Έλλη Ξενοφώντος (Παπαδημήτρη) ν. Χαράλαμπου Ιωάννου κ.α., Αρ. Υπόθεσης:3683/14, 11/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B199 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΑΓΙΟΜΑΜΙΤΗ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:3683/14 Έλλη Ξενοφώντος (Παπαδημήτρη) εκ Πάφου -V-
- Χαράλαμπου Ιωάννου, εκ Πάφου
- Γεώργιος Χριστοδούλου, εκ Πάφου
- Ανδρέας Μιχαήλη, εκ Πάφου
- Ανδρέας Γαβριήλ, εκ Πάφου
- Χριστάκης Ιωάννου, εκ Πάφου Κατηγορουμένων ____________________________ Ημερομηνία: 11 Δεκεμβρίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Παραπονούμενο : κ Χ" Κλεοβούλου για κ. Λουκαϊδη Για Κατηγορούμενους: κ Ερωτοκρίτου Κατηγορούμενοι 1 - 5 : παρόντες ____________________________ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ευπαίδευτος συνήγορος της παραπονούμενης αιτήθηκε την τροποποίηση του κατηγορητηρίου δια της διόρθωσης του ονόματος του κατηγορούμενου 3 και της προσθήκης δεύτερης κατηγορίας. Η αίτηση του συνάντησε την ένσταση του ευπαίδευτου συνηγόρου των κατηγορουμένων, ο οποίος προέβαλε επιπρόσθετα την θέση ότι το κατηγορητήριο πάσχει λόγω πολλαπλότητας, ασάφειας και αοριστίας. Η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση σε σχέση με τα πιο πάνω αναφερόμενα ζητήματα και αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους μέσω γραπτών αγορεύσεων. Το περιεχόμενο των αγορεύσεων τους είναι κατατεθειμένο στο φάκελο του Δικαστηρίου και δεν θεωρώ σκόπιμο να το επαναλάβω. Σημειώνω ότι έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Θα ξεκινήσω από τα αιτήματα της παραπονούμενης για τροποποίηση του κατηγορητηρίου. Είναι καλά γνωστό ότι το άρθρο 83
(1)της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια να τροποποιεί, μεταβάλλει ή προσθέτει κατηγορίες. Όπως αναφέρεται στο ίδιο το άρθρο 83
(1)του Κεφ. 155, όταν το κατηγορητήριο σε οποιοδήποτε στάδιο φαίνεται να είναι ελαττωματικό, είτε ουσιαστικά είτε τυπικά, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα για τη μεταβολή του και την τροποποίηση ή αντικατάσταση ή ακόμη και προσθήκη άλλων κατηγοριών, όπως θα ήθελε κρίνει αναγκαίο ώστε να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης. Το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει διάταγμα για τη μεταβολή του κατηγορητηρίου είτε κατόπιν αίτησης εκ μέρους ενός από τους διαδίκους, είτε αυτεπάγγελτα. Η ανάγκη για τροποποίηση μπορεί να προκύψει για διάφορους λόγους. Για παράδειγμα: (α) να θεραπεύσει μια σύγκρουση που υπάρχει μεταξύ των λεπτομερειών μιας κατηγορίας και της μαρτυρίας που έχει ήδη προσαχθεί. (β) να δώσει περαιτέρω ή πιο ακριβείς λεπτομέρειες ώστε να υποβοηθήσει τον κατηγορούμενο να ετοιμάσει την υπεράσπιση του με βεβαιότητα. (γ) να προσθέσει μια κατηγορία για να συμπεριληφθεί αδίκημα που αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία. Όπως έχω αναφέρει και πιο πάνω τροποποίηση κατηγορητηρίου μπορεί να γίνει όταν διαπιστωθεί ότι αυτό είναι ελαττωματικό. Το κατά πόσο ένα κατηγορητήριο είναι ή όχι ελαττωματικό αποτελεί θέμα το οποίο δεν συναρτάται μόνο με τα εξωτερικά γνωρίσματα του κατηγορητηρίου και ειδικότερα με την διατύπωση των κατηγοριών αλλά και με το πώς η κατηγορούσα αρχή αντικρίζει τις κατηγορίες έχοντας ως κριτήριο της το αποδεικτικό υλικό το οποίο έχει στη διάθεση της. Η έννοια του όρου «ελαττωματικό» έχει ερμηνευθεί στην υπόθεση Pouris v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 148. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην εν λόγω απόφαση του αναφέρθηκε στην αγγλική νομολογία, υιοθετώντας την ερμηνεία που έχει δοθεί στον όρο αυτό. Συγκεκριμένα στην υπόθεση R v. Smith and Others 34 Cr App. R. 168, το επιχείρημα ότι για να είναι το κατηγορητήριο ελαττωματικό πρέπει να είναι τέτοιο που νομικά να μην αποκαλύπτει την ύπαρξη αδικήματος, απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, που τόνισε ότι μπορεί να γίνει οποιαδήποτε μεταβολή του κατηγορητηρίου σε θέματα όπως την περιγραφή και πιθανώς και πολλά άλλα, ούτως ώστε να ανταποκρίνεται στη διαθέσιμη μαρτυρία, πάντοτε κάτω από την προϋπόθεση ότι η τροποποίηση δεν προκαλεί αδικία στον κατηγορούμενο. Στην υπόθεση Georgios Leonidou v. The Police
(1987)2 C.L.R. 96, τονίστηκε ότι το κατηγορητήριο θεωρείται ελαττωματικό μέσα στην έννοια του άρθρου 83
(1)Κεφ. 155 στην περίπτωση που το περιεχόμενο του δεν συνάδει με την μαρτυρία που δόθηκε στη δίκη. Οι πιο πάνω αναφερόμενες αρχές επιβεβαιώθηκαν και στη σχετικά πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Κλεοβούλου ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 65, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια, σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης, να προχωρήσει στην τροποποίηση του κατηγορητηρίου, εκδίδοντας σχετικό διάταγμα ως κρίνει αναγκαίο, ώστε αυτό να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης, νοουμένου, πάντοτε, ότι, με την τροποποίηση, δεν επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα του κατηγορουμένου.» Το πρώτο αίτημα τροποποίησης αφορά τη διόρθωση ή αντικατάσταση του ονόματος του κατηγορούμενου 3. Τίθεται επομένως το ερώτημα κατά πόσο το όνομα του κατηγορούμενου αποτελεί μέρος του κατηγορητηρίου, το οποίο κατά συνέπεια δύναται να τροποποιηθεί με βάση το άρθρο 83
(1)του Κεφ. 155. Σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Κεφ. 155, ο όρος «κατηγορητήριο» σημαίνει τη γραπτή κατηγορία για ποινικό αδίκημα για το οποίο κατηγορείται κάποιος κατηγορούμενος σε συνοπτική δίκη ή για σκοπούς παραπομπής σε δίκη ενώπιον Κακουργιοδικείου. Το δε άρθρο 14
(1)του Περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, προνοεί τα εξής: « Όταν ορίζονται όροι στο Νόμο, οι όροι αυτοί στο Νόμο που ορίζονται, θα έχουν την έννοια που αποδίδεται σε αυτούς από το Νόμο εκείνο, εκτός αν υπάρχει οτιδήποτε στο θέμα ή το κείμενο αντίθετο ή ασυμβίβαστο με τέτοια ερμηνεία. » Το άρθρο 38 του Κεφ.155 κάνει λόγο για καθορισμένο τύπο κατηγορητηρίου και περιγράφει το θεσμοθετημένο περιεχόμενο που αυτό θα πρέπει να έχει (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Σάββα
(1998)2 Α.Α.Δ. 224). Με το συγκεκριμένο άρθρο σε συνδυασμό με το παράρτημα Α του περί Ποινικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού καθιερώθηκε συγκεκριμένος τύπος κατηγορητηρίου (Τύπος Δ.32) σύμφωνα με τον οποίον συντάσσεται και καταχωρείται στα πλαίσια συνοπτικής δίκης. Επομένως, δια του άρθρου 38 του Κεφ.155 έχει θεσμοθετηθεί ένα πρότυπο στη βάση του οποίου καταρτίζεται το κατηγορητήριο. Περαιτέρω, στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κκ Λοΐζου και Πική, έκδοση 1975, σελίδα 46 αναφέρεται ότι το κατηγορητήριο διαιρείται σε δύο μέρη, ήτοι την έκθεση του αδικήματος και τις λεπτομέρειες του αδικήματος. Αυτό αντιδιαστέλλεται με όσα αναφέρονται στα αγγλικά νομικά συγγράμματα Halsbury'sLaws of England, Fourth Edition, Volume 11, σελίδα 124 παράγραφος 202 κάτω από τον τίτλο 'Form of Indictment-Necessary Contents of Indictment' και Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice, έκδοση 2009, σελίδα 85, παράγραφος 114 κάτω από τον τίτλο 'Contents' όπου υποδεικνύεται ότι το κατηγορητήριο αποτελείται από τρία μέρη τα οποία είναι το εναρκτήριο (commencement), η έκθεση αδικήματος (statement of offence) και οι λεπτομέρειες αδικήματος (particulars of offence) με το τελευταίο αγγλικό νομικό σύγγραμμα (Archbold) να προσθέτει ως μέρη την υπογραφή και την ημερομηνία. Σημειώνω επίσης ότι στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus (βλ. ανωτέρω) σελίδα 71 αναφέρεται ότι οι εξουσίες που παρέχονται στο Δικαστήριο από το Κεφ.155 σε περίπτωση που το κατηγορητήριο κριθεί ελαττωματικό είτε τυπικά είτε ουσιαστικά περιορίζονται σε τροποποίηση είτε της έκθεσης του αδικήματος ή των λεπτομερειών ή και των δύο ή στην προσθήκη νέας κατηγορίας. Στη βάση των πιο πάνω καθίσταται, κατά την άποψη μου, φανερό ότι στον όρο «κατηγορητήριο» περιλαμβάνονται μόνο η έκθεση και οι λεπτομέρειες αδικήματος. Το όνομα του κατηγορούμενου δεν αποτελεί μέρος του κατηγορητηρίου εν τη εννοία του Κεφ. 155 και επομένως δεν μπορεί να τύχει τροποποίησης στη βάση του άρθρου 83 του Κεφ. 155. Σε σχέση με το εν λόγω ζήτημα θα ήθελα επιπρόσθετα να αναφέρω ότι η παρούσα διακρίνεται από την υπόθεση Ταμείο Προνοίας Προσωπικού Βιομηχανιών Συνομοσπονδίας Εργατοϋπαλλήλων Κύπρου v. Samoa Clothing Industry κ.α. (Αρ.1)
(2000)2 Α.Α.Δ. 289, στην οποίαν το Ανώτατο Δικαστήριο χορήγησε άδεια για συνέχιση της διαδικασίας της έφεσης από τον Επίσημο Παραλήπτη και εκκαθαριστή της εταιρείας και διάταγμα για τροποποίηση του τίτλου της έφεσης με την αντικατάσταση της εταιρείας που τελούσε υπό εκκαθάριση από τον Επίσημο Παραλήπτη και εκκαθαριστή της. Στην πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση υπήρχε ειδική νομική διάταξη που επέτρεπε την τροποποίηση του τίτλου και συγκεκριμένα το άρθρο 220 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113. Εν προκειμένω, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, το άρθρο 83
(1)του Κεφ. 155 δεν τυγχάνει εφαρμογής και δεν υπάρχει οποιαδήποτε ειδική νομική διάταξη που να επιτρέπει την τροποποίηση του ονόματος του κατηγορούμενου 3. Όσον αφορά το δεύτερο αίτημα για τροποποίηση δια της προσθήκης δεύτερης κατηγορίας παρατηρώ τα ακόλουθα Όπως προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 83
(1)του Κεφ. 155 και την ερμηνευτική νομολογία που έχω παραθέσει πιο πάνω, η τροποποίηση επιτρέπεται στις περιπτώσεις που το κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό. Σύμφωνα με την Pouris (ανωτέρω) μπορεί να γίνει οποιαδήποτε μεταβολή του κατηγορητηρίου έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στη διαθέσιμη μαρτυρία στην υπόθεση. Εν προκειμένω, η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ξεκινήσει και επομένως δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Πρόκειται δε για ιδιωτική ποινική υπόθεση και η μόνη πηγή πληροφόρησης του Δικαστηρίου για να διαπιστώσει κατά πόσο υπάρχει ελαττωματικότητα του κατηγορητηρίου και κατά συνέπεια ανάγκη για τροποποίηση του δια της προσθήκης νέας κατηγορίας, είναι η έκθεση και οι λεπτομέρειες του αδικήματος του οποίου επιζητείται η προσθήκη. Παραθέτω αυτούσια την έκθεση και τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας της οποίας επιζητείται η προσθήκη: « ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Δεύτερη Κατηγορία Βίαιη είσοδος κατά παράβαση του άρθρου 87 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Οι κατηγορούμενοι την ή περί την 2 Μαϊου 2014 εισήλθαν βίαια στην κατοικία της κ Έλλης Ξενοφώντος στο χωριό Πολέμι της επαρχίας Πάφου ασκώντας πραγματική βία με την μορφή απειλών και διάρρηξης της κατοικίας και με την συγκέντρωση ασυνήθιστου αριθμού ανθρώπων για την περίπτωση, που περιλάμβαναν εργατικό προσωπικό και αστυνομικούς και αφαίρεσαν από την εν λόγω κατοικία αντικείμενα που ανήκαν στην παραπονούμενη χωρίς τη συγκατάθεση της.» Το άρθρο 87 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί (στο εξής ο «Νόμος») προνοεί τα ακόλουθα: « 87. Όποιος με σκοπό απόκτησης κατοχής αυτών, εισέρχεται βίαια σε οποιαδήποτε γη ή ακίνητο, είτε η βία συνίσταται στην άσκηση πραγματικής βίας πάνω σε άλλο είτε με απειλές είτε στη διάρρηξη οποιασδήποτε κατοικίας είτε στη συγκέντρωση ασυνήθιστου αριθμού ανθρώπων, είναι ένοχος πλημμελήματος το οποίο καλείται βίαιη είσοδος. Όλα τα πιο πάνω ισχύουν και αν ακόμη αυτός έχει το δικαίωμα εισόδου σε τέτοια γη ή όχι, νοουμένου ότι ο εισερχόμενος σε γη ή ακίνητα που ανήκουν σε αυτόν, βρίσκονται όμως κάτω από τη φύλαξη του υπηρέτη ή επιστάτη, δεν διαπράττει το ποινικό αδίκημα της βίαιης εισόδου.» Ο σκοπός απόκτησης γης ή ακινήτου συνιστά απαραίτητο συστατικό στοιχείο του αδικήματος που καθιερώνει το άρθρο 87 του Νόμου. Το γεγονός αυτό το αναγνωρίζει και ο ευπαίδευτος συνήγορος της παραπονούμενης, ο οποίος στην αγόρευση του αναφέρει ότι το άρθρο 87 του Νόμου στοχεύει στην αποφυγή χρήσης βίας για απόκτηση κατοχής γης ή ακινήτου. Στις λεπτομέρειες του αδικήματος ωστόσο, ουδεμία αναφορά γίνεται σε σκοπό ή επιδίωξη των κατηγορουμένων για απόκτηση της κατοικίας της παραπονούμενης. Σημειώνω επίσης πως ούτε και από τις λεπτομέρειες του αδικήματος της υφιστάμενης κατηγορίας προκύπτει τέτοιος σκοπός. Από τα στοιχεία που υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προκύπτει ότι η παραπονούμενη προτίθεται να αποδώσει στους κατηγορούμενους οποιαδήποτε ενέργεια προς το σκοπό απόκτησης της κατοικίας της. Αντιθέτως, αυτό το οποίο τους αποδίδει είναι την αφαίρεση αντικειμένων από αυτήν. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει ελαττωματικότητα του κατηγορητηρίου, έτσι ώστε να προκύπτει ανάγκη για τροποποίηση του δια της προσθήκης νέας κατηγορίας προκειμένου να συμπεριληφθεί αδίκημα που αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία ή στην προκείμενη περίπτωση από τα στοιχεία που υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ενόψει επομένως της κατάληξης μου ότι δεν υφίσταται ζήτημα ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου, το αίτημα για τροποποίηση του δια της προσθήκης νέας κατηγορίας απορρίπτεται. Το τελευταίο ζήτημα που απομένει να εξεταστεί είναι η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των κατηγορουμένων ότι το κατηγορητήριο πάσχει από πολλαπλότητα, καθώς επίσης και από ασάφεια και αοριστία. Είναι καλά γνωστή η αρχή ότι μία κατηγορία δεν μπορεί να περιλαμβάνει πέραν του ενός αδικήματος, καθώς σε τέτοια περίπτωση η κατηγορία θα κριθεί ότι πάσχει από πολλαπλότητα. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Araouzos and Son v. Police
(1980)2 CLR 131 "A count is bad for duplicity if by means of it an accused person is being charged with having committed two or more separate offences (see Archbold)." Ο εν λόγω κανόνας, ο οποίος αποτελεί μία από τις εκφάνσεις της έννοιας της δίκαιης δίκης, αποσκοπεί στο να διασφαλίσει ότι το κατηγορούμενο πρόσωπο δεν θα έλθει αντιμέτωπο με κατηγορίες που δεν του γνωστοποιήθηκαν δεόντως έτσι ώστε να μην γνωρίζει τι ακριβώς θα αντιμετωπίσει στη δίκη και να στερηθεί επομένως της δυνατότητας να υπερασπίσει κατάλληλα τον εαυτό του. Ο πιο πάνω αναφερόμενος κανόνας κατοχυρώνεται τόσο στο Σύνταγμα μας (βλ. άρθρο 12.5) όσο και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (βλ. άρθρο 6
(3)(α)). Στην υπόθεση Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 486, στην οποία εξετάστηκε ζήτημα πολλαπλότητας, ειπώθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: « Επί της ουσίας του θέματος, το ζήτημα της πολλαπλότητας, όπως έχει αποφασισθεί και στην Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, σελ. 265-266, συναρτάται με την εκ μέρους του κατηγορουμένου σαφή γνώση των κατηγοριών που έχει να αντιμετωπίσει, αλλά και τη διαπίστωση της εκ των υστέρων διακρίβωσης των πιθανών απαντήσεων autrefois convict και autrefois acquit. Περαιτέρω, στην Παπαδόπουλος ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 111, σελ. 116, αποφασίστηκε ότι η τυχόν πολλαπλότητα πρέπει να συνεξεταστεί με τη δυνατότητα εξ αυτής να επέρχεται ακυρότητα στην κατηγορία.» Για να διακριβωθεί κατά πόσο μία κατηγορία πάσχει από πολλαπλότητα, κατά κανόνα, δεν χρειάζεται το Δικαστήριο να ανατρέξει σε οτιδήποτε άλλο πέραν του κατηγορητηρίου. Στην υπόθεση Σ.Π ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 207/13 ημερομηνίας 25.6.14 στην οποία εξετάστηκε ζήτημα πολλαπλότητας της κατηγορίας που αντιμετώπιζε ο εφεσείων λέχθηκαν τα εξής σχετικά: «Η πολλαπλότητα είναι ζήτημα τύπου και όχι μαρτυρίας, (R. v. Greenfield 57 Cr. App. R. 849) και κατά κανόνα δεν χρειάζεται να αναζητηθεί οτιδήποτε πέραν του λεκτικού της ίδιας της κατηγορίας». Το αδίκημα που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι έχει ως ακολούθως: « ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Πρώτη Κατηγορία Είσοδος εις κατοικία χωρίς δικαστικό ένταλμα δεόντως αιτιολογημένο και χωρίς την συναίνεση του ενοικίου κατά παράβαση του άρθρου 136 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 σε συνδυασμό με τα άρθρα 16 και 179
(1)του Συντάγματος. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Οι κατηγορούμενοι στην ή περί την Δευτέρα Μαΐου 2014 εισήλθαν στην κατοικία της κ Έλλης Ξενοφώντος στο χωριό Πολέμι της Επαρχίας Πάφου όπου κατοικούσε από το 1965 χωρίς δικαστικό ένταλμα δέοντως αιτιολογημένο και χωρίς την συγκατάθεση της εν λόγω ενοίκου και χρησιμοποιώντας βίαια μέσα αφαίρεσαν από την εν λόγω κατοικία αντικείμενα που άνηκαν στην εν λόγω ένοικο κατά παράβαση του άρθρου 136 του Ποινικού Κώδικα, του άρθρου 16 του Συντάγματος και του άρθρου 179 του Συντάγματος το οποίο προβλέπει ότι το Σύνταγμα είναι ο υπέρτατος Νόμος της Δημοκρατίας. » Σύμφωνα με την έκθεση αδικήματος τα άρθρα στα οποία στηρίζεται η κατηγορία είναι το άρθρο 136 του Νόμου και το άρθρο 16 του Συντάγματος. Το άρθρο 136 του Νόμου διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
- Όποιος εσκεμμένα ανυπακούει σε νόμο για τη διενέργεια πράξης απαγορευμένης από αυτό ή με την παράλειψη πράξης που επιβάλλεται από αυτό, η οποία αφορά το κοινό ή μέρος του κοινού, είναι ένοχος πλημμελήματος και εκτός αν προκύπτει από αυτό το νόμο πρόθεση του νομοθέτη για επιβολή κάποιας άλλης ποινής, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Όπως προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 136 του Νόμου, απαραίτητο συστατικό στοιχείο του εν λόγω αδικήματος είναι η ανυπακοή σε νόμο. Τόσο από την έκθεση αδικήματος όσο και από τις λεπτομέρειες αυτού, προκύπτει ότι ο «νόμος» σε σχέση με τον οποίο κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι ότι επέδειξαν ανυπακοή είναι το άρθρο 16 του Συντάγματος. Παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενο του: «
- Η κατοικία εκάστου είναι απαραβίαστος.
- Η είσοδος εις οιανδήποτε κατοικίαν ή οιαδήποτε έρευνα εντός αυτής δεν επιτρέπεται, ειμή ότε και όπως ο νόμος ορίζη και κατόπιν δικαστικού εντάλματος δεόντως ητιολογημένου ή οσάκις η είσοδος ενεργήται τη ρητή συναινέσει του ενοίκου ή προς τον σκοπόν διασώσεων θυμάτων οιουδήποτε αδικήματος βίας ή οιασδήποτε καταστροφής.» Από τη συνδυασμένη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 136 του Νόμου και του άρθρου 16 του Συντάγματος προκύπτει ότι η αφαίρεση αντικειμένων που ανήκουν στο πρόσωπο που διαμένει στην κατοικία δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Η συμπερίληψη επομένως στις λεπτομέρειες του αδικήματος της αναφοράς περί χρησιμοποίησης βίαιων μέσων και αφαίρεσης αντικειμένων που ανήκαν στην παραπονούμενη, παραπέμπει σε άλλα αδικήματα με διαφορετικά συστατικά στοιχεία από το αδίκημα που δημιουργούν τα άρθρα 136 του Νόμου και 16 του Συντάγματος. Είναι δε σαφές, κατά την άποψη μου, ότι υπάρχει δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων των κατηγορούμενων οι οποίοι δεν μπορούν να γνωρίζουν επακριβώς ποιο αδίκημα αντιμετωπίζουν έτσι ώστε να προετοιμάσουν κατάλληλα την υπεράσπιση τους. Επιπρόσθετα, σημειώνω ότι θα είναι αδύνατο για τους κατηγορούμενους να απαντήσουν στην εν λόγω κατηγορία ως είναι διατυπωμένη. Συγκεκριμένα, εάν για παράδειγμα οι κατηγορούμενοι επιθυμούσαν να παραδεχθούν την κατηγορία της εισόδου χωρίς δικαστικό ένταλμα αρνούμενοι όμως ότι αφαίρεσαν οτιδήποτε από την οικία της παραπονούμενης δεν θα μπορούσαν να το πράξουν απαντώντας παραδοχή στην κατηγορία ως είναι διατυπωμένη, καθώς αυτό θα συνεπαγόταν και την αποδοχή ως προς την αφαίρεση αντικειμένων. Περαιτέρω, η διατύπωση σε σχέση με τη χρησιμοποίηση βίαιων μέσων είναι τόσο γενική και αόριστη που καθιστά αδύνατο να διαπιστωθεί με ακρίβεια το επιπρόσθετο αδίκημα που περιλαμβάνεται στην κατηγορία. Θα μπορούσε για παράδειγμα να συνιστά το αδίκημα της κλοπής (άρθρο 255 επ. του Νόμου), ή της κακόβουλης βλάβης (άρθρο 324 του Νόμου) ή της κατακράτησης αντικειμένων χωρίς δικαστικό ένταλμα κατά παράβαση του άρθρου 27 του Κεφ.
- Ενόψει των πιο πάνω, θεωρώ ότι η κατηγορία πάσχει λόγω πολλαπλότητας. Παρά το γεγονός ότι δεν έχει υποβληθεί αίτημα τροποποίησης σε σχέση με την εν λόγω κατηγορία, εντούτοις θα εξετάσω αυτεπάγγελτα κατά πόσο το ελάττωμα που έχει εντοπιστεί πιο πάνω δύναται να διορθωθεί με τροποποίηση προκειμένου να διασωθεί το κατηγορητήριο. Είναι γνωστό ότι το Δικαστήριο μπορεί και αυτεπάγγελτα να τροποποιεί ένα ελαττωματικό κατηγορητήριο (βλ. άρθρο 83 του Κεφ.155 και Λουκά v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 64). Όπως έχω αναφέρει και πιο πάνω κατά την παράθεση των αρχών που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τροποποίηση του κατηγορητηρίου, η τροποποίηση επιτρέπεται στην περίπτωση που εντοπίζεται ελάττωμα σε αυτό, υπό την προϋπόθεση της απουσίας δυσμενούς επηρεασμού των συμφερόντων και δικαιωμάτων του κατηγορουμένου (βλ. Κλεοβούλου ανωτέρω). Υπό τις περιστάσεις της παρούσας όπως αυτές εκτίθενται ανωτέρω και με βάση το περιορισμένο υλικό που υπάρχει ενώπιον μου, θεωρώ ότι θα ήταν ανασφαλές για το Δικαστήριο να προχωρήσει αυτεπάγγελτα σε τροποποίηση του κατηγορητηρίου. Το τελευταίο ζήτημα που απομένει να εξεταστεί είναι οι συνέπειες από την διαπίστωση ότι το κατηγορητήριο πάσχει από πολλαπλότητα. Η πολλαπλότητα του κατηγορητηρίου έχει επανειλημμένα οδηγήσει σε ακύρωση της καταδίκης (βλ. Ξυδιάς κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 174 και Ομήρου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 588). Στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus (ανωτέρω) σελ. 52, γίνεται εισήγηση ότι μια δίκη η οποία προχώρησε επί κατηγορητηρίου διατυπωμένου ενάντια στην αρχή της πολλαπλότητας, είναι άκυρη λόγω του ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε είχε κατηγορηθεί με γνωστό στο Νόμο αδίκημα. Έχοντας επομένως υπόψη μου την πιο πάνω αναφερόμενη νομολογία, το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι δεν έχουν απαντήσει και η ακρόαση δεν έχει ξεκινήσει, καθώς επίσης και το ότι με βάση τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω το κατηγορητήριο πάσχει από πολλαπλότητα η οποία δεν μπορεί να θεραπευθεί με τροποποίηση του, θεωρώ ότι το κατηγορητήριο θα πρέπει να ακυρωθεί. Κατά συνέπεια το κατηγορητήριο ακυρώνεται και οι κατηγορούμενοι απαλλάσσονται. Όσον αφορά τα έξοδα και λαμβάνοντας υπόψη μου ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων δεν εγείρει ζήτημα εξόδων, δεν θα εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή σε σχέση με αυτά. (Υπ.)........... Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο