ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. Kλεάνθη Κλεάνθους, Αρ. Υπόθεσης 6810/2012, 8/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:B1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ). Ενώπιον:- Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 6810/2012 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ -ν- Kλεάνθη Κλεάνθους, Κατηγορούμενου 8 Ιανουαρίου, 2014. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Α. Αντωνίου. Για τον κατηγορούμενο: Ο κ. Θεοδούλου. Κατηγορούμενος παρών. A Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες για τα αδικήματα της αμελούς οδήγησης και ότι οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα και παρέλειψε να σταματήσει σε κόκκινο σηματοδότη. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων κατηγορείται ότι στις 4/5/12 στη διασταύρωση των οδών Κ. Παλαμά, Αγ. Δημητρίου, Κοραή και Γ. Παπαδοπούλου στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KPY691 χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ως επίσης και ότι παρέλειψε να σταματήσει σε κόκκινο σηματοδότη. Για την απόδειξη της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου δύο μάρτυρες και μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, και αφού επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του στον κατηγορούμενο σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, αυτός επέλεξε να καταθέσει από τη θέση του εξεταζόμενου μάρτυρα. Κατατέθηκαν τέλος και επτά συνολικά τεκμήρια. Ο κ. Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης (Μ.Κ.1), ο οποίος ήτο επιβάτης στο ένα από τα εμπλεκόμενα οχήματα υπ΄ αριθμό εγγραφής KRU199, δημιούργησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ο εν λόγω μάρτυρας προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και αυτό έπραξε. Η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασής του και παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του, τεκ.1, και ήταν η θέση του ότι από τη θέση στην οποία βρισκόταν μπορούσε να δει τα φώτα τροχαίας και ότι η κόρη του, που ήταν η οδηγός του οχήματος στο οποίο επέβαινε, οδήγησε το όχημα όταν ο φωτεινός σηματοδότης ήταν αναμμένος στο πράσινο. Το ίδιο πολύ καλή εντύπωση δημιούργησε και ο Λοχίας 190 Μ. Γερολέμου (Μ.Κ.2) που, παρά την εκτενή αντεξέτασή του από το συνήγορο υπεράσπισης, η αξιοπιστία του παρέμεινε ακλόνητη. Υιοθέτησε και αυτός το περιεχόμενο της κατάθεσής του τεκ.2 και προέβηκε στην κατάθεση των προχείρου και τελικού σχεδίου της σκηνής του δυστυχήματος, τεκ.3 και 4 αντίστοιχα, τα οποία και επεξήγησε. Κατάθεσε επίσης την κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο, τεκ.5, ως επίσης και τη γραπτή κατηγορία, τεκ.
- Ένα ζήτημα το οποίο τέθηκε στον Μ.Κ.2 είναι και το σημείο σύγκρουσης το οποίο, ως και ο ίδιος δέχθηκε, δεν είναι ακριβώς στο ίδιο σημείο στα τεκ.3 και 4, αφού το τελικό σχέδιο γίνεται με βάση το πρόχειρο. Ο ίδιος ο Μ.Κ.2 όμως επεξήγησε με σαφή και ικανοποιητικό τρόπο γιατί υπάρχει αυτή η διαφορά η οποία οφείλεται στην πίεση που υπάρχει κατά την επί τόπου διερεύνηση του συμβάντος και ότι όταν σχεδιάζεται το τελικό σχέδιο κάτω από πιο άνετες συνθήκες αυτό δείχνει πιο καλά το σημείο σύγκρουσης αναφέροντας ότι η ουσία είναι οι μετρήσεις να είναι ορθές. Ανέφερε επίσης ότι το σημείο σύγκρουσης δεν αλλάζει από τις διαστάσεις των οχημάτων, ενόψει και του ότι υπάρχει μια διαφορά στις διαστάσεις των οχημάτων ως καταγράφονται στα σχέδια αλλά ούτε και τις τελικές θέσεις των οχημάτων. Εν πάση όμως περιπτώσει το κατά πόσο υπάρχει ευθύνη του κατηγορουμένου σε σχέση τουλάχιστο με το αδίκημα της αμελούς οδήγησης θεωρώ ότι δεν εξαρτάται αλλά ούτε και επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο το σημείο σύγκρουσης, εφόσον η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχή επικεντρώθηκε στο ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε στη διασταύρωση ενώ ο σηματοδότης από τη δική του πλευρά ήταν αναμμένος κόκκινος και χωρίς να προβεί σε απαραίτητο έλεγχο του δρόμου και της τροχαίας κίνησης. Στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι η επιλογή της κατηγορούσας αρχής να μην κλητεύσει την οδηγό του οχήματος στο οποίο επέβαινε ο Μ.Κ.1 δεν επηρεάζει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την υπόθεσή της ούτε αφήνει οιαδήποτε κενά τη στιγμή που γίνεται δεκτή η μαρτυρία του Μ.Κ.1 ότι ήταν ουσιαστικά αυτόπτης μάρτυρας και είδε κάτω από ποιες συνθήκες επεσυνέβηκε το επίδικο τροχαίο δυστύχημα. Αναφορικά τώρα με τον κατηγορούμενο, η παρουσία του ενώπιον του Δικαστηρίου δεν ήταν καλή. Ο κατηγορούμενος προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο για την εκδοχή του, ότι δηλαδή δεν εισήλθε στη διασταύρωση όταν τα φώτα τροχαίας στην πορεία του ήταν κόκκινο. Για να επιτύχει τον στόχο του ο κατηγορούμενος όχι μόνο διαφοροποίησε θέσεις του τις οποίες εξέφρασε στην κατάθεση, τεκ.5, που έδωσε στην Αστυνομία αλλά προέβηκε και στην ετοιμασία της γραπτής δήλωσής του τεκ.7 στην οποία προσπαθεί να διαμορφώσει και να παρουσιάσει μια εικόνα στην οποία η ευθύνη για το δυστύχημα να μην τον αγγίζει. Κατ΄ αρχήν, ενώ στην κατάθεση του, τεκ.5, αρχικά λέει ότι δεν θυμάται τι χρώμα ήταν τα φώτα τροχαίας, συνεχίζοντας λέει ότι πρέπει να τα είδε από 40-50 μέτρα και να ήταν πράσινο. Στη γραπτή δήλωσή του τεκ.7 αναφέρει ότι προχώρησε στη λωρίδα του και περίπου 25-30 μέτρα πριν περάσει τη διασταύρωση βεβαιώθηκε ότι ήταν πράσινο. Είναι προφανές ότι υπάρχει διαφοροποίηση των λεχθέντων του τόσο σε σχέση με την απόσταση αλλά και με την αντίληψη και βεβαιότητά του για το χρώμα των φώτων. Περαιτέρω, ενώ στην κατάθεσή του τεκ.5 αναφέρει ότι δεν θυμάται με πόση ταχύτητα οδηγούσε, στη δήλωση του, τεκ.7, όχι μόνο θυμάται ότι κατ΄ υπολογισμό δικό του δεν ξεπερνούσε τα 40 χ.α.ω. αλλά και το ότι πριν τη διασταύρωση το όχημα του εκινείτο στη δεύτερη ταχύτητα. Δεν μπορεί επίσης να γίνει δεκτή η θέση του ως αυτή φαίνεται στη δήλωση του τεκ.7 αλλά και που ανάφερε αντεξεταζόμενος ότι προχώρησε στη διασταύρωση καταβάλλοντας κάθε δυνατή προσοχή ελέγχοντας το δρόμο, μια θέση η οποία δεν υπάρχει στο τεκ.
- Αντίθετα μάλιστα, αυτό που δηλώνει ο κατηγορούμενος στην κατάθεσή του τεκ.5 είναι ότι δεν θυμόταν πώς έγινε το δυστύχημα ούτε με τι ταχύτητα οδηγούσε αλλά ούτε και τι χρώμα είχαν τα φώτα τροχαίας. Ένα περαιτέρω ερώτημα που προκύπτει αλλά και που δείχνει ότι ο κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια είναι και το ότι ενώ στη δήλωσή του, τεκ.7, στην παράγραφο 9 αναφέρει ότι προχώρησε με προσοχή στη διασταύρωση και ότι πάντα προσπαθεί να είναι προσεκτικός στο συγκεκριμένο δρόμο λόγω της μειωμένης ορατότητας που υπάρχει στο εν λόγω σημείο, εντούτοις στην κατάθεσή του, τεκ.5, αναφέρει ότι βλέποντας τα φώτα στο πράσινο συνέχισε την πορεία του χωρίς να ελαττώσει ή να σταματήσει και χωρίς να πατήσει στόπερ. Διερωτώμαι πώς ήταν προσεκτικός τη στιγμή που δεν ελάττωσε ταχύτητα έτσι ώστε να μπορεί να ελέγξει το δρόμο, αφού ως ο ίδιος ανάφερε η ορατότητα είναι μειωμένη. Κατάληξή μου είναι ότι ο κατηγορούμενος με τη γραπτή δήλωσή του, τεκ.7, σκοπό είχε να προωθήσει εκδοχή η οποία θα του επέτρεπε να αποποιηθεί την ευθύνη του για το επίδικο δυστύχημα. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα κάτωθι ευρήματα: Στις 4/5/12 ο κατηγορούμενος ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΡΥ691 στην οδό Κωστή Παλαμά με κατεύθυνση την οδό Αγ. Δημητρίου στο Παραλίμνι παρέλειψε να ακινητοποιήσει το όχημά του ενώ ο φωτεινός σηματοδότης ως προς την πορεία του ήταν αναμμένος κόκκινος αλλά και χωρίς να ασκήσει τον απαραίτητο έλεγχο της τροχαίας κίνησης με αποτέλεσμα να εισέλθει στη διασταύρωση και να συγκρουστεί με το όχημα υπ΄ αριθμό εγγραφής ΚRU199 ιδιοκτησίας του Μ.Κ.1 και που οδηγούσε η Αλεξάνδρια Κωνσταντινίδου και η οποία ερχόταν από την οδό Γιωρκή Παπαδοπούλου με κατεύθυνση την οδό Κοραή. Από το δυστύχημα προκλήθηκαν υλικές ζημιές και στα δύο οχήματα ενώ υπήρξαν και τραυματισμοί. Ως έχει προαναφερθεί, ο κατηγορούμενος στην 1η κατηγορία αντιμετωπίζει το αδίκημα της αμελούς οδήγησης. Σύμφωνα με το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/72προβλέπεται ότι: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τις χίλιας λίρας - τα €1.708,00 - ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Εκείνο που προκύπτει από την πλούσια ομολογουμένως νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ότι κατά την οδήγηση κάθε οδηγός πρέπει να ασκεί προσήκουσα προσοχή και το ερώτημα που εγείρεται ως προς το κατά πόσο ένας οδηγός οδηγούσε αμελώς είναι κατά πόσο εκπλήρωσε την υποχρέωσή του εξασκώντας την απαραίτητη λογική φροντίδα και προσοχή για τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τον δρόμο. Το εφαρμοστέο κριτήριο για τον έλεγχο αυτό είναι αντικειμενικό και οι παράμετροί του θα πρέπει να εξετάζονται σε συνάρτηση με τη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα οδηγού και όχι με τη συμπεριφορά ενός τέλειου οδηγού. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (Duty of Care) oφείλεται σε κάθε πρόσωπο που λογικά μπορεί να προβλεφθεί ότι μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις και ή ενέργειες του οδηγού. Σε ό,τι δε αφορά τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας, αυτά είναι τα ίδια που ισχύουν και στο αστικό δίκαιο. Το μόνο που διαφέρει είναι το βάρος απόδειξης. Για να συγκεκριμενοποιηθεί το απρόσωπα προσδιορισμένο καθήκον κάθε οδηγού προς κάθε πρόσωπο που είναι λογικά δυνατό να επηρεαστεί από τις πράξεις του πρώτου θα πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια των γεγονότων της κάθε υπόθεσης έτσι που να διασαφηνιστεί η φύση του καθήκοντος, και στην περίπτωση που διαπιστώνεται τέτοιο καθήκον, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Η πρόβλεψη για σκοπούς του ελέγχου αυτού συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια. Κάθε οδηγός οφείλει να τηρεί τη δέουσα παρατηρητικότητα και η αμέλεια είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες. Παράλειψη δε να δει κανείς ότι απλά είναι ορατό ή όπου η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή και ο οδηγός παραλείπει να λάβει μέτρα προφύλαξης αποτελούν αμέλεια (βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδη
(1963)2 C.L.R. 78). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 378). Επιπρόσθετα, αν η δυνατότητα εμφάνισης κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η μη λήψη προφυλάξεων αποτελεί αμέλεια. Αλλά αν η δυνατότητα εμφάνισης κινδύνου είναι μόνο μια δυνατότητα η οποία ουδέποτε θα εγειρόταν στη σκέψη ενός λογικού ανθρώπου, τότε δεν υπάρχει αμέλεια αν δεν πάρει ένας ασυνήθεις προφυλάξεις (βλ. Δημητράκης Σιλβέστρου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. σελ. 151, 158 και 159). Εκείνο που με σαφήνεια προκύπτει από τα πιο πάνω ευρήματά μου και έχοντας υπόψη τις ως άνω αναφερόμενες νομικές αρχές επί του θέματος της αμέλειας είναι ότι ο κατηγορούμενος με το να εισέλθει εντός της διασταύρωσης τη στιγμή που ο φωτεινός σηματοδότης όσον αφορά την πορεία του ήταν αναμμένος κόκκινο και χωρίς να σταματήσει περιμένοντας το πράσινο έτσι ώστε να δικαιούται να προχωρήσει αλλά και χωρίς να ελέγξει αν από την οδό Γιωρκή Παπαδοπούλου έρχονταν άλλα οχήματα, ανέκοψε την ελεύθερη πορεία του οχήματος υπ΄ αρ. εγγραφής KRU199 με αποτέλεσμα να αποτελεί την γενεσιουργό αιτία του δυστυχήματος. Η ενέργεια του κατηγορουμένου να εισέλθει στη διασταύρωση με τον τρόπο που εισήλθε, και είχε σαν αποτέλεσμα τη σύγκρουση, ισοδυναμεί με αμελή πράξη. Θα πρέπει να σημειωθεί τέλος ότι για τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου είναι αδιάφορο κατά πόσο υπάρχει συντρέχουσα ευθύνη της οδηγού του άλλου εμπλεκόμενου οχήματος (βλ. Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 748). Ενόψει των ανωτέρω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος με τη συμπεριφορά του παρέλειψε να επιδείξει εύλογη μέριμνα για τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούσαν το δρόμο κατά τον ουσιώδη χρόνο, αλλά και το ότι ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει σε κόκκινο σηματοδότη. Ως εκ τούτου βρίσκω ένοχο τον κατηγορούμενο και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............... Λ. Μουγής, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο