπρεπε να ανήκει σε κάποιο και ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι άνηκε σε άλλο εκτός από τον εαυτό του. Επίσης, το ότι περιουσία κλάπηκε αποδεικνύεται με περιστατική μαρτυρία (βλ. επίσης Archbold 2009, par. 21-66). Eπιπρόσθετα, το γεγονός ότι η κατοχή ή έλεγχος της κλαπείσας περιουσίας ήταν νόμιμος από το θύμα δεν απαιτείται να αποδειχθεί (βλ. Archbold 2009, par. 21-67). Περαιτέρω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο σκοπός για τον οποίο κλάπηκε μια περιουσία δεν έχει σημασία. Το δε άρθρο 366 του Ποινικού Κώδικα αναφέρει τα εξής: « Όποιος προτίθεται να διαπράξει ποινικό αδίκημα, αρχίζει να θέτει την πρόθεση του σε εφαρμογή με μέσα που είναι πρόσφορα για την πραγμάτωσή της και φανερώνει τέτοια πρόθεση με κάποια έκδηλη πράξη, αλλά δεν πραγματώνει την πρόθεση του σε τέτοιο βαθμό που ώστε να διαπράξει το ποινικό αδίκημα, θεωρείται ότι αποπειράται να το διαπράξει. Είναι αδιάφορο, εκτός καθόσον αφορά στην ποινή, κατά πόσο ο υπαίτιος διενήργησε οτιδήποτε το οποίο ήταν αναγκαίο εκ μέρους του για συμπλήρωση της διάπραξης του ποινικού αδικήματος ή κατά πόσο η πλήρης πραγμάτωση της πρόθεσης του αποτράπηκε, λόγω περιστατικών ανεξάρτητων από τη βούληση του ή κατά πόσο υπαναχωρούσε εκούσια από την περαιτέρω επιδίωξη της πρόθεσης του. Είναι αδιάφορο ότι, λόγω περιστατικών που δεν ήταν γνωστά στον υπαίτιο, η πραγμάτωση το ποινικού αδικήματος ήταν εξ αντικειμένου αδύνατος.» Σε σχέση με την απόπειρα σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Archbold 35th edition par. 4104 σελ. 1583: «To constitute an attempt the act done must be immediately, and not remotely, connected with the commission of the offence. In other words it must be more than mere preparation for the commission of the offence: . ... . .. . . . . . . . . . ... . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .. It is submitted that the actus reus necessary to constitute an attempt is complete if the prisoner does an act which is a step towards the commission of the specific crime, which immediately and not merely remotely connected with the commission of it, and the doing of which cannot reasonably be regarded as having any other purpose than the commission of the specific crime». Θα πρέπει να γίνουν αρκετά προς την κατεύθυνση της εκτέλεσης του σκοπού του κατηγορούμενου για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της απόπειρας. Μαρτυρία η οποία απλώς καταδεικνύει την ύπαρξη πρόθεσης όπως π.χ. μια δήλωση του κατηγορούμενου αναφορικά με την πρόθεση του πριν ξεκινήσει να κάνει οτιδήποτε για να την υλοποιήσει και όχι μια ενέργεια που γίνεται ώστε να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα αποδεικνύει το mens rea αλλά όχι του actus reus του αδικήματος της απόπειρας (βλ. Russell on Crime, 10th edition p. 1788). Προς στοιχειοθέτηση λοιπόν του actus reus της απόπειρας θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο δράστης προέβη σε πράξη, η οποία να αποτελεί βήμα προς την κατεύθυνση διάπραξης του αδικήματος και η οποία είναι άμεσα και όχι απλώς απομεμακρυσμένα συνδεδεμένη με τη διάπραξή του και της οποίας η διάπραξη δεν μπορεί λογικά να θεωρηθεί ότι έχει άλλο σκοπό από το σκοπό της διάπραξης του (βλ. και Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ 258). Αναφορικά με το αδίκημα της 3ης κατηγορίας παραπέμπω στις πρόνοιες του άρθρου 296(δ) του Ποινικού Κώδικα. «296. Όποιος ενδέχεται να βρεθεί κάτω από οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιστάσεις , δηλαδή — α)........... β)............ γ)............ δ) έχει στην κατοχή του τέτοιο όργανο κατά τη διάρκεια ηµέρας µε σκοπό διάπραξης κακουργήµατος· ε)................. στ)............... ζ)................ είναι ένοχος κακουργήµατος και υπόκειται— (
- i)σε περίπτωση καταδίκης δυνάµει της παραγράφου (α), (β), (γ), (ε) ή (στ) σε φυλάκιση πέντε χρόνων· (
- ii)σε περίπτωση καταδίκης δυνάµει της παραγράφου (δ) ή (ζ), σε φυλάκιση τριών χρόνων. Παρόμοιο αδίκημα με το επίδικο προβλεπόταν, το οποίο φυσικά αναφερόταν για την κατοχή τέτοιων αντικειμένων εν καιρώ νυκτός, από το άρθρο 28
(2)του Αγγλικού Larceny Act 1916 το οποίο είχε ως εξής: «28. Every person who shall be found by night .
(2)having in his possession without lawful excuse (the proof whereof shall lie on such person) any key, picklock, crow, jack, bit, or other implement of housebreaking . shall be guilty of amisdemeanour .» Η εν λόγω αγγλική διάταξη αναφέρεται μεν συγκεκριμένα σε κάποια διαρρηκτικά όργανα αλλά δεν περιορίζεται σε αυτά εφόσον περιλαμβάνει και «other implement of housebreaking». Έτσι ως έχει η φράση αυτή ερμηνευθεί διαρρηκτικό όργανο θεωρείται οποιοδήποτε όργανο το οποίο από τη φύση του μπορεί να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς διάρρηξης παρά το ότι η συνήθης χρήση του είναι για νόμιμο σκοπό (βλ. Archbold 35th ed. par. 1851). Όσον αφορά τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και το βάρος απόδειξης διαφωτιστικά είναι τα όσα αναφέρονται στην R v. Patterson
(1962)1 All E.R 340: «It seems to the court that, in the first instance, the prosecution must prove that the prisoner was found in possession by night of either an implement which can properly be described as one of those specifically named in the section, or of an implement capable in fact of being used as a housebreaking implement from its common though not exclusive use for that purpose or from the particular circumstances of the case in question. Once possession of such an implement has been shown, the burden shifts to the prisoner to prove on the balance of probabilities that there was lawful excuse for his possession of the implement at the time and place in question.» Περαιτέρω στην ίδια υπόθεση αναφέρεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω αδικήματος δεν απαιτείται να αποδειχθεί από την κατηγορούσα αρχή και το ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να χρησιμοποιήσει το διαρρηκτικό όργανο για σκοπούς διάρρηξης. Όσον δε αφορά την κατοχή, αυτή έχει την έννοια της φυσικής κατοχής (βλ. Archbold 35th ed. par. 1851). Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία κατοχή ενός αντικειμένου σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόχρονη γνώση της φύσης του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής (βλ. Queiss ν. Republic
(1987)2 CLR 49, Youssef ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289 και Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 21). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71 λέχθηκε σχετικά ότι «η κατοχή εξυπακούει φυσικό έλεγχο του αντικείμενου μαζί με γνώση του κατηγορούμενου ότι το έχει στην κατοχή του ή υπό τον έλεγχό του. Δυνατόν κάποιος να κατέχει κάποιο αντικείμενο χωρίς να γνωρίζει ή να αντιλαμβάνεται τη φύση του, αλλά δεν το κατέχει υπό τη νομική έννοια, εκτός κι αν γνωρίζει ότι το έχει». ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές και τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η ενέργεια του κατηγορουμένου να πάρει ένα μαχαίρι και ένα κατσαβίδι και να μεταβεί στο χώρο όπου βρισκόταν το εν λόγω αυτοκίνητο και ακολούθως να τραβά τον ανεμοθώρακα για να τον βγάλει από το αυτοκίνητο, υποδηλώνουν πράξεις και ενέργειες αρκετές για να καταδείξουν την απόπειρα αυτού να τον πάρει. Επίσης, η πράξη του αυτή δεν ολοκληρώθηκε ένεκα της επέμβασης της Αστυνομίας. Τα πιο πάνω γεγονότα στοιχειοθετούν το actus reus του αδικήματος της απόπειρας της κλοπής. Εκείνο το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο στοιχειοθετείται και η υποκειμενική υπόσταση του εν λόγω αδικήματος δηλαδή το mens rea. Είναι γεγονός και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι το εν λόγω μισό όχημα και ανεμοθώρακας είχε ιδιοκτήτη. Επομένως, αυτό θα μπορούσε να αποτελεί περιουσία που δύναται να κλαπεί. Το ερώτημα όμως είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι είχε ιδιοκτήτη το εν λόγω αντικείμενο ή θα έπρεπε να γνωρίζει γι αυτό. Ουσιαστικά εκείνο που απαιτείται να εξεταστεί είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος ο ίδιος πίστευε ότι η εν λόγω περιουσία είχε εγκαταλειφθεί. Αυτό θα πρέπει να εξεταστεί σε συνάρτηση με όλα τα γεγονότα της υπόθεσης και την κατάσταση του εν λόγω οχήματος. Όπως έχει προκύψει αυτό βρισκόταν σε ένα χωράφι χωρίς περίφραξη, ήταν μισό, δεν είχε τροχούς, αριθμούς εγγραφής και καθίσματα. Επίσης, στο εν λόγω χωράφι δεν είχε οποιαδήποτε άλλα αντικείμενα. Τα μόλις πιο πάνω γεγονότα θεωρώ ότι καταδεικνύουν ότι η εντύπωση που ακόμη και ένα τρίτο πρόσωπο θα μπορούσε να σχηματίσει αλλά και ο κατηγορούμενος ο ίδιος ήταν ότι το εν λόγω όχημα να ήταν εγκαταλελειμμένο. Για όλα αυτά άλλωστε το Δικαστήριο αποδέκτηκε και την ανώμοτη του δήλωση και το μέρος αυτό της κατάθεσης του στο οποίο αναφέρει ότι ο ίδιος θεώρησε ότι αυτό ήταν εγκαταλελειμμένο. Από τη στιγμή που ένα τέτοιο ενδεχόμενο ήταν ένα λογικό συμπέρασμα και πράγματι ο κατηγορούμενος ήταν με αυτή την εντύπωση, τότε δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί το συστατικό στοιχείο του αδικήματος που αφορά το δόλο και ότι αυτός ενέργησε δόλια. Το κατά πόσο ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου αυτού το θεωρούσε ως δικός του και όχι εγκαταλελειμμένο είναι άσχετο και άλλο ζήτημα. Εκείνο που εξετάζεται είναι η υποκειμενική κατάσταση του κατηγορούμενου και κατά πόσο ο ίδιος το θεωρούσε ως τέτοιο. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία αυτή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αναφορικά με την 3ην κατηγορία, έχει προκύψει ότι ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε στην κατοχή του ένα μαχαίρι και ένα κατσαβίδι. Τα όργανα αυτά μπορεί να θεωρηθούν διαρρηκτικά εργαλεία αφού από τη φύση τους, αν και δεν απαγορεύεται η κατοχή τους, μπορεί να χρησιμοποιηθούν για το σκοπό διάπραξη κακουργήματος ήτοι διάρρηξης ή κλοπής. Επίσης, προέκυψε ότι αυτά ανευρέθηκαν στην κατοχή του κατηγορούμενου στο συγκεκριμένο χωράφι εν καιρώ ημέρας. Αν και δεν απαιτείται η απόδειξη από την κατηγορούσα αρχή ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να διαπράξει κακούργημα, εντούτοις όλες οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες ανευρέθηκαν στην κατοχή του κατηγορουμένου θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να καταδειχθεί ότι τα είχε στην κατοχή του για ένα τέτοιο σκοπό και όχι για οποιαδήποτε άλλη νόμιμη αιτία ή δικαιολογία. Στην παρούσα περίπτωση θεωρώ ότι τα γεγονότα που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και για σκοπούς της κατηγορίας αυτής δεν μπορεί να είναι άσχετα με αυτά της 1ης κατηγορίας. Από την στιγμή που έγινε αποδεκτή η δικαιολογία του κατηγορούμενου για το σκοπό που είχε στην κατοχή του τα εν λόγω εργαλεία στο συγκεκριμένο χώρο αλλά και αναφύεται από όλη τη μαρτυρία, δεν θεωρώ ότι μπορεί να καταδικαστεί και γι αυτό το αδίκημα. Τα κατείχε με σκοπό να αφαιρέσει τον ανεμοθώρακα του συγκεκριμένου οχήματος θεωρώντας ότι αυτό ήταν εγκαταλελειμμένο και ότι στην ουσία δεν θα διέπραττε οποιοδήποτε κακούργημα και πιο συγκεκριμένα κλοπή. Επομένως, η εξήγηση που παρέχεται αλλά και τα γεγονότα όπως έχουν ανευρεθεί μπορεί να θεωρηθούν ότι καταδεικνύουν δικαιολογία για την κατοχή των εν λόγω εργαλείων που αναιρεί την κατοχή τους με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η κατάληξη είναι ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες αρ. 1 και 3 που αντιμετωπίζει. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.) ............... Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο