← Κύπρος

ΣΑΒΒΑΣ ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ & ΥΙΟΣ ΛΤΔ. ν. ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ. κ.α., Αρ. Υπόθεσης 656/2013, 10/4/2014

ΣΑΒΒΑΣ ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ & ΥΙΟΣ ΛΤΔ. ν. ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ. κ.α., Αρ. Υπόθεσης 656/2013, 10/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:B10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ). Ενώπιον:- Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 656/2013 ΣΑΒΒΑΣ ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ & ΥΙΟΣ ΛΤΔ. -ν-

  1. ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ.
  2. ΧΡΙΣΤΟΥ ΟΡΦΑΝΙΔΗ, από τη Λάρνακα,
  3. ΧΑΡΙΚΛΕΙΑΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗ, από τη Λάρνακα, Κατηγορούμενων -------- Ημερομηνία: 10 Απριλίου,
  4. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Ν. Νικολάου. Για την κατηγορούμενη 1 εταιρεία: Ο κ. Κουνιάς. Για τους κατηγορούμενους 2 και 3: Ο κ. Γ.Α.Γεωργίου με τον κ. Ν.Τσαρδελλή. Κατηγορούμενοι 2 και 3 παρόντες. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 αντιμετωπίζουν κατηγορίες για τα αδικήματα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των άρθρων 305Α

(1)και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, οι κατηγορούμενοι 1 και 3 κατηγορούνται ότι στις 30.11.2012 ή και σε άγνωστη ημερομηνία εξέδωσαν την επιταγή της MARFIN LAIKI BAΝΚ υπ΄ αριθμό 09848396 για το ποσό των €11.716,70 ημερομηνίας 30.11.2012 επ΄ ονόματι της εταιρείας Σάββας Θεοχάρους & Υιός Λτδ και η οποία επιταγή όταν εμφανίστηκε για πληρωμή στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε δεν εξοφλήθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων των εκδοτών της και επειδή ο λογαριασμός παγοποιήθηκε και οι κατηγορούμενοι παρέλειψαν να την εξοφλήσουν εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν την τρίτη κατηγορία για την έκδοση στις 31.12.2012, ή και σε άγνωστη ημερομηνία, της επιταγής της MARFIN LAIKI BANK υπ΄ αριθμό 09848984 για το ποσό των €8.497,18 επ΄ ονόματι της εταιρείας Σάββας Θεοχάρους &Υιός Λτδ και η οποία δεν εξοφλήθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων των εκδοτών της και επειδή ο λογαριασμός παγοποιήθηκε. Για την απόδειξη της υπόθεσής της η πλευρά της κατηγορούσας αρχής κάλεσε πέντε μάρτυρες και μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων για τις κατηγορίες που ο καθένας ξεχωριστά αντιμετωπίζει, και αφού τους επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά τους σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 η κατηγορούμενη 1 εταιρεία δεν κάλεσε οιουσδήποτε μάρτυρες, οι δε κατηγορούμενοι 2 και 3 προέβηκαν ο καθένας σε ανώμοτη δήλωση. Κατατέθηκαν επίσης και 24 τεκμήρια εκ των οποίων τα τεκ.23 και 24 κατατέθηκαν εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Δηλώθηκαν, τέλος, ως παραδεκτά γεγονότα, τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, τα ακόλουθα:
  1. Η πρώτη κατηγορούμενη εταιρεία είναι δημόσια εταιρεία νόμιμα εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών και συνεχίζει να υφίσταται.
  2. Η κατηγορούμενη 3 δεν είναι και δεν ήταν ποτέ διευθυντής της κατηγορουμένης 1 εταιρείας.
  3. Από τις 20.8.12 μέχρι 31.12.12 ο συγκεκριμένος λογαριασμός δεν είχε πιστωτικό υπόλοιπο σε κανένα στάδιο.
  4. Ο συγκεκριμένος λογαριασμός από 11.12.2012 ήταν στο ΚΑΠ.
  5. Η υπογραφή που φαίνεται στην επιταγή 09848396 (1η κατηγορία), στη θέση του εκδότη επιταγών, ανήκει στην Χαρίκλεια Ορφανίδου.
  6. Η υπογραφή που φαίνεται στην επιταγή 09848984 (3η κατηγορία), στη θέση του εκδότη επιταγών, ανήκει στον Χρίστο Ορφανίδη. Είχα την ευκαιρία μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνειά τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεών τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποινική Έφεση 9163 ημερ. 24.09.1997, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποινική Έφεση 9041 ημερ. 29.05.1997 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποινική Έφεση 9161, ημερ. 24.05.1997). Θα πρέπει να πω ότι η διαπίστωση του Δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία και από τους μάρτυρες που κάλεσε η πλευρά της κατηγορούσα αρχής είναι ότι ουσιαστικά η αξιοπιστία τους δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης. Πλείστα των γεγονότων ήταν αποδεκτά και οι ερωτήσεις που τίθεντο στους Μ.Κ. κατά την αντεξέτασή τους ήταν διευκρινιστικές ή και επιβεβαιωτικές των όσων ανέφεραν αλλά και του περιεχομένου των εγγράφων που κατέθεταν. Η πλευρά, μάλιστα, της κατηγορούμενης 1 εταιρείας κάποιους μάρτυρες δεν τους αντεξέτασε ενώ για κάποιους άλλους υιοθέτησε την αντεξέταση του συνηγόρου για τους κατηγορούμενους 2 και 3, ο οποίος επικεντρώθηκε στο ζήτημα της υποκειμενικής υπόστασης των αδικημάτων που οι κατηγορούμενοι 2 και 3 αντιμετωπίζουν. Ο Θεοχάρης Θεοχάρους (Μ.Κ.1), διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας, ανέφερε ότι η εταιρεία του είχε συνεργασία με την κατηγορούμενη 1 εταιρεία τα τελευταία 5 χρόνια σε είδη μαγιό. Είπε ότι τοποθετούσαν τα εμπορεύματα τον Απρίλιο και έκδιδαν τιμολόγια. Περί το τέλος Σεπτεμβρίου πήγαιναν και έπαιρναν πίσω οτιδήποτε δεν πουλούσε η κατηγορούμενη εταιρεία και προς τούτο έκδιδαν πιστωτικές σημειώσεις όπου το υπόλοιπο ήταν το οφειλόμενο ποσό. Συμπλήρωσε ότι, ουσιαστικά, η κατηγορούμενη εταιρεία πλήρωνε μόνο για τα εμπορεύματα που πουλούσε αφού ό,τι παρέμενε απούλητο το έπαιρνε πίσω η παραπονούμενη εταιρεία. Κατάθεσε δέσμη τιμολογίων τεκ.4 και πιστωτικές σημειώσεις τεκ.5 αναφέροντας ότι στη θέση του πωλητή είναι η υπογραφή του, ενώ στο αγοραστής είναι η υπογραφή του εκάστοτε παραλήπτη. Προς το τέλος Αυγούστου 2012 ειδοποιήθηκαν από το λογιστήριο της κατηγορούμενης εταιρείας και προς όφελος της παραπονούμενης εταιρείας έκδωσαν έναντι του οφειλόμενου την επιταγή τεκ.6 και προς το τέλος Σεπτεμβρίου εκδόθηκε η επιταγή τεκ.7 για το τελικό οφειλόμενο υπόλοιπο. Είπε επίσης ότι όρος της εταιρείας από την αρχή ήταν οι επιταγές να είναι μεταχρονολογημένες και έτσι το τεκ.6 έφερε ημερομηνία πληρωμής την 30.11.2012 ενώ το τεκ.7 την ημερομηνία 31.12.
  7. Η επιταγή τεκ.6 κατατέθηκε στη Λαϊκή Τράπεζα στις 30.11.2012 και σφραγίστηκε με την ένδειξη να ξανακατατεθεί. Επικοινώνησε τότε με το λογιστήριο της κατηγορούμενης 1 εταιρείας και του είπαν να την ξανακαταθέσει. Στις 13.12.2012 πήγε ΚΑΠ. Την επιταγή τεκ.7 την κατάθεσε για πληρωμή στις 31.12.2012 και σφραγίστηκε αμέσως. Είπε, περαιτέρω, ότι μετά από έλεγχο με τους ταμίες της τράπεζας η επιταγή τεκ.6 υπογράφηκε από την κατηγορούμενη 3 και η επιταγή τεκ.7 από τον κατηγορούμενο
  8. Το τεκ.6 είχε παραληφθεί από εκπρόσωπο της παραπονούμενης εταιρείας από το λογιστήριο της κατηγορούμενης εταιρείας ενώ το τεκ.7 από τον ίδιο. Η Μαρία Ανδρέου (Μ.Κ.2), προϊσταμένη στο Επαρχιακό Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων Αμμοχώστου, κατάθεσε αναλυτική κατάσταση αποδοχών για τα έτη 2011, 2012 και 2013 τεκ.11 που αφορούν την κατηγορούμενη
  9. Ανέφερε επίσης ότι από τον Νοέμβριο του 2013 εργοδότης της κατηγορούμενης 3 είναι η Sislia Trading Ltd. H Γιαννούλα Σοφοκλείδου (M.K.3), υπάλληλος της πρώην Λαϊκής Τράπεζας η οποία και δεν αντεξετάστηκε, δεν γνώριζε να αναφέρει οτιδήποτε που αφορούσε την υπό κρίση υπόθεση αφού, ως ανέφερε, ο λογαριασμός επί του οποίου εκδόθηκαν οι επιταγές τεκ.6 και 7 δεν ανήκει στο πελατολόγιο που η ίδια χειρίζεται. Η Ειρήνη Γιάννουρου (Μ.Κ.4), η οποία εργάζεται στο Τμήμα Corporate της Τράπεζας Κύπρου, αναφέρθηκε στον τραπεζικό λογαριασμό επί του οποίου εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές. Είπε ότι πρόκειται για τρεχούμενο λογαριασμό ο οποίος ανοίχθηκε στις 9.03.2012 και από τις 10.07.2012 λειτουργούσε χωρίς όριο. Αυτό σημαίνει, ως η ίδια εξήγησε, ότι λειτουργεί με υπέρβαση και γίνεται μόνο με την κατάθεση των ανάλογων ποσών. Είπε, περαιτέρω, ότι σαν γενικός όρος πρέπει πάντα μετά τις 10.07.2012 να υπήρχε διαθέσιμο ποσό για να πληρωθεί επιταγή. Πιθανόν όμως, ως ανέφερε, να υπήρχε μια άλλη διευθέτηση την οποία η ίδια δεν γνώριζε αλλά ούτε και γνώριζε αν υπήρχε κάποια ειδική διευθέτηση για τις δύο επιταγές. Είπε επίσης ότι οι οδηγίες μέχρι τις 28.11.2012 ήταν ότι δικαίωμα να υπογράφουν είχαν και οι δύο κατηγορούμενοι 2 και 3 και μετά τις 28.11.2012 δικαίωμα να υπογράφει είχε ο κατηγορούμενος
  10. Δεν μπορούσε, τέλος, να απαντήσει αν υπήρχαν οδηγίες ότι οποιοδήποτε ποσό κατατίθετο στον λογαριασμό θα χρησιμοποιείτο για συγκεκριμένο σκοπό. Τελευταίος μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή ήταν ο Ζαχαρίας Παπαζαχαρία (Μ.Κ.5), ο οποίος εργαζόταν στη Λαϊκή Τράπεζα και τώρα εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου ως προϊστάμενος ανάκτησης μεγάλων χρεών. Ανέφερε ότι στον φάκελο της κατηγορούμενης εταιρείας δεν υπάρχουν γραπτές οδηγίες αναφορικά με τις πληρωμές των επιταγών. Δεν μπορούσε, επίσης, να γνωρίζει το λόγο που η επιταγή τεκ.6 δεν πληρώθηκε, ενώ άλλες επιταγές πληρώθηκαν. Σε σχέση, τώρα, με τους κατηγορούμενους 2 και 3, ως έχω προαναφέρει, έχουν προβεί ο καθένας ξεχωριστά σε ανώμοτη δήλωση. Η ανώμοτη δήλωση είναι επιλογή η οποία αποτελεί απόλυτο δικαίωμά τους και σε καμία περίπτωση μπορεί η επιλογή τους αυτή να ληφθεί εναντίον τους. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία της είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι η δήλωση του κατηγορούμενου χωρίς όρκο εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πώς ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν παραμερίζεται ολότελα. Είναι υποχρέωση του Δικαστηρίου να της δώσει τη βαρύτητα που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν καταλήξει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεσή της (βλ. R. v. Frost
(1964)64 Cr.App.R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είπε με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο με την αντεξέταση. (Βλ. Vroukos v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 C.L.R. 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως. (Βλ. R. v. Coughlan
(1978)64 Cr.App.R. 11). Ερχόμενος στο περιεχόμενο των ανώμοτων δηλώσεων των κατηγορουμένων 2 και 3, αυτό που προκύπτει είναι η επιβεβαίωση με περισσότερες λεπτομέρειες των όσων έχουν τεθεί με ένορκη μαρτυρία αλλά και με το περιεχόμενο των τεκμηρίων που έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και έχουν σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν οι επιταγές αλλά και πώς λειτουργούσε η κατηγορούμενη εταιρεία στον οικονομικό τομέα. Φυσικά το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο δεν αποφαίνεται για την ύπαρξη ή όχι ποινικής ευθύνης των κατηγορούμενων 2 και
  1. Έχοντας υπόψη μου την ενώπιον του δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία καταλήγω στα κάτωθι ευρήματα: Η πρώτη κατηγορούμενη είναι δημόσια εταιρεία νόμιμα εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών και συνεχίζει να υφίσταται. Στις 9.03.2012 ανοίχθηκε για λογαριασμό της στη MARFIN LAIKI BANK ο τρεχούμενος λογαριασμός με αριθμό 048-11-033655 ο οποίος από τις 10.07.2012 λειτουργούσε χωρίς όριο. Μέχρι τις 28.11.2012 δικαίωμα υπογραφής επιταγών είχαν και οι δύο κατηγορούμενοι 2 και 3 και μετά τις 28.11.2012 δικαίωμα υπογραφής είχε μόνο ο κατηγορούμενος
  2. Σε άγνωστο στο Δικαστήριο χρόνο η κατηγορούμενη 1 εταιρεία έκδωσε την επιταγή της MARFIN LAIKI BANK με αριθμό 09848396 με ημερομηνία πληρωμής την 30.11.2012 και για το ποσό των €11.716,70, την οποία παρέλαβε από το λογιστήριο εκπρόσωπος της παραπονούμενης εταιρείας στις 20.08.
  3. Την εν λόγω επιταγή υπέγραψε η κατηγορούμενη
  4. Επίσης σε άγνωστο στο Δικαστήριο χρόνο η κατηγορούμενη 1 εταιρεία έκδωσε την επιταγή της MARFIN LAIKI BANK με αριθμό 09848984 με ημερομηνία πληρωμής την 31.12.2012 και για το ποσό των €8.497,18 και την οποία παρέλαβε από το λογιστήριο της κατηγορούμενης 1 εταιρείας ο Μ.Κ.1 στις 25.09.
  5. Η επιταγή αυτή υπογράφηκε από τον κατηγορούμενο
  6. Τόσο η μία όσο και η άλλη επιταγή εκδόθηκαν προς όφελος της παραπονούμενης εταιρείας, SAVVAS THEOCHAROUS & SON LTD έναντι και για εξόφληση οφειλόμενου ποσού προς την τελευταία από την κατηγορούμενη εταιρεία για πώληση εμπορευμάτων. Οι δύο ως άνω επιταγές όταν κατατέθηκαν για πληρωμή στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν δεν πληρώθηκαν και επιστράφηκαν με την ένδειξη «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΠΑΓΟΠΟΙΗΘΗΚΕ - ΚΑΠ, ACCOUNT FROZEN - CIR». Οι εν λόγω επιταγές παραμένουν απλήρωτες μέχρι και σήμερα. Από τις 20.08.2012 μέχρι 31.12.2012 ο συγκεκριμένος λογαριασμός δεν είχε πιστωτικό υπόλοιπο σε κανένα στάδιο και από τις 11.12.2012 ήταν στο ΚΑΠ. Τέλος, η κατηγορούμενη 3 δεν είναι και ουδέποτε ήταν διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Ως έχει προαναφερθεί, οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κατηγορίες για την έκδοση επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση των άρθρων 305Α
(1)και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ως αυτά προκύπτουν από το εν λόγω άρθρο, είναι τα ακόλουθα: (α) Η έκδοση επιταγής. (β) Η παρουσίαση της επιταγής στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. (γ) Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. (δ) Η μη εξόφληση της επιταγής η οποία να οφείλεται είτε στην έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της είτε στο ότι ο τραπεζικός του λογαριασμός ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της και (ε) Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε Ερχόμενος να εξετάσω κατά πόσο η πλευρά της κατηγορούσας αρχής έχει επιτύχει να αποδείξει την υπόθεσή της εναντίον των κατηγορούμενων πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, θεωρώ ότι θα πρέπει να γίνει διαχωρισμός σε σχέση με την κατηγορούμενη 1 εταιρεία και τους κατηγορούμενους 2 και 3,έχοντας υπόψη μου ότι οι τελευταίοι διώκονται με βάση το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  2. Αναφορικά με την κατηγορούμενη 1 εταιρεία δεν υπάρχει οιαδήποτε αμφιβολία και δεν έχει άλλωστε αμφισβητηθεί ότι είναι η εκδότρια των δύο επίδικων επιταγών τεκ.6 και
  3. Οι δύο επιταγές φέρουν την υπογραφή των κατηγορούμενων 3 και 2 αντίστοιχα, αφού κατόπιν εντολών της κατηγορούμενης 1 εταιρείας προς την τράπεζα οιοσδήποτε εκ των δύο είχε δικαίωμα υπογραφής μέχρι 28.11.2012 και από 28.11.2012 μόνο ο κατηγορούμενος
  4. Περαιτέρω, με βάση τη μαρτυρία του Μ.Κ.1, και οι δύο επιταγές κατατέθηκαν για πληρωμή στη MARFIN LAIKI BANK που ήταν η τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν. Η επιταγή τεκ.6, που φέρει ημερομηνία πληρωμής 30.11.2012, παρουσιάστηκε για πληρωμή στις 3.12.2012 και 13.12.2012 και η επιταγή τεκ.7, που φέρει ημερομηνία πληρωμής την 31.12.2012 κατατέθηκε αυθημερόν. Οι επιταγές τεκ.6 και 7 δεν πληρώθηκαν λόγω μη επαρκούς υπολοίπου στον λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 εταιρείας και ο λογαριασμός αυτός παγοποιήθηκε και τοποθετήθηκε στο ΚΑΠ. Τέλος, οι επίδικες επιταγές δεν πληρώθηκαν από τον εκδότη τους παρά την παρέλευση 15 ημερών από την παρουσίασή τους για πληρωμή στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν. Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει πετύχει να αποδείξει την υπόθεσή της εναντίον της κατηγορούμενης 1 εταιρείας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αυτό που απομένει προς εξέταση είναι αν η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει τις κατηγορίες και εναντίον των κατηγορούμενων 2 και 3 οι οποίοι κατηγορούνται δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  5. Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261 αναφέρθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχθούν ως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, ως αυτουργοί, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Τα ίδια φυσικά ισχύουν και για άλλους αξιωματούχους της εταιρείας οι οποίοι είναι εξουσιοδοτημένοι να υπογράφουν επιταγές για την εταιρεία. Στις περιπτώσεις λοιπόν αυτές πρέπει να αποδειχθεί η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση (β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) η οποία αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για το συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Στην παρούσα περίπτωση έχει εγκριθεί ως παραδεκτό γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε την επιταγή με αριθμό 09848984 τεκ.7 και η κατηγορούμενη 3 την επιταγή με αριθμό 09848396 τεκ.
  1. Εγκρίθηκε, περαιτέρω, ως παραδεκτό γεγονός ότι η κατηγορούμενη 3 δεν είναι και ουδέποτε ήταν διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Το ότι ο μεν κατηγορούμενος 2 υπέγραψε την επιταγή τεκ.7 και η κατηγορούμενη 3 την επιταγή τεκ.6 δεν είναι αρκετό για να κριθούν ένοχοι στο αδίκημα που ο καθένας ξεχωριστά αντιμετωπίζει. Απαιτείται πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού για στοιχειοθέτηση της ποινικής του ευθύνης. Εξετάζοντας τα δεδομένα και τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η κατηγορούσα αρχή έχει αποτύχει να αποσείσει το βάρος που έχει να αποδείξει ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 είχαν πρόθεση ή και γνώση για τη διάπραξη των υπό κρίση αδικημάτων. Καταρχήν η κατηγορούμενη 3 ουδέποτε ήταν διευθύντρια της κατηγορούμενης εταιρείας η οποία εταιρεία είναι δημόσια. Περαιτέρω, δεν έχει τεθεί μαρτυρία ότι είχε σχέση ή και ήταν αναμεμιγμένη στην οικονομική διαχείριση της εν λόγω εταιρείας. Το ίδιο ισχύει και για τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος, αν και διευθυντής, εν τούτοις δεν προέκυψε οτιδήποτε περί ενεργής ανάμιξής του στα οικονομικά της εταιρείας. Αντιθέτως μάλιστα. Ο Μ.Κ.1 ανάφερε ότι μετά που η επιταγή τεκ.6 επιστράφηκε απλήρωτη και έχοντας στα χέρια του και την επιταγή τεκ.7 θορυβήθηκε, με αποτέλεσμα να αναζητήσει τον οικονομικό διευθυντή της εταιρείας και δεν τον έβρισκε. Να σημειωθεί εδώ ότι με τη μη εξόφληση της επιταγής τεκ.6 γνώριζε ήδη, αφού είχε ρωτήσει στην Τράπεζα, από ποια συγκεκριμένα άτομα είχαν υπογραφεί οι επιταγές και παρά ταύτα αποτάθηκε στον οικονομικό διευθυντή της εταιρείας. Περαιτέρω, όταν ο Μ.Κ.1 παρέλαβε τις επιταγές τεκ.6 και 7 από το λογιστήριο της εταιρείας, αυτές ήταν υπογραμμένες και χωρίς να έρθει σε επαφή με τους κατηγορούμενους 2 και
  2. Έχει αναφερθεί επίσης από τον Μ.Κ.1 κατά την αντεξέτασή του ότι όταν ειδοποιήθηκε να παραλάβει τις επιταγές, αυτές είχαν ήδη εκδοθεί χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει πότε αυτές εκδόθηκαν και ήταν πληρωτέες σε μεταγενέστερο χρόνο. Συμπληρωματικά, και σε σχέση με το θέμα του χρόνου υπογραφής των επίδικων επιταγών, ουδέν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει πότε συγκεκριμένα οι κατηγορούμενοι 2 και 3 έχουν θέσει την υπογραφή τους επί των τεκ.6 και 7 με αποτέλεσμα ο χρόνος έκδοσης των επιταγών να παραμένει άγνωστος. Το ότι ο Μ.Κ.1 παρέλαβε τις επιταγές στις 20.08.2012 και 25.09.2012 χωρίς οτιδήποτε άλλο δεν είναι ικανό να αποδείξει τον χρόνο έκδοσής τους, τη στιγμή μάλιστα που οι επιταγές δεν φέρουν καν την ημερομηνία παραλαβής τους αλλά μεταγενέστερες ημερομηνίες πληρωμής τους. Στην υπόθεση Militos Trading Limited v. Αθηνάς Μαλέκκου, Ποινική ΄Εφεση 150/09 ημερ. 15.10.2012 το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε αποφασίσει ότι εφόσον ο χρόνος υπογραφής της επιταγής είναι άγνωστος είναι αδύνατο να αξιολογηθούν άλλα γεγονότα ή δείγματα συμπεριφοράς για να πείσουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας πως η εφεσίβλητη γνώριζε τα ουσιώδη γεγονότα και άρα είχε την ανάλογη πρόθεση, γεγονός το οποίο είχε γίνει δεκτό και από το Ανώτατο Δικαστήριο αφού απέρριψε την έφεση αναφέροντας ότι ελλείψει μαρτυρίας για το χρόνο της υπογραφής δεν αποδεικνύεται και η πρόθεση της εφεσίβλητης. Πέραν των πιο πάνω όμως υπάρχουν και άλλα γεγονότα τα οποία δημιουργούν αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου αναφορικά με τη γνώση των κατηγορούμενων 2 και
