← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 12679/2010, 28/5/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 12679/2010, 28/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B101 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12679/2010 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 28.05.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού Για Κατηγορούμενο: κος Α. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος: παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Κατόπιν τροποποίησης του κατηγορητηρίου δυνάμει δικαστικού διατάγματος ημερομηνίας 17.01.10 πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας προστέθηκαν τρεις νέες κατηγορίες ενώ διακόπηκαν οι δύο αρχικές. Μετά από την εξέλιξη αυτή ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες σεξουαλικής παρενόχλησης κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του Περί Ίσης Μεταχείρισης Αντρών και Γυναικών στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμου του 2002, Ν.205(Ι)/2005 ως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 13.07.06 στο παλαιό κτίριο του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου ενώ ήταν πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου Πολεμίου παρενόχλησε σεξουαλικά την Ανδρονίκη Κωνσταντίνου, γραμματέα του πιο πάνω κοινοτικού συμβουλίου, βάζοντας τα χέρια του στους ώμους της και φιλώντας την στα μάγουλα της χωρίς τη θέληση της. Επίσης, το ίδιο άτομο κατηγορείται ότι κατά τον Δεκέμβριο του έτους 2006 στα γραφεία του Κοινοτικού Συμβουλίου Πολεμίου στο χωριό Πολέμι της επαρχίας Πάφου ενώ ήταν πρόεδρος του κοινοτικού συμβουλίου αυτού έπιασε την Ανδρονίκη Κωνσταντίνου από τα χέρια και τραβώντας την κοντά του έβαλε το χέρι του πίσω από τη μέση της χωρίς την θέληση της. Περαιτέρω, ο εν λόγω κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά τον μήνα Αύγουστο του έτους 2009 στα γραφεία του Κοινοτικού Συμβουλίου Πολεμίου ενώ ήταν πρόεδρος του προαναφερόμενου κοινοτικού συμβουλίου παρενόχλησε σεξουαλικά το ίδιο με πιο πάνω άτομο λέγοντας της ότι είναι πολύ ωραία γυναίκα και αν δεν ήξερε τον ηθικό της χαρακτήρα θα της κολλούσε μέχρι τέλους. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από 4 μάρτυρες και συγκεκριμένα από την παραπονούμενη στην υπόθεση αυτή Ανδρονίκη Κωνσταντίνου (ΜΚ1), τον υπαστυνόμο Κόκο Κλεάνθους της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου (ΜΚ2), τον ιδιώτη ιατρό -γαστρεντερολόγο Δρ. Χριστάκη Παλά (ΜΚ3) και τον ψυχίατρο Δρ. Χριστόδουλο Γαλατόπουλο (ΜΚ4). Παράλληλα, κατατέθηκαν στο Δικαστήριο 18 τεκμήρια ενώ κατά την παρουσίαση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής δηλώθηκαν εκ συμφώνου από τα μέρη ως παραδεκτό γεγονός ότι στις 14.07.06 πραγματοποιήθηκε σύσκεψη στο Υπουργείο Εσωτερικών για θέματα που αφορούσαν την κοινότητα Πολεμίου. Το εν λόγω παραδεκτό γεγονός εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε, με βάση το άρθρο 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και ότι το Δικαστήριο πρέπει να τον αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Ο κύριος Αλεξάνδρου στήριξε την αγόρευση του στους ακόλουθους τρεις άξονες αναλύοντας τους στη βάση επιχειρημάτων:
(1)Η μαρτυρία που τέθηκε από την κατηγορούσα αρχή είναι εξόφθαλμα αντιφατική και στερείται πειστικότητας χωρίς δυνατότητα αξιολόγησης καθότι, κατά την άποψη του εν λόγω συνηγόρου, η παραπονούμενη προβάλλει τουλάχιστο 4 διαφορετικές εκδοχές.
(2)Ο χρόνος που διέρρευσε από την διάπραξη των κατ' ισχυρισμό αδικημάτων αποκαλύπτει αδικαιολόγητα μεγάλη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό των συνταγματικών πλαισίων για διαπίστωση της ποινικής ευθύνης που ο κατηγορούμενος ενδεχομένως να έχει εντός εύλογου χρονικού διαστήματος υπό το φως των δεδομένων της υπόθεσης.
(3)Η στάση της κατηγορούσας αρχής να εισαγάγει εξ' ακοής μαρτυρία μέσω της παραπονούμενης και να μην παρουσιάσει τους υπόλοιπους μάρτυρες που σημειώνονται στο κατηγορητήριο και προέβηκαν στην αρχική δήλωση χωρίς να δοθεί οποιοσδήποτε λόγος για τη μη κλήση τους στο Δικαστήριο. Από την άλλη ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι ο χρόνος που αναλώθηκε για την διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου καθώς και η επιλογή της κατηγορούσας αρχής να μην παρουσιάσει όλους τους μάρτυρες, τα ονόματα των οποίων σημειώνονται στο κατηγορητήριο, είναι θέματα που δεν εξετάζονται στο στάδιο αυτό. Ανεξαρτήτως όμως της θέσης αυτής, μέσα από την νομική επιχειρηματολογία του ο κύριος Συμεού αντίκρουσε όλα τα ζητήματα που ο συνήγορος υπεράσπισης έθιξε κατά την αγόρευση του προβάλλοντας και αναλύοντας τις δικές του τοποθετήσεις. Επιπλέον, είναι η θέση του κυρίου Συμεού ότι από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε έχουν αποδειχτεί τα συστατικά στοιχεία του κατ' ισχυρισμό αδικήματος σε όλες τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου και γι' αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία στις εν λόγω κατηγορίες. Πλήρης έκταση των όσο ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση επειδή κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί κανένα πρακτικό σκοπό. Κατ' αρχήν θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι με το πέρας της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, αυτό που το Δικαστήριο εξετάζει είναι κατά πόσο έχει αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε βαθμό επαρκή που να δικαιολογεί την κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία έτσι ώστε αυτός να υποχρεώνεται να προβάλει την υπεράσπιση του. Σε περίπτωση που η απάντηση στο ερώτημα είναι θετική τότε το Δικαστήριο καλεί τον κατηγορούμενο να προβάλει την υπεράσπιση του πληροφορώντας του τα δικαιώματα του [άρθρο 74
(1)(γ) Κεφ.155]. Σε περίπτωση όμως που η κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία δεν δικαιολογείται τότε το Δικαστήριο αθωώνει τον κατηγορούμενο [άρθρο 74
(1)(β) Κεφ.155]. Συνεπώς, οι δύο τελευταίοι πυλώνες της νομικής επιχειρηματολογίας του συνηγόρου υπεράσπισης δεν εξετάζονται στο στάδιο αυτό, όπου όπως έχει ήδη λεχθεί, το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση ύπαρξης ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Εξάλλου η συνολική εικόνα περί πιθανότητας παρέκκλισης διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου εντός εύλογου χρονικού διαστήματος σε βαθμό που να παραβιάζεται το άρθρο 30.2 του Συντάγματος στα πλαίσια εξέτασης ενός τέτοιου ζητήματος αποκρυσταλλώνεται πλήρως μόνο με την ολοκλήρωση της ακρόασης της υπόθεσης λαμβάνοντας έτσι, ανάμεσα σ' άλλα, υπόψη και το χρόνο που δαπανήθηκε για την εκδίκαση της υπόθεσης (Ευσταθίου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 294). Ο δε σχολιασμός θέματος εξ' ακοής μαρτυρίας άπτεται του κεφαλαίου αξιολόγησης και ως εκ τούτου γίνεται στο στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας και συγκεκριμένα μετά την ολοκλήρωση της εκδίκασης της υπόθεσης. Δεν κωλύεται όμως ο κύριος Αλεξάνδρου, εάν επιμένει και αποφασίσει προς τούτο, να θέσει εκ νέου ζητήματα δίκαιης δίκης και εισαγωγής εξ' ακοής μαρτυρίας από την κατηγορούσα αρχή χωρίς να κληθούν οι μάρτυρες που προέβηκαν στην αρχική δήλωση με την ολοκλήρωση της εκδίκασης της υπόθεσης, εφόσον βέβαια τελικά κληθεί σε απολογία ο κατηγορούμενος. Ταυτόχρονα γίνεται αντιληπτό ότι αν δεν αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου τότε παρέλκει η εξέταση αυτών των θεμάτων. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας και άλλος
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό ακόμη είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α., Ποινικές Εφέσεις 5-9/2012 ημερομηνίας 11.12.12 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Μία από τις υποθέσεις στην οποία γίνεται αναφορά είναι η αγγλική υπόθεση R v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060 στην οποία με το πιο κάτω απόσπασμα καταγράφεται η προσέγγιση που καλείται το Δικαστήριο να υιοθετήσει στο στάδιο ολοκλήρωσης της παρουσίασης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής: "How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
  1. a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
  2. b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury." Η υιοθέτηση της πιο πάνω αγγλικής υπόθεσης στην κυπριακή νομολογία (Azinas et al v. Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191) την κατέστησε καθοδηγητική αυθεντία. Ειδικότερα στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Αστυνομίας και άλλος
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί." Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω υπό το φως της μαρτυρίας που η κατηγορούσα αρχή προσκόμισε, αντικειμενικά ιδωμένη στο σύνολο της, χωρίς να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής και δίχως να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα, εξόφθαλμα παρατηρώ ότι στοιχειοθετούνται εξ' αντικειμένου τα συστατικά στοιχεία του κατ' ισχυρισμό αδικήματος της σεξουαλικής παρενόχλησης σε όλες τις κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Παράλληλα, το Δικαστήριο δεν θεωρεί πως η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, εξ' όψεως και αντικειμενικά εξεταζόμενη, στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή. Σε αντίθεση με το τι ευσεβάστως εισηγήθηκε ο συνήγορος υπεράσπισης, μέσα από μια αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε μέχρι τώρα η κατηγορούσα αρχή προώθησε την εκδοχή της σεξουαλικής παρενόχλησης της παραπονούμενης από τον κατηγορούμενο. Εάν τώρα η μαρτυρία οποιουδήποτε μάρτυρα κατηγορίας τυχόν παρουσιάζει αντιφάσεις αυτό είναι θέμα που άπτεται της αξιοπιστίας του, πράγμα που θα αποφασιστεί μέσα από αξιολόγηση όλης της μαρτυρίας που θα τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και καθενός μάρτυρα που στο μεταξύ καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μετά την ολοκλήρωση της εκδίκασης της υπόθεσης αυτής. Συνεπώς, η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής δεν περιέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση που να ανάγεται σε εγγενή αντινομία που το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης στο σύνολο της. Εν κατακλείδι, το Δικαστήριο, στη βάση των πιο πάνω, κρίνει ότι από τη μέχρι τώρα δοθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση για όλες τις κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μέσα από το παρόν κατηγορητήριο και ως εκ τούτου τον καλεί σε απολογία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/Σεξουαλική Παρενόχληση/ Άρθρα 2, 12 και 30 του Ν.205(Ι)/2002 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.