  3. Είναι γεγονός το οποίο δεν έχει αμφισβητηθεί ότι οι επιταγές τεκ.6 και 7 δόθηκαν στον Μ.Κ.1 στις 20.08.2012 και 25.09.2012 αντίστοιχα. Αυτό προκύπτει από την κατάσταση λογαριασμού τεκ.10 αλλά και από τις αποδείξεις είσπραξης τεκ.8 και 9 που έκδωσε η παραπονούμενη εταιρεία με την παραλαβή των επίδικων επιταγών. Δεδομένο, επίσης, είναι ότι ο λογαριασμός επί του οποίου εκδόθηκαν οι επιταγές λειτουργούσε από τις 10.07.2012 χωρίς όριο. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκαν και καταστάσεις λογαριασμού της κατηγορούμενης 1 εταιρείας για κάποιες περιόδους που αφορούν τους μήνες Αύγουστο μέχρι και Δεκέμβριο του 2012 τεκ.19 - 22 όπου φαίνεται ότι ο λογαριασμός αυτός ήταν πάντα χρεωστικός. Έχει εγκριθεί, εν πάση περιπτώσει, ως παραδεκτό γεγονός ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός από 20.08.2012 μέχρι 31.12.2012 δεν είχε πιστωτικό υπόλοιπο καθ΄ οιονδήποτε στάδιο. Παρατηρώντας όμως τις καταστάσεις λογαριασμού τεκ.19 - 22 και παρά το γεγονός ότι παρουσιάζουν πάντα χρεωστικό υπόλοιπο, εντούτοις κατατίθεντο επιταγές οι οποίες πληρώνονταν από την Τράπεζα. Συγκεκριμένα στις 30.11.2012, και ενώ το χρεωστικό υπόλοιπο ξεπέρασε τα €5.700.000,- επιταγές οι οποίες παρουσιάζονταν για πληρωμή, εξοφλούντο. Το ίδιο συνέβαινε καθ΄ όλη τη διάρκεια της περιόδου από 17.08.2012 μέχρι και 30.11.2012 όπου το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού κυμαινόταν από δύο και πλέον εκατομμύρια ευρώ μέχρι και σχεδόν έξι εκατομμύρια ευρώ, όπου και οι επιταγές οι οποίες παρουσιάζοντο για πληρωμή εξοφλούντο. Για την περίοδο μάλιστα Αυγούστου - Σεπτεμβρίου 2012, ως και η Μ.Κ.4 ανάφερε, το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού βρισκόταν στο κατώτατο ποσό από το μέγιστο που παρατηρήθηκε τέλος Νοεμβρίου του
  4. Αναφορικά με την επιταγή τεκ.6 η οποία δόθηκε στον Μ.Κ.1 στις 20.08.2012, το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού από 17.08.2012 μέχρι 21.08.2012 (τεκ.21) κυμαινόταν από €2.171.477,72 το πιο χαμηλό μέχρι €3.225.050,98 το πιο ψηλό. Κατά την περίοδο αυτή οι προς πληρωμή επιταγές εξοφλούντο. Για την επιταγή τεκ.7, η οποία δόθηκε στις 25.09.2012, το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού από 21.09.2012 μέχρι 30.09.2012 κυμαινόταν από €2.901.512,13 το πιο χαμηλό μέχρι και €4.201.872,88 το πιο ψηλό. Κατά την περίοδο αυτή και πάλι οι επιταγές που κατατίθεντο για πληρωμή εξοφλούντο. Το συμπέρασμα, συνεπώς, που με ασφάλεια εξάγεται είναι ότι κατά την ημερομηνία που δόθηκαν οι επίδικες επιταγές ο λογαριασμός, αν και παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο, λειτουργούσε κανονικά, υπό την έννοια ότι οι επιταγές που ήταν πληρωτέες κατ΄ εκείνη την περίοδο πληρώνονταν. Άρα οι κατηγορούμενοι 2 και 3, ακόμα και αν δεχθώ ότι γνώριζαν για το υπόλοιπο του λογαριασμού της κατηγορούμενης 1 εταιρείας, κάτι για το οποίο και πάλι δεν υπάρχει μαρτυρία, υπό τις συνθήκες που αυτός λειτουργούσε δεν μπορούσαν να γνωρίζουν ότι κατά την ημερομηνία που ήταν πληρωτέες δεν θα εξοφλούντο. Να σημειωθεί επίσης εδώ ότι όπως φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού τεκ.20 ο επίδικος λογαριασμός είχε πιστωθεί για το ποσό των €57.845.189,
  5. Παρά το γεγονός ότι δεν έχει διευκρινιστεί με σαφήνεια αν η πίστωση αυτή αφορούσε ολόκληρο το έτος 2012 ή μόνο την περίοδο 1.08.2012 μέχρι 31.12.2012, εντούτοις καταδεικνύει με πιο τρόπο λειτουργούσε ο λογαριασμός και οι επιταγές εξοφλούντο. Φυσικά έχω ήδη αποφανθεί για την ανυπαρξία μαρτυρίας ως προς τη γνώση των κατηγορούμενων 2 και 3 για την κίνηση του εν λόγω λογαριασμού. Αρκετή αναφορά είχε γίνει κατά την ακροαματική διαδικασία σε σχέση με τις οδηγίες που είχε δώσει η Τράπεζα για πληρωμή επιταγών παρά την ύπαρξη του ψηλού χρεωστικού υπολοίπου. Για το σημείο αυτό οι απαντήσεις των ΜΚ, και ειδικότερα της Μ.Κ.4, κινήθηκαν είτε σε πιθανολογήσεις είτε δεν γνώριζε να απαντήσει. Ανέφερε ότι για να υπάρχει υπέρβαση πέραν των €5.000.000,- πιθανόν να υπάρχει έγκριση από τη γενική διεύθυνση της Τράπεζας αλλά και ότι δεν μπορούσε να ξέρει τι οδηγίες υπήρχαν για πληρωμή των επιταγών αλλά πιθανόν να υπήρχε κάποια διευθέτηση. Εκείνο που μπορούσε με σιγουριά να πει ήταν ότι από τις καταστάσεις λογαριασμού φαίνεται ότι οι επιταγές πληρώνονταν. Να αναφέρω ότι τα όσα έχουν αναφερθεί από πλευράς υπεράσπισης κατά το στάδιο των αγορεύσεων και που κατά τη θέση της στοιχειοθετούν την υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων για τους κατηγορούμενους 2 και 3 δεν μπορούν να γίνουν δεκτά. Το γεγονός, δηλαδή, ότι τα οφειλόμενα προς την παραπονούμενη εταιρεία έχουν εισπραχθεί από την κατηγορούμενη εταιρεία δεν καταδεικνύει και γνώση των κατηγορούμενων 2 και 3 ότι οι επιταγές δεν θα πληρώνονταν. Ούτε φυσικά και το γεγονός ότι επειδή οι επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες οι κατηγορούμενοι 2 και 3 γνώριζαν ότι δεν θα υπήρχαν τα απαραίτητα κεφάλαια τη στιγμή που ο Μ.Κ.1 ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι από την αρχή της συνεργασίας της παραπονούμενης με την κατηγορούμενη εταιρεία ήταν όρος της μεταξύ τους συμφωνίας για πληρωμή των οφειλομένων με μεταχρονολογημένες επιταγές. Τέλος, και σε σχέση με την ετήσια έκθεση του 2011 αλλά και τα προκαταρκτικά οικονομικά αποτελέσματα του 2012 που κατατέθηκαν εκ συμφώνου ως τεκ.23 και 24 αντίστοιχα, δεν μπορούν να βοηθήσουν την πλευρά της κατηγορούσας αρχής ως προς το θέμα της υποκειμενικής υπόστασης των αδικημάτων. Τα δεδομένα όσον αφορά τον τρόπο κίνησης του επίδικου λογαριασμού παραμένουν αναλλοίωτα. Το βάρος είναι στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει τις κατηγορίες και κάθε στοιχείο που τις συνιστά. Στην υπό εξέταση περίπτωση, κατάληξη του Δικαστηρίου με βάση τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω, είναι ότι η πλευρά της κατηγορούσας αρχής έχει αποδείξει την υπόθεσή της εναντίον της κατηγορούμενης 1 εταιρείας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας αλλά έχει αποτύχει να αποδείξει την αναγκαία ένοχη διάνοια από πλευράς κατηγορούμενων 2 και
  6. Ως εκ τούτου βρίσκω ένοχη την κατηγορούμενη 1 εταιρεία στις κατηγορίες 1 και 3 που αντιμετωπίζει, ενώ οι κατηγορούμενοι 2 και 3 αθωώνονται και απαλλάσσονται, ο μεν κατηγορούμενος 2 στην τρίτη κατηγορία και η κατηγορούμενη 3 στην πρώτη κατηγορία. (Υπ.) ................ Λ. Μουγής, Ε.Δ. /ΜΧΚ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